Back

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ, 1961-03-01

“ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΗ” ΤΕΤΑΡΤΗ ! ΙΝΕΓΜΩΡΙΣΘΗ. ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΜΕΡΙΚΙΝ ΝΤΕ ΦΙΚΙΌ Ἡ. 0ΡΘΙΛΙΞΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΝ (δυνέχεια ἓν τῆς Της σελίὸ τς} μειωθῇν ὅτι ἑνώστον τοῦ Ἱκογκούσ σου ἐνχοεμοῦν ἐπίσης δύο ἄλλα παλαιότερα νυποσχέδια, ἄνα-ερύ- 'Ο Σεδ. μενα εἲς τὸ αὐτὸ ζήτημα καὶ ὅ- ποθληὑέντα ὑπὸ τῶν ῬΡεπουµ.:- πλικανών γερουσιαστῶν κιν. - ὄεψετ Πίρκσεν καὶ Λέθερετ δάκ- τονστυλ. Η ἀγγλόφωνος ἑλληνικὴ ἔπιθδε ὠρησις, ἐνταῦθα. ἐκδιδομενη, εἲς κύριον ἄρθρον της χαλεῖ τὺ Ικαν- κρέσσον Όπως εξετάσῃ εὖμενῶς τὰ ὑποθληδέντα νοµοσχέδια πεφι ἀναγνωρίσεως τῆς ᾿Οοδυδοξίας. Ἀχετικῶς τονίζει, ὅτι ἡ ταά- χεῖα΄ ἔγκρισις τοῦ νομοσχεδίου ὕ- πὺ τοῦ Ἰογχρέάσου κατὰ τὴν πα- ροῦσαν στιγμήν, ἀποτελεῖ ἀπόωα: πιν «δὐιναίαν να σχύπιµον», αι θαναμένου. πι. μοι τοῦ ἰδευλογί- νυῦ ἀγίνας, εἰς ταν ὁποῖυν ἔχει ἀποδνὐῃ ἡ Απειή, χαθὼς καὶ τοῦ γεγυτύτος, ὅτι ὁ Πατριάφγ ης ᾽᾿Αμρκιεπίσκοπος Βορείου καὶ Νοτίου ᾽Αμερικῆς κ. ᾿Ιάχώδος. ᾿Αδθηναγύρας εἶναι ὁ ἄνεγνωρι- μὲ: γος απγευματικὺς ἡγέτης 1συ.υου, 00υ Ορθοδόξων Ἀριστιανων, ὅτε: σπαυµένων ἀνὰ τὴν Αμερικην, τὴν ΟΦὐρώπην, τὴν δυθιετικὴν 1): γώσιγ, τὴν λέσην ᾿Ανατολήν, τὴν ᾿.Ασίαν καὶ τὴν Ας ρινήν. Ἐν καταχλεῖδι προστἰδεται ὅτι, ἡ πρόσχκλησις τοῦ ᾿Λωχιεπισχ. οι Ιακώύου εἲς τὴν τελετὴν τῆς ὄνα λήψεως τῶν προεδρικών καθ τόν- των ὑπὸ τοῦ κ. Ἱκέννεντυ δύναται νά, Ὀεωρηῦῃ ὡς µία «ντὲ φά»τορ ἀναγχνώρισις τῆς ᾿Ορδοδυξίας. ΜΙΛΙΑ ΤΑΥ ΚΛΘΗΓΗΤΟΥ κκ. Π. ΤΡΕΝΠΕΛΑ ΕΙΣ ΠλΦΘΙ “0 παρεπιδημῶν ἐνταῦθα καὔη-ι σε τὸν Ὀαυμασιμόν ὅλων τῶν “Πλ γητῆς τῆς : Θεολογικῆς λΥγολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν: κ. Παναγιώτης Ἐρεμπέλας τὴν ἵυ- ριακὴν τῆς Ῥυρινῆς, 19ην πα- ρελὸδ. µηνός, ἐκήρυωξε τὸν δεῖον λόγον. ἐν τῷ Καθεδρικῷ ναῷ ΄Α- γίου. Θεοδώρου: ἘΕτήματος, Τὴν δείαν λεἰτουργίαν ἐτέλεσεν ὁ δη τροπολίτης Ἰ]άφου κ. Τενγάδιος, ὃ ὁποῖος καὶ εἰσήγαγε τὸν ὁμιλη- τήν. Ὁ κ. ΄ Ἐρεμπέλας κατὰ τὴν ἱ- δίαν ἡμέραν ὠμίλησε πρὺς τὰς ΟΧΕΝ ᾿Κτήµατος' καὶ περιχώρων μέ θέμα: «Ἡ γυνὴ ὡς ἐξυφωτι- χὺς παράγων εἰς τὴν κοινωνίαν». Τὴν Άην μ.μ. τῆς ἰδίας ἡμέρας ὁ κ. καθηγητὴς ἔδωσε διάλεξιν εἷς τὴν Λεόντειον Βιδιλοδήκην, τὴν ὁποίαν παθηλσλούθησε πλῆθος κόσμου, 1ὸν ὁμιλητὴν προσεφώνησε κατ’ ἀρχὴν ὃ 9εθ. ἈΙητροπολίτης 1[ά- φου α. Γεννάδιος καὶ ἐν συνε- χείᾳ ὁ “Ἱεροκήρυξ τῆς “1. ἠΊητρο- πόλεως Πάφου κ. Γεώργιος Σολω- μός. | ᾿ . Ἐν τέλει ὃ Ἅγιος Ιάφου ηῦ- χαρίστησε τὸν κ. παδηγητὴν διὰ τοὺς κόπους καὶ τὴν προσφορὰν του εἷς τὴν Μητροπολιτικὴν περι- φέρειαν Πάφου. ην προηγουµένην ἡμέραν, Σά6 6ατον, 18ην Φεθρουαρίου ὁ Κα: θηγητὴς κ. ΙΗ. Τρεμπέλας ἔπε- σκέφὃη τὸ Λιααίδειον ἨΒλληνικὸν 1 υμνάσιον Ιάφου. Τὸν ὑψηλὸν ἐπισκέπτην παρουσίασε πρὺς τοὺς μαῦητὰς καὶ µαδητρίας τῆς 3χο- λῆς ὃ διευδυντὴς αὐτῆς χ. Λιασί- δης, ὅστις εἶπε μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξής: ᾿«Εέναυ µεγάλη µας χαρὰ καὶ ἐξαιρετικὴ ἡ τιμὴ νὰ ἔχωμεν πλησίον µας, εἰς τὴν σχολήν µας, τὸν ἐκλεχτὸν καὶ σοφὺν καθηγη- τὴν τοῦ Πανεπιστηµίου ᾽Αὐηνῶν κ. Τρεμπέλαν. ὍὉ κ. Τρεμπέλας εἶναι διαπρεπἠς ἐπιστήμων, σοφὺς Οεολόγὸς καὶ πολυγραφώτατος ἐκκλησιαστικὺς συγγραφεύς. ᾿Ἑ- γραψε ἐχλεντὰ θιθλία ἕρμηνευτι- κῆς καὶ ἀπθλογητικῆς φύσεως, ἄλλοτε μὲν ἀναλτύσσων τὰς χοι- στιαγικὰς ἀληδείας καὶ ἄλλοτε ὗ- περαμυνόµενος τῶν δογμάτων καὶ τῶν ἄλλων ἉΧἈριστιανικῶν ᾽Αληή- δειῶν. Ἐτίμησε πολλὰ ἔκχλησια- στικἁ θήµατα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἑ- χύνετο τὸ πλούσιον φῶς τῆς ὃι- δασκἀλίας του καὶ τῆς ἀρετῆς του». Λαθὼν ἀκολούῦθως τὺν λόγον ὁ κ. ΤῬρεμπέλας, μετὰ τῆς διακρινοί- σης αὐτὺν γλαφυθότητος, ἐξέφρα- λήηνων πρὸς τοὺς Ἱυπρίους, οίτι- γες εἷς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστη μα ἀνεδείχθησαν εἰς ἐπιδεξίοις πολεµιστάς. «γνωρίζομεν τοὺς Κυπρίους ὡς καλοὺς και φιλησύ χους λληνας. Ρὰ τελευταῖα, ὅ' µως ἔπη χαιν τά άλλα συναφη γε γογοτα μᾶς ἔπεισαν ὅτι οἱ νὺ Άθνοι είναι καὶ ἐπιδέξιοι καὶ δι νοι πολεµισταί, καταρδώσανιες εἷς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστηµα καὶ τὸν χειρισμὺν των Όπλων νο ἐκμάδουν, ἀλλὰ καὶ ἰδικά των του ρομαχικὰ νὰ ἐφεύρουν, διὰ γω ὃι νηῦουν νὰ κρατήσουν τὺν ονωονις των, τὸν ὁποῖον ἄλλως δὲν ηλύ- ναντο νά ἐνισχύσουν ὃν ἐλενύε ρῶν. αρομηθειῶν και εἰσαγωγῶν εξωθεν. Ἰ - »Σ1ώρα ὅμως καὶ εἲς τὸ ἑξῆς πρέπει νὰ ἐπιδοῦῆτε εἰς τὸν ειρή γικὀν ἀγῶνα, εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ την πφύυδον, διὰ να δυνηθῆτε νά ἀξιοπυνήσετε τὰς ὑυσίας σας και τοὺς ἀγῶνάς. σας. ΙΕ 'Ελληνιχὶ! ρυλὴ ἔχει πολλά καὶ μεγάλα προ τερῆματα, έχει ὅμως, δυστυχῶς καὶ ἑλαττώματα, τὰ ὁποῖα ειναι κατάλοιπα τῆς παλαιᾶς ἡμῶν ἵ- στορίας. δεῖς, σὰν Ἱλληνες, εἰ ναι ἄναμφισθήτητον ὅτι εἶναι ἔγ- θεχόμενον νὰ ἔχητε ἀπὺ αὐτὰ τὰ κατάλοιπα τῆς Βλληνικῆς φυλῆς, Εἴμεῦα ἐγωϊσταὶ καὶ μὲ τὺ πα Φαμικρὸν Ὀιγόμεθα και «γχρινιά ζομεν». Ιαὶ ἐνῷ εἴμενα πάρα πο- λὺ. μεγάλοι, Ἑαφνικὰ γιὰ μικρο αράγµατα φιλονικοῦμεν καὶ γινύ- μεῦα μικροί. ᾿Ἠπιθάλλεται ὅπως ὁ χαδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ἐργασὺῃ μὲ ση μον νὰ κχαταγικήσῃ ἀνὑρώπινα πάδη, τὰ χατώτερα ἔνστικτα, κα. κατ ἐξοχὴν ἡ νεολαία µας, ἀπι ἣν. ὁποίαν ὅλοι ἀναμένομεν πολ: λά. παὶ μεγάλα πράγματα». 1εραίνων τὴν ὑμιλίαν του ἑ διαπρεπὴς γαδηγητὴς εἶπε τὰ ἕ- Ἑῆς: «Τώρα ἀναπνέετε τὸν ἀέρά τῆς ἐλευδερίας. Μετ) ὀλίγον ὑά λάθετε εἰς χεῖράς σας τὰ ἠἤνισ τῆς διακυθερνήσεως τῆς χώρας σας καὶ πρέπει νὰ προετοιμάσεσὺς ἐκανοποιητικῶς. δΧὰ μελετᾶτε τὰ μαθήματά σας, ἀλλὰ νὰ ἀποθλέ- πετε πάντοτε εἷς τὸ νὰ καταορτί σετε πραγματικῶς Ἑλληνοχοιστια- γικὺν ἦθος. Τώρα δέλομεν νὰ μᾶς χαταπλήξετε μὲ τὸ ἦῆος σας. Δύ τὰ ἤθδελα νὰ σᾶς πὠ καὶ τίποτε ἄλλο». Τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ἑρεμπέλα ἐπέστεφαν ζωηρὰ καὶ παρατετα- μένα χειροκροτήματα. (Ἀννέχεια ἐκ τῆς Ίηῆς σελίδος) «Ῥωμιοῦ». ΌὌρα καὶ τὸν στίχον τοῦ Κυπρίου Ποιητοῦ Βασίλι Πιχἀηλίδη: «Ἡ Ῥωμιοσύνη ἔφ φυλὴ συνώτζιαιρη τοῖ Κόσμου τὲι ἡ Ῥωμιοσύν ή ἔν νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσµο: Λείψῃ». Τὸ ὅτι δὲ προσφωνεῖ τὸν Τοῦρκον Πρωθυπουργὸν ὦ. τὸν ΠἩρωθυπουργόν τῆς «φιλτάτης Τουρκίας», τοῦτο πράττει ἆ σφαλῶς ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν Κεφαλὴν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τὸ Ο: κουμενικὸν ἹΤατριαρχεῖον. «όγοι «πολιτικοὶ ἐπέέαλον τὴν πρ-η: φώνησ:ν ταύτην. Ὁ Σεβασμιώτατος εἶναι ἐξ ἴσου Ἕλλην, ὃσοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ δημιουργήσουν ἕΣήτημα. Τὸ ὅτι δὲ συγκαλεῖ καὶ παρακάθηται εἰς ᾿Εκκλησιαστικὰς συσκέψεις εἰς τὰς ὁποίας μετέχουν καὶ ᾿Ορθόδοξοι ἐξ ἄλλωι Φυλῶν αὐτὸ ἀποτελεῖ δίκαιον δι αὐτὸν ἔπα]νον. 'Ἡ ᾿Ορθόδοξος Χριστιανικὴ ᾿Ἐκκλησίαι ὡς ἡ μόνη ἀληθὴς καὶ }γησία Ἔκκλη σία, πρέπει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἑνότητα, ἂν μὴ καὶ τὴν ἔγωσιν, ὅλωι τῶν ἘΕκνκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ ἓν συνεργασίᾳ πάντοτε μετὰ τῶν λοιπῶν ὅμοδόξων ᾿Εκκλησιῶν. μ. 9 7 ᾿Αθανάσιον νὰ ὁμιλήσῃ, τοῦ ᾿Αλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὸν Ἠέαι δποίου τὴν ἑλληνικότητα οὐ δεὶς δύναται νὰ ἀμφισθητήσῃ: «Τὶ τὸ ὄφελος, ἐὰν ἑλληνιστὶ Λαλ.ῦ μεν, δαρθαρίξωµεν δὲ τῇ γνώµῃ Τὶ τὸ ὄφελος, ἐὰν εὐτύγθ:τος μὲν ὃ λόγος, κακοσύνθετος δὲ ὃ τρόπος ΙΠολὺ κάλλιον ἐστι μήτε τῶν Ἑλλήνων εἰδέναι φωνήν, καὶ τὸν νόµον τοῦ Θεοῦ ἓν καο δίᾳ κεκτῆσθαι. Εἰ μὲν γὰρ σοφιστοῦ διδασκαλεῖον ἦν ἡ Ἐκκλη- σία. εὐγλωττίας ἦν παιβός. ᾿Επειδὴ δὲ τρόπων ἀγὼν καὶ καρ ποφορία τὸ προκείµενον καὶ προσδοκία οὐρανῶν τὸ προσδοκὠ µενον, μὴ γλῶττα ζητείσθω, ἀλλ᾽ ει : ὁ τρόπος πατορθούσθω». Ταῦτα ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν χωρὶς ποεκατάληψ.ν καὶ μὲ κύ. ριον πάντοτε κίνητρον, τὴν ἀγόπην πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν µας. Η ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ πρώτη ἹἩητέρα µας καὶ δι αὐτὴν πρεπει τὰ πάντα γὰ θυσιάξωµεν. Τὰ ἐπιθάλλοιν. Οἵ καιρζί, τουλάχιστον, σήμερον αὖ' Ι ΕΚ ΠΟΝΟΝ ΚΑΤΙΓΟΜΕΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΥΝΛΝΤΝΙ ΝΑ ΕΙΝΝΙ ΥΠΕΡΗΦΛΝύΙ ΤΕΙΧΗ ΓΡΛΦΙΛΙ ΗΛΙ ΗΦΙΛΡΤΙ ΕΥΡΕΘΒΗΣΛΑΝ ΕΙΣ ΡΛΗΙΛΛΥΝΤΑ ας τὸ ἱερόὸν ὑπάρχουν ἱερεῖς ἁγιογρχφίπι. ὰ Χριστου µετά τὴν ᾿Ανάστασιν.-- Εξαιρετικῆς τέχνης εἶναι ἡ τδιχογραφία τον μᾶ.--Αἱ ἐργασίαι τῆς ᾿Αρχκιολοφικῆς ᾽᾿Αποστολῆς θα συνεχισξοῦν καὶ χατα τα ΑΟΠΑΝΑΙ, Φεύρουάριος.--- κεῖ εἲς τὴν Εραπεζοῦντα τοῦ Πόν- τοῦ, πέραν ἀπὸ τὰ Ἠξώτειχα, Ὁ- πάρχει ὁ γνωστότερος εἰς τοὺς ἐοντίους, παλαιός, περικαλλὴς καὶ αὐτοκρατορικὸς κάποτε, ἱεους ναὺς τῆς ᾿ ἁγίας Σοφίας, Οι 1 ὀν- τιοι. τὸν ἐνθυμοῦνται πάντυτε ιιὲ συγκίνησιν. ἱ ἁγιογραφίαι Ἆαι αἱ τοιχυγοαφίαι του, Λόγῳ ἐλκεί- ψεώς ἐγδιαφέροντος κά γνώσεως τῆς ιεγάλης ἆἀθγαιολογικῆς των ἀξίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς παρύδου τοῦ χούνου, ἔᾳδάρησαν καὶ κατο- ατρά(ησαν ἢ ὑδροχρωματίσθη- σαν. ᾿Αγγλιμ ἀογαιολογιχὴ ἀποστι- λή, Σρηματοδυτουμένη ἀπὺ τὸ Ἱ]α- γεπιστήμιον τοῦ ᾿Εδιμθούργου, εὖ- ρίσχεται ἵρη εἲς τὴν Τραπεζοῦν- τα, συνεχίκουσα τὸ ἀπὺ ὃ-ετίας ἀοξάμεγου ἔργον της, τῆς περισώ- σεως τῶν κ ηφιδωτῶν καὶ τῶν ἆ- νιογραφιῶν. Ὁ παθηγητὴς Ἀτέ- ἴθιντ Γωνφιλντ, µέλος τῆς ἆπο- στολῆς, ἑδήλωσεν εἰς συνεργάτην τῶν «Εἰνυνογραφημέγων Νέων τοῦ Λονδίνο, σχετικῶς μὸ τὴν ποόο- δον τοῦ ἔργου της τὰ ἑξῆς: «᾿Ἠργχίσαμε ἀπὺ τὸ ἱερόν, ὅπου ὑπάργχουν τοεῖς ἁγιογραφίαι, ποὺ παροισ:άζυυν τὰς ἐμφαχίσεις τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ᾿Ανάστασιν. Αξ τχογραφίαι αὐταὶ περιθάλλον- ται ἀπὸ µίαν ὑπέροχον ἀναπαρά- στασιν τῆς Αναλήψεως. Ἡ µεγί- στι, ἀθχαιολογικὴ ἀξία των εἶναι ἀνυπολόγιστος. ἘΕξαιρετικῆς τέ- χνη: εἶναι ἡ τοιχογοαφία τοῦ ἸΑ- πίστου Θωμᾶ. Τὸ κλασσικὺν αἴ- σβηια, ποὺ ἐκφράζεται εἲς τὴν κίνησιν τῶν ἐνδυμάτων καὶ τῶν 196ἱ χαὶ 1962. ων, πῳυσδίδει εἰς τὴν τοιχυ- γραφίαν αὐτὴν ἐξαιρετικὴν ώραι υτητα.. Ικαθαρίσύσηαν ἐπίσης καὶ πευιεσώςησαν αἱ τοιχογραφίαι τοῦ Ἀριστοῦ, τῆς ᾿Αναλήφεώς Ζαἱ τοῦ. Αγγέλου ποὺ ἐπιτιμὸ τοὺς ἐκπλήντους Αποστόλους. «νι ἑργασίαι εἰς τὸ ἀνατο]λικὸν τμῆια τού γαοῦ επερατὠὔήσαν τὸ {ωθῦς µε την ἀνακάλοφιν α ων φηφιδωτῶν εἰς τὸν ὑόλον του ἰε- ρου. Οαυμασία ειναι ἡ εἰκὼι του Ἀριστού εἰς παιδικὴν Ηλιγίαν φι- κοτεχνηθεῖσα εἲς ἐρυοῦορὺὸ Ίντο καὶ µε Φτανρὺν ὄπισυεν της κε- Φαλης του. Μέρος των η δω- τῶν τῆς εἰκόνος εἰχε πέσει, ς 'νε- πεἰᾳ ϱωγμῆς εἰς τὸ μέσον. Ἱὸ ἄνατολιχον και τὸ θόρ.ιον τμῆμα τοῦ ναυῦ δὲν παρουσία «αν µεγάλο ἐγνδιαφέρον, διότι αἱ ἆγο- γραφίαι σχεδὸν πατεστράφησα. ἆ- πὺ τὴν ὑγρασίαν καὶ τὴν ἔλ,τι- Φιν. στέγης, τὺ μεγαλύτερον |.ὁ- ρος τῆς ὑποίας ἔχει γαταρρεύιι ἀπὺ ἐτῶν. 'Οπωσδήπυτε, ἀπεκμω- λύψφαµεν ἐχεῖ τμήματα τῆς ὃταυ ρώσεως καὶ τῆς Αναστάσεως εἱ. τὸ θόρειον τμῆμα. Αἱ. ἐργασίαι. προχωροῦν τών’. εἰς τὴν δυτικὴν ατέρυγα τοῦ νι οὗ, ὕπου ἔρχονται ἤδη εἲς φῶτ μερικαὶ καλὰ, διατηρηµέναι ἁγι γθαφίαι, καὶ εἰς τὸν νάρθηκα. Τι σπουδαιότερον ἐπίτευγμα τῶν ἐς γασιῶν µας κατὰ τὺ 1960 ὑπῆς ξεν ἡ ἀνακάλυψις εἰς τὸν νάρῦη χα ἁγιογοαφιῶν Χχωρὶς καμμίαν θλάδην ἢ καταστροφήν, διότι εἶ χαν Ὀδροχρωματισθῆ μὲ παχὺ στρῶμα χαὶ δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐ- πίδρασιν τοῦ χρόνου. ΜΕ ΕΙΙΗΝΟΤΗΤΑ ΕΠΛΝΗΠΥΡΙΘΗ ή ΕΟΤ ΤΙΣ ΥΠΛΗΛΝΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΗΣ ΤΗΝ ΚΛΛΛΜΛΙΛΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑ, ἃὃ Φεθροναρίου.- Δέκα καὶ πλέον χιλιάδες προσχυ- γητῶν ἀπὸ ὅλας τὰς περιοχὰς τῆς Ἱελοποννήσου Ἀκατέκλυσαν τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν διὰ νὰ µετά- σχουν τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ὕπα- παντῆς τοῦ Χοιστοῦ, ἐπισήμου ὑρησκευτικῆς ἑορτῆς τοῦ γομοῦ Μεσσηνίας. Εὶς τὴν λιτάνευσιν τῆς 'Ἁγίας Ἠϊκόνος παρέστησαν οἳ 3ε6. ἉΤη- τροπολῖται: Μεσσηνίας κ. Χρυσό- στοµος, ᾿Βδέσσης καὶ Πέλλης κ. Διογύσιος, ὁ Γόρτυνος καὶ Μεγα- λοπόλεως κ. Εὐστάθδιος, ὁ Ἔλασ- σῶνος Χ. ᾿]άκωδος, ὃ Κυδήρων κ. Ἀελέτιος, ὁ Γρεθενῶν κ. Ἀουσό- στοµος, ὁ Τριφυλίας καὶ ᾿Ολυμπί- ας Χ. Στέφανος καὶ ὁ 'Ἱερισσοῦ καὶ ᾽Αγίου ὌΟρους κ. Παὔλος, Ελ μέρους τῆς Κυθερνήσεως παρέστησαν ὁ Γφυπουργὸς Ιρο- γοίας κ. Ῥαρρέας, ὁ ᾖΙρόεδρος καὶ ὁ Αντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ὃ ἀρχηγὺς τῆς Χωφροφυλακῆς κ. ἉἩαρδουλάκης, ὁ ἀρχηγὺς τῆς ᾿Αστυνομίας χ. Ῥακιντζῆς, ὃ διοικητής τῆς ΑΣΔΑΝ, ὁ διοικητὴς τῆς 4ης Με- ραρχίας Τριπόλεως, ὁ Ἠπιθεωρη- τὴς τῆς Χωροφυλακῆς κ. Βαλσα- µάκης, πολλοὶ ἄλλοι ἐπίσημοι καὶ πλήθη λαοῦ. ΑΦΘ(ΙΝΟΝ ΧΡΗΝΛ ΛΙΛΘΕΤΕΙ Π ΡΗΣΙΛ Πρ} ΕΚΚΛΗΣΙΛΣΤΙΚΗΝ ΛΙΗΣΛΥΣΙΝ ΕΙΣ ΤΑ ΟΡΘΟΛΟΞΑ ΠΑΤΡΙΛΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ Ἀῦξουσαν δραστηριότητα πα- ορουσιάξουν ἐνταῦθα οἱ ρωσικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες, ἰδίως μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ΠΤατριάο- χου ἈΙόσχας ᾿Αλεξίου εἰς τὴν Μέ- πην ᾿Ανατολήν. Ὡς ἀντικειμενι χός των σγοπὸς διαγράφεται ἡ διείσδυσίς των εἰς τὴν περιοχην τοῦ. Πατριαρχείου 'Ἱεροσολύμων, ὕπου µέχρι τοῦδε, εἰς τὴν σθενα- ράὰν ἀντίστασιν τοῦ Πατριάρχου Βενεδίκτου, οὐδεμίαν κατώρδωσαν νὰ ἐπιτύχουν ὑποχώρησιν. Περισ- σότερον ἰσχυροὶ εἶναι πάντοτε εἷς τὸ Ηατριαρχεῖον ᾿Αντιοχείας, |λό- γῷ τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων τὰς ὑποίας συνῆψαν ἐπὶ τῆς πατριαρ- χείας τοῦ προκατόχου τοῦ σηµε- οινοῦ. Πατριάρχου Θεοδοσίον. Οἵ Ρῶσυηι δὲν λησμονοῖν τὴν πικοί: αν ὅτι ἔχασαν τὴν ἐκλογὴν ἰδικοῦ των Ἱ]ατριάρχοἩ εἷς τὴν Δαμα- σκὸν διὰ μιᾶς µόνον φήφου καὶ προσπαθοῦν νὰ κερδίσουν ἔδαφος ΛΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ ο. Αἴτησις πρὸς Τἱοθεσίαν ᾿Αοιῦμ. 3)01 Υιοδετοῦντες: Γεώργιος Χρ. Ι]ρωτυπαπᾶς ἔκ Καϊμακλίου ἐτῶν 40 καὶ Δόμνα ΓΕ. Πρωτοπαπᾶ ἐκ Καϊμαχκλίου ἔἓ- τῶν 51. Υιοδετούµενον: Ἑλένη Ἰφιγ. Σχοινᾶ ἐξ Ελλά- ὅος μηνῶν Τ. Οἰονδήποτε πρόσωπον γγωρίζον ἔνστασιν διὰ τὴν ὡς ἄνω ΊΤῖο- δεσίαν, καλεῖται γὰ ὑποθάλῃ ταύ- την ἐγγοάφως πρὸς τὸν ΄ΑΘΧχιε- πίσκοπον, ἀναγράφον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστάσεως, ἐντὸς δεκαπέντε (15) ἡμερῶν ἀπὸ τῆ- πήµερον, Ἐν τῇ Ἱ. ᾿Αρχιεπισκοπῇ Κί- πρου, τῇ 398 Φεθρουαρίου 19601. Ἐκ τῆς ἹἹερᾶς ᾽Αρχιεπισχοπῆς Κύπρου. Ὑπεύθυνος: ΧΡ. ΑΓΑΠΙΟΥ Τύποις: «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ» ᾿Ισαακίου Κομνηνοῦ 2, Λευκωσία. διὰ τῆς προωῦήσεως εἰς σηµαι- νούσας μητροπολιτικὰς ἕδρας φι- λορώσων κληοικῶν. Ὡρσμένοι ἐν τούτων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρα μείνει εἲς Ῥωσίαν ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, κινοῦνται ἤδη ὃραστη- ρίως. Κατὰ τοὺς καλῶς γνωρίξοντας τὰ, πράγματα, οἳ Ρῶσοι διαθέ- τουν ὥς κυριώτερον ὅπλον των διὰ τὴν νέαν πολιτικὴν τῆς ἔκκλησια- στικῆς διεισδύσεως εἰς τὴν ΑΙέσην ᾿Ανατολὴν ἄφδονον χρῆμα. Γενι- Ζἣ εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἐνταῦῦα,ῦτι, ἂν δὲν σπεύση ἡ Δίσις νὰ ἀπαν- τήση διὰ τῶν ἰδίων µέσων εἰς τὸν τοµέα αὐτόν, τελικῶς ἡ Ρωσυκὴ Ἐκκλησία δὰ ἐπιτύχη τὴν πο- δουµένην ἐπανάκτησιν τῆς δέσεως τῆς παλαιᾶς «Ἁγίας Ῥωσίας» εἰς τὴν ᾿Ανατολὴν, ἐπὶ θλάθη τοῦ γοήτρου τῆς “Ἠλληνικῆς ᾿Όρθοδο- ξίας. ΑΡΓΥΡΟΛΕΙΩΝ ΕΥΛΓΓΕΛΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ κ. ΤΡΕΜΠΕΛΑΝ Τὴν 1δην λήξαντος μηνὸς τὸ ΓΣ ραφεῖον Ορησκευτιχῆς Λιαφωτί- σεως τῆς 'Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κι- τίου, ἐν Λεμεσῷ, ὠργάνωσεν εἴδι- χὴν ἀποχαιρετιστήριον ἑορτήν, ἓν τῷ οἰκήματι τοῦ Ορησκειυτικοῦ Σνλλόγου «Ἅγιος Βαρνάδας», ἐ πὶ τῇ προσεχεῖ ἐκ Ἱκύπρου ἄνα- χωρήσει τοῦ 'Ομµοτίµου Καῦη- γητοῦ τῆς Οεολοχικῆς Ῥγυλῆς τοῦ. Πανεπιστημίου Αλ θηνῶν ». Παναγιώτη Τοεμπέλα. Πΐς ταύτην παρέστησαν καὶ χετὰ µέλη τῆς Οφρησκευτικῆς κι- νήσεως ΔΛεμεσοῦ. Ἱατὰ τὴν ἐν λόγῳ ἑορτὴν ἐδωρήδη εἰς τὸν 7. Καδηγητὴν ἀργυρόδετον Εὐαγγέ- ᾽ ἀρ: λιον.. Τὸν κ. Ἑρεμπέλαν πυοσε- φώνησεν ὃ Ἱανοσιολογ. ᾿Αρχι- μανδρίτης Ἱιτίου. κ. Νικόλαος Σιδερᾶς. ἀπήντησε δὲ συγχινηµέ γος ὃ ὼ. Καθηγητής. ΛΠΕΒΙΠΣΕΝ ΣΗΜΕΡΟΝ ῦ ΛΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΌΛῆΝΙΛΣ ΜΟΣΧΑ, 1 Μαρτίου. “ο Αος- χυεπίσκοπος Ἀ]ακάριος, ᾽Αρχηγὺς τῆς ᾿Ορθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Πολωνίας καὶ Ἀητροπολίτης Βαρ- σοθίας, ἀπεθίωσε σήπεσον εἰς 'ϱ)- δησσὺν εἰς ἡλιχίαν Τ8 ἐτῶν. Οὔ- τος ἠσθένει ἀπὺ ἀρχετοῦ χρόνου καὶ εὑρίσκετο ὑπὸ δεραπείαν εἷς Οδησσόν, πεὺ παςρρυσιάςουν τὰς ἔμφανισεις του ᾷω- Βῖὶς τὸν ἀνατυλιχὺὸν τοῖχον ὅπυ καλύπτονται τώρα ἡ Βάπτισις χα ἡ Λέησις ἐνῷ εἲς τὸν ὄόφειον τοῖ- χον καὶ εἲς τὴν θορειοδυτικῆν πτέ- ρυγα, ὑπάρχει ἔξοχος ἀναταρά- στασις τοῦ Βαύματος τῆς πίστεως τῶν πέντε χιλιάδων ὑπὸ τοῦ Ἀοι- στοῦ, Εἰς τὴν τοιχογραφίαν αὖ- τὴν ὑπάοχει μιὰ ἀνατολικῆ φνσιο- γνωμία. Ρὸ ποᾶγμα εἶναι μον τδι- χὼν εἰς τὴν Ουζαντινὴν ἁγιοφα- πφίαν, διότι. παρυισιάτεται «τὰ τρόπον ρεαλιστικὸν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποοσόλέπει μὲ πυλλὴν σκι Φιν τὸν Χοιστὺν, τὴν ὥραν ποὺ ᾿Εκεῖ- γος κάμνει τὸ ὑαῖμα Του, Αυνατὸν ὃὁ ἁγιογοάφος νὰ περιε- πλανᾶτο εἲς τὴν ἀγοφὰν καὶ τὰ παζάρια τῆς ραπεζοῦντος καὶ νὰ ἀπετυπώδη εἰἷς τὴν σκέψὶν του ἡ εἰκὼν κανενὸς ᾿Ανατολίτου ἐμπό- ρου ἀπὸ τὴν ἸΜποκκάρα ἢ τὴν Σαμαρκάνδην, τὸν ὁποῖον ἀπεικό- γισε διὰ νὰ μᾶς ὑπενδυμίξῃ τὰς ἐνδόξους ἐκείνας ἡμέρας, ποὺ ἡ Ἑραπεξοῦς ἠἦτο ὁ τελευταῖος δυτι- κὺς σταῦμὺς τῆς μεγάλης ἐμπορι- κῆς ὁδοῦ, ποὺ διῆκε µέσω τῆς χεν- τρικῆς ᾿ Ασίας εἰς τὴν Κίναν. Αἱ. ἐφγασίαι µας, ἐπέρανεν ὁ Άγγλος ἀρχαιολόγος, θὰ συνεχι- σὺοῦν κατὰ τὸ 1961 καὶ 1965, πι- στεύοµε δὲ ὅτι δὰ Ἱκάαπωμε καὶ ἄλλας ἐνδιαφερούσας ἁἀποκαλύ- φείς», Οἱ ἐκ Πόντου καταγόµενοι λ- Ίηγες ἡμποροῦν νὰ εἶναι ὑπερήφα- γνοι. Ὁ χρόνος, ὃ πανδαµάτωρ, ἐ- σεθάσθη τὰ ὑπέροχα μνημεῖα, τὰ ὑποῖα ἄφησαν πίσω τωγ. ή Α΄ ΣΙΛΣΙΣ ΤΙΝ ΧΑΙΡΕ ΙΙΣΙΜΙΙΝ τε ην παρελὺ. Π1αρασκενὴν ὁὃ Μακαφιώτατος ΄Αθχιεπιοχοπος 1νυ- προἩ Ἀ,χ. πακαφωυς εχορυσιατη- σεν ἐν τῷ ακαῦεὂρικῷ «νά γι- οὗ. Ιωάννου Αευκώσιας και ἀνε- γνωσε την Α΄ Ἀτασιν των Χαιρε- (ισμών της Θεοτοχου. --- εδσαυτως ὃ εῦ. Ἀίητροπο- λίτης Ἰιάφου κ. Ιενναοιος ἐχο- ῥοστατησεν ἐν τῷ αὐεθρικῷ ικα- ᾧ Ἁγίου Οεοδώρου «τηµατος και ἄνέγνωσε τὴν Α΄ Στάσιν τῶν Χαι- θετισµων. τον. δεῖον λόγον ἑκή- ρυξεν ὁ ἱεροκήουξ τῆς “1. Μητρο- πόλεως Πάφου . 1 εωθγιος δολω- μός. -- 'Ἠπίσης ὃ Σε6. ἈΠητροπολί- της Κιτίου κ. Ανδιμος τὴν πα- ρελθ. ΙΙ αρασκευὴν ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ Ἱ. Μητροπολιτικῷ ναῷ Λάρνακος καὶ ἀνέγνωσε τὴν Α΄ Ἀτάσιν τῶν Χαιρετισμῶν, ΣΥΣΚΕΨΙΣ ΘΕΏΛΟΓΙΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΚΥΡΗΝΕΙΛΣ 'Ὑπὺ τὴν αροεδρίαν τοῦ 3ε6. Μητροπολίτου Κυρηνείας κ. ζι- πριανοῦ συνεκροτήθη τὴν υρια κήν, 19ην Φεόθρουαρίου, ἐν τῇ Ἱ. Μητροπόλει Ἰυρηνείας σύσχεψις ἱεροκηρύκων καὶ δεολόγων-- καῦθη- γητῶν τῆς Μητροπολιτικῆς Περι φερείας. Κατ’ αὐτὴν ἀντηλλάγη- σαν ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ κηρύγματος τοῦ δείου λόγου καὶ τῆς λειτουρ γίας τῶν Ἱατηχητικῶν Σχολείων, εἰσηγουμένου δὲ τοῦ Σεό. Λ{ητρο- πολίτου ἀπεφασίσθη, ὅπως ὀρνα γωθδῆ πατὰ τὸ παρὸν ἔτος ΕΒΑΟ ΜΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, καθ’ ἢν δὰ ἀναπτοχθῶσι, πρὸς πληρεστέ ραν διαφώτισιν τοῦ ποµινίου, αἳ ἐπὶ τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ ἆ- πόψεις τοῦ Χριστιανισμοῦ, ΚΑΠΝΟΣ ! (Ἀυγέχεια ἐκ τῆς ἣ Κερκόπορτα. Μιὰ µόνον πόρτα ἔφθασε νὰ φέρῃ τὸ µε- γάλο κακό. Καὶ ἐχάσαμε τὴν πόλιν τῶν ὀνείρων µας. Και... κλαῖμε ἀκόμη, Ἔτσι κλαῖμε πολλὲς φορὲς καὶ μεῖς διότι, ἀπὸ ἀπροσεξί- αν, χάνοµε µέσα µας ἀτίμητα δῶρα. ᾿Αλήθεια, ἀτίμητα! Τὸ θέµα δὲν ἔκλεισεν ἀκό-: μα. Θὰ χρειασθῃ νὰ συνε- Χίσωµεν καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον φόλλον. Σήμερα ἂς τελειώ σωμεν. ᾿Αναφέρεται, ὅτι κατὰ την ἐνθρόνισιν τοῦ Πάπα λαμθδάνει χώραν µία πολὺ διδακτικἠ σκηνή. Εἰς µίαν στιγμὴν τῶν ἐπισήμων τελετῶν προσάνετ- ἐνώπιον τοῦ Πάπα ἕνα εἴδικὰν σκεῦος, µέσα εἰς τὸ ὁποῖον υ πάρχει στουπὶ καιόµενον καὶ καπνίζον. Τότε, ἕνας ἀπὸ τοὺς παρ.σταµένους ἐκκλησιαστι- κοὺς θαθμούχους, στρέφετα: πρὸς τὸν νέον ἡγέτην τῆς Κα. θολικῆς ᾿Εκκλησίας καί, δεί- Χνοντας τὸν καπνόν. ποὺ ἕ- ξέρχεται καὶ σκορπίζεται, τοῦ λέγει: “Ῥεβί]βείπιε ἈῬαΐετ, σἰο ΙΤΑΏδΗ. αἱοτία πια]... (Α γιώτατε Πάτερ. ἔτσι παρερ Χεται ἡ δόξα τοῦ κόσμου). Παιδί µου, ᾽Αλήθεια! Ἔτσι, ὍὍπως ὁ καπνὸς, περνοῦν ὅλα τοῦ κό σµου τὰ πράνµατα΄ δόξα. χα- οές, διασκεδάσεις, ἀπολαύ σεις. Στὸ τέλος μένει µόνον ὁ τάφος. Καί... ὁ Θεός, ᾿Αλήθεια! Ὁ τάφος. Καὶ ὁ Θεός]... γ΄ σελίδος) ᾿Αρχιμ. Γ.Π. Μκορτίου, 1961. ΘΡΗΣΚΕΧΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ υ- ΕΛΛΙ ΝΙ ΕΚΚΛΗΣΙ | ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΙΕΡΠΣΕΙ ΤΗΝ ΣΛΡΛΚΟΣΤΗΝ ἐΠποῖοι οἱ γενικώτεροι σπόπδι τρ : δέχεται νὰ τελέσῃ γάμους τη δὲν ΝμΑ ΤΟΡΜΝΙΗ, Φεθρουάριοσ-ττ ΤΗ «ἰναδαρὰ Δευτέρας τῶν ῶᾳ δυδόξων ταὶ ἡ εκαναυά Ῥετάν- την τών Ἰαδολιῶν εγκαινιάνξ! τὴν ἔναφξιν τῆς Σαρακοστή», τον ἀποτελεῖ μίαν ὕρησκευτικην ἐπ χὴν τοῦ Ἀθιστιανικοῦ ἔτους. ἱ Σαρακοστη ἔχει καθιερωθῆ ἀπὸ ὤ- λας τὰς λειτονο ικὰς Ἐκκ/-ησίας περιλαιθανομένης τῆς ᾿Ανατολι- χῆς Ὀρθοδόξου, τῆς Ρωµαιρχα- θολινῆς, Δουζησανῆς καὶ τῆς ΑΥ: γλικανῆς Ἐπισχοπικῆ»., Αἱ Εκ: κλησίαι αὐταὶ ἀπολουδθοῦν ἕνα αθ χαΐον ἡμερυλόγιον, ποὺ διαιοεῖ τὸ ἔτος εἲς ἕξ µεγάλας ἐποχάς: η: στείαν ποὺ τῶν Χριστουγέννων, Ἐπιφάνεια, Σαραχοστήν, Πάσχα καὶ ἹΤεντηκοστήν. ο Ἱ ἡμερομηνία ἐνάρξεως τῆς Σαραγχοστῆς ποικίλλει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος διότι σχετίζεται ἀμέσως μὲ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. δυνη- θως, ἡ Σαρακοστὴ εἶναι µία πε- ρίοδος 40 ἐργασίμων ἡμερῶν καὶ ἔξη Κυριακῶν. 'Ἡ περίοδος αὐτὴ καθιερώθη ἀπὸ τὸν ἨΠάπαν Φήλι κα τὸν Β΄, τὸ 481 µ. Χ. Ἡ Α- γατολικὴ Ορθόδοξος ᾿Εκλλησία ὑπολογίδει τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ Πάσχα μὲ διαφορετικὸν τροπον ἓν συγχρίσει μὲ τὰς ἄλλας Ὄκ- κλησίας. Οἱ Καθολικοὶ γηστεύουν ὕλας τὰς ἡμέρας τῆς ἑθδομάδος κατὰ τὴν διάρχειαν τῆς Σαθάχο στῆς καὶ περιορίζουν ἀπὺ τρία εἰς δύο τὰ γεύματα ακρέατος ἑθδομα- διαίως!!! Ἡ ᾽Αγγλικανικὴ Ἔπι σκοπικὴ καὶ ἡ «Δουδηρανὴ Ἐκ- κλησία Ὀέτουν ζήτημα συνειδήσε- ως 1). δηλαδη ἀφήνουν τοὺς πι- στοὺς των νὰ καδορίσουν μόνοι των τὸν χρόνον καὶ τὸν τρὀπον τῆς νηστείας. ΠΟΙΟΙ οἱ ΣΝΚΟΤΠΟΙ ΠΙΣ Π]Τοῖος ὁ σκοπὺς τῆς Σαράγο στῆς: Όλα σγεδὸν τὰ ἔχκχλητια στικὰ συγγοάµµατα καθορίζουν τοὺς σχοπούς αὐτοὺς εἰς δύο Πρῶτον, ἡ Σαρακοστὴ ἀποτελεῖ μίαν κατ’ ἔτος ὑπόμνησιν υτοὺς τοὺς Χριστιανούς, ὅτι ὁ ᾿Τησοῦς Χριστὺς δὲν ἐπιδιμε ὅπως οἳ ἀκολουθοῦντες τὸ δόνισ του ζοῦν. μὲ ἄνεσιν τα εὐμάρειαν εἷς. τὴν παροῦσαν ζωὴν χαὶ δεύτερον, ἡ Σαηακοστὴ ἄπο τελεῖ ἐποχὴν µετανοίας ποὺ ἄπο- θλέπει εἰς τὸ νά ἐξασφαλίση ὃ Αγγλος ἱερεὺς Σαρακοστὴν) Οεὺν ἄφεσιν ἆ- νηστείας καὶ τῆς τὸν τῆς πιστὺς ἀπὸ . ς μαρτιῶν διὰ πῳοσευχῆς. ΑΓΓΑΟΣ ΙΕΡΕΊΥΣ ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΤΕΛΕΣΗ ΓΑΜΟΥΣ ΤΗΝ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΝ ΑΟΝΑΙΝΟΝ, Φεθρουάριος. --- Σοδαραὶ ἄγγλικαὶ ἐφημερίδες ᾱ- φιερώνουν ἀρχετὸν χῶρον εἰς ἕνα ζήτημα, τὺ ὁποῖον ἔθεσε τελευταί- ως, ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς μικρᾶς ἐᾳημερίδος τῆς ἐγορίας του, ὁ ἐ- φημέριος του Λάὔ, μιᾶς. μικρᾶς χωµοπυλεως τοῦ. 1 ουρστερσαῖῳ αιο. Ἠ. 1. Κάρφολλ, απροτρέψας τοὺς συναδέλφυυς τοῦ νὰ μὴν δέ- χωνται γά εὔλογουν γάμους κατά τὴν διάρκειαν τῆς αεσσαρακο- στῆς. Ιὸ ζήτημα δὲν ἦτο δυνατόν πα- ρὰ νά προσελκύσῃ τὴν προσοχην τῶν ἀνωτέρων ἐκκλησιαστικῷῶν ἀρχῶν, αἳ ὁποῖαι καὶ ἀπεφάνῦη- σαν δι’ ἐκπροσώπου των, ὅτι οὖδεὶς γόµος ὑπάρχει κωλύων τοὺς ἱερεῖς γὰ τελοῦν γάμους ὄχι µόνον κατὰ τὴν Τεσσαρακοστὴν, ἀλλὰ καὶ κατ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Μεγάλην ἹἩδδομάδα, ἐὰν κάποιος τοὺς ἤδε- λε ξητήσει κάτι παρόμοιον!! Καὶ ἐὰν εἷς ἱερεὺς ἀρνηθδῇ, τὸ ζεῦγος Ίμπορεϊ γὰ καταφύγῃ πάραυτα εἲς τὸν ἐπίσκοπον. Οπωσδήποτε ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν γνώµην ὅτι προτιµότερον θεθαίως εἶναι Υ ἆ- ποφεύγεται ἤ τέλεσις γάμων χατὰ τὴν Μεγάλη Εθδομάδα. Διαφορε- τικά, πλὴν περιπτώσεων ἐξαιρετι- χῶν, τοῦτο σηµαίνει ὅτι οἱ συνά- πτοντες γάμον ἀδιαφοροῦν διὰ τὸν Ἀριστιανισμόν, πότε ἤμπο- ροῦν κάλλιστα νὰ παντρευθοῦν εἰς τὸ ληξιαρχεῖον. (ὶς τὴν ᾽Αγγλί- αν ὁ πολιτικὸς γάμος εἶναι ἀπα- ραίτητος, ὁ δὲ Ὀρησκευτικὰς προ- αιρετικός). ΣἈημειωτέον ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ΙΚαθολικὴ Ἰλχκλησία, καί- τοι φροντίξει νὰ τοὺς ἀποθαρρύνη, δὲν εὐνοοςὶ τοὺς γάµονς τοὺς τε- λουµένους ματὰ τὴν ᾿Εθδομάδα τῶν Παὐῶν. ΣΗΜ. ΣΥΝΤΑΞ Ἅ᾿Επικροτοῦμεν πλήρως τὴν χειρονοµίαν τοῦ Άγγλου ἱερέως καὶ ἀποροῦμεν διὰ τὴν στάσιν τοῦ «ἐκπροσώπου» ᾿Επισκόπου κατὰ τὴν Μεγ. Τεσσαρακοστὴν γάμοι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ τῆς ᾿Εκκλησίας µας νὰ τελῶνται., ρσων | ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑΙ ΟΜΙΛΙΑΙ ΔΠΘ ΡΑΛΙΟΦΝΟΥ 1[ρονοίᾳ τῆς Α.Μ. τοῦ Αθχιε- πισχόπου Κύπρου κ... Μακαρίοι ἀπὸ τοῦ παρελΏ. Σαθθάτου, 3δης Φεθροναρίου 1961, καθιερῴδη ὁ πὺ τοῦ Ραδιοφωνικοῦ 'Ἱδρύματος Κύπρου εἶδικὴ ἑθδομαδιαία θρησ- χευτικὴ ἐκπομπή, καθ ἥν δά µε- ταδίδωνται ὁμιλίαι ἐπὶ Όρησκευτι- κῶν θεμάτων. Ἔναρξιν τῆς σειρᾶς τῶν ὅιι' λιῶν τούτων ἔκαμεν ὃ ἐν Κύπρῳ παρεπιδημῶν Καδηγητὴς τῆς ὢ: θλογικῆς Σχολῆς τοῦ 1Τανεπιστη που. Αθηνών Χ. Παναγιώτης Τρεμπέλας. ᾿Απὺ τοῦ παροσεχ. Ῥαθθάτου δὰ συνεχίσῃ ὁ Λιευθιν- τὴς τῆς “Ἱερατικῆς Σχολῆς «Α- πόστολος Βαρνάθας» 1ανοσ. Λο Ψυμανδρίτης κ. Κωνσταντῖνος ει κωσιάτης. Αἱ ὁμιλίαι αὗται θὰ µε ταδίδωνταιν ἕκαστον Σάόδατοι καὶ ὅραν 0.00 π.μ. ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΙΕΡΕΙΣ Τὴν παρελθ. Ἀυριακήν, 99 Φε- ὀρουαρίου, ὁ 32ε6. ΑΙητροπολίτης Πάφου κ. Γεννάδιος ἐτέλεσε τὴι ὃ. λειτουργίαν καὶ ἐκήοιξε τὸν Θεῖον Λύόγον ἐν τῷ ἵ. ναῷ ΤΤισ- σουρίου. Κατὰ τὴν 9. λειτουργίαι ἐχειροτόνησε εἰς πρεσθύτερον διὰ την κοινότητα Κάτω Ἰάφου, τὸν διάκονον Ζωσιμᾶν Ν΄’ Νικολάου τελειόφοιτον τῆς 'Γερατικῆς 3χο- λῆς. 0 ΘΥΛΤΕΙΡΗΝ ΓΕΡΜΛΝΔΣ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΘΠΝΑΙ, 96 Φεθρουαρίου, --- Τὸ Σάθόατον, 18ην Φεθρουαρίου, ἀφίκετο εἰς τὴν Ἠλληνικὴν πρω- τεύουσαν ὃ 3εθ. Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων κ. Γερμανός. 'Οϱ 5ε6. Χ, Γευμανὸς παρέµεινεν εἰς ᾿Αθή- νας ἐπί τινας ἡμέρας καὶ συνην- τήδη μετὰ ᾿ἘΕκκλησιαστικῶν τπα- θαγόντων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλη- σίας. ΠΑΡΑΣΗΜΟΦΟΡΙΛΙ ΕΛΛΗΝΗΝ ΙΕΡΑΡΧΗΝ ΧΑΛΑΚΙΣ, Φεθρουάριος. ---Ἡ Δ.Μ. ὃ Βασιλεὺς ἀπέγειμεν εἰς τὸν Σεύασμιώτατον ΑΙητροπολίτην Ναλχίδος, Ἐηροχωρίου γαὶ Πο- θείων Ὑποράδων κ. Γρηγόριον τὸν ᾿Ανώτερον Ταξιάρχην τοῦ Ίασι- λικοῦ Ῥάγματος Γεωργίου τοῦ Α΄ εἲς δὲ τὸν Ῥεθασμιώτατον Ἀ{ητρο- πολίτην Καρυστίας καὶ Σχέροι κ, Ἀρυσόστομον τὸν Ταξιάρχην τοῦ ἰδίου. Πασιλικοῦ. Τάγματος, ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΛ ' ᾿Αθχιμ. Ἀλεξάνδουςι ΕΠ. Καντών η «ΑΤΡΙΟ ΠΑΝΤΡΕΥΕΣΘΡΕ. (1Τροετοι- µασία διὰ τὸν Τάμον), ᾿Αθῆναι 19601, σε). 4Τ. ΗΝΙΚΗ ΗΝΙΚΗΣΑΣΑ. 10} ΚΟΣΜΩΝ (ονέχεια ἐν τῆς γ΄ σελίδος) βρεσετε ἀπὸ τὸν ιερὸν ἐκχεῖ- νον τόπον ᾿Απαντῷ ὄχι᾽ φρουριὸν τὸ ὁπφιον ἐέμπερι- ἔχει τοιαύτας δυνάµεις εἶναι απόρθητον», Μὲ τὴν πίστιν λοιπὸν ἐνίκησε καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ἡ Ἐκ- κλησία µας. Μὲ τὴν πίστιν τῶν Πατέρων καὶ ᾿Επισκόπων ης, µέ την πίστιν τῶν ἁπλοϊκῶν Χριστια- γων. Ῥηςο καὶ τὴν νίκην Της αὖ- τὴν ἑορτάξζομεν σήμερον. Καλλι- ἱερα ὅμως ἐκδήλωσις τῆς χαρᾶς πας καὶ πραγματικὴ συµδ6ολή µας εις τὴν ἔορτην τῆς νίκης τῆς Ἠκ- Ἀλησίας µας εἶναι νὰ ἐνδυναμώ- σωμµεν τιν ἴσως κλονιζοµέγνην πί- στιν µας καὶ νὰ ἀκονίσωμεν τὴν µαχητικην µας διαῦεσιν. Άάι σήμερον ὑπάρχουν εἶδωλο- λάτρες ἔἐχθροί. Ἰκΐναι οἱ χρυσολά- τραι, οἳ χρηµατολάτραι, καὶ οἱ συμφεροντολογυι Ὀλισταί. Τὸ χρῆ- πα είναι ἡ ὀύναμίς των καὶ τὸ συμ- φερον͵ τυ ἄγομυν ὁ σχοπος της σης των. Ὠίναι αχόμη οἱ υλολά: εθαν ἄντον που ὑφώνουγ εις τὴν ὕεσιν τοῦ Θεοῦ τὴν ὕχην καὶ κη- θὕττουν τὴν ἄργησιν και τὴν ἆμ- Φιθολίαν καὶ σκυτώνουν την πί- στιν μέσα εἰς τὰς ψυχὰς των Χρι- στιανῶγν. -αλαὶ σήμερον ὑπάρχουν αἱρετικοὶ εἰκονομάχοι. Έναν ον Ἀιλιασταί, οἱ Οποιοι συκοφαντοῦν τὴν ᾿Ορ8ό- δοξον Εκκλησίαν µας, λέγοντες Ότι μὲ τὴν προσκύνησιν των εἰ- νων καλλιεργεί τάσεις εἴδωλολα- τρικὰς και πολεμούν µε ἀύσσαν τὰς ἱεράς µας εἰκόνας καὶ κο- ροϊδείουν τὸν σεθασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην µας πρὺς τὰς ἱερὰς εἰκό- νας. , Αλλά, ὕπως δὲν κατώρθωσαν οἱ ἐχῦροὶ τῆς ᾿Εκκλησίας µέχρι σή- µερον, να Την πλονίσουν καὶ νὰ Τὴν συντρίφουν, διότι αὕτη ἐστε- ρεώδη ὑπὸ τοῦ ἱδρυτοῦ Γης ἐπὶ πέτρας ἀσαλεύτου καὶ ἀρραγοῦς, τοιουτοτρόπως καὶ σήμερον οὐδὲν δὰ ἐπιτύχουν. Καὶ ὅπως οἳ Ἅγιοι μάρτυρες καὶ οἵἳ Θεοφόροι Τ[ατέ- ρες τῶν περασμένων ἐποχῶν μὲ πίστιν ἀκράδαντον γαὶ μὲ σθένος ψυχῆς μαχητικὸν ἠγωνίσψησαν καὶ ἐγίκησαν, τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς ὀφείλοµεν νὰ ἀγωνισδῶμεν. Μή- πως καὶ οἳ “Άγιοι δὲν ἦσαν ἄν ὕρωποι ὅπως καὶ ἡμεῖς, Μὲ σά:- κα καὶ ὁστᾶ, μὲ ἀδυναμίας καὶ μὲ πάἵμῃ ἀνθρώπινας δνίκησαν ὅμως διότι εἶχον τὴν πίστιν ζωντανὴν καὶ δαυματουργόν. Αδελφοί µου, Τὴν πίστιν αὖ- τὴν τὴν ἔχομεν χαὶ ἡμεῖς, ὰς τὴν ἀφήσωμεν νὰ ζωντανέφψῃ μέ- σα µας καὶ δὰ μᾶς κάµῃ ἰσχνροὺς καὶ Βαρραλέους ἀγωνιστὰς καὶ θὰ μᾶς δώσῃ τὴν δύναμιν νὰ παλαί- σωμεν ἐναντίον Όλων ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν τῆς ᾿Ἠκκλησίας µας καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν σημερινῶν τῶν. εἰκονομάχων, Χιλιαστῶν. Ἀὐτὸ μᾶς κληρονομεῖ χαὶ μᾶς ἐπιθάλλει ἡ σηµερινὴ ἑορτὴ τῆς Ορθοδοξίας, Αὐτὴ δὰ εἶναι ἡ χαλλιτέρα. ἐχκδήλωσις τῆς χαρᾶς µας καὶ ἡ πραγματικὴ συµθολή µας’ εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς νίκης τῆς Ἐγκλησίας, τῆς νίκης τῆς πίστε- ως, Αρχ. Μ. ΚΟΥΡΣΟΥΝΜΠΑΣ, Κα μακλί, τῇ 26)39)1961, ΕΤΟΣ ΛΡ. ΦΥΛΛΟΥ 40 ἘἜτησία συνδρομῆ 5ΟΟ Τιμὴ Φύλλου 15 μὶλς ΓΡΑΦΕΙΑ: ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ ΑΕΥΚΩΣΙΑ -- ΚΥΠΡΟΥ μὶλς ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ -- ΕΝΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΚΔΙΔΕΣΑΙ ΤΗΝ ην ΜΑΙ Ίρην ΤΗΤΗΜΛΑΤΑ--- ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΛΙ ΕΛΗΣΕΙΣ ΕΚΑΣΤΟΥ ΜΗΝΕΣ ΥΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ο ΤΕΤΑΡΤΗ Ἴ ΜΑΡΤΙΟΥ Ι961 Εὐδοκίας ὁὀσμρμ., Μαρκέλλου, ᾽Αντωνίνης µάρι. | Εἰς τὸ ἁδιάκοπεν πύλισμα τῶν χρόνων, ὑπῆρξαν περίἰσδοι, κατὰ τὰς ὁποίας εἶδεν ὁ χόσμὸς πνευµστι: κχὴν ἄνθησιν καὶ Χσινωνιχὴν ὄνοδον. τἨλθ9εν ὅμως καὶ ἄλλαι ἐποχκαἰί, αἱ ὁποῖκι ἑνεφά- νισαν συμπτώματα φυχικοῦ μαρασμςῦ χαὶ ἠδικῆς κα- ταπτωσεως. Καὶ τὴν πρώτην καὶ τὸν δευτέραν υατάστκσιν τὴν ἐδημιεύργησε γαὶ ἐξαχελευδεῖ πάντοτε νὰ τὴν δημιουργῇ ἡ αὐτὴ αἰτία: Ἡπν ευματικὴ ὃὐ- γεία τοῦ λκαοῦ ἡ στάξμµῃ τῶν ἆχα- ραντήρων τῶν ἁτόμων. Ὅταν αὐτὴ ἡ ατάξµη ἠτὸδ ἀνυψωμένη, ἀνυφοῦ- τὸ ἀμέσως καὶ ἤ ὅλη ζωὴ τοῦ λαοῦ. Όταν ὐπεθιθα» ζετο, αἱ συνέπειαι ἧσαν ἅμεσοι καὶ εἷς τὴν δινω νίαν. Εμαραίνετο τότε τὸ πᾶν... Ἡ ἐποχὴ ἡ σημερινἡ εἶνχι μιὰ τέτδια περὶ: δος' περίοδος κρίσεως τῶν κχαρᾶκτήρων. Χωρὶς νὰ θέλη, θεθαχίως, πανεὶς νὰ µεταδώσῃη πνεῦμα ἄπαισιο- δοξίας, θὰ πρέπη νὰ ὁμολοργηδῆη, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν µας ἤρχισοαν νὰ ἑλαττώνωνται ἀνησυχητιχκῶς οἱ ἄν- δρωποι μὲ τὸν τίµιον͵ μὲ τὸν σταξερόν, μὲ τὸν ἀνώ- τερον χαραχτῆρα. Ποιὸς δὰ ἀρνηξῃ ὅτι αὐτοὶ ἦσαν καὶ εἶναι τὰ µε- γάλα ἀγχωνάρια, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζονται αἳ ποινωνίαι Οτι αὐτοὶ εἶναι τὸ “ἅλας», πὀὺ συντη- ρεῖ τὸ σύνελον καὶ ἀπομαχρύνει τὸν πίνδυνον τῆς πνευματικῆς σήφεως, Διότι ὁ ἄνθρωπος μὲ χοαραητῆρα δὲν γνωρίδει συμξιθασμοὺς χπαὶ ἕλιγμεύς. Δὲν κοιτάζει τὶ συµφέ- ρει, ἀλλὰ ἐρευνᾶ τὶ εἶναι ἕχάστοτε ὀρξὺν γαὶ διχαι- ὃν. Καὶ τὸ προτιμᾶ, ἔστω καὶ ἂν ϐλάπτεται ὑλικῶς. Καὶ αὐτὴ ἡ στάσις εἶναι µία καθαρὰ καὶ τιµία φωνὴ διαμαρτυρίας πρὸς πάντα, ποὺ ἀθετεῖ τὸ παθῃκόν του καὶ συμθιθάζεται μὲ τὰ ἀσυμόίέαστα, Αὐτός, λοιπόν, ὁ τύπος τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸ πα- ρελθὸν ἐξεωρεῖτὸ σέµνωμα καὶ δόξα. Ἡ κοινωνία ὃ- πεχλίνετο εἰς τὸ πέρασµκχ τοῦ ἀνξερώπου μέ ἀπκέρχιον χαρακτῆρα, ἐφέρετο δὲ µετά περιφρονήσεως πρὸς τοὺς παιροσχόπους, τοὺς συµφεροντολόγους, τοὺς κό- λαχας καὶ ὑποχριτάς. Αὐτὸ ἐγίνετο εἰς τὸ παρελδὀν. Καὶ χάρις εἲς αὐτὴν τὴν ἀντίληφιν, πατωρθώδη νὀ µείνῃ ἡ κοινωνία εἰς κάποιον ἐπίπεδον ὀἀρετῆς καὶ τιµιότητος. Σήἡµερον ὅμως Σήμερον, ἀτυχῶς, ὁ χαραχκτήρ ἤρχισε νὰ περι- Φρονῆται. Ἡ τιµιότης ἄπὸ πολλοὺς ἐμπαίζεται. 'Ἡ σταθερότης δὲν ἐκτιμᾶται. Ἡ εἰλικρίνεια θεωρεῖται, πολὺ συχνά, «ἄνοησία», Ἔτσι εἰς τὸ χρηματιστήριον τῆς ζωῆς θλέπομεν. μὲ πολλὴν ἀγωνίαν, νὰ ἐπιπλέουν καὶ νὰ πυριαρ- χοῦν ὄχι οἱ τίµιοι, ἀλλ οἱ «καπάτσοι». Σὲ δεωροῦν ὡς ἡλίδιον ἂν ἔχῃς ἀρχάς αἱ ὁποῖαι σοῦ ἀπαγορεύ- ουν νά ποδοπατῆς τὴν ἀρετήν, τὴν παλωσύνην, τὴν ΤΟ ΕΡΩΟΤΗ ΜΑ’ σεμνότητα, τὴν ἀξιοπρέπειχν. ᾿Αρχκεῖ νὰ ἔχης χρυ- σεῦν περιδέραιον καὶ δὰ συναντήσηῃης παντοῦ τὴν ὦ- πόκλισιν καὶ τὰ χαμόγελα. ᾿Αρχεῖ νὰ διαδέτης χρῆ- μα καὶ εἶσαι περιζήτητος. Εἰς τὴν πλάστιγνο τῶν προτιμήσεων ἥρχισε πλέεν σαφῶς νὰ ἐαρύνῃη ὄχι ἕ ἐσωτεριχκὸς πόσµος, ἀλλ᾽ ἡ ἐξωτεριχὴ ἐμφάνισις. Ετσι, πρέχειται νὰ δημισυργηθῃ μιὰ νέα ο. κογένεια. Φὰ πχρελάσουν ἅλκ τὰ προσέντκ τοῦ νέςι ἣ τῆς νέας ἑἐμπρὲς ἀπὸ τοὺς ἑνδιαφερομένους. περιουσία, ἡ ξέσις, τὸ ὄνομα, ἡ ὡραιότης, ἡ µόρφωο: σις, καὶ ἄλλα ἀἁπόμη... Ἡ παράταξις τῶν πρὀτερηµμά- των ξὰ εὑρίσχεται ἤδη περὶ τὸ τέλος: καὶ τότε, περι. φρονηµένος καὶ µέλις σημειεύμενες, δὰ παρδυσια’ σξῆ ὁ ταλαίπωρος χαρακτήρ, μὲ τὸ πεφἆλι... «Ἔατε ῥασμένο», ὡσὰν νὰ εἶναι ἔνοχος... ᾿Εμπρὸς εἰς τὴν λάµψιν τῶν ἐξωτερικῶν προσόντων, σθήνει ἡ ἄχτινο θολία τοῦ ἐσωτερικοῦ μεγαλείου... Δὲν δξαρύνεσθε! Αὐτὰ ξὰ κοιτάξωμεν τώρα: Τὸ ἄλλα ἔχουν πέρασι σήµερα... Φὰ ἕλξῃη, θέέαιοα, ἡ ὥρα ἀργότερα, ποὺ δὰ ἀντιληφξοῦν οἱ σύζυγοι πόσον μεγάλην ἀνοησίαν ἔχαμαν νὰ χτίσουν τὴν οἴκογέ νειάν των χωρὶς θεμέλια... Φὰ τὸ παταλάέσουν... Αλ λὰ τότε δὰ ἔχουν, ἴσως, ἐξαντληξῆ τὰ χρήµοτα: ξὲ ἔχεουν περάσει αἱ πρῶται συγπινήσεις χαὶ ἔντυτς σεις' δὰ ἔχουν πρὸ πολλοῦ µαρανθῃ τὰ ἄνξη στις ἀνθοδέσμες... Καὶ ξὰ ἐμφανισξῇ τὸ σπίτι γυμνὸ ἀπὸ χυμεὺς καὶ πνρήν καὶ εὐτυχίαν. Καὶ µόνη πραγμα. τικότης 1ραγική, ὁ διεστραμµένος Χαραμτηρ τοῦ συζύγου ἢ ὁ ἔπιπόλαιος καὶ ἀσύνετος τῆς συζύψευ... Καὶ δὰ ἀρχίσουν τὰ παράπονα, πεὺ δὲν δὰ ὅρα- δύνουν νὰ μεταξληξοῦν εἰς ἀέρια δηλητηριώδη, ᾽Αλλὰ τότε... πρῖμα: Εὰ ἀνοίγεται µπρεστά των ἢ ἡ πόρτα τοῦ μαρτυρικοῦ πελλιοῦ μὲ τὰ κπαθημξρινὰ δράματα ἣ τὸ δικαστήριον μὲ τὸ διαζύγιον. Νὰ εἶναι ἄρά γε αὐτὸ µία ἐκδίχησις, διότι περιε- φρονήθη ἕνα τόσο µεγάλο θέµα, ὅπως ὁ χαραχτήρ: ίσως! Νὰἀ εἶναι µία ἐπικύρωσις τῆς ἀληδείας, ὅτι δὲν ζοῦν τὰ ἄτομα χαὶ αἵ χοινωνίχι χωρὶς ὀρετήν ᾿Ασφαλῶς].... .. Πρόκειται, κατέπιν͵, νὰ καταλης»θῃ μία δέσις εἰς τὴν τόδε ὑπηρεσίαν:, Δὰ ἐξετασθοῦν ὅλοι, εις τὴν ἔχθεσιν, εἷς τὰ µαθηµατικὰ, εἰς τὶ, ἱστερίαν χι τὴν γεωγραφίαν... Εὶς τὸ ἦθος δὲν ξὰ δώσε πανεὶς ἐ- ξετάσεις. Δὲν χρειάζεται. 'Ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν ᾱ- νάγκην ἀπὸ µηχανὰς, ποὺ νὰ προσθέτουν, νὰ πολ- λαπλασιάξευν καὶ νὰ διαιροῦν... Ἡ τιµιότης, ἡ φιλερφία, ἡ εὐσυνειδησίο, ἡ ἁῑιο- πρέπει, ἡ εὐξύτης δὲν πρειάζονται, φαίνεται... ἱταὶ παραδίδοµεν, ἐνίοτε, οπευδαιότατα πόστα σὲ χέρια ἀναξίων γαὶ διεστραµµένων ἀνθρώπων, διότι ἤξεν- ρᾳν, ἴσως, δύο μαξηματικοὺς τύπους, ἢ διότι εἶἴραν Μάδει μερικὲς ἡμερομηνίες γεγονότων τῆς ἱστορικς. ἁ διότι ἔχουν... ὡραῖον παράστηµα... Καὶ ἀργότερ: οἱ πύριοι αὐτοὶ ἀνατινάσσουν εἰς τὸν ἀέρα μὲ µοξῃ. ματικὴν ἀπρίδθειαν τὸν ἐβνιχὸν µηχανισµόν, ἰδίο ὅ- ταν εἶναι ἐνχπαιδευτικοὶ χωρὶς ἦθες καὶ χαρακτῆρ:.. Πρέπει νὰ ὁμελογήσωμεν ὅτι εἴμεξο σὲ µεριχο θέµατα ἀχαραχκτήριστοι καὶ ἁπατανόητοι, Παρουσιά- ὅεμεν µίν περίεργον νοοτρεπίαν, τῆς ὁποίας ὀλέπο. μεν συχνὰ τὰς συνεπείας, χωρὶς ὅμως παρὰ ταῦτο νὰ σωφρενιζώμεξα... καὶ ὅταν σὲ λίγα χρόνια οἱ μηχανικοὶ ἄνβρωτοι, τὰ ρομπὸτ καὶ οἱ ἠλεχρονικοὶ ἐγχέφαλοι, θὰ χάµουν τὶς ἐργασίες αὐτὲς χαλύτερα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπτους. τότε, ὅταν δὰ εἶναι ἄχρηστοι οἱ ὑπάλληλοι χωρὶς ἡ- δος, ποῦ θά ἀροῦμε τοὺς ἀνδρώπους μὲ χαρουτηρα: Φὰ τοὺς ἔχουν συνελίψει οἱ λεγόμενοι «ἔδυπνοι», ποὺ δὲν ἠνείχοντοὸ νὰ συναντεῦν εἰς τὸν δρόμον των τιµίους χαραχκτῆρας. Καὶ τότε ἡ ἁπάτη ξὰ γίνη κα- νὼν ζωῆς ἡ ὑποχρισία µέτρον συμπεριφορᾶς' ἡ ἀτιμία σῆµα πατατεξέν' καὶ ἡ ἀρετὴ ἱστορικὸν φαινόμενον,. ποὺ ἔξησε κάποτε εἰς τὴν γῆν καὶ ἀπετέθη ἀργώτε- ρον εἰς τό... μουσεῖον, ὡς ἄχρηστον]... Καὶ ἔτσι δὰ ὑποσταολῇ ἀπὸ τὸν ἰστὸν τῶν ἰδανι- κῶν ἡ σηµαία τοῦ ἠθικοῦ καὶ τοῦ ὡραίου, διὰ να ὑ- ψωδῇ ὡς σῆμα τῆς ζωῆς ἡ προδοσία’ τὰ 30 ἀργύριο, τοῦ Ἰσύδα!.., Τὶ δὲ νὰ εἴπῃ χανεὶς τώρα διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ διαχειρίζονται τὰ κδινά Κατήντησεν, ἐχτὸς ἑλαχίστων ἐξαιρέσεων, νὰ θεωρῆται ὁ δόλος ὡς τρο- τέρηµα, καὶ ἡ Χχρυσωµένη ἁπάτη ὡς τίτλος τιμῆς. Συνήδισεν ὁ κέσµος νὰ τρέφεται μὲ ἉΧχίµαιρες και φεύδη καὶ δὲν εὐχαριστεῖται ὅταν ἀχνούῃ τὴν ἁλή- ξειαν. Τοεῦ ἀρέσει νὸ ζῆ µέσα σὲ φευδαισθήσεις. 'Αρ- γότερα, θέδαια, τὸ κπαταλαθαίΐνει ὅτι χάνεται... Αλ- λά οἳ λαδὶ χάποτε, ταν ἀντιληφβεῦν τὰ λάθη των, δὲν ἔχουν πάντα τὸν χπαιρὸν νὰ τὰ ἐπανορδώσουν... Κοαὶ ἡ ἰδική µας Ἱστορία θεθαιώνει ὅτι χαὶ ὁ ἛἙλληννοιὲς λαός, γατα παπιροὺς ἐπίχρανε καὶ ἐτραυ- µότ.σεν ἄνδρας μὲ χαραπκτῆρα ἀχέραιον, μὲ αὐταπάρ- νησιν συγκινητνικήν, μὲ εἰλιχρίνξειαν πρυσταλλίνην. διότι «ὐιοδὶ δὲν ἤξελ:..ν νὰ σχορποῦν γύρω των πολύ- κ«βωμἒς .σα:ουνοφουόκξς», ἀλλὰ ἐζήτησαν νὰ ῥόηπγή- ὅδυν τὸ σκάφος τοῦ λαού εἰς τὴν ἁληξινὴν εὐδαιμο- νίαν, μὲ µόνον σύνθημα τὴν ὑπομονήν, τὴν ἀγάπην, την ἕνότητα, τήν... ευσύτητα. Αυτὸς εἶναι, φαίνεται, ὁ κλῆρος τῆς ἀρετῆς. νὰ διώκεται. Ἔτσι ἐδιώχθβη παὶ ἐξωρισνη ὁ ὀιχχιος ᾿Αριστείδης στὴν ἀρχαιότητα. είχαν ῥαρεδη οἱ ᾿Α.ιναὶδι να ἀχούδυν διαρκῶς ὅτι ἠτο δίνχιος... ἔταὶ ὁ Σωκρόώτης τὸ ἴδιο τίµηµα ἔδωσε διὰ νὰ ᾱ-, ξοφλήστ τὸ χρέος τῆς. ἀξηναιχκῆς. ἐπιπολαιότητος:.. ᾽ααπήρε τὸ πώνειον... Καὶ ἡ ἱστορία ἀπὸ τότε συνεχίζεται μὲ τὸν ἴδιεν ρυδμόν. όν διωγμὸν τῆς ἀπεραϊότητος καὶ τῆς εὖ- ὄντητες τού χαρακτήρος. Ὅμως πρέπει νὰ µάξωμεν ὅλοι, πρὶν εἶναι πολὺ ἀργό, ὅτι ἡ ἀρετῃ, ὁ χαραχτὴρ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ Χαταθιθασθοῦν ἀπὸ την ὑψηλοτέραν κορυφὴν τῆς ποινωνικῆς πυραμίδος!.., Ἀιότι τότε δὰ γενικευξδΏ εἰς ὅλας τὰς ἐχδηλώσεις τῆς ζωῆς ἡ σχηνη ἐκείνη, που παρουσιάζει ὁ διδακτικωτατος μῦθος: ΄ «Κάποτε, ἀναφέρεται, ὅτι εἲς τὴν χορυφὴν ἑνὸς λόσου ἀναρριχήξηχεν ἕνας σαλίγκαρος. Ἕνας ἀετός, που τὸν εἰδε, ἀπόρησε. .. ἩΜπᾶ: εἶπε µέσα του. Ὁ σαλίγχκαρος στὴν χορυ- φή: -- «Πῶς ὀρέξηκες σ’ αὐτὴν τὴν ὑφηλὴ τὴ δέσι όν ἐρώτησε. Ἐσὺ δὲν εἶσαι πλασµένος γιὰ τόσο ὀὑφηλά.», Καὶ τότε ἐχεῖνος τοῦ ἀπήντησε. -- «Πῶς θρέδθηχα ᾽Απλούστατα: Ἔρπον - τα ϱ)1, . Ἔρποντας! Αὐτὸ δὰ γίΐνῃ τότε. Άνθρωποι χωρις ἀξίαν, χωρὶς ἐσωτεριχὸν πλοῦτον, δὰ φθάνουν στὶς πορυφὲς τῶν Ὥκδινωνινῶν δέσεων, ἕρποντας.. Μὲ συμθιθασμοὺς ὅηλαδή: μὲ χκολακεῖες μὲ προδοσὶἰες' μὲ πολιτικὴν ἐλιγμῶν... . Καὶ οἱ καλοί ΜΗ ρωτᾶτε ὅμως διὰ τοὺς καλούς. Αὐτοὶ δὰ ζήσουν. Δὲν ξὰ χαθοῦν. ᾽Αλλ᾽ ὑπάρχει ἕνα ἄλλόν ἐἔρωτημα, ποὺ πρέπξι νὰ κόάμωμεν. Ὅταν δὰ φθάσουν ἐχεῖ τὰ πράγµατα, τότε ἡ χοι- νωνία Ἑὶ θὰ γίνῃ, ἀλήδεια, τότε ἡ κοινωνία ., Ποιός ἠμπερεῖ νὰ ἀπαντήση ᾿Αρχιμ. Ρ. Π. ΠΝΕΥΝΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ Β Β΄ ΣΤΛΣΙΣ ῦ ΛΝΟΡΩΠΙΝΌΣ ΠΡΩΟΡΙΣΜ/Σ Τοῦ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΕΩΝ. ΔΡΙΤΣΑ, Θεολόγου Καθηγητοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου Βιζοκαρπάσου. ”Αν θέλουµε νὰ κατέχουμε δικαίως τὸν τίτλο τοῦ Α- ΘΡΩΠΟΥ, πρέπει νὰ ἀντιμε- τωπίαουµε οὐσιαστικὰάἀ καὶ θαρραλέα τὸ πρόθληµα τοῦ προορισμοῦ µας, ᾽᾿Απὸ τὴν αὖ- γἠ τῆς ἀνθρώπινης ζωής τὴ σκέψι ἀπησχόλησε ἐπίμονα τὸ ἐρώτηµα τῆς ἀνθρώπινης σκο- πιµότητος.. Όσοι ἀρνοῦνται τὴ σπουδαιότητα τοῦ θέµατος, φροντίζουν νὰ ὑπερασπίσουν τὴ γνώµη τους μὲ χωματένια ἐπιχειρήματα. Μόνον ὅταν ἵ- δούµε τη ζωὴ σὰν μιὰ τελολο- γικά ψωχοθιολογικη διάρκεια, θὰ µπορέσωµε νὰ τὴν ἀξιολο- γήσωμε σωστά. Δὲν μποροῦν τὰ ἀνόργανα ὄντα ἢ τὰ ζῶα νὰ θέσουν σκοποὺς στὴ ζωή τους, γιατὶ ζοῦν μὲ ὅτι καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Περιαρίζον- ται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ὕλης καὶ ἔχουν ὡς ρυθµιστικὸὀ μέ- τρο τῆς ζωῆς τους τὸ ἔνστικτο. Μόνο στὸν ὀὁρίζοντα τῆς ἀν- θρώπινης ζωῆς προθάλλει ὁ πολικὸς ἀστὴρ τοῦ προορι- σμοῦ. Τὸ δημιουργικὰἀ ἐλεύθερο πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ σφρα- γίζει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι μὲ τὴ σφραγίδα τῆς µοναδικό- τητος. Αν θέλουµε νὰ θροῦμ: τὸν ἀληθινὸ προορισμὸ µας, πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε κα- λὰ τὶ εἴμαστε. Στὸ θάθος τοῦ ἑαυτοῦ µας Ὑίνεται ἡ ᾱ- µεση συνάρτησι ἐλευθερίας καὶ πνεύματος. τὴν ἀνθρώπι- νη ἐλευθερία ἀνταποκρίνεται ἡ εὐθύνη τῶν ἐνεργειῶν µας 'Ἡ ψυχή, τὸ αἰώνίο κέντρο της ζωῆς τοῦ πνεύματος, φέρνε: τὸν ἄνθρωπο στὴ θέσι τοῦ δο- σίλογου ἔναντι τῆς αἰωνιότηή- τος. ᾿Απὸ τὴ στιγµὴ ποὺ προ θάλλει ἡ ἔννοια τῆς ἀθανα- σίας. ἡ ἀνθρώπινη ζωῆ προσα- νατολίζεται πρὸς τοὺς κύ: σµους τῆς αἰωνιότητος. Οἱ -αᾱ- ναθυµ:άσεις τῆς γῆς ἐμποδί. ζουν πολλὲς φορὲς τὸ πνεῦμο γὰ ἀπολαόση τὴ χαρά τῆς δη µ ουργίας του. Τὸ πνεῦμα µας ποθεῖ τὸ ἀπόλυτο, ποὺ εἶναι } µήτρα τῆς ζωῆς του. , Προορισμὸς τοῦ ἀνθρώποι: εἶναι νὰ ζῆ δίπλα στὸ Θεό. ὍὉ παράδεισος εἶναι µία πνευμα: τική πραγµατικότης. ποὺ ἵκα νοποιεῖ πλήρως τὴν ἀνθρώπινη δίῴα γ:ὰ τὸ ἀπόλυτο. Ἡ ἀπό: λαυσις τῆς αἰώνιας ψυχικης γαλήνης καὶ ἡ ἀπουσία του συνειδησιακοῦ ἐλέγχου. ἄποτε λοῦν τὴν οὐσία τοῦ παραδεί- σου. Μπορεῖ αὐτὸς νὰ ἔχη τὶς ρίζες του στὴν αἰωνιότητα. οἱ καρποὶ του ὅμως μπορεῖ νὰ ὦ ριµάσουν καὶ στὴ γη ἀκόιιη. Ὅ ἀνθρώπινος ποοορ΄σµος εὐθυγραμμίζεται πρὸς τὶς ᾱ- παιτήσεις τοῦ πνεύματος. Ὅταν συνειδητοποιήσουµε θαθειὰ τὸ πρόόθλημα τῆς ὑ- πἀρξεώς µας, θά νοιώσουμε τὴ μυστήρια γεῦσι τοῦ προο- ρ'σμοῦ µας. Ἡ πιὸ µεγάλη ἵ- κανοποίησι τοῦ πνεύματος εἰ- ναι ἡ χαρὰ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἄληθινὸ περιεχό- µενο τῆς θείας ζωῆς. Είναι αἰτία καὶ η πληρότητά της. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, σἀὰν ὁμοιω μα τοῦ Δημιουργοῦ του καλει: [αι νὰ συμμετασχῃ συνειδητα στὴν ὑπόθεσι αὐτὴ, Μὲ τις πνευματικὲς του ἱκανότητει ὁ ἄνθρωπος ἐγγίζει τὰ κρά: σπεδα τῆς θείας µεγαλειότι] τος καὶ μὲ τὴν ἠθική του θού λησι ἀποφασίζει δημιουργικά, ἀξιοποιώντας έτσι τὸν ψυχικό του δυναμισμό. Πρέπει νὰ ζοῦμε τὴν αἰωνι- ότητα µέσα στὸ παρόν, γιὰ νὰ νοιώσουμε τὴ µεγαλοπρέ- πεια τοῦ προορ«σμοῦ µας. ᾿Η κάθε στιγµη τῆς ζωῆς µας, νὰ εἶναι καὶ ενας τρόπος δικαιώ- σεως αὐτοῦ τοῦ προορ:σμοῦ. Γιατὶ ὁ ἀνθρώπινος Άπροορ- σμὸς δὲν ἀρχίζει πάνω ἀπὸ τὴν ἐντάφια πλάκα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγµὴ ποὺ νοιώθουµε τς χέρι τῆς ζωῆς νὰ μᾶς τραθᾶ µαζί της. Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ γίνη ὁ ἀρχιεργάτης στή µεγάλη οἰκοδομὴ τῆς παγκό- σµιας εὐτυχίας. Ἡ δασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι θασιλεία ἀγάπης καὶ εὐδαιμονίας, εἰ- ναι µέσα µας. ᾿Αρκεῖ νὰ τὴν ἀνακαλόύψουμε καὶ νὰ τὴν προεκτείνουµε στὸ σύμπαν. Πολλοὶ ἀρνοῦνται τὴν αἰωνιό: ζητα. ἐπε δὴ φοθοῦνται τὸ ἆ- γνωστο. Αὐτὸ ὅμως τὸ Φο: Φοῦνται µόνον ὅσο. δὲν ἐγνώ- αισαν καλά τὸν ἑαυτό τους καὶ τὸ Θ:6ό. Τοὺς λείπει ἡ δύ- ναμις τοῦ πνεύματος καὶ τὸ θάρρος τῆς πίστεως. Ἡ ζωὴ ὅμως δὲν δικαιολογεῖται μὲ ἀδυναμίες καὶ συµό δασμούς. ἀλλά μὲ ἔργα ἐλευθερίας καὶ Αγάπης, ποὺ καταξώνουν τὸ καὶ δ.καώνουν τὸν πνεῦμα : προορισμό µας. ᾿Οφείλουμε νά ἀνακαλύψουμε µέσα µας ὅτι μᾶς ἀπέκρυψεν ὁ Θεός. οἱ κρίσιµες ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήµατα τῆς ζωῆς εἶναι ὦ πόθεσις ἐσωτερ κἡ καὶ γι’ αυ τὸ ὁπιύθυνη. Έτσι ὁ ἆλ]θ 3 νὸς προορ σμὸς ἀρχίζει ἀπὸ µέσα µας. Ἡ χαρὰ τῆς δηµι- ουργικότητος καὶ ἡ ἱκανοποί: ησις τῆς ἠθ'κῆς συνειδήσεως. εἶναι τὰ μεγάλα ὁρόσημα τοῦ προορ:σμοῦ µας. Όταν ὁ κα θένας συνε:δητοποιήση ὀαθειὰ καὶ ἐπ διώξει ὀρθὰ τὴν πραγ- µατοποίησι τοῦ προορισμοῦ του. τότε τὸ µεγάλο σχέδιο τῆς Δημιουργίας θὰ φθάσῃ στὴν πληρότητα. ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια εὐδαιμονία σὰν κατά: κτησι τῆς Ελευθερίας. ΔΗΜ. ΛΕΩΝ. ΔΡΙΤΣΑΣ Καθηγητὴς- Θεολόγος Η Α. ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΣ Ο ΑΡΚΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ κΑΙ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΩΣ κ. κ. Εἰς τὸν ὀποεῖον ἤ «Ἠνκκλησιαστιπὴ Ξωὴν ἐπὶ τῇ ὄνομοστι- πῆ αὐτοῦ ἑξορτῇῃ (26 Φεθρουαρίου,) εὔχεται χρόνια πολλὰ παρὰ Ενρίου ἐπευλογεύμενα. .. ΠΗΡΟΤΑΣΙΣ ΒΙΣ Το κο ΚΡΕΣΣΟΝ ΛΝΕΓΝΠΡΙΣΒΗ. εἰΣ ΤΗΝ. ΛΜΕΡΙΚΗΙ ΝΤΕ ΦΛΚΤΟ. Ν ΠΡΘΟΜΟΞΟΣ ΕΚΚΛΙΣΙΝ (Δηλώσεις τοῦ ἐπισχεφθέντος ἑσχάτως τὰς ᾿Αθήνας Σε6. ᾽Αοχιεπισχέπου Ὡοσείου καὶ Ἀοτίου ᾽Αμεριμῆς κ. ἸἹσπχκὼθου) κ α. Κλίφορντ Ἱκές τῆς Νέας Υερ- σέης. Άλλωστε, αροσέθεαιν ὃ Σεθασμιώτατυος, ἡ Ορθόδοξος Ἐνκλ ΄ 3 / ο 9 ᾽ ΄ υἨκλητία ἀνεγνωρίσθη ντὲ φά- πτο διὰ τῆς πρασκλήσεώς µας εἰς τὴν τελετὴν τῆς ἐγκαθιδούσεως τοῦ νέος 1Γουέδρον τῶν ΤΑ», ΑΟΗΝΑΙ, 1 Φεθροναρίου. --- Τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας, 50 Φεθρουαρίου, ἐπέστρείεν ἐκ ἵΚκευ- πύρας ὃ Σε. ᾿Αοχιεπίσκοπος οι οείομ καὶ Νοτίου ᾽Αμερικῆς κ. Ἰ- ἁχωθος, ὃ ὁπυῖος καὶ ἄνεχώρησε τὴν Όδην παρελΏ. μηνὺς ἐπιστυέ- (ων εἲς τὴν ἔδραν τος, εἷς Λέαν ᾿Υόρκην. ο. Σε6. Ἰλοχιεπίσχυπυς ἐξεφοάσθη μὲ ἱκανοποίησιν διὰ τὰς λαμαπρᾶς. πραόδους τῶν λήνων τῆς ᾿Αμερινῆς. Περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἓ κεῖ Ομυδόξυυ Ἰγκλησίας ὑπὸ τω Απεοικανικοῦ. οάτους,, ὡς ΑΡΑ ΥΟΡΚΗ, 18. ϱλὺ Πο.). -- Ὁ γεραυπιαστὴς τῆς Ἀέας ᾿Τερσέης κ. Κλίφορντ ές ἐπανέφευεν εἲς τὺ Κογγούσσον πα- λαιότέερον νομυσχέδιαν, πουθλέπην τὴν ἐν μέρους τῆς ἀπερικανικῆτ Ἀνθεονήσεως ἀναγνώρισιν τῆτ μείζυνυς Ἰκκλησίας, ὁ Σεό, Ἡ. Οοσδαδοξίας ὡς μιᾶτ τῶν. µειζύ- Ἱάκωθας εἶπενι ο χει ατατεΒῇ Ενων. Ὦκλλησιῶν τῆς λαεοινῆς ὁ σγετικὺν νοµοασχέδιον εἲς τὸ ος πὶ ται. ἐπιπέδου μετὰ τῶν ἄλλων χρέσσον παὶ θὰ η φισῃ, ὡς π'- Ὀρησνευμάτων, ἤτοι τῶν Ῥωιιαιο στεύοµεν, ποὺ τοῦ Πάσγχαν ὕποι καθολικῶν, τῶν. Διαμαρτοσομένων στηοιζύµενον ὑπὸ δύο γευουσ {αἱ τῶν Ἱσραηλιτῶν. Λέον νό ση στών, τῶν κ.κ. «λέθερετ Φάλτον- σταλ τῆς Νασσαχυυσέττης κιὰ Ἀννέγεια εἲς τὴν 4ην σελίδα} ΤΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΗΠΝ Μεδαύριον ἨΠαρασκευὴν ὃ Μα- καριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος Χύ πρύυ θὰ χοροαστατήσῃ ἐν τῷ ἱ ναῷ Ἐρυπιώτου Δευκωσίας χο δὰ ἄναγνώσῃ κατὰ τὴν ἀχκολοι δίαν τὴν Ὦ΄ Ἑτάσιν τῶν χαιρετι- σμῶν. ο. 3εό, Αητροπολίτης ΤΠάφοι ἐ Γεννάδιος µεδαύριον ΠΠαρα- σκευήν, δὰ φοροστατήσῃ ἓν τῷ ἱ αῷ Αγ. Ἱκενδέου ἆτήιατος καὶ ὰ ἀναγνώσῃ τὴν Β΄ Στάσιν τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου. Τὸ λεῖον. Δόγον. θὰ κηρ΄ξῃ ὃ ἵερο: ἠουξ κ. Γεώνγιος Σολωμός, -- Ὁ Σεθ. Ἀητροπολίτης Ἱι- τίου κ. Άνθιμος, µεθαύριον Πα ρασκευὴν, δὰ ἀναγνώσῃ τὴν Β΄ Στάσιν τῶν Χαιρετισμῶν, κατὰ τὴν σχετικὴν ἀκολουθίαν, ἐν τῷ παρὰ τὴν Λευκωσίαν ἵ. ναῷ τοῦ Μετοχίου Ἰύχκου., ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ Τὴν παρελΏ, παρελὺ. ἄχοπος Κυριακήν, ὖθην μηνὸς ὁ Ἀίαχ. ᾿Αοχιεπί Κύπρου. κ.κ. Μακάριος ἕ- τέλεσε τὴν ὃ. λειτουργίαν ἐν τῷ ἓ, ναῷ τοῦ. χωρίο Φρέναρος τῆς Ἐπαρχίας ᾽Αμμογχώστου. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ϐ. λειτουργίας καὶ ᾱ- κολουΒούμενος ὑπὸ χιλιάδων λαοῦ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ᾽Αμμοχώστου καὶ τῆς λοιπῆς Κύπρου µετέθη εἰς τὸ µέρος ἔνθα καὶ ἐστήθη ἡ προτομὴ τοῦ. ἤσφος Φώτη Ἠίττα, ὃ δα- σχάλον, τοῦ ὑπρίου, καὶ ἀποκάλι- Ἶε τὴν λευκὴν ποοφήν. --------- ΟΙΚΟΥΡΕΗ 0 Σβ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ “ο. σΣεῦ. ἈΠητροπολίτης Κυσή γείας κ... Κυπριανὸς τὺ παρελθ. Ἀάθθατον, 35 Φεθρουαρίου, µετέ- θη εἰς Ἀ[όρφου ἔνῆα καὶ ὑπεθλή ὕη εἰς ἰατριχὴν ἐξέτασιν ὑπὺ τοῦ Ρεράπυντός τον ἰατρυῦ κα. 11ολυ Χλείτοι Ἰακωθίδη. ο. Σεδασμιώ- τατος συνεθουλεύῦη νὰ παραμεί- Υῃ Χλινήοης δι) ὀλίγας ἡιέρας. Αἰσθάνεται ἐνοχλήσεις εἲς τὸ ἢ- παρ. ΕΠΗ ΣΕΠΕ ΣΤΕΓΗ ΕΕ ΤΕΗ ΗΕ ΤΠΕΗΗΗΙ ΑΝΛΒΛΛΛΕΙΛΙ Ἡ μελέτη τοῦ Ἐταποῖς Ὠνοτπὶκ, «'Ὁ Πκατριάρ- Χῆης Φώτιος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς νεωτέρας ἐ- βεύνης» τῆς ὑπυίας Ἰωγί σάμεν τὴν ὑημασαίευτν, χατὰ µετάᾳοασιν τοῦ Όσο λόγους Καὐηνητοῦ κ, Αν- δοέος δ. ἹΠΙαπαθασιλείων, λόγω ἄλλης ὕλης, ἀναθάλ- λεται διὰ τὴν προσυγῆ τας ἔνδοσιν. ΜΠΕ ΕΕΕΕΣΗΕΕΕΕΕΙΣΕΕΕΕΣΕ ΕΕ ΕΕΣ ΣΕ ΕΕ ΕΕ ΕΕΣ ΕΤΕ ΣΕΕΙ ΗΕ ΕΠΕ ΕΕ ΤΓΗ ΤΕΕ ΕΤΕ ΕΕΣ ΤΙΙ ΄ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ) Ἡ τελευταία ὑποθήκη Μία ἀκόμη πκαλλιμάρμαρος λευκὴ μορφὴ ἀπεκαλύφδη τὴν παρελθ. Ἱυριακὴν εἴς Φρέναρος ὑπὸ τοῦ Μακ. ᾿Αρχιεπισκόπου µας καὶ Προέδρου τῆς Κυπριακῆς Πολιτείας. Εϊναι ἡ προτομὴ τοῦ ἤρωος Φώτη Πίττα, ἢἤ ὅὁποία ἐστήθη ἐπὶ τοῦ ἀδ- µατοθαµένου ἐδάφους τῆς µμαρτυρικῆς «Πατρίδος µας, ἵνα, ἐκτὸς τοῦ ἑλαχίστου φόρου τιμῆς ποὺ ἁἀποτίεται εἰς τὸν ἂνυ- πέἐρθλητον ἤρωα, ἀποτελῇ καὶ τὴν ἐντονωεέραν ὑπόμνησιν πρὸς τοὺς ζῶντας, ὅτι ἔχουν καθῆκον νὰ μὴ κπατασπιλώνουν τὸ θεάρε- στον ἐπιτελεσθὲν ἔργον του δι ἄστόχων καὶ ἐθνικῶς ἐπιζημίων ἐγνεργειῶν, ἀλλὰ νὰ ἑἐργάξωνται ἓν ἑνότητι, ἀπολύτῳ συµπνοίᾳ καὶ προπαντὸς μετὰ παραδειγματικῆς πειθαοχίας διὰ τὴν προκοπν εῆς ΠἩατρίδος µας καὶ τὴν αἰσίαν λύσιν τῶν ἐθνικῶν µας ζη τηµάτων. ) Διότι τὶ θὰ ὠφέλει, ἐὰν στήνωµε» προτομὰς τῶν ἠρώων µας καὶ τελοῦμεν τὰ μνηµόσυνά των, ἑργαξόμεβα ὅμως τελείώς ἄντι» ᾿ θέτως πρὸς ὅ,τι ἐκεῖνοι διὰ τοῦ θίου των ἐδίδαξαν ᾿Ἡ καλυτέ- ρα τιμὴ καὶ τὸ ὡὥρα[ότερον µνηµόσυνον διὰ τοὺς ἥρωας µας εἶναι νὰ παοαμείνωμεν πιστοὶ εἰς τὰ διδάγµαια, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνδι κά- τέλιπον διὰ τῆς θυσ-ας των: νὰ παθαμείνώμεν ἡνωμένοι καὶ ἆ- διάσπαστοι καὶ μὲ αἰσιοδοξίαν νὰ προφατενίξωµεν πάντοτε πρὸς τὰ ἐθνικμὰ πεπρωμµένα µας. 1 ὰ διδάγματα ταῦτα εἶναι καὶ ἡ τελευταία ὑποθήκη τῆς σα- ρε1θ. Κυριακῆς, τοῦ σεπτοῦ Ποιμενάρχου καὶ Προέδρου τῆς Κυπρ:ακῆς µας Πολιτείας. ἸΜόνον ὅταν «ἀπαλλαγῶμεν ἁπὸ τὰ ἐφήμερα πάθη, τὰς φιλοδοξίας, τὸν φθόνον καὶ τὸ μῖσος, ποὺ κρατοῦν κλειστὰς τὰς καρδίας, καὶ ἡνωμένοι μαὶ συναδελ- Φωμέγοι ἐργασθῶμεν μὲ πγεῦμα ἀνώτερον» εἶναι δυνατὸν νὰ ἕ- πιτύχωµεν «τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς Πατρίδος µας». ᾿Εκεῖνοι οἳ ὁποῖοι ἀγαποῦν τὴν Πατρίδα των ἂς ἀκούσουν τὴν φωνὴν τοῦ Μακαριωτάτου. Προέρχεται ἀπὸ τὴν εἰλικρινῇ διάθεσιν καὶ τὴν ἀμέριστον ἀγάπην τοῦ ἀνιδιοτελῶς ἐργαξομένου., καὶ ὑπερασπίξοντος τὸ καθολικὸν συμφέρον, Μακ. ᾿Αρχιε- πισκόπου καὶ Προέδρου τῆς Κύπρον µας. ο οκ Ἡ Ἅ Τώρα, ὅτε εἶναι καιρὸς ᾽Απὸ ὀλίγων ἐτῶν ὑποφέρουν κυριαλεκτικῶς ὄχι οἳ σεµνό- τυφοι ἢ οἳ καθυστερηµένοι ἢ ἐθελοτυφλοῦντες, ἀλλ οἳ εἶλικρι- γῶς πονοῦντες καὶ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν Κοινωνίαν ἄνθρωποι, λόγῳ τῶν ἐξωφρενικῶν ἀντιλήψεων, ἀλλὰ καὶ κυρίως τῆς σιε- ριθολῆς μερικῶν, κυρίως γυναικῶν. Τὰ πάντα, οἳ «μοντέρ- : νοι» δικαιολογοῦν μὲ τὸ πρόσχηµα «τοῦ πολιτισμοῦ» διὰ νὰ παρι”.. στάµεθα κατόπιν µάρτυρες ἀποκαρδιωτικῶν, πολλάκις, Φαινο-. μένων. Τὸ κακόν, δυστυχῶς, τολμοῦμεν μετὰ Λύπης νὰ ὁμολογήσω-. μεν, ὅτι δὲν περιωρίσθη µόνον μεταξὺ τῶν «ἐνηλίκων» ἢ τῶν μὴ Φουτώντων εἰς σχολεῖα ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μαθητῶν. ᾿Εθεάθη- σαν µαθηταί, εἰς µίαν πόλιν, φέροντες μικρὸν πώγωνα νὰ περιέρ- χωνται τοὺς δρόµους. ἸΜαθήτριαι προτρέπονται νὰ φορέσουν παν- τελόνια ὅτε θὰ ἐκδράμουν εἰς τὰ χιόνια κλπ. κλσ. ΜΝομίζομεν ὅτο τώρα, ὅτε εἶναι καιρός, πρέπει ὅλοι νὰ κατα- θάλωµεν προσπάθεια», νὰ τονίσωµεν κυρίως πρὸς τοὺς μαθητὰς παὶ τὰς µαθητρίας µας, τὶ εἶναι ἀληθὴς πολιτισμὸς καὶ τὶ κατή- Φ2ρος, διὰ νὰ μὴ αἰτιώμεθα κατόπιν τοὺς ἑαυτούς µας. Τώρα, ὅτε εἶναι καιρὸς νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ µέτρα διὰ τὴν ὀρθωιόδησιν τῆς νεολαίας µας. «Αὐτὸ ἐπιθάλλει τὸ καθῆκον καὶ ἡ ἀποστολή µας. ’ Αστοχος πολεμικὴ ΠΠερικαὶ φράσεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ Σε6. ᾿Αρχιεπισκόπου Β καὶ Ν ᾽Αμερικῆς κ. ᾿]ακώθου παρεξηγηθεῖσαι ἓκ µέρους δη: µοσιοράφων τινων προεθλήθησαν ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἔφημε: ρίδων ὡς μεγάλα ὁλισθήμαια, τὰ ὁποῖα ἐπιθάλλεται, Ματ’ αὐτούς, νὰ ἐπανορθωθοῦν. Ταῦτα, κατ αὐτοὺς εἶναι: Πρῶτον: Γράφων πρὸς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τῆς Τουρκίας τόν συγχαίρει διὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν καβηκόντων του ἐκ µέρους τῶν «Ῥωμαιορθο- δόξων» καὶ προσφωνεῖ τοῦτον ὡς τὸν Πρωθυπουργὸν «τῆς φιλ τάτης Τουρκίας». Δεύτερον: Ενέργειαι τινες τοῦ Σεθασμιωτά- του ἐν ᾽Αμερικῇ ἔδωσαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὗτος τείνει νὰ προ- δώσῃ εἰς τὴν ἐν ᾽Αμερικῇ ᾿Ορθοδοξίαν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς» εἰς θάρος τῆς «Ἑλληνικῆς». Ομολογοῦμεν ὅτι δὲν εὑρίσκομεν τὰς κατηγορίας αὐτὰς λογικὰς καὶ εὐστόχους, καθ᾽ ὅτι γνωρίζοµεν ὅτι ἡμεῖς οἳ “Έλλη- γες ἐπανειλημμένως προσεδώσαμεν εἰς ἡμᾶς τὸν τίτλον τοῦ (Ἀννέχεια εἰς τὴν 4ην σελίδα) ωάμαυρούς. Εὐτοχῶς 2 “ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ 70Η” ΤΕΤΑΡΤΗ 1 Μαρτίου, 1961. ιο παπα - . ΕΠ’ ΕΥΚΛΙΡΙΛ ΤΟΥ ΕΤΟΣ ΠΛΠΛΝΙΛΗΛΝΗ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΑΛΕΞΑΝΔ Ρον ΓΙΑΠΑΔΙΑΜΑΜΤΗ (0) τ΄ «Τέλρας ἤυγισεν Ἠψ «σποτεινιάςῃ Ἰγύντωσεν ἀἁγνισῶς τὴν στι μὴν καν ἡν ο ἔὔλεπον αντίκρυ τὸ Κάστφυν» υὐ ἀπεῖχυν τώρα δου ᾱ- κύμη μίλια έψ ἢ συπσωνεν ένα νὰ ᾱ- σὲ νὰ εποῦςἀνατολος ἠμπόδινον νῇ τὸ παρα ορον (έγγος τῆς Άλνηςς Αλ. ἃ ἄνεμος, ἀντι σῃ, ἐδυνάμωνε καὶ ἀγοίευε Χαι ο π ἐβέοιενε, καὶ ὁ π)]οῦς Ὑατέστη «ἴ- βήγατοξ τοῦ λοιαδῦ. Δὲν ἔδθλεπον ἐμχοός, οὔτε δεξιά δύο ὕπγχους «αιοὺς, ὅ μπάραπᾶ--- πλεόν οὔτε Ὀππίπότε, , εἰιὶ Ὀ πτεφανῆς ἐγνώρισεν γαλὰ τὸ μέ- όος. ο ο, : , -- Ἠδο, ἐδῶ εἰν) ἕνα λινάνα: η, παπά, καὶ ὅπ τὸ πρων, απυ γάτ ἂἀπ' τὴν Αγία Αναστασία, “στά Μποστάνια. ης Θυμᾶσαι καλά, Ὀτεφανήν ο Ὅπως Εέοὶς ἡ ἁγιωσύνη σ τὰ γοάµματα τσ ἐχγλησιᾶς ἆς- ὄξω παπά, ἔτσι κι’ ἐγὼ τὰ ξέ ἀπ᾿ ὄξω ὅλα τὰ λμανάκίαν τοὺς γάδους, καὶ τὶς ἀμμονδιὲς, υες τὶς ξέρες καὶ τὰ γχορίφια καὶ τὰ Φαλάμια. -. , Καὶ προσήνγισαν τὸ πορὺν ο πον καὶ ἀγῶνα καὶ θάσανυγ, θρεγµέγοι, δαλασσοπνιγμένοι, μι η ᾽ 29 ᾗ σοπαγωµένοι. ω-. Ἐγχεῖ, ἐκεῖ διαναστήει. «γπῆργεν ἕν δαλάσσιον μάρµα: ϱον, ὡς «ωσικὴ ἀποζάθρα, ποτ χαλυπτόμένον ἀπὺ τὸ κὔμα, ποτι ἀνέχον ὑπεράνω τῆς αλάσσης. πἣν φοράν ταύτην τὺ ἐκάλυπτεν εχαὶ δὲν τὸ ἐκάλυπτεν τὸ αυμα. αμπλησίασαν καὶ ἠσθάνῦὔησαν πά Ίραυτα τὸ εὐάρεστον αἴσῦημα τῆς παύσεως τοῦ σάλου καὶ τῆς πωο σεγγίσεως εἰς σκεπαστὺν Χι εν: λίμνυον µέρος. , . ὸς Πάντα κατευὐδιο! εἶπεν ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὑ κυρ Αλεξανδρής, ὔστις τότε έξε λαλίσθη κι’ ἐστάθη εἲς τοὺς πό: δας τον, -- ᾿Ἠπήδησαν εἷς εἰἷς Εξω. ἕξε φόρτωσαν τὰς ἀποχσυεάς καὶ ἠλά φρυναν τὴν θάρκαν- ᾿Ανάμεσα εἰς τὸ µάρµαρον καὶ εἰς την κρηµμνώ δη ἀκτῆν ἐσχκηματίξετο μινος ἀμμουδιά, ὥση δὰ ήρκεν διὰ νὰ σύ- ϱΏ ἀλιεὺς τὴν Ψψαροπούλαν του. γυρµένην ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἐπὶ τῆς ἄμμον, πα να ἐξαπλωῦ], χαὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἄλλην πλενράν, νὰ κοιμηὺῃ θεωρων τοὺς ἀστέρας. . Νώρα νὰ σύρουμεν τὴν θάρ- κα, παπά, εἶπεν ὁ μπάρµπα - Ἔτε- φανής, Χν ὕστερα οι άνδρες ν. φορτωδοῦμεν ὅλα τὰ πράµατα, καὶ γ᾿ ἀρχίσουμε σιγά-σιγά ν᾿ ἀνεθαί- γουµεν. Ας πάρουν κι οἵ γυναῖ χες ὅμτι μποροῦν. --. Νὰ τώρα τὶ ἄξιζεν νᾶχα τὸ μουλάρι µου μαδὺ µου εἶπεν ὁ Ία σνλης τής Μιυλωνοῦς) σοῦ εἰπα, µπάρμπα-Στεφανή, νὰ τὸ µπαρ- κάρουµεν δὲν δέλησες. Μσυραν τὴν λέμθον. Ἠναψφαν τὰ δύο φανάρια ποὺ είχαν. Ὁ Μα: σίλης ἔλαθεν τὰ πτυάρια και τὰς ἀξίνας του, καὶ ἀπομακρυνθεὶς προσωρινως ἤρχισεν να πατοπτεν]! που ὃα εὕρισκον µονοπατι Οχι πο- λὼ πατηµένον ἅπυ τὴν χιονά, ὢ σον νὰ ὀύνανται οἱ ἄνθρωποι να ῥάδίσωσιν. Απὸ τὸ µέρος ἐκεῖνυ ἕως τὺ Ἱάστρον, τὸ οποῖοΥ διε- κρίνετο ὡς πελώριος ἁμαυρὸς ὅ- γκος ὑψηλὰ πρὺς θορρᾶν, Ἡ ὁδὸς ὃεν ἧτο πλέον τῆς ὥρας, ἀλλ εἰς ἤν κατάστασιν ἠτο τώρα ὃ ὃρό- µος ἀπὸ τὰς χιόνας, τὶς οἴδεν, ἂν Φὰ ἤρχει καὶ τὸ τριπλασιον του χρόνου ὅπως φὑάσωσιν. Εδείπνη- σαν ὅλοι ἐπι ποδὸς μὲ δίπυρα ἎΧαὶ μὲ ἐλαίας καὶ ἔπιον ὀλίγον οἶνον Ἠ. ϱρακήν. | (0) Βασίλης ἐπανελθὼν ἀνήγγει λεν, ὅτι ἆνευρεν τὸ µονσπάτι, πλα- κωμένον πολὺ ἀπὸ τὴν χιόνα, αλλ’ ὅτν μὲ πολὺν κόπον, ἄν πφυπο ρεύωνται δύο ἄνθρωποι Χαὶ Ἑε- χιονίδουν, ἐλσίζει νὰ φὺάσουν εἰς τὸ Κάστρον, τὸ γοηγορώτερυν... ἕως τὰ μεσάνυχτα. ᾿μϕορτώθησαν τὰς ἀποσκευάς. “ο κὺρ- λλεξαν- δρὴς ἔλαθεν τὸ ἕνα Φανάρι καὶ µία των γυναικῶν τὸ ἄλλο. “Ὁ ΈΏασι- λης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ μπάρμπά Ξ Στεφανῆς καὶ ὃ υιός του ἔλαθον τὰ πτυάρια καὶ τὶς ἀξίνας, Ἱαὶ προπορευόµεγοι ἤρχισαν γὰ Έεχιυ- γίζωσιν. 'Ὁ δροµίσχος ἀνήρχετυ ἕρπων εἰς τὸν κρυμνὸν κατ αρ: χάς, εἶτα κατήρχετο εἰς ἕνα παρα: Δακάσσιον κοίλωµα. ᾿Μπάτουν πῳο σεκτικῶς, ὡς νά ἐμετροῦσαν τά ῥήματά των. σελήνη εἶχεν ᾱ- παλλαγή τῶν νεφών καὶ πωοσε: πάδει νὰ φούξῃ τὸν Ὀοόμον μὲ τὸ κρυερὸν φώς της. Ενίοτε ἕ- χαναν τὸ χάραγµα τοῦ. δρόμον, ἀποπλανῶντο κι εὑρίσκοντο αἷ- Φνης ἐπὶ τῆς κορυφῆς πελωρίων ὀράχων, κάτω τῶν ὁποίον ἄθυσ- σος ἤνοιγεν τὸ στόμα της καὶ πά- λιν κατέδαινον, μὲ τρεμονλιαστά γόνατα, κρατούµενον ἐν τῶν πε: τρῶν καὶ τῶν ὑάμνων. ᾿Ανεῖρπον εἷς τὸν κοηµνόν, ὡς μικρὸν Χο: πάδιον αἰγῶν ἀποπλανηδὲν καὶ ᾱ- παγόµενον ὀπίσω εἰς τὴν μάνδραν ἀπο τοὺς δύο θοσκοὺς τοῦ, οἵτι- γες τὺ ἀνεζήτησαν κρατοῦντες ϱά: γάρια, καὶ µακρόθεν ἂν τοὺς ἕ- θλεπέν τις, ἠδύνατο νὰ τοὺς ἐκ- λάθη ὡς συστρεφόµεγον κουκωτὸν τέρας, φωσφορίζον τὴν γεφαλην καὶ τὴν οὗράν, μὲ τοὺς δύο φα- γούς. Μέ ὅλον τὸ Ἑυχιόνισμα, τὸ ὁποῖον ἐνγοεῖ τις πόσον ἀτελῶς ἐνηργεῖτο, ἐπάτουν ἐνίοτε σᾳαλε ρῶς, χι’ ἐχώνοντο ὡς τὸ γόνν γα᾿ ὡς τὸν μηρὺν εἰς τὴν χιόνα, Ἐπλησίαζεν μεσάνυχτα, ὅταν ἔφδάσαν ὑπὸ τὴν γἸέατΌραν τοῦ Κάστρου, µισοπγιγµένοι, παγω- µένοι, ἁλμυροί ἀπὸ Ῥάλασσαν Ἆαι λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ δερμοὶ τὴν χαυ- Ιδίαν, γέφυραν ἀπὺ τὴν σιδηρύπυσταν τοῦ Ιάστυου, ἠχουσύήσαν φώναί. --. [ιο εἶστει Πιο εἶστει Ιαὶ ἀντήγησεν θαοῦς ὁ τοις ος τῶν ἐσκωριασμένων στου ἕῶὶ ὡς νὰ, ἐδοκίμαζέν τις νὰ κλείση τὴν σιδηρᾶν πύρταν. Ἠνυύσῦη δε χαὶ μικρὺς Χούτυς, ὡς ὁ τῆς ὑφώσεως σχανδάλης τυυφεχίυυ. --- Ἀαλοίὶ χαλυ πατριώτ ἀπήντησεν ὁ µπάρµπα - Ἀτεφανής, ΝΙὰ ἐσεῖς πιοὶ εἶστε --- αέστε µας τὰ ὀνόματά σας: ἨἩμεῖς εἴμαστε... λνσιν ἰ ο αι ου νγοῦ ἱ µπάυμπα - Ἀτεφανίς γως διὰ τοῦ. θμέμματωας εσιυον λεῦετο τὸν παπάν. --- πάν Αὐτη εἶναι ἡ φνι τοῦ. ἀδελφοῦ µοὺ, ἀνένυας ν Μνασίλης τῆς Μυλωνυῦς, Καὶ εἶτα, ἐκτείνας τὴν Ωνήν: ἹΑογυσης γω εἰπαντ. ε φώνασεν. --- ῶύσο καλλίτερα... χαν χι ἀπὺ ἕναν χύπυν ἑοζοι σεν ὐ ἱερεύς. ᾿λνέθηκαν εἰς τὸ Κάστρου, ὃ τοι συνήντησαν τὸν ᾿Δυγύση τῆς ον λωνοῦς γαὶ τὸν αὐντουφόν. τον. τὸν Γιάννην τὸν Νοφιώτην. Οὗτυ. ἐν ὀλίγυις διηγήδησαν πῶς τοῦ: εἶἴχεν γλείσει τὸ χιόνι ἐπάνω στὶ Ἀτοιθωτό, ὅπου. ἐτρήύπωσαν δύ νύντας εἲς µίαν σπηλιάν, καὶ πῶ τὴν πρυγχδές, τοι εἲς τὰς 335 το αἨγός, ἑλθόντες τυὺς ἀπελευῦ ο: ταν ἐπεῖδεν, ὀκτοπίσαντος Πενά λους ὄψκους χιόνος, οἵτινες μα εὐρίσκοντο τὴν στιγαὴν ταύτην ὕλον τὺ αἰπόλιόν των εἰς τὸ ϱροῦ ΦνοΥ. Τὸ φρυύριον τοῦτο, ὅπερ ὅλλα μας ἔθγα χοῦ περιεγράψαµεν, ἦτο γι έντ αἴος Ορόγας, α υτουμένος ἐχιῖ πα τὸ πέραάγυσ, πι υεὴ τῆς τον πύντον, ὡς νὰ ολοι γῆς πας ῶνεν ἡ Ξηθὰ τὸν γούνθόν εἲς τὴν ὑάλασσαν καὶ νὰ τὴν ποοεράλει φοθεοὺς μυνυχύμμµάτυς γυανίτης, ἀλίκτυπος, ὕπου γλαῦχες αι κά ρου Πθιζον περὶ κατοχής, διαφι- Λογεικούντες ποῦ ἀρχίσει ϱ κυφιό: της τοῦ ἐνὺς καὶ ποῦ σταμµατῷ ι δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου. 11ρύσαι λὴς σχοπὺς τοῦ Βορρᾶ καὶ τῶν γειτόνων τοῦ, τοῦ. Ἰαινίου καὶ τοῦ. Αργέστου, ὧν τὸ στάδιον εὖ οὗ ἐκτείνεται ἀναμέσον τῆς Και κιδικῆς, τοῦ. Οεομαιποῦ, τυῦ Ὁ ἑύμπυν καὶ τοῦ. Εηλίου μεμονωμέ γος ὑψιτενής θοάχος, ἐᾳ᾽ οὗ κάτοιχοι ἐξ ἀνάγνῆς εἴγον γ)εισῦ: ος Φοαςιν Καν των πόρανῶο, γατα των ὑαυδάρων, εγλάταΛετον τες αὐτων έφρημον µετά τὸ 1591. πε ἐκτιοθη Ἡ σηµερινή. μεσιμόνι Μη πυλιγνη. δαεχυι Ίου λίγων ἔτων ἐσώτον το λυμή οἶνίαι τινὸς μὲ τας στι Νας πα τὰ πατώµατά των, ὄντ τοῦ ϱ υαυρίους ἀλλὰ το λευτάζον, ον ὑλιγωρία τῶν δημοτικών πχ ὁ ὄρνυς τῶν ἀνθρώπων εἰς τυ γι ἐπισγόπτωντοαι τὺ Μάστρυον αυ χνύτερα, καὶ ἡ ἀσινειδησία ὁμί γων τινῶν συναγωγῶν, πλωυνε χτῶν ἢ οἰκοδόμων, εἶχεν καταστή σει ἐρειπίων σωρὸν τὸ Ἱκάστρον. Ἠντεῦῦεν ἁμελήσαντες παν ο ξᾳηιόρνοι τῆς ση ερ νῆς πυλέγνητ ἄφηνον ἀπὺ ἐτῶν δη ἄλειτο τον τὸν Ναὺν τῆς Ἀριστοῦ {εν νήσεως κατ αὐτὴν τὴν ἡμορα) τῆς ἑαρτῆς. ΣΥΝΙΟΝΙΙΕΤΑΤ) Εν ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΕΠΙΚΑΙΡΑ “ΕΜΙΙ ΕΛΙΘΗ Β ΧΛΡΙΣ ΑΥΤΗ, ΕΝ ΤΕΙΣ ΕΒΝΕΣΙΝ ΕΥΛΙΓΕΛΙΣΛΣΘΛΙ ΤΟΝ ΛΝΕΞΙΧΜΛΣΤΟΝ ΠΛΥΤΟΝ Τ0Υ ἀαρΩΥ” Τοῦ κ. Εἶναι δέσµιος ὁ ᾿Απ. Ταῦ λος, ὄεμένος, μᾶλλον σιὃ.]ρο ὀέσμιος εἰς το ὑγρὸ κελλι τῆς φυλακης. Μαρτύρ.ο ἡ ζωή θά ἠτο δι οἰονοήποτε ἄλλον μή χριστιανόν ἀλλά διά τον εἱαῦλον τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἄπο τελεῖ ἀφορμὴν χαρᾶς καὶ εὖ φροσύνης. ᾿Ενθυμεῖται τοὺς χριστιανοὺς τοὺς ὁποίους «έ γέννησε διὰ τοῦ εὐαγγελίου». Καὶ χαίρεται διά τὸ γεγονὸς ὅτι διά τὴν γέννησιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων ἐν Χρ:στῷ αὖ τὸς ὑποφέρει καὶ μαρτυρεῖ ἐν ἵῇ φυλακῇ. Αἰσθάνεται τὴι ψυχήν του νὰ πλημμυρίζῃ ἀπὲ αἰσθήματα χαρᾶς καὶ εὔὐγνω µοσύνης καὶ αἴνου πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὴν ὑφηλὴν κλῆσιι τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμε νὰ τὸν καλέσῃ εἰς τὸ ζηλευτόν, τέ μοναδικὸν καὶ ἅγ:ον ἀποστο λικὸν ἔργον, καὶ γράφει εἰς τὴν ἐπιστολήν του πρὸς Ἔ φεσίους καὶ τονίζει καὶ ὑπεν θυμίζει, καὶ καλεῖ συνάµα τοὺς χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς νὰ τὸν μιμοῦνται εἰς τὸ ἔρ γον αὐτό. «Ἐμοὶ ἐδόθη ἡ χάρις αότι ἓν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσα σθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦ τον τοῦ Χρ στοῦ». Σόνθηµε καὶ ἔργον συνάµα, τὸ ὁποῖοι ἐπρόσεξαν ὄχι µόνον οἱ χρι στιανοὶ κάθε ἐποχῆς καὶ ἰδί ως τῆς ἀποστολικῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ιὰ τὸ προσέ ξουν καὶ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Διότι χρειάζεται καὶ οἱ χριίστιανο -οῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος νὰ ἐκ Χριστιανίσουν τοὺς Χριστια νούς. ἴσως νὰ φανῇῃ εἰς τοῦ: ἀναγνώστας πολὺ ἁστεῖον τὲ νὰ κληθοῦν οἱ Χριστιανοὶ νό ἐκχριστιανίσουν τοὺς χρ-στια νούς. Οὔτε ἀστεῖον ὅμως εἶ ναι οὔτε ἐμπαιγμός, Εἶνα: αὖ αἡ αὕτη ἡ ἁπτὴ πραγµατικό της. Πολλοὶ ἐκ τῶν χρ:στιανῶν ὁ νοµάζονται Χχρ.στιανοὶ μόνοι κατ ὄνομα, εἰς τὰ ἔργα ὅμως εἶναι εἰδωλολάτραι. Εἰδωλο λάτραι διότι διόλου δὲν δ-α φέρουν αἱ πράξεις των ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν εἴδωλολα τρῶν. ᾿Εφόνευον οἱ εἰδωλολά τραι κύριοι τοὺς δούλους των ὡς ζῷα δίχως νὰ ἔχουν να δώσουν λόγον εἰς οὐδένα. Φο νεύουν καὶ οἱ χριστιανοὶ--εἰ- δωλολάτραι τοὺς συνανθρώ πους των μὲ τὰς συκοφαντίας ἵων μὲ τὰς ὁποίας ἐκθέτου. καὶ θανατώνουν τὴν τιμήν και ὑπόληψιν τῶν συνανθρώπων των, φονεύουν ψυχὰς διότι μὲ τὸ παράδειγμά των μὲ τάς αἰσχρὰς συµόουλάς καὶ προ τροπάς των, τραθοῦν ἀνθρώ: πους πάσης ἡλ.κίας καὶ τά ξεως καὶ ἰδίως τὴν νεότητα εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν διαφθορὰν ψωχης καὶ σωµχτι κῆς ἀκόμη ὑγιείας. ᾿Εταθύτι- χον οἱ εἰδωλολάτραι τὴν ζω- ἦν καὶ τὸ μέλλον των, μὲ τὴι πτῆσιν τῶν πτηνῶν, μὲ τοὺς χρησμοὺς τῶν µαντείων, μὲ τό δ.άφορα σημεῖα τῶν κα ρῶν Ταυτίζουν καὶ οἱ χριστ.ανο' -«εἰδωλολάτραι τὴν ζωὴν και τὸ μέλλον των μὲ τὸ κράδ'µς τῶν πτηνῶν, μὲ τοὺς χρησμούς τῶν σωΥχρόνων µαντείων τῶλ πνευματιστῶν, μὲ τὰς ὃ αφό ρους ὑποδείξεις καὶ λύσσ:ς τοῦ ὀνειροκρίτου, ἢ τοῦ τρἑίµα τος τῶν ξύλων ὅταν ταῦτα Ἐγεῖ ἐπάνω, ποὶν διέλθωσι τὴν καίονται. ᾿Εζοῦσαν οἱ πλέον (Ἐφεσίους γ΄’, 8). ΑΝΔΡΕΟΥ ΣΟΦΟΝΛΕΟΥΣ ἐπικίνδυνοι καὶ διαστρεµµένο ἐκ τῶν. εἰδωλολατρών µέσα εἰς µνήµατα «καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ άμενον». Ζοῦν καὶ οἱ σημερινοὶ χρὶστιανοὶ εἰδωλολάτραι εἰς τὰ σύγχρονα µνήµατα, διὀτ τἱ ἄλλα εἶναι τὰ καπηλεῖα, αἱ χαρτοπαικτικαὶ λέσχαι, τὸ καλλιστεῖα, καὶ ἄλλοι ἀἆκατο νόµαστοι τόποι παρά µνήµα- τα Εἰς ὅλους αὐτοὺς καλούμµε- θα ἀπὸ τὸν Κύρ.ον -- καὶ μᾶς προτρέπουν και ὁ Παῦλος καὶ οἱ λο.ποὶ ᾿Απόστολοι μὲ τὸ παράδειγµα των καὶ μᾶς τὸ τονίζουν καὶ εἰς τὰς ἔπιστο λάς των -- νὰ φέρωμεν τὸ µή νυµα τοῦ Λυτρωμοῦ, νὰ τοὺ. εἴπωμεν ὅτι «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ὅπως ὁ Πρωτόκλη τος καὶ νὰ τοὺς ὁὀδηγήσωμεν ἐκεῖ ποὺ ὃ δάσκεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν ἐκκλησίαν. εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, εἰς τὴν Θ. λειτουργίαν πρὸ. πάν- των, εἰς τὰς χριστιανικἁς συγ: κεντρώσεις, εἰς Κύκλους ἴρα Ῥῆς, ὁπότε καὶ οὗτοι γνωρί ζοντες τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγ γελίου θὰ ἀπολαμθάνουν καὶ 9ὰ γεύωνται μεγάλης χαρᾶ: 9δὰ ἐξασφαλίσῃ δέ ἡ τοιαυτί προσπάθεια τὴν εἰρήνην τῇ’ συνειδήσεως καὶ ἕνας ἕκαστος ἡμῶν θὰ δύναται νὰ ἔπανα λαμθάνῃ τὸ ὅτι καὶ ἐμοὶ ἐδό θη ἡ χάρις αὕτη ἐν τοῖς ἔθνε σιν εὐαγγελίσασθαι τὸν νε τιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Ἆρι στοῦ». Α. Σ. ΣΤΟΧΛΣΜΟΙ --. Εὰν γανεὶς δὲν τρέφει τοὺς γονεῖς του, εἶναι ἄτιμος. 9 Γ ΄ Λογαῖον οἠτόν. ω αχ -. : --- Ὅποιος ἐνίκησε τὸν ἑαυτὸν ου, δὲν φοθᾶται τοὺς ἄλλους. του, ὃ θᾶτ ς ἄλλους Ἀ[πούαυν. Η ΧΛΡΤΙΝΗ ΑΓΧΟΙΗ Ἰνκφραστικώτατος εἶναι ὁ χαραλτηρισμός, μὲ τὺν ὑποῖον προσφυέστάτα ἐτιτλυφορήθη ἡ ὁ- λεθρία συνήθεια τῆς χαυτοπαϊξι- ας. Δὲν ὑμιλοῦμεν διτό, τοὺς Παιῶ- νας τῶν «καζίνων» σχαὶ γαύὐτοπαι Ἀτικῶν λεσχῶν, παῦ παταντυῖν Ὀλιθερὰ Ὀύματα τοῦ χαοτόπαιἍτι- κοῦ πάθους χαὶ χάνουν καὶ αὐτὸ αὐτὸς τὸ σα»κάχι των ἀχόμη εἰς τὴν πρασίνην τράπεξαν. Ομμοῦμεν διὰ. τοὺς ἐπιπολαίους χαρτοπαι- πτας τῶν σαλονίων. ποὺ θεωσοῦν ἀθώαν ἀπασχόλῆσιν τὸ γαρτοπαί- γγιον μὲ εὐτελῆ ποσά. (Εΐνω ἆ ρά γε πάντοτε εὐτελῆτ) Τὸ χαρτυπαί-νιον σιγὰ-σινὰ οί: γεται πάθος. Καὶ εἶναι φαθερῖα' νὰ μαδητεύῃ. καὶ νὰ Ὀητεύῃ χα γεὶς εἷς αὐτὸ μέσα ες αὐτὸ τὸ σπίτι του. Ποὺς Οεοῦἳ. ΜΠ δέγεσης τὴν ἀμγχύνην αὐτὴν εἷς τὰ σαίτια σης. ἁπαπητοί, Ἠΐναι ἀνυπυλόγισται αἱ συγέπειαι ποὺ ἠμπουεῖ νὰ που: ἔλῆουν ἀπὸ τὰ δῆδεν ἁθώα γαῦ τιά, καὶ διαλύσεις οἰρονοπενειῶν. Τὰ γαοτιὰ γίνονται. πο) άνις ἀγχόναι ποαν ματια... ΣΑΙΛΡΕΙΓΣ ΕΛΛΗΝΗΗ Τοῦ κ. -. «Ἑν Αὐ:ῷ γὰρ ζῶμεν καὶ «κ ούµεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καὶ τινες τῶν καθ ὑμᾶς ποιητόὶ εἰρώκασι». ἸΙαὶ ἡμεῖς οἱ ἄν θρωποι ζῶμεν. κινούµεθα καὶ ὑπάρχομεν µέσα εἰς τὸ πιευ: µα τοῦ Θ5οῦ, ὅπως τὸ εἶπο᾽ καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ποιητας σας. 'Εδῶ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλας δονεῖ τὴν μᾶλλον εὐαίσθητο' χορδὴν τῆς ψωχῆς τῶν Α9. ναίων. Ὡς νὰ ἔλεγε πρὸς αὖ τούς: «Αὐτὰ ὅπου σᾶς λέγω δὲν εἶναι διὰ σᾶς Σένα καὶ πα ράδοξα, ἀφοῦ τὰ εἶπον καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ποιητα» σας». «Τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν-. Ἠτοι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα γένος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πλάτων εἶπεν: «Ἡ ψυχἠ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι: µέρος τῆς Θεότητος». Παι ὁ Απόστολος Ι{αῦλος ἔγραφεν, «Οὐις οἴδατε ὅτι ναος ΘΌεου ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν» (Α΄ ἸΚορινθ. 3, 16). «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ, οὐκ ὀφείλομεν νοµιζειν χρυσῷ, άργυρῳ, 1 λἰθῷ, αγγλ. µατι τεχνής και ενυυµησεως ἀνθρώπου τὸ Θείον Ειναι ὃ: µοιον.» Καὶ ἀφοῦ εἴμεθα Γέ- νος τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει να νοµίζωμεν ὅτι ὁ Θεὸς ὁμοιά ζει μὲ χρυσόν, ἢ ἄργυρον, Ἡ πολυτιµον λίθον ἡ μὲ ἄγαλμα καὶ ὁμοίωμα ἀνθρώπου. «Τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδων ὁ Θεός καὶ νῦν παραγγέλλει τοῖς ἀν- θρώποις πᾶσι πανταχοῦ µετα νοεῖν, διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ἣ μέλλει κρίνειν τὴν Οἰκουμέ νην ἐν δικαιοσύνη, ἐν ἀνδρ ὦ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶ σιν ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νε κρῶν» Διὰ τὰ σφάλματα καὶ ἐγ κλήµατα τῶν ἀνθρώπων, οἵτι νες ἔζησαν πρὸ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεὸς θὰ Φανῇ ἐπιεικής. Καὶ ὁ Χρ:στὸς εἶπεν «Εἰ μὴ ἦλθοι καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ εἴἶ χον, νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔ χουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας». Αλ- λὰ. σήμερον παραγγέλλει εἰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους νὰ µ: τανοοῦν διότι ἔστησεν ἡμέ ραν κατὰ τὴν ὁποίαν μέλλει νό κρίνῃ τὸν κόσμον δικαιοσύ ῃ καὶ κρ'τὺς θὰ εἶναι Εκεῖ ος. ἤτο'ι ὁ Κύριος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς ἀνέστησεν ἐὶ νεκρῶν, παρασχῶν περὶ τοῦ- του πᾶσαν θεθαίωσ:ν. ὄψ Ἐν «᾿Ακούσαντες δὲ ᾽᾿Ανάστασιν νεκρῶν, οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον ὀκουσόμεθά οσο: πάλιν περὶ τούτων. Καὶ οὕτως ὃ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ με σου αὐτῶν.» ᾿ἘΕχλεύαζον τὀ: Απόστολον Παῦλον οἱ ᾿Ἔπι- κούρειοι, οἱ ὁποῖοι ὅπως καὶ οἱ σημερινοὶ ὑλ'.σταὶ νομίζουν ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊοδεσίαν ᾿Αοιῦμι {4} 0) Χιοςετεῦντες: Ἑεώσγιος εώσγίου ἐκ Βαθωαί- ων ἐτῶν 09 γαὶ Τούλα Γεωσγίων ἐν ΠὩαρωσίων ἐτῶν 50. Υἱοξετεύμµενεν: -- κ -- Τωάννα ἐν Παυωσίων ἔτῶν 1. Οἱονδήποτε πρόσωπον γνγωαίζον ἔνστασιν διὰ τὴν ὡς ἄνω Τζυῦε- παν, παλεῖται νὰ ὑποθάλῃ ταύτην ὀγηυάφως ποὺς τὸν ᾿Λοχιεπίσκο πον, ἀναγοάφον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστάσεως, ἐντὸτ δεχαπέντι (159). ἡμεπῶν ἀπὸ τῆς σήερον. τμ , - » Εν Γαρωσίοις τῇ Ὅκη Φκὂυονα ρτοῦν Τ051. ἁ το κοιρετᾶ την ΑΠ. τὸ Κωνσιοντῖνον κατὰ τιν ἆ ὠικὂσχεν παρ΄στησων εἲς τον μεναλοπρεπῆ 29ρ- πόλεως, τῆς ΦΙΛΗΣΗΦΙΗ ΗΛΙ ΧΣΤΙΛΝΗΙΗ ΠΒΙΠΗ Ν. Γ,. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, ᾿Ιατροῦ ὅτι ὅψ στος σκοπὸς τῆς άἀνθρω πίνης ζωῆς εἶναι ἡ ἡδονή. “Αλ- λοι ὅμως ἐκ τῶν ᾿Αθηναίων ἴπον θὰ έλθωμεν πάλιν νὰ σὲ (οὔσωμεν, Ιαὶ ὁ Παῦλος ἆ- πηλῦον ἐκ τοῦ µέοου αὐτῶν. Καὶ ὅμως τὸ κἠρυ-μα τοῦ Αποστόλου Παύλου δὲν ἀπέ- ὃῃ ἐπὶ. µαταίῳ. «Τινὲς δὲ ἄν- ὂρες κληθέντες αὐτῷ ἐπίστευ: σαν, ἐν οις Δ'ονύσιος ὁ ᾿Αρε- οπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι λάμαρις καὶ ἕτερο:. σὺν αὐ οῖσιν Μέγα τὸ γεγονὸς ἐκ τοί κηρύγματος τοῦ Παύλου. Ὁ δικαστὴς τοῦ ᾿Αρείου Πάγοι' Διονύσιος ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστόν, νειόµενος καὶ ὁ πρῶτας ᾿Επίσκοπος τῆς πό λεως τῶν ᾿Αθηνῶν. Συνχρό κως μαζὺ μὲ ἄλλους ἐπίστευσε καὶ µία γυνὴ ὀνομαζομένη Δάμαρ-ς. Δὲν γνωρίζομέν τ' τὸ ἰδιαίτερον δ.ὰ τὴν γυναῖκσ αὐτήν. Διὰ νὰ ἀναφέοσται ὅ µως τὸ ὄνομά της, π'θανῶς νὰ Άτο σημαῖνον πρόσοπον, Καὶ τώρα ἂς ἴδωμτν καὶ τὴν ᾿Πθικὴν κατάσ--σιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκέτο τότε Ἡ Ρωμαϊκὴ Κοινωνία. Πρὸς τοῦ- το θὰ ἀναγνώσωμεν µίαν πξρι- κοπὴν ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπ στολὴν τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, Κεφάλαιον Α΄’. (Ἔπτται τὸ τέλος) ΧΡΥΣΟΥΣ ΜΩΝ 1} ΧΕΗΙΜΙΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΝΣ | ΤΡΕΙΣ ΕΡΛΡΧΛΙ, ΠΡΩΤΕΡΓΛΙΝΙ ΤΟΥ ΛΡΥΛΙΘΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ] ΚΙ ΧΡΙΣΤΙΜΙΚΥ ΠΟΝΤΣΜΜΗ ἁτόστηι καὶ ἱερεσώνται τῆς γκὶ γχριστιανικης Αρχαίας Ἀληνικῆς σ εφίας αρετῖις Ὑπὸ τοῦ κ. ΟΜΗΡΟΥ Β΄ (Τελευταϊῖον) Ἀιάδυγος τοῦ Ε οηγορίου ἐπὶ το Οούνου. Ἰνων ᾿Αογιεπισκυπικοῦ μιτὰ τὺν δὲ ἐνο υπο εσας Σταντ ην τεν ὁ υπέροχος τος ἁτάωιον, ὑπῆν τῆς εν νὔονσης Ἆαι ἄριστος (α- Μισῆς τοῦ Ἀιθανίυυ. ζωάννης οὐ Χωνσύστωιως, ὅστις µετά αμπρόλ χ πάσης απυφγῶς εν τῇ Εμ κ)η: ἸΑντιυγείος δοασιν, περι Ότο, κὐινη ὀηφο ελήήον χαὶ Καοῦ καὶ συναινέσει (οὔ Αἰτοπράτορος ᾿Αοκαδίου εξε λέγη. Γἰατοιάρχης Κωνσταντινου πόλεως. Ὁ) ερὺς Χουσόστυµος ὡς Θευπρόθλητος ΜΗ ατριάρχης Ιὠγ- σταντινυυπόλεως ἔχων πάντα το πουσόντα διὰ τὴν ἐπαξίαν ἐπιτέ λεσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ πάθη κύντων, μὲ εὐρὺ πρόγοαμμα δρά σεως ποιμάντιχῆσε καὶ ἐμφορου µενος μὲ ὑψηλὰς ἰδέας καὶ ἀρχάς μεγάλως εἰργάσῦη ὑπὲρ τῆς έξυ φώσεως, τοῦ 1Ιατριαρχείου. Φρο τῶν ὃ Ἱερος Ἀρνυσύστομος αδι στάκτως, ὅτι αἴτιον πάντων τῶν χωνῶν ἦτο ἡ ἄγνοια τῆς Ἁγίαι 1 ραφῆς, συγέστησε Ψδεομόύτατα τηλ ἀνάγνωσιν τῶν Ἁγίων Γοαφῶν. προέθη δὲ καὶ ὁ ἴδτος εἰς τὴν ἓρ µηνείαν τούτων. Ἑὺ κήρυγμα τοι Θείου λόγου δεωρῶν ὡς οὐσιώδες εἷς τὴν πονιαντικὴν αὐτοῦ. διαχο γίαν, κατέστησε τοῦτο ὡς τὸ κύ ριον αὐτοῦ μέλημα. Ὡμιλει καῦ ἑκάστην ἡμέραν, ἐνίοτε δὲ πα δις τῆς ἡμέρας, λυπούµενος. ὅτ δὲν ἠδύνατο καὶ κατὰ τὴν γύντι νὰ, διδάσκῃ. Ἡ πεῖρα ὅμως μᾶ: διδάσνει, ὅτι ὃ ἀναλαμθάνων νι διορθώσῃ τὰ Πδη τῆς κοινωνίας” διὰ τῆς ἐλεγκτικῆς θαχτησίας Υε νικῶς προκαλεῖ τὴν ἐχθρότητα τῶν ἐπ αὐτοῦ ἐλεγχομένων. ο. Χου σόστοµος δὲν ὠμοίαξε μὲ τὸν εἶ ρηνικὺν Τ ρηγόριον. Ἐκέχκτητο τὴ τόλκην, καὶ τὴν παρτερίαν, τηλ ἀπαραίτητον εἰς πάντα ἄνδρωποί χειριζόµενον τὰ δημόσια ποάγµα τα. Συγώμοσαν λοιπὺν ἐναντίον οὐ τοῦ οἱ μοναχοί, οἳ Ἱερεῖ-, οἱ Ας χιερεῖς, γενιχῶς ὅσοι ἦσαν δυση οεστηµένοι κατ᾽ αὐτοῦ μηδὲ τῆ: Ἀθποχοατείρας Εὐδοξίας ἐξαιρου µένης. Καὶ κατώρδωσαν μὲν πάν τες διὰ τῆς κοινῆς συιµαχίας, ἆ φοῦ. μετῆλθον πᾶσαν ἀνομίαν, γὲ ἀπελανῃ τῆς Κωνσταντινουπόλε ως ὃ Χρυσόστομος ὁ ἐλεγατὴς τῶλ πι τῆς ἆ τέλη του ! ΕΚΚΔΗΣΙΟΔΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ | ΠΜ ΜΜ ΤΝ ΠΗΙΜΙΙ Τὴ τοῦ κ. Α. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Γ΄ (Τελευταῖον) μας : Πρέπει Ἡ Ἐκκλησία - ν ἝἛλληνας νά ἀλήθεια ὁ κάθε νοιώθη ὑπερηφάνεια κι ξὺ γνωμοσύνη αἰώνια για τὴν Εκκλησία του. Στὴν ἀκμῆ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορί: ας, τῆς δόξης καὶ τοῦ ΜΕΥΠ- λείου τῆς πατρίδος κατά τὸν Μεσαίωνα, ἡ ᾿Εκκλησία µας στάθηκε θοηθὸς καὶ συνερΥα της τοῦ κράτους. Τὸ θοήθησ: Δ . καὶ στὸ πόλεμο καὶ στὴν εἰ- ρήνη,.., ο Τὰ ὀνόματα τοῦ πρωταγω: νιστῃ τῆς ἄμυνας τῆς Κων: σταντινουπόλεως ἐναντίον τῶν Αθάρων τὸ 626 μ.Χ. Πατριαρ: χη Σέργιου καὶ τοῦ ὑπερασπι: στοῦ τῆς Πτολεμαῖδος τῆς Κυρήνης τὸν 2ον αἰῶνα ΄Ἔπι σκόπου Συνεσίου ἀσφαλῶς θά εἶναι σ᾿ ὅλους γνωστά. ὍὉ Συνέσιος μάλιστα, παρ᾽ ὅλη τὴν. ἀπασχόλησί του μὲ τὴν φιλοσοφία, κάθε φορὰ ποὺ ἢ πατρίδα του εὑρίσκετο σε Κιν” δυνο ἀντάλλασε τὴν πατερίτσα μὲ τὸ ξίφος κι’ ἐγίνετο ὅ ἀρχη- γὸς τῆς ἄμυνας καὶ ἐἔμπνευ- στὴς τῆς ἐλευθερίας τῆς Ίυ- ρήνης. Κι’ ἀπὸ τότε πάντα Ἡ Ἐκκλησία θοήθησε τὸ κράτος στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες. Στὸ εἰρηνικὸ πάλι πεδίο ἡ δράσῃ τῆς ᾿Εκκλησίας µας ὑπῆΏρξε ἀξιοθαύμαστη. Παράλ- ληλα πρὸς τὴν κοινωνική τῆς δράση ποὺ ἔγινε παροιμιώδης. ἀνέπτυξε μιὰ θαυμαστὴ ἐπι στημονικὴ δράση. Κληρικοὶ κατώτεροι κι’ ἀνώτεροι, ἅ: πλοὶ μοναχοί, ἱερεῖς, ἐπίσκο: ποι καὶ πατριάρχαι ἀσχολή- θησαν μὲ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐπιστήμης. Ἡ φιλοσοφία ἡ φιλολογία, ἡ ἄστρονομία, ἡ φαρμακευτικὴ κι’ ἰατρικὴ καλλιεργήθηκαν κι ἀναπτύ- χθηκαν συστηµατικἁἀ ἀπὸ τὴν Εκκλησία µας. Τὰ πρῶτα ιο σοκομεῖα. τὴ διοργάνωση τῶν ὁποίων θὰ ζήλευαν καὶ τὰ κα- λύτερα σημερινὰ, ὀργανώθη- καν ἀπὸ τὴν Εκκλησία µας. Ἀληρικοί, καλόγεροι καὶ κα: λογριὲς ἦταν γιατροὶ καὶ νο- σοκόµοι. Μὰ κι ἀργότερα στὸν και ρὀὸ τῆς τούρκικης σκλαθιᾶς κληρικοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ φώ: τισαν τὸ γένος καὶ τοῦ γιώρι- σαν τὶς προόδους τῆς φυσικῆς ἀπιστήμης. Ὁ Εὐγένιος Βούλ- γαρις κι ὁ ᾿Αθανάσιος Ψαλί- δας, κληρικοὶ κι’ οἱ δυό, διευ- θωντὴς ὁ πρῶτος τῆς ᾿Αθωνι- άδος 2 χολῆς καὶ τῆς Σχολῆς τῶν Ιωαννίνων ὁ δεύτερος, µόχθησαν πολὺ γιὰ νὰ φέρου: σ' ἐπαφὴ τὸν Ἑλληνικὸ λαὸ μὲ τὴ νεώτερη ἐπιστημονικὴ πρόοδο καὶ τὴ φιλοσοφία τῆ: Εὐρώπης. Πῶς ἐξ ἄλλου μποροῦμε νὰ ξεχάσουμε δυὸ µεγάλες Σχο λὲς ποὺ ἵδρυσε ἡ ᾿Εκκλησία μας γιά τὴ µόρφώση τοῦ Ἓλ- ληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴ πρόοδο του, τὴν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ στὴν Κωνσταντινούπο λη καὶ τὴν ἐξίσου περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ Σμύρνης: ᾿Αναρίθμητα εἶναι τὰ σχολεῖς ποὺ ἱδρύθηκαν ἀπὸ τὴν ἘἜ.κ- κλησία σ᾿ ὅλο τὸν Ελληνισμό κ ἡ Κυπριακὴ ᾿Εκκλησίο δὲν ὑστέρησε στὸν τοµέα αὖ- τὀ. Δύο µόνο θὰ ἀναφέρουμε σχολεῖα ἱδρυμένα τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας τὸ ἕνα ἆ- πὸ τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπο στὴ Λευκωσία καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιτίου στὴ Λάρνακα, ποὺ ἐξελίχθηκαν σὲ δυὸ µεγάλα καὶ λαμπρά ἐκ- παιδευτήρια μὲ τὴν συµπαρά- σταση τῆς ᾿Εκκλησία µας. Τὸ Παγκόπριο Γυμνάσιο στὴ Λευ- κωὠωσία καὶ τὸ Παγκύπριο Ἔμ- πορικὸ Λύκειο στὴ Λάρνακα. Δὲν εἶναι ὅμως µόνο τὰ δύο αὐτὰ σχολεῖα ποὺ ἵδρυσε ἡ Ἐκκλησία µας. ᾿Ανέφερα τὰ δυωὸ αὐτὰ γιατὶ εἶναι τὰ πιὸ ἀρχαῖα. Σήµερα ἀκόμη ἡ Ἐκ- κλησία µας γιὰ νὰ θοηθήση τὴ πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ λαοῦ µας χορηγεῖ ἑκατοντά- δες ὑποτροφίες σὲ μαθητὲς τῶν Σχολείων Μέσης Παιδεί- ας καὶ θοηθεῖ οἰκονομικῶς τὰ κοινοτικά µας σχολεῖα. Μή- πως μποροῦν νὰ δείξουν µιὰ τέτοια δράση οἱ ἐχθροὶ τῆς Εκκλησίας µας ᾿Αναμϕισθή- τητα ὄχι. Αὐτοὶ µόνο τὴν ἐκ- µετάλλευση τοῦ λαοῦ ἐπιδώ- κοὺν κι ὄχι τὴν προστασία τῶν συµφερόντων του. Σὰν νὰ ἐπεκτάθηκε ὅμως, κάπως, τὸ ἄρθρο µας. Θίξα- μεν σ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀπὸ τὰ 6α- σικὰ θέµατα ποὺ ἀποσχολοῦν τὴ. σημµερινὴ πραγματικότητα. Βέδαια ἡ ἀπασχόληση μ᾿ αὖ- τὰ στὸ σημερινό µας σηµείω- μα ἔγινε πολὺ γενικά. .. Ἴσως μᾶς δοθῆ καὶ πάλι ᾗ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθοῦμε ἐκτενέστερα πάνω στὰ θέµατα αὐτὰ γιὰ νὰ γνωρίσῃη ὁ λαὸς ποὺ θρίσκεται ἡ ἀλήθεια καὶ γιὰ νὰ µπορῇ κι αὐτὸς κατό- πι νὰ δίδῃ ὀρθὲς ἀπαντήσεις καὶ νὰ ἀντικρούῃ ἀποστομωτι- κἁἀ κάθε ἀντίρρηση καὶ κα- τηγορία τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας. Α. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ή λα 21811, Δικηγέρου, πράξεων των, ἀλλὰ ἐνωρίς ἡ χα, πυῦυγος ἐκείνη σπεῖρα κατὰ τυῦ ἱεροῦ. Ἀρυσοστόμου ἀνετφάπη, καὶ κατ) ἀπαίτησιν τοῦ ἐπαναστατή- σαντος καὶ εἰς αὐτὸν ἀφωσιωμέ. γου ᾿λαοῦ ἐπανγηλδεν ἓν θριάµθῳ ἀποχατασταδεὶς καὶ πάλιν εἰς τὴν ὑπὺ. τοῦ. Θεοῦ. ταχθεῖσαν δέσιν του, ἐπαναλαθών μετὰ πολὺ μεγα- λυτέρου ἢ πρότερον Σήλου τὸ ἀνα. πουφωτιχὸν αὐτοῦ κήτνγµα. 11ὴν ἀτυχῶς ὅμως ὅτι συµ- ὔαΐνει δι’. ὅλους τοὺς μεγάλους ἄνδρας, οἳ ὁποῖοι εὐεργετοῦν τὴν ἀνθρωπότητα ἀδιαιοροῦντες διὰ τοὺς κινδύνους, τὸ ἴδιον συγέθῃ καὶ μὲ τὸν ἱερὺν Ἀρυσόστομον, ὁ ὑποῖος ἐξωρίσθη εἷς τὺ τέλος ὑπὸ τῆς Βασιλίσσης Εὐδοξίας, διότι αὐδεμίαν ἀνεχόμενος παφεκτροπὴν προσθάλλουσαν καιρίως τὴν χρι- στιανικὴν εὐσέθειαν, πκατεκεραί- νωσε τὴν Εὐδοξίαν διὰ τῶν ὅπε. ρόχων ἸΧαυστικῶν κηρυγμάτων τοι). Τὴν ὁριστικὴν οῆξιν του μὲ τὴν Βασίλισσαν Εὐδοξίαν ἐπηκολούδη- πεν ἡ ἐξορία του εἰς Κουχουσὸν τῆς ᾿Αομενίας, ὅπου ἀνεμδιηγή- τους ὑπέστη ταλαιπωρίας ἕως ὅτου φὐάσει ἐχεῖ. ᾿Αλλὰ γαὶ εἰς τὴν ἐξορίαν εὐρισκόμενος ὃ μέγας οὗτος τῆς ᾿Ορῦοδοξίας “Ἱεράρχης δὲν ἠσύχαδεν ἀλλ ἠγωνίζετο τὸν Ζαλὺν ἀγῶνα τῆς πίστεως. Ἐξέ- κάνσεν οὕτω τὸν φΏόνον καὶ τὴν ἔχθραν τῶν πολεμίων αὐτοῦ, τού- του. δὲ ἕνεκα διετάχθη Ἡ µετα- φορὰ αὐτοῦ εἰς χείρονα ἑἐξορίαν, εἰς τὴν περὶ τὴν ΤΠιτυοῦντα ἔρη: μον. Δὲν ἐπρόφῦασε ὅμως νὰ µε- ταθῇ μέχρις ἐκεῖ, διότι ὑπὸ ἆπε- ριγράπτων Χακουχιῶν καὶ ταλαι- πωριῶν καταληθεὶς ἀπέθβανε νο καλο, ὦ ο. : καθ ὅὃδὺν ἔντινι ναϊδρίῳ τοῦ 'Αγίου Βασιλίσκου, μετὰ ὃερ- μὴν προσευχὴν, ἐπειπὼν τὴν χρυ- σὴν οῆσιν ἔκείνην: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν τὴν 14ην Σεπτεμθρίου τοῦ 401, μετὰ τριῶν ἐτῶν καὶ τεσσάρων μηνῶν ἐξο- ρίαν». Τὴν τριάδα ταύτην τῶν διαπρε- πῶν “Ἱεραρχῶν προσφυέστατα καὶ δικαιότατα ἡ Εκκλησιαστική Μοῦ- σα ἡὑμνεῖ ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἐξάρσει ἀποκαλοῦσα μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐγκωμίων Φωστῆρας µεγίστους τοὺς τρεῖς μεγάλους «Ἱεράρχας, Βασίλειον τὺν ἔνῦθεον νοῦν, Τρη- γόριον τὴν δείαν φωνήν, καὶ Χου: σόστοµον τὸν παγκόσµιον λαμπτῆ- ρα. Σήµερον, παρ ὕλον τὸ πέρα- σµα τόσων αἰώνων, οἱ τρεῖς Φω- στῆρες τῆς τρισηλίου Ὀεότητο: παραμένουν φωπεινὰ μετέωρα, καὶ φωτίζουν ὁλόκληρον τὴν Οἰἴκου- μένην. Ἕνας 1 άλλος κοιτικὺς εἷς γραµµα του γοάφει τὰ ἑξῆς σχ5- τικῶς μὲ τὴν περίοδον ποὺ ἔξη- σαν οἱ τρεῖς μεγάλοι αὐτοὶ Φω- στῆρες: «Ἡ ἐποχὴ αὕτη εἶναι ἡ Μεγάλη ἐποχὴ τῆς ἀρχετύπου Ἐκ- χλησίας καὶ ὃ χοιυσοῦς αἰὼν τῆς Κοιστιανικῆς Φιλολογίας». Ὅταν ἡ Ἑλληνωὴ Τοαμµατο- λογία ἤρχισε νὰ πέµπῃ τὴν ἐσχά- την λάμψιν σθυσµένης φλογός, τότε, ὣς γοάφει ἡμέτερος ἓν τῷ Ἠθνικῷ Πανεπιστηµίῳ Καδηγη- τής, προσελθοῦσα ἡ “Ἱλληνικὴ γοιστιανικὴ Τραιµατολογία ἔχο- ρήγησεν αὐτὴ γέαν λάμψιν καὶ ζωὴν ἐπιχύσασα ἔλαιον καδαρόν. ἔλαιον ἁγγόν, ἔλαιον διαυγές, τὸ ἅλαιον τῆς Χοιστιανικῆς πίστεως γαὶ ἠδιωῆς. Οὕτω δὲ ἐπῆλθδε τὸ εὐφρόσυνον γεγογὸς τῆς ἀἆδελφο- ποιήσεως ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ καὶ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ. Ὢ χοιστια- γυσμὸς καὶ ὁ Ἑλληνισμὺς τώρα συμφιλιώνονται καὶ συιμαχοῦσιν εἰς ἀγῶνα δυσκολώτατον ἀλλὰ καὶ ἐνδοξότατον. Συγάπτεται κα τὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Τοιῶν Ἱεραρ- κχῶν µεγάλη μάχη μεταξὺ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ὕλης. Ἡ τὸ ΘΟεῖον Ὠρέφας τῆς Βη- Ὀλεὲμ θὰ ἐνίκα, Ἡ οἱ ἴσχυροὶ τῆς γῆς Αὐτοκράτορες. Ἱκατὰ δείαν ὅμως πρόνοιαν εἷς τὴν μεγάλην ταύτην πάλην ἀναπαίνονται τὰ σοφώτερα πνεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ μεγάλοι ρήτορε-, οἳ ἀνίκητοι ἀπολογηταί, οἱ ἃεῖοι μυ- σταγωγοί τῆς λατρείας, οἳ Όερ- µότεροι εἷς τὴν πίστιν, οἳ µέχρι Ὀανάτοι. δωρραλέοι. Ἰοιιένες, οὗ τρεῖ Φωστῆρες ΕΟΑΣΙΛΕΙΟΣ ὁ ΜΠΗΓΑΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ὁ ΘΕ- ΟΛΟΡΟΣ, καὶ ΙΩΑΝΝΗΣ ὁ ΧΡΥΣΟΣΤΟΝΜΟΣ. Ἐικεῖνο χυρίως, ποὺ εἶναι ἀξιο- σηµείωτον διὰ τοὺς Τοεῖς 'Τε- ράρχας, εἶναι τὸ ἀδιαφιλονείκ- τον γεγονὺς, ὅτι ὕσον περισσότε- ρον οὗτοι ἐμορφώνοντο. τόπον πε- ρἰσσότερον εὐσεθεῖς ἐγένωντο, καὶ ἀνεχάλυπτον παντοῦ. τί παρου- σίαν τῆς Θείας σοφίας. Καὶ οἵ- τω, ἐπιθεθαιοῦται τὸ ὑπὺ τοῦ Φι- λοσύφου λεχθὲν, ὅτι: «ΙΤ ἡμιμά- θεια, μᾶς ἀπυομαπρύνει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἑνῷ ἢ ἁληδῆς Επιστήμη μᾶς ὀδηγεῖ πρὸς τὸν Θεόν». Οἱ Τρεῖς ᾿Ἱεράρχαι, ἀνέπτυξαν μὲ τὸν. πλέον ἁρμονικὸν τρόπον τὲς τάσεις, καὶ τοὺς πόδους τοῦ ἀν- Βρώπου ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀηλαδή, τὴν. διανοητικὴν ἀνά- πτυξιν, χαὶ ἠδικὴν τελειοποίησιν. ἈΠεγάλως συνέδαλεν εἲς τὴν εὖὐό- δωσιν τοῦ. ὑπερύγου καὶ ὑφηλοῦ αὐτῶν. ἔργου, ὁ απλοῦτος τῆς ἆρ- χαΐας Ἑλληνικῆς σοφίας τὸν ὃ- τοῖον απλονσιοπαρόχως χατεῖχον. Οἱ τοεῖς “Ἱεράσγωι σὰν μέλισ- σες τοῦ Υμηττοῦ εἶχον μαζεύσει µέσα στὴν κυμέλην τοῦ. Ἀριστια- χισμυῦ. τὲς αἰδβέριες εὐωδίες καὶ σύγ- σελίδα) Ἀυνέχεια εἲς τὴν γ΄ ΤΕΤΑΡΊΤΗ 1 Μαρτίου, 1. Α. ΟΚΟΝΙΝ ΙΑ. ΚΛΗΛΙΑ ΤΗΣ ΒΑΙΛΗΛ 3υον Εἴχε κάποτε μ.ά θαυμάσια ἐνορία στὴν παρα ο σλασσιο λουτρόπολη τοῦ Ἠστκλιφ, µ εἶχε } γίνει τόσο ἀνωπόφορος, ποὺ πολλᾶς σημαντικὲς προ: σωπικότητες τοῦ τόπου εἴκαν ζητήσει ἀπ᾿ τὸν ᾿Επίσκοπο ιἀ τὸν ἀντικαταστήσει. Τὸ ἐπει- σόδιο αὐτό, ποὺ στὴν ἀρχὴ τὸν εἶχε πολὺ πικράνει, εἶχε καταλήξει νὰ πάρει στὰ µάτια του τὴ μορφὴ μιᾶς προσωπι- κῆς θυσίας. Εἶχε συνηθίσει νά λέει, καρτερικά: «Μὲ τὴν ἴδια μου τὴ θέληση, ἔγινα ἀπὸ δήμαρχος κλητήρας.,. Μὰ 6 τε ῆταν ὁ καλὸς καιρός.. Ἡ μὶς Κάφερτυ, μαγείρας. σα καὶ οἰκονόμα του, ἦταν ἡ µόνη ποὺ τοῦχε μείνει πιστή. Τὸν ὑπηρετοῦσε χρόνια καὶ χρόνια. Τὸν καταλάθαινε, ἢ- ταν φτιαγμένη στὸ ἴδιο κα- λούπι μ’ αὐτόν. ᾽Απαντεῦσε στὶς προσθολές του μὲ ἀνάλο γΥο τόνο. Σεθόταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Οταν ὁ ἐφημέριος πήγαινε νὰ κάνει τὶς ἐτήσιες διακοπὲς του --ἔξη θδομά: δες -- στὸ Χάρογκαιητ, τῆς ἔδινε τὴν ἄδεια νὰ πάει κ᾿ ἑ- κείνη στὸ σπίτι της. Σ τὶς προσωπικὲς του συνή- θειες, ὁ Κέζερ δὲν εἶχε καμμιὰ εὐγένεια. Τὸ θαρύ του θῆμα ἔκανε τὸ δωμάτιό του νὰ τρέ: μει. ᾽Ανοιγόκλεινε δυνατά τήν πόρτα τοῦ μοναδικοῦ ἀποχω- ρητηρίου. Τὸ παλιὸ σπιτάκι σάλευε ὁλόκληρο στὸ πέρα- σµά του. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάδει εἷ- χε περιορίσει τὴ θρησκεία σ ἕναν κενὸ τύπο, χωρὶς κανέ- να πνευματικὸ περιεχόµενο καὶ καμμιὰ ἑλαστικότητα. «Θὰ τὸ κάνεις, ἀλλιῶς ὁ Θεὸς θὰ σὲ καταραστεῖ!» -- ἡ φράση αὐτὴ ἦταν χαραγμένη στὴν καρὸ.ά του. Ὑπῆρχαν µερικἀ πράµατα ποὺ ἔπρεπε νὰ γί- ΟΙ (δυγέχεια ἐκ τῆς 6’ ΤΡΕΙΣ οελίδο) {ο τὺ νέκταρ τῆς ᾿Αττικῆς. Ώξαρε- τικὴν ἰδιαιτέρως εἶχον φήµην εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν λληνικῶν Γραμμάτων. Ἐκ νεαρᾶς μμ ίας µορφωδέντες ἐν 1Ταιδείᾳ καὶ ἴνου- δεσίᾳ Κυοίου, καὶ σπουδάσαντες πᾶσαν µάδησιν Θείων καὶ ἀνθρω- πίνην, ἀπέθησαν οἱ πραγματικοὶ ἐκπρόσωποι τῶν ἑλληνικῶν γραμ- µάτων. Μελετηταὶ τῶν ἀρχείων συγγοαµµάτων, τοῦ 'Ὀμήρου, Ἰ σιόδου, Αἰσχύλου, Σοφοκλέους, Εὐοιπίδου καὶ Πλάτωνος, ἐδεώ- ϱουν τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πφοανα φερθέντων συγγραμμάτων ὡς ᾱ- ναγκαίαν προπαιδείαν διὰ τήν ὁψ θὴν κατανόησιν τῆς θαθυτέρας σοφίας τῆς 'Ἁγίας Γραφῆς. ο Μέγας Βασίλειος στὴν παραίἰνεσίν Του πρὸς τοὺς νέους παροµοιάξε τὴν οὐσίαν τῆς Χριστιανικῆ- Όρη σνεα- καρπὀν, τὴν δὲ Ἑλληνι- κἢν. γλῶσσαν καὶ τὰ ἀριστουργή- ματα τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας μὲ φύλλα προφυλάσσοντα καὶ δια: ποσμοῦντα τὸν καρπὀν. Ἰκαὶ οἳ τρεῖς Μ. “Ἱεράργαι συνιστοῦν θερ μῶς στὴν Ἀχοιστιανικὴν Νεολαί αν τὴν διαακῆ ἀνάγνωσιν καὶ µε λέτην τῶν Ἑλλήνων Συγγραφέων ὡς ὠφελυμωτάτην διὰ τὴν μόσφω- σιν, τὸν νοῦν, καὶ τὴν διόπλασι» τῶν ἠδῶν. Οἱ τρεῖς 'Ἱεράοχανι εἰργάσθησαλ ἠπερανθρώπως διὰ τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ Χωιστιανισμοῦ καὶ τοῦ ἄν χαίου Ἠλληνικοῦ. πολιτισμοῦ. Χοιστιανικὴ Οωησχεία παρέλαθεν ἤδη ἀπὺ τὸν Ελληνισιὸν τὴ γλῶσσαν, τὴν οητορικὴν, καὶ τὴν Φφιλοσοφίαν, καὶ οὕτω μὲ τὴν ἐ παφήν της ἡ Κοιστιανικὴ Όρη σκεία τὸ τὸν λληνισμόν, ἄνα ζωογονεῖ τοῦτον καὶ τὸν ἐμασνί ζει ὡς νέον Βλληνικὺν πολιτι- σιόν, μὲ τὸ ἀρχαῖον μὲν. αὐτοῦ ἔνδτντα, ἀλλὰ τελείως πὲ γέον πνεῦ τὸ Νυιστιανικὺν. πνεύμα Καὶ οὕτω, ἐνώνονται εἷς τὴν γέαν { ω ια κὴν πρωτ:ύουσαν τὴν Κωνσταντινούπολιν, δύο µεγάλαι δυνάμεις, δύο μεγάλοι πολιτισμοί. ὁ Ελληνυὺς καὶ ὃ γοιστ'ανικότ. στὴν γοιστιανικὴν δὲ αὐτὴν “Ί Ἡν . σι. τρως, ΠΤάν ἃ νωσιν, Ἡ παλλον εἷς τὴν λληνο χοιστιανικὴν Ίδνωσιν πεγάλω΄ συνέθαλον οἳ τοεῖς Ἱεράσγτα, Οἱ το ἲς ΄Περάσχαι συνε Ριλίωσι τὸ παρε. δὸν οὐ τὸ παρόν, αι τ η ξαν νέας λεωσύρους ο ὰ τ μόλλαον, λὸν πρέπει Όπως νο νο) . Αλ ναισαιαῖ σίας Ῥαρθάρας Νοιστιωνοῖ, αἡ ͵ Ξ . χηουναας ει Ἡ ὀρθν ἀντιπετπισιν, τῶν θΜμμάτων τῆς πιρῆς. Εν ΤΗΣ ΕΝΝΑΛΗΣ] 5Η ΤΗΕΣΓΗΕΕΕΕΜΗΕΕΣΕΕΤΕΤΕ ΣΤΗ ΕΕ ΕΕΣΕΕΕΕΣΗΕΕΕΕΗΕΤΗΕΕΕΤΕΤΗ ΠΕ Η ΗΕ ΗΕ ΕΠΗ ΤΕΙ ΠΠ ΕΠΗ ΜΗ ΕΕΕΕΠ ΕΣ ΕΕ ΕΤΤΕΤΕΕΕΕ ΣΕΠΕ ΕΤΕΠ ΕΠΗ Ο ατα σε ΗΕ) 5 ΓΝΩΣΤΗ ΙΗΗΣΙΣ ς 0 αι ῃ , εἲς να Κε βαν ἠησμονή εν ὅτ -.- τν μμ δηιιοσία θε δα τιν) τοῦ Ιαν νελίου γα σχοπὸν ἔχειν νὰ νοσίον τὰς ἀληθείας εεὐτάς, αἳ ὁποῖοι θά αὐντελέσουν, εἲς σοθαρῶν ΙΑΝ ΤΗΝ ΗΤΤΡΟΤΗΣ ΝΑΙ ΤΗΣ Ο:Ν.ΗΝ. Ν νουν ὁπωσδήποτε -- μὲ λόγια, ιερό, λάδι κι ἁλάτι. Αν δὲν γινόταν, σὲ περίµενε ἡ κόλα ση. ὀΛΟ φλόγες καὶ ὀάραθρα Πταν γεμάτος προκαταλη Ψόεις, καὶ διαλαλοῦσε ἀἁδιάιεο πα τὴ σιχασιά του γιὰ κάθ ἄλλο δόγµα ποὺ ὑπῆρχε στι Χωριό. Ἡ στάση του αὐτὴ δὲ. ἄργησε νὰ τὸν ἀποξενώσε ἀπ᾿ τὶς συμµπάθειες τοῦ κό σµου. ᾽Ακόμα καὶ στὶς σχᾶσει. του μὲ τὸ δικό του ποίμνιο δημιουργοῦσε συνεχεῖς προσ ριθἒς. ᾿Η ἐνορία του Ἱ-α φτωχὴ, ἡ ἐκκλησία ἦταν κα ταχρεωµενη, καὶ παρ ὅλες τὶς αὐστηρές του οἰκονομίες τοῦ ἦταν συχνὰ ἀδύνατο νο τὰ θγάλει πέρα. Εἶχε θέθδαις δίκιο, μὰ ἡ φυσικὴ του θιαιό- τητα δὲ μποροῦσε ν᾿ ἄναπιη ρωσει τὸ τάκτ. Στὰ κηρύγµα τά του, μὲ τὸ κεφάλι πετα µένο ἐπιθετικά μπροστά, μι- Λοῦσε σαρκαστικἁ στὸ ἁραιό του ἀκροατήριο, κατηγορών τας το γιὰ τὴν ἀδιαφορία του. -- Πῶς φαντάζεστε πὼς θὰ πληρώσω τὸ κνοίκι, τοὺς φό Ρρους, τὴν ἀσφάλεια Καὶ πῶς νὰ συντηρήσω αὐτὴ τὴν ἐκ- κλησία ποὺ σᾶς στεγάζει Δέν σᾶς ζητάω γιὰ μένα, σᾶς τὰ ζητάω γιὰ τὸν ΓΠαντοδύναμο Θεό. ᾽Ακοῦστε µε ὅλοι σας ἄντρες καὶ γυναῖκες. Θέλω νὰ ἰδῶ ἀσημένια νομίσματα στὸ δίσκο, καὶ ὄχι τὶς ἄθλιες πενταροδεκάρες σας. Οἱ πε- ῥρισσότεροι ἀπὸ οσᾶς ἔχετε δόξα σοι ὁ Θεός, δουλειά, χάρη στὴ γενναιοψυχία τοῦ σὲρ Γζρώτζ Ρένσω. Εἶστε λοι- πὸν ἀδικα. ολόγητοι! Ὅσο γιὰ τὶς γυναῖκες τῆς ἐνορίας.. ἂς δώσουν περισσότερα στῆν ἐκκλησία καὶ λιγότερα γιά λιγότερα γιὰ τὰ λοῦσα τους! (ΣΥΒΗΕΧΙΖΕΤΑΙ) ΙΕΡΑΡΧΑΙ σῦῃ ὅτι οἳ τρεῖς οὗτοι φαεινοὶ τῇ. Οἰμουμένης Φωστῆρες τὴν µεγα λην αὐτῶν δόξαν ὀφείλονοιν α ποκλειστιχκώς εἰς τὴν µελέτην τί. ἀρχαίας σοφία”, διότι οὗτοι περι εκοσμοῦντο καὶ ὑπὸ γονίµου λα ΡΕ ΝΗΡΙ ΗΙΑΣ, χάρις δε εἰς τὴ αὐτενέργειαν των ταύτην χαιοις γάσθησαν μετὰ Ψαυμαστῆς ὀξυνον ας και θαὐνθουλίας τὸ περυεχόµε γον τῆς χριστιανικῆς πίστεως, στε νά συντελέσώσι κατὰ μέγιστο θαὑμὺν εἰς τὴν διαµόρφωσιν τῇ: χοιστιανικῆς διδασκαλίας ἐπὶ ἱ σον τὺ δυνατὸν τελειότερον. ἠθικὴ καὶ ἡ Ψυχολογία, ἡ Γαιδα- γωγικὴ καὶ ἡ Κατήγησις, ἡ ϱἨ τορεία καὶ ἡ 'Εομηνευτική, ἡ δογ ματικὴ καὶ ἡ λειτουργική, δύναν ται διαοκχῶς νὰ ἀποθλέπωσι πρός τὰ συγγράµµατα τῶν δαιπρεπῶν τούτων τῆς Εκκλησίας Πατέρων, πρὸς πλουτισμὺν χαὶ διακόσµησι’ τῆς εἰδικῶς ἑκάστης αὐτῶν ὧΦιλο λογίας. Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ἦσαν να εἶναι εἰς τυὺς πιστοὺς ὁλοκλήῆρο: τῆς χοιστιανωσύνης οἳ πεφιληιέ γοι διδάσκαλοι, οἳ φωτεινοὶ ὅωι, χο. οἳ πνευματικοὶ πατέρες, ος: αλοὶ ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἐθδυσία σαν καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των ἆ πὲρ τῶν προθάτων αὐτῶν. Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπῆρξαν υ γικηταὶ τῆς ζωῆς, διότι προηγοι µένως ὑπῆοξαν οἱ ἅγιοι τῆς ζωῆς Ωὐδόλως ἄρα ὑπερθάλλουσιν { μὲν Χοιστιανικὴἡ 'Ὑμνῳδία µεταρ σίως ἑγκωπιάζουσα τοὺς τοεῖς 1 εράρχας ὑπὺ τοὺς ᾿Ιώκχλησιαστι κοὺς Ὀόλους, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ αι δεία μετ εὐγνωμοσύνης ἄνομυλς (οὔσα τούτοὺς ὡς πραγματικοὺ. προστάτας. Οἱ τρεῖς πένησ, ποὺ 5, Ωω Φωστῆοες τῆς (Οἶμοι τῶν. ὑποίων ἀποκαλό πτεται σίιπασα ἡ ἀνθδρωπότης ἔστησαν µέσα στὰς ψυχὰς τῶ: Ἰνθοώπων θωμοὺς ἀγάπης, ἔττι µήσεως, σεθασιιοῦ, καὶ. ὃαῦια σιοῦ, Γωμοῖς αἰωγόθιρυς, τοὺς ἁποίους δά κ, χαὶ αὐτὸς πονδομιάτως νος, λιὰ τυῦτ πολὺ δ'καΐως. πες ολη ὔησαν τὺ Ἰημευτὸν ἀμιράντινον στέφανον. -Ἡσ τῆς, τῆ- δόξης γαὶ ἆδανα σίας, καὶ νατέλαθον ποωτεύονταν πέσιν εἷς τὸ Κοιστανικὺν Εάν ἡμῶν. ΟΝΜΗΡΟΣ Κ. ΛΟΤΤΛΙΣ Αγηνόσος ὈἹανονάσιος Τ9601) ΄ Νονστιννῦ ο κηθειν Ἠ ος ημας τὴν’ σος ρονῶ που: ΝΤΜΕΑΑΝΑΛΤΟΤ . ο αιια τῶν Παρὰ τὸ νενονός, ὅτι ἡ λίμνη τὸ νεοτώτιστοι τις µένως ἔσπασαν τὸν πάνο μὲ τὰ τσ: “ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ 7Η” ᾽Αἱ:ρονιὸν τοῦ Εκκλησίας τῶν Βαπτιστών δὲν ἐδίστασαν νὰ θαπτισηοῦν στὸ παγωμένο νερό, ἀφοῦ προΊγ-υ- κούρια τους ΛΑνωτέρῳ, μὲ τὴν ϐοΊβειαν τοῦ ἁναδέχου της. ᾿Οχάϊο ἦταν σκεπασµένη μὲ ὃ πάστωρ Μπὶλ Κέρνς θαπτίζ-ι µία νεοφώτίστη 10. ἕκατ. οἳ στρῶμα πόου ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ ΔΕΗΠΣΙ-ΠΟΘΟΣ Σὲ σένα ὑψώνω τὴν Ψυχή µου, ὦ Φῶς µου, -' παρακαλῶ σε, [ἴλασς [ Δός µου λευκότη κρίνου, μῦρο δυὁ. ὃροσ.ἀ τοῦ ιοῦ µου, φῶς τοῦ πνεύμα. ός ουργέ τοῦ κόσμο». Δίνε ος ἀγάπη Φλογερὴ καὶ π΄στι, χτίσε θωμό σου σ:ἡν καρδιά µου, ὢ ἁτίστῃ. δω, μου Αιοξε µίσα µου σοφ΄ας κροὼωνὸ πο θεϊκὸν ἀνόόθρυομα Κι ἄγρυπνα μάτια γιὰ τὸν κόσµο γύρω καὶ τὸν τῶν Οὐρανῶν. νὰ θλέ πο δὺς µου κόσµο ἐἔν-ός µου Γ, ΒΕΡΙΤΗ «Στὶς Πηγὲς τῶν Ὑδάτων» σελ. 35 ᾿Επὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Ορθοδοξίας ἤ ΝΙΚΗ Ἡ ΝΙΚΗΣΛΣΛ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ Τοῦ Πανοσ. ᾿Αρχ µανδρίίου κ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΛ. Ινονιγηιου ὃν τῷ αἰαγκυπρίῳ 1. υμνασῳ. «Καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οἰποδομήσω µου τὴν Ἐν- χλησίαν καὶ πῦλαι Αδοι οὗ κατισχύσουσιν αὐτῆς...». πάνω εἰς πέτραν στερεὰν κα ἀρραγῇ, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅτι δὸ ἱδρύσῃ τὴν ᾿Ιὐκκλησίαν Αὔὖτοι καὶ ἐπάνω εἰς ἀρραγῃ πέτραν τὴ. ιὀρυσε καὶ τῆν ἑστερέωσε. αι κατήλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἐφύοι σαν οἳ ἄνεμοι καὶ ἐπέπεσαν ἐπ αὐτὴν καὶ οὐοὲν επαὺε. ωπι αι ὠνας ἐπαλαισε Χαάι ὃεν Χαάτουδιι Όη, ἀλλ ἐνδοξοτέρα κ τῶν ἀγώ: νων εξηλθεν. Αὐτυκράτορες μὲ Ψυχῖν Ὀμριω δη, σοφοί μὲ κακάµυν οβυέρυν. καν µαινόµενα πληυη µε άφψρ.ουν τα ἀπὺ μῖσος σίόματα, εποιεμι] σαν την εκληοιανν µνὸ Λουνίας καὶ ὑηρια, µε ευ Κάν µάκά-ρων καὶ μὲ ὁασανιστήρια ἀπάνύρωπα ἣν επορεμησαν, αλλα ὃδν Την κατέθαλον’ μάλιστα δὲ κατησχυν υησαν, ὣὰ νε ολο ν νοκ Ίνονν- µήσαντες ἀπνν «δρ, ου νεν πον ὃς υ. μεν οὐκ ἔσεισαν νείαν ἀπολέσαντες ὀῥύναμεν κπατησχύνδησαν ὡς εὔστοχα το γίζει ὃ Άγιος ᾿Ιωάννης ὃ Ἆνυ συστόµως. ανάν ἄνρο «όπνων, των νγώτων τὴν µάχαιραν {αλιν ἔνικηος καν τάιν οὐρθίαρν ὀροσε, ἃαι πια νους δεν κα τώὠρθωσαν νὰ κατιοχεσωσιν ατ τῆς. ο η σὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρί- ν διὰ την γίνην τῆς Εκκλησίας Ῥου καὶ ὑὐαυμασίως ἐπηλήθενσαν ανὰ, τὴν ροὴν των αἰώνων. Μαϊ τὴν ἔνδυξον αὐτὴν γέκην της ἡ ᾿Εκκλησία μᾶς καλεῖ σήμερον νὰ πανηγυρίσωμεν ὔ,, οι Ἡ ἀπαντακυῦ τῆς γής Ἀήνστιάνοι κατὰ τὴν αρτην τῆς Οσδοῦ: σ, τὴν ὅπο: αν ὥρισε καὶ ἔστησε ὡς ἀφίδα ὕρι άμδου καὶ δόξης, ὡς τύμόον Ἱερὸν ἐντὺς τοῦ ὁποίου ἐναπέθεσε τοὺς στεφάνο υς καὶ τὰ θραθεῖα τῶν ἡ- ρώων ης καὶ ὣτ φαρύταν Ἱερά παρακαταθήκης ὕπλων διὰ κάθε µαχητιν Χριάν. ανόν, : Όπλων νατ διίτι εἲς τοὺς φῶνας της ἡἩ ᾿ὐμκλησίά µε οἰσθη καὶ τὰ πλέον ἀποδοτικὰ καὶ απυτε/εσματινὰ ὅπλα πο τὰ ὁποῖς ὥπλισε καὶ ὁπ)ίςει τοὺς μαχητὰς στρατιώτας της. Καὶ εἶναι αὐτά: ᾗ πίστις. Αὐτὴ κπρίως ἔδωσε τῆν (γην. Τὸ εἶπε ὁ ἱνύρος: οὗτ” ἐστὶν ἢ νίκη, ἡ νικήσασα τὸν πέσμον, ἡ πίστις ἡμῶν. Οἱ γιου καὶ οἳ μάρτυρες δια πίστε- ως ἔφραξαν στόµατα λεόν- των, ἔσόεσαν δύναμιν πυρός, ἐφυγον στέµατα µακαίρος.. ἐγένσντὸ ἰσχυροὶ ἐν πολεμῳ Π αὐτοηισία καὶ αὐταπάογησις: «ἀπαρν ησύσξω ἔκυτὸν καὶ ωότω τὸν οσταυρὸν αὐτοῦ». ΧΝάτιν τοῦ Κοιστοῦ οἱ Ἅγιοι ἕλι λάσθησαν, ἐπρίσνησαν, ἔπει- ράσβησαν γαὶ ἔζησαν Ὀστεροῦ- μενει, θλιξόµενοι, χαχουχού- μενοι. ΜΙὸ τὴν πίστιν καὶ τὴν αὐτα- πάονητιν τῶν τέκνων ης ἐπὶ οἱ πούνια ἠγωνίσθη ἡ κληπία ἐναντίον τῶν εἴδωλολατοῶν. 1 ἐπατυμύρια, εἶναι τὰ γνωστὰ ὁ γόµατα, τῶν µαρτύρον γαὶ τῶν ἠωόων της χα κατ τὴν φυάσιν τοῦ. Αποστόλου. αι νέφος Φλόγχληρον τὰ ὀνόματα τῶν ἀννώστων μαοτύσιων. Ε] οτιοτοὶ αἱ πάότων ἔυθενσαν, πυρααίδες πτο- πάτωον ςώ ήσαν ὀλλ εἲς οὐδὲν ἴσγχυσαν οἱ πολέμιοι, Ὦὁ, δένδρου» τοῦ Νοιστιανισμοῦ ποτισήὲν μὲ τὸ εὖ των τωτογ αιρετιλών, ἐκ τῷ, ἔλαωε καὶ α ει 01) µαρτύρων, καὶ. παν ον μὸ τὰ ἅγια αὐτῶν λείψανα ἐμε- (άλωσε παν ἐγιγάνίωσε χάὶ ἥπλω- ὁ τοις ο να τον καὶ περιελα- τιν γαν. ᾽ωμκλησία αἵμα- τα ββρνὴ Ἡ «δι]λὺε απὀ τον αγωνα Ξαορυτέρα, διὰ νά ἀρχίσῃ ἕνα ἀλλυν ες σου φοῦερὺν άγωνα, τὸν Σιοῖυν Όγειραν ἐναντίον της τα «6 α ης τε, να. Οἱ ἄλλα ὅ00 γρόντα, τί λέγω, πέχοι σήμερον ακόμη ἠγωνίοῦη νὸ αγωνίκετα, ἔναντιον τών. κα- ον αἱρ.τίκων. Άρειος, Δία δν. ἆ ο ρα - «εδόνιος, Εὐτυχκὴῆς, ᾿Αοειανοι «νο μα οπιάναι, Ἀ]ονοφυσίται, αονούελῆταν καὶ Πἰκονυµάχοι αἲ- οετικοὶ. ἐπολοιησαν τὴν. Εμπλη αν ὕπυνο-α, μὸ τὸ ᾠφεῦδος, μὲ εν αλάνην καὶ την δια τρέ- 2λωσιν τής ἀληθείας. Καὶ πόλν ἡ ᾿Εμκλησία ἀντέ- ἴαξε τὸ στῆθος «ης γαὶ τὴν ὀρδὴι εστιν καὶ μὲ τὴν ἆλΊειαν ἠγῶὠνὶ οὐη Αα εἰ τὰς Οἰκουμενικάς Ἠυγόδοις ἐπήλαισαν ὡς εἲς πα αίστραν τὰ να Ῥης οἳ Πατέ- ος, ὁ ἸΑθανάσιος, ὃ ΙΚύρλλος, ὁ ρηγόοι ος καὶ πλιθας Οεοφόρων Γι όρων. καὶ διδασνάλών, ἀ1δ:αιτέραν σηµασίαν ἐπέχει ἡ νίνη τῆς Εκκλησίας ἐναντίον τῆς αὐχονοπαχίας, τὴν ὁποίαν γαὶ ἰδι ἑπέσως γαθωρίσυη νὰ ἑορτά-ετα γήµερυν ἑουτὴν τῆς ᾿Ορὺοδοξίς Αὐτοκράτορες καὶ φανατικοὶ ἆ ξιωματοῦγοι τοῦ χράτους ἐπὶ 1ὸί {ρόνια ἐπολέμηταν τὰς ἱερὰς εἰ ς τὰς ὁποίας ἆφήρεσαν γα ἅπὸ τοὺς γαοὺς καὶ συνάινα προσε πάθησαν νὰ ἐκριξώσουν κ.ὰ ἀπὸ τὰς ωυγᾶς τὸν Ἀριστιανῶν, τὴν Ἰαδεῖαν ἐκτίμησιν γαὶ τὸν σεθα σμὸν πρὸς τοὺς Ἁγίους γαὶ τὴν Θεοτόκον. Κατεσυκοφάντησαν τὴν Ἡν }Η τίαν, ὅτι θέτει τὸς εἰκόνας ὡς εἷ- ὃωλα εἰς λατρείαν γαὶ προ πι πιν, Οὐρὲν ὅπως ἐπέτυχον. Ἡ τ Γκουμενικὴ Ὀύνοδης νι ὃς ἣν Εἰνονοιανίαν, καὶ ἡ Γῖατο αογινὴἡ Σύνοδος τῆς ἵκωνστιαντ' νουπύλεως τὸ 845 ἔροιφε κατ αἲ- τῆς τὴν χαριστικὴν θολήν. Αιετύ: πωσεν δὲ συνάµα καὶ τὴν ὀρβόδο Ἑον διδασκαλίαν, σχετ κῶς μὲ τ.λ τοιὴν τῶν ἁγίων, καὶ τὴν προσχκύ- γησιν τῶν εἰκόνων. Ἡ σιετ»χ' ἀπόφασις λέγει: «Τὸν Φσὸν µό’ νον λατρεύοµεν, τοὺς 'Ἁγίους καὶ τὴν Οτοτόχον τιμῶμεν παὶ σεξόµετα, ἡ δὲ προσνό νησις τῶν ἱερῶν εἰχόνων δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄφυχο ξύλο ναὶ τὰ νεχρὰ χρώματα τῆς εἰχπόνες,. ἀλλὰ πρὸς τὴν νος ρὰν μορφὴν τοῦ ἁγίου, ἡ ὁ- ποία πρωτίστως εἶναι χαραγ- µένη µέσα εἰς τὴν ψφυχήν µας», Αὐτὸ ποὺ τύσο εὔστοχα εἶπε ὃ ερυς Δαμασκηνός: «Ἡ γὰρ τῆς εἰκένες τιμὴ --- ἐπὶ τὸ πρότυ- πον διαθκχίνει». Κατὰ τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἑ πανάπτααιν τοῦ 1188 ὅταν ἡ ᾱ- πυλλύγιστος μαἱ τυφΛὴ ὁρμὴ τῶν ἐπαναστατῶν ἴθγισε νά γαταρσί τε, εἷς τὸ [Γαοΐσι ὕ τὰ τερυνα πγηµεῖα τῆς πίστεως μὸ πτλέχεις νὰ κατακόστουν τας ἱερὰς εἰἶνώνας, αυνέθη νὰ, δίέοχε- ται ἔμποασθεν ἀπὸ μίαν τοιαύτην σκηνὴν ὁ συφ ὃς νομουμιἠς ΓΤουτα ές. Εαταπάτησε καὶ ον Ἀίνδνο τῆς ἵωῆς των τοὺς λέγει: «τί Ἀτυπχτε μὲ τοὺς πελέχεις: Νομίσετε ὅτι ἡ πίστις τῶν ἂν ερώπων κατφικεῖ µέσα«κ στὰ ξύλα καὶ τὰς ὀαφάὰς: Ἡ πὶ στις ἐμρωλκβκι μέσα εἰς τὰ θά8η τῆς φυχῆς τοῦ ἀνθρώ- που: ἡμπορεῖτε νὰ τὴν ἄφχι- (δα νόχεια εἲς τὴν ην σε) ὃιο) σῤα εξ γι ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ ΓΕΗΡΓΙΟΣ Σ. ΚΑΜΑΓΙΑΝΝΗΣ Πλήρης ἡμερῶν ἀνεπαύδη ἓν κυρίῳ---περν τὸ τέλος τοῦ πφωτου οεκαημέρου τοῦ παρε. ἠύντος µη- Φεῦρυναρίου, ο παλιὸς διοα- σκάλος καὶ καδηγητὴς ὁ ΓΕΟΡ- αλώςδ ο ΔΑ ΑΛΕΝΛΝΝΗΣ. Ἠγ- οόῳ αἱ ἡµιραν Ἱωανρχόνιαι τυ- ουσ. τῳ. και περισσοτερυν ἐμφανὴῆς καν αισυηήτὴη κανὐισταταν αι ἄπου- σια τού ἀπελουντος πατριώτου καὶ αν διοτελυυς διδασκάλου. δή ἀποκτιησας οἰχογένειαν ὁ ἆ- υίδημος Δαραγιάννης, μαζὶ μὲ εως νωσεις τάς ὄπονας µετέδιὸεν ας τοὺς µαῦητάς του κατὰ τὴν «εντηκονταετίαν κατὰ τὴν ὑπυια: ὑπηρετησε τὴν Ἱώλληνικὴν παι δείαν ἓν τε ταῖς ᾽Αστικαῖς 3Ἄχο- λαΐς καὶ ταῖς τῆς Μέσης Ιιαιδείας τοιαύταις, ἐνδιεφέρετο ως στορΥ:- κὺς πατὴρ καὶ διὰ τὴν ἐπαγγελμα- τικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀποχατά- στασιν των μαῦητ ὦν του. Δι. τοῦτο γαὶ ἡ κηδεία του ἐτελέσνα πάνδηµος δαπάναις τῆς Σκολικὴ. Ἠφορείας Λευχωσίας, παρουσίᾳ ἐκπροσώπων τῆς Κυπριακῆς Δη µοχκρατίας, ἀσφυκτικῶς πληρωὺέν τος τοῦ ναοῦ ὑπὺ μαθητῶν, φίλων καὶ ἐκτιμητῶν τοῦ ἔργου του, ὄν- θα ἐψάλη ἢ ἐπικήδειος ἀκολονθία ευς µέχοι τῶν «κεράτων τοῦ. θνσια- στηρίου». ντος θὐ0α.ο. ὅτι οἳ σκοπὸ μαὶ αἳ Ὀνσίαι του τόσον διὰ τὴν Ἰλειθερίαν τῆς πατρίδος μάς, ὅσο. καὶ δ.ὰ την ἀξιοπρεπῆη ἀποχατά στασιν τῶν μαθητῶν του δὲν ἀπέ δησαν ἐπὶ µαταίῳ, εὐχόμεδα «ὗ Κύριος τὸν κόπον καὶ τὸν πόχᾶθον ο . Ἰ 4: αὐτοῦ, οὖν εἰς πενὸν πο' ἡσαιτό ΕΛΛΒΟΜΕΙ «Απώστολος ᾿Ανδρέας», 1 Ε- θδοµαδ: αἱα ᾿Ἐφημερὶς τοῦ Οἰἶκου μενικοῦ Πατριαρχείου, 11, 18 κα ᾿Αοιῦμ, 10, 95. Ἱανουαρίου 1961, 4096, 49ἱ καὶ 498, Ἔτος Κωνσταντινούπολις. «Ἐνκλησία», ἘἨπίσημον δελ- τίον τῆς ᾿ἘΕκκλησίας τῆς άλλά- δος (ἐκδιδόμενον κατὰ δεχαπεν- θήµερον) ᾿Αθῆναι, τος ΛΗ’, 16 Ιανουαρίου καὶ 1 Φεθρουαρί- υυ. 1νδις Αριύμ. ὁ και ὃ. « αἰφημέριος», Δεκαπενθὴμε- ῥον. 11εριουικυγ. τοῦ ᾿ωὠροοουξοι αωνοθιακού Ιλλήρου (ΙΙαράρτημα τῆς «᾿Βκκλησίας»), ᾿Αὐῆναι, ᾿8- τος Α΄ 16 ᾿Ἰανουαρίου καὶ 1 ὠθῤθοπαρ επι 1961, ΄Αριμ. ὃ καὶ ὅ. «Διδαχή», Μηνιαῖον Ἐκκλη- σιαστικὸν {Περιοδικὸν τῆς “1. Μη- τροπόλεως Ἀεσσηνίας, Ετος 16ον, ᾿Αριῦμ. φύλλου 161, Ία- λαμάτα, Φεόθρουάριος 1961. «Παῦλος ὁ ᾽Απόστολος τῶν Ἐθνών», Μηνιαία Βκδοσις τῆς «αν Μητροπόλεως Δημητριάδος, όλος, Φεθρουάριος 1961, ΙΙερίο- δος 1’, μτος ο’, Αριῦμ. φύλ- λου 9, «4 ολ Ίνη», ληνιαῖον ΙΠεριοδι- κὺν ἐκδιδόνενον απρονοίᾳ τοῦ δεώ, Μητροπολίτου Μονεμθασίας καὶ Ἠπάντης κ. ἱυπριανοῦ, ᾿Ἱότος ο), ᾿Αριὺμ. φύλλου 9)14, Σπάρ- τη, Φεθρουάριος 1961, «Ὁ Σωτήρ», ᾿Ορθόδοξον Χοι- στιανικὸν. Περιοδικὺν ὄργανον ὁ- μωνύμου. ἀδελφότητος Οεολόγωών, τος Ε΄, ἸΑὕηναν ΙΤ. Φεῦροι-α- ρίου 1961. ᾿Αοιῦμ. φύλλου 93. «Ιωάννης ὁ Ἠαπτιστής», Οµρδόδόξον Ἀριστιανιχὸν Γεριο- δικόν, μηνιαῖον ὄργανον ὅμωνύ- μου Συλλόγου, Έτος ΙΓ’, ᾿ΑΡη- Ἰανουάριος ναὶ Φεθρουάριος ᾿Αοιδα, φύλλου. 148. -αὶ ναι, 1901, 144. «Οἱ Τρεϊῖς Περήρχαι». Ὦῦνι κορησκευτικὸν φύλλον, ὄργανον τοῦ. ὁμωνύμου Ἀολλόγοι, Έτος Όρου, Ἀθῆναι, Ἰανουάροιος 19601, ᾿Αριθµ.. φύλλου 1169 ϱῬοτγίασαῦ, απ Ιω οτπιαινα Εοθνίαυ”, 4{Ὦ Υ6ασ, ΒθρίθπιΏετ- Οοσίοῦρεσ 1960, 1ή50ο. “Τπο Εουπιεηίοα! Βον]ενν”, ριζΗςΠοθᾶ ὮΥν ἴπο οτ]ἲ σοα1- οἱ] οἱ ΟΠΤοΠες, Ψοΐυνης Χ111, 18ΠΙ8ΤΥ 1961, Νιπιρες 9. ΗΗΗΗΗΣΗΠΗΥΗΧΗΗΗΑΜΗΜΗΜΗΣΗΠΕΗΜΗΗΙΜΙΗ ΛΝΛΒΛΛΛΕΙΝΙ π της το χταν Χ. συυιπα, συνέχεια της απλή: ΓΓανοσιολοῦ. Ἆρ Απζι του. σος «ώ Ἅγιος Ἓ- Ἠπίσγχοπος αντίας τὶς ΚΜὺ- λόγω ἄλλης ὕλης διὰ πωυσε- προὺν» ἀναθο) ΣΕΠΕ ΕΕΕΕΕΕΕΕ ΤΗΕ ΤΕΕ ΕΕΕΕΕΗτΕΗ τὸ στι Η ΣΤΗΛΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΚΑΠΝΟΣ ! Παλαιὰ καὶ σύγχρονος πεῖ- ρα θεθαιώνει τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας τῶν ἠθικῶν παρα- ὁάσεων. Αὐτὸ ὑπεστήριξε καὶ ἀπέδειξε τὸ προηγούµενον ἄρ- θρον µας. Καὶ διετυπώθη ἡ σκέψις, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἆ- νάγκη νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ νεότης, ὥστε νὰ μὴ ἐμπλακῇ ες τὰ δίκτυα τῆς ἁἅμαρ: τίας, ἡ ὁποία μὲ δόλιον τρό πον καὶ ἁπατηλὸν ὑπονομεύε. τὴν εὐτυχίαν της. ᾽Αλλὰ διὰ νὰ ἐπιτόχῃ αὐτὴν τὴν νίκην, ἐκτὸς ἐκείνων ποὺ ἐσημειώθησαν μέχρι τοῦδε, ὁ πάρχουν καὶ ἄλλα συντελεστι- κἁ µέσα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ χρησιµοπο:ήσῃ ἡ νεότης. ΠΩΣ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ Εἶναι αὐτὸ µία πλευρὰ πο λὺ σοθαρά. Ἱι εθάλαµεν ὡς σκοτὸν τὴς ζωῆς µας Ιἠνυ Αην, την απολαύσιν, το χωμα Σκωλι]κας εὐεωρήσαµεν 1οὺς ἔαυτους µας, ποὺ σύρονται δι- «ρκως Εμπειάὰ µέσα στα θαλτοτόπια Βατραχους ἁη δεις σιἁᾶ λασπόνερα ᾿Αν ὅμως επισιευσαµεν ὅτι ἡ ἑωή µας ἔχει ἐδῶ υψηλὸν νόηµ-κ, τοτὲ εωτυχισµένως ἑ- Κεινως ποὺ δὲν εφαλιοισε τα Φτερ.. του καὶ ἡμπορει νὰ πε: τάι| στις καθάριες κορυφες τῆς ἠθ.κῆς... Ὁ Θεὸς δέν μᾶς ἐδημιούρ γησε διὰ τὰ χαμηλά, Ιιαὶ ο ταν ἡ γῆ ἔρχε αι καὶ Θέλῃ νὰ κλειωῃ τὸν ορόµον µας πρὸς τὰ ονῶ μὲ τὰ ἀκανθωτά της χόρ. ᾱ, εχομεν τὸ ὃ. καίώμα τότε νἁ µι τῆς δώσωμεν αὖ- τὴν τὴν ευκα.ρἰαν. Ειναι πολὺ σοθαρὸς παρά: γων νίκης ἡ ὑπόσεσ.ς αὐτή. Ὅσο πιὸ πολὺ µέσα µας κυ- ριαρχοῦν αἱ ἰδέαι τοῦ Θεοῦ καὶ ο πόθος διὰ τὰ οὐράνια, τόσον ἡ ψωχἠ ἀνεθαίνει, πρὸς τὰ ἄνω, τόσον ἀπελευὐσρώνε- ται ἀπὸ τὸν κλο.ὸν τῆς γῆς. Ἐκείνη ἡ συμθουλὴ καὶ πρὀσ- κλησς ιοῦ ἱεοέως κατὰ τὴν Θ. Δειτουργίαν: «Ανω σχῶ μεν τὰς καρδίας |», εἶναι γεµά- τη ἀπὸ μεγαλεῖον καὶ δύναμιν. Ἡ ψυχή. µας ὁμο-άζει μὲ ἐ κεῖνα τὰ ὡραῖα µπαλόνια, ποὺ φιλοτεχνεῖ ὁ ἄνθρωπος Ὅταν κοπῃ τὸ σχοινάκι, ποὺ ερατεῖ τὸ μπαλόνι δεµέιο στὶ͵ γή, ἆ νεθαινει χωρὶς ἐμτόδις. πρὸς τὰ ὕψ] καὶ σὲ λίγο χα γεται στὰ πλάτη τοῦ οὐρανοῦ. Πρ: πει ὅμως νὰ κοπῇ τὸ σχοι νάκ ἡ δὲ γσμευσ.ς τῆς γῆς... Ὅσοι, συνεπῶς, δὲν ἔχουν σχοινάκια, εἶναι ἀπελευνερω µέιοι ἀπὸ τὴν γῆν καὶ τὰς ἑ- πιδράσεις της. Ιίαὶ χαίροντα. ὄμορφα τὴ ζωή των. Μέόα-α οἱ πειρασμοὶ πάντα θὰ ἔρχω,τα':. Σκληροὶ καὶ πιε στι:«οἱ συχνά. ᾽Αλλ᾽ ἡ δυνατὶ ψυκὴ θὰ ἀντιστέκετα.. Δὲν θὰ αἰχμαλωτίζεται. Δὲν θὰ ἄπο μα «ρύνῃ τὰ µάτια ἀπὸ τὸν µε- γάλον σκοπὸν τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ νίκη. Καταπληκτικὸς ὁ ἀκροθά της Β]οπαςε], περπατοῦσεν ἐ- πόνω σ᾽ ἕνα τεντωμένο σχοινὶ καὶ περνοῦσε μ'.ἁ θαθειὰ χα- ρέδρα, ποὺ ἄνο-γε στὸ θάθος τροµμερὴ ἄθωσσο, ἀπὸ τὴν ὁ ποίαν κυλοῦσε θαθὺ ποτάμι. Μ-ττέωρος ἐπάνω στὸ σχο.νί ὁ ἀκροθάτης, προχωροῦσε... Τὸν ἠρώτησαν κάποτε οἱ ἔκπλη- κτοι θεαταὶ πῶς κατώρθωνε νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὸ τὸ σωγκλον:- στικὸ ἐγχείρημα. Καὶ ὁ Ἡτοπάθὶ ἀπήντησε: -- Στὴν ἀπέναντι μερ'ὰ καὶ σὲ ὕψος ἀνάλογο τοποθστῶ ἕ να δυνατὸ φῶς. “Οταν εἶμα: ἐπάνω στὸ σχοινί, κοιτάζω σταθερὰ τὸ φῶς ἐκεῖνο. Καὶ δὲν κλονίζοµαι. Καὶ σταθερὰ πατῶντας, περνῶ τὸ χάος... Αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὸν χριστιανόν. Τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοὺς ἀν- τ μστωπίζει μὲ σταθερότητα καὶ ἠρεμίαν. ἀτενίζων τὸν Χριστόν. τὸ «ΜΕΓΑ ΦΟΣ» τὸ ὁποῖον ὑψώθη εἰς τὸν κόὀ: σιον δ'ἁ νὰ κατευξύνη τὴν πορείαν τῶν ἀνθοώπων. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς οὐτὸ ὅλα τὰ γεγονότα τοποθετοῦν:- τα ἀληθινὰ καὶ ἑρμ]νεύουτα σωστά. ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΙΩΝΜΙΕΣ ΑΛΗΘΕΙΓΣ] Ετσι ἂν κάποτε ἐπ ὁ νέος ἢ ἡ νέα τὸ σκεφθῇῃ νεκρρτα- ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΗΥ Αἴϊτησις πρὸς Ὑϊοξεσίαν ἸΑοιι. 10) 07 Υἱορετοῦντες: Κυριάκος Μικαὴλ ἐξ ἹΑγων Λουγνᾶ ἐτῶν ὃτ καὶ Χοιστίνα ἂν οιάκου. ἐκ Εαρωσίων ἐτῶν 48. Υί Αεωνη ἐξ ὑπαβαρ κοῦ ἐτῶν Οἱονδήποτε πρόσωπον ννωρίζον ἔνστασιν διὰ τὴν ὡς ἄνω Τίο- δεσίαν, καλεῖται νὰ ὑποδάλῃ ταύ- την ἐγγράφως πρὸς τὸν Μακ. ᾿Αρχιεπίσκοπον ἀναγράφον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστάσεως, ἐν- τὸς δεκαπέντε (15) ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σήμερον. θνετούμενον: ᾿Αγίου ον Γεωργίον Ξ Ξ ΠΠ ΠΠ ΠΠ ΤΗ Ἐν ὨῬαρωσίοις τῇ 8Η ὧε- δρυ αρίοςς 1961. Ἔπ τῆς Ἱερας ᾿Αρχιεπισκοπῆς Κύπρου φεῖον (δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον τρομερὸν νὰ πηγαίνῃ κάποτε ὁ ἄνθρωπος καὶ εἰς τὸ νε- κροταφεῖον δ.ἁ διδαχήν), καὶ ἰδῃ τὴν πραγματικότητα ἐκεῖ, θὰ ἐνθυμηθῇ τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο καὶ φιλοσοφημένον τροπάρ:ον τῆς ᾿Εκκλησίας µας, ποὺ λέ- γει: ᾿«Εμνήσθην τοῦ προφήτου βοῶντος, ἐγὼ εἰμι γῆ καὶ σπο- δός...». Αὐτὸ τὸ σῶμα, ποὺ τόσο τὸ ἀγαπᾶμε, ποὺ γιὰ χάρ.ν του τόσες ἀἁθαρίες- κά- νουµε, τόσους πολέμους τόσα ἐγκλήματα τόσα, δράματα, τώρα δὲν εἶναι ᾿“παρὰ «γῆ», χώμα καὶ λίγα κόκκαλα, ποὺ (ὰ σκεπάζουν χορτάρια φτω- χά, Ἓνας σταυρὸς ἁπλους µαρτυρεῖ ποιὸς εἶναι θαμμένος έδω η ἐκεῖ, ἄνισχυρος πια να ποθήσῃ, να σκεφ», νὰ ἀλλά- ἔῃ ζω], νὰ µετανοι]σῃ... Όλα εἶναι γ.ὰ πάντα τελειωµένα ἐἑ- κεῖ. Ὅλαι... Ποῦ εἶναι τὰ γλέντια, οἵ ᾱ- συγκράτητοι πόθοι, τὰ ὄνειρα, τὰ μεθυστικὰ ποτά, τὰ ἀπε-- ῥράριθµα ἀρώματα, τὰ λόγια, τὰ σχέδ.α, της ζωῆς οι χα- ρές τιοῦ πήγανε τα ἔθαψεν ὅλα ὁ θάναιος. Ιἁ διξλωσεν, ὅπως ὁ άέρας οιαλύῃ τὸν κα- πνόν. [όσον καλύτεροι θὰ εἴμεθα ἂν ἐνθυμούμεθα τὸν θάνατον, τὴν Φφθοράν, τὴν ἀλλαγὴν τῶν σκηνικών, ποὺ δημ.ουργεῖ τῶν ματιῶν µας τὸ αἰώνιο Ελείμις μο ἁιότι ἄν, ἐπρόκειτο νὰ µεί- γὠωμµεν γ-α παντα εἰς τὸν τά- φον καὶ νὰ ἀποθέσωμεν ἐκεῖ, µαζό μὲ τὸ σῶμα, καὶ τὴν πεθαµένην ψωχὴν µας, τότε, θέδα.α, δὲν ἔχει νόηµα ἡ ἆ- ρετή. Γιατὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα' γιατὶ νὰ θυσιαζώμεθα γιατὶ νὰ πολεμοῦμε τὸ κακό, ἀφοῦ τίποτε δὲν ὑπάρχει πέραν τοῦ τάφου «Στεψώμµεθα ρόδων κάλυξι πρὶν ἢ μαρανθῆναι», λέγει ὁ - λιστὴς εἰς τὴν Π. Διαθήκην. (Σοφ. Σολ. 2,8.). «Πρὶν ἢ µαρανθῆναι»! Πρὶν μαρανθοῦν καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ ρόδα Τὸτε, ἂν ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, ἄδικα ἀγωνί- στηκαν νέοι καὶ νέαι µέχρι σήµερα. Μλαταίως θυσιάστηκαν ὑπάρξεις στὸ θωμὸ τῆς τιμῆς. Χωρὶς λόγο τότε προσέφεραν τὰ ν.ᾶἄτα των καὶ τὶς δωνά- μεις των γυναῖκες καὶ ἄνδρες διὰ νὰ ζήσουν τὰ ἰδανικά. Τὶ χρειάζονται ᾿Αφοῦ ὅλα πε: θαΐνουν ᾿Αφοῦ ὅλα σθήνουν γιὰ πάντα «Φάγωμεν, πίῶ- μεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκο- μεν...» τσι δὲν εἶναι Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα δὲν θγαίνει ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὅλα τελειώ- νουν στὸν τάφο ”Αν ὅμως, ἀγαπητέ, δὲν τε- λειώνουν ὅλα ἐκεῖ Α, τὸ μνῆμα εἶναι ἡ γέφυρα γιὰ μιὰν ἄλλη περιοχή, ἄγνωστη καὶ ἀνεξερεύνητη σήµερα Α- λήθεια, ἄν... Μιὰ παρέα νέων μὲ ὄργανα καὶ τραγούδια ἐπερνοῦσε ἀπὸ κάποιο δρόµο. ᾿Αριστερὰ ὑψμώ- νετο μιὰ ὄμορφη ᾿ἘΕκκλησιά. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔθγαινεν ἀπὸ µέσα ἕνας γέρων, ἤρεμος καὶ γαλήνιος, πού, καθὼς ἆ- πεµακρύνετο, ἔκαμε γιὰ τε- λευταία φορὰ τὸν σταυρόν του. Ἕνας ἀπὸ τοὺς νέους τῆς παρέας τὸν εἶδε. Καὶ ὅταν συναντήθηκαν στὸ δρόµο, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε εἰρω- νικά: --Ἔ, γέρο, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τίποτε μετὰ τὸν θάνατον, χα- μένες θὰ πᾶνε ὅλες οἱ προσευ- χές σου. Αν δὲν ὑπάρχῃ τίποτε, ἀπάντησεν ὁ γέρων, ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε νὰ χάσω, Ηθελα ὅμως νὰ µάθω τὶ θὰ γίνῃης ἔ- σύ, ἂν ὑπάρχῃ... Ὁ νεαρὸς ἔμεινε ἐμθρόντη- τος. Τὰ λόγια τοῦ γέροντος τοῦ ἔκαμαν πολλἠν ἐντόπωσιν. ὌἜφυγεν ἀπὸ τὴν παρέαν ἆ- µέσως. ᾿Απὸ τὴν ἄλλην ἡμέ- ραν ἔγινε νέος ἄνθρωπος... ᾿Αδελφέ! Αλήθεια ἂν ὁ- πάρχῃ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ Παιδί µου, τὰ μεγάλα λάθη δὲν γίνονται ἁἀμέσως. ᾿Ακο- λουθοῦν τὸν νόµον τῆς δαρύ- τητος. Μέρα μὲ τὴ µέρα τὸ κατρακύλισµα γίνεται µεγα- λύτερο. Τὸ θέµα εἶναι νὰ μὴ γίνῃ τὸ πρῶτο θῆμα. Ἔπειτα δὲν θὰ ἀργήσῃ ἡ ἡμέρα νὰ ἔλθουν καὶ τὰ ὑπόλο-πα. 'Ἡ ἁμαρτία ἔχει µίαν τρομερὰν ἕλξιν. Αμα πέσῃ ὁ ἄνθρωπος στὰ δίκτυά της, δύσκολα σώ- ζεται. Οἱ ἐξερευνηταὶ ἀναφέ- ρουν ὅτι στὴν Ν. ᾿Αϕρικὴ ὁ- πάρχουν κάτι φίδα, τὰ ὁποῖα μὲ ἕνα ἁπλὸ Φλέμµμα, ποὺ ρί- χνουν στὰ πουλιά, τὰ ναρκώ- γουν, Πετᾶνε τὰ καμένα πὸ κλαρὶ σὲ κλαρί, ναι πιά «δεμένα». Οσο καὶ νὰ θελήσουν, δὲν κατορθώ- νουν νὰ ἁπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴ φοθερὴ γοητεία τῆς ματιᾶς των. Καὶ τελικὰ πέφτουν στό... στόμα των. Ιζαλὸ εἶναι νὰ μὴ μετὰ ἆ- ἀλλὰ εἷ- πέσῃ ἐπάνω των τὸ δλέμμα των. ἜἜπειτα... Καλό, λο:πὀν, εἶναι νὰ μὴ γίνη ἡ πρώτη ὑποχώρησις. Νὰ μὴ πιάση ὁ ἐχθρὸς ἔδαφος. Νὰἀ μὴ δρῇ πόρτα καὶ µπῇ. Ὅλοι ξέροµε ὅτι δὲν θἀ ἐ- χάνετο ἡ Κων)πολις καὶ δὲν θὰ ἔστηνεν ὁ Μωάμεθ τὸ µι- σοφέγγαρο στὴν Βασ:λεύου- σα, ἄν δὲν εἶχε μείνει ἀνο.κτὴ (Συνέχεια εἲς τὴν 4ην σελδα)