ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ ᾿Ανέθηκες Χριστὲ τὸ Γολγοθᾶ, OlOV ὦώμο φορτωμένος το σταυρό σου, τὸ πλήθος εἰχες οεἰ ν ἄκολουδα, γυρεύοντας µ΄ ὀργὴ τὸ θάνατό σου. Μὰ σένα σ' ὁδηγοῦσε κάποιο φῶς, τ' ἀπέραντα σὲ δίπλωναν τὰ µακρη, ὁ πόνος εἰχε μείνει γι’ ἁδερφός καθὼς ἀργοκυλοῦσεν ἕνα δάκρυ. Σὲ κρέµασαν μὲ τρία τους καρφιὰ καὶ θέλαν τὴν ἀλήθεια νὰ πεθάνουν Πατέρα, εἶπες τότ΄ ἀπὸ καρδιά, συχώρα τους, δὲν ξαίΐρουνε τὶ κάνουν | Διψῶ, σὰν εἶπες, σοὔφεραν χολἠ τετέλεσται... κι ἀνοῖξαν τὰ φτερά σου, τὸ μῖσος τῶν ἀνθρώπων τὸ πολύ, ἐκέντησε µε λόγχη τὰ πλευρά σου. ”Ας ἤτανε νὰ λείψῃ τὸ κακό, οἱ µπόρες ποὺ μᾶς δέρνουν νὰ περάσουν, τὸ φῶς σου δῶρο νάρθῃ θεϊκό, τά πικραµένα χείλη νὰ γελάσουν. Ας ἥἤτανε γι’ αὐτὸ ποὺ στὸ σταυρὸ ἀνέθηκες, Θρησκεία µας, νὰ γίνῃ, ὁ Λόγος σου σᾶν ἄστρο λαμπερὸ νὰ φέρῃ πανανθρώπινα Εἰρήνη. ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΤΣΙΝΗΣ