κ. ΠΑΛΑΜΑ Ό ΔΟΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ 2ον Τὸ ποίηµα ὅμως τὸ ἑνώνει σὲ µεγάλο ἐαθμὸ ἡ ταυτότητα τοῦ ἥρωα, τοῦ Γύφτου, κι’ ἐκεῖ ἀκό- μα ποὺ φαίνεται ν΄ ἀπουσιάζη, ἀλλὰ περισσότε- ρον τὸ ἑνώνει τὸ ἐγὼ τοῦ ποιητῆ, ὁ ποιητὴς ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ τὸ Γύφτο πότε κρυφὰ καὶ πότε φανερά. Ὑπάρχει ὁπωσδήποτε στὴ Φάση μιὰ «i- στορία», τῆς ὁποίας ἀποσπάσματα, τρόπον τινά, φαίνονται στοὺς 12 λόγους καὶ εἶναι ἔργον τοῦ καθενός, ὅσο ὁ ποιητῆς ἀφήνει ἐλευθερίαν, νὰ τὰ συνδέση. Γι’ αὐτὸ τὸ θέµα τῆς ἑνότητας τοῦ μύθου ἔγινε πολὺς λόγος -- ἐνίοτε μὲ ὀξύτητα -- μεταξὺ τῶν μελετητῶν κι’ ὁ καθένας προθάλλει τοὺς λόγους του. Ὅ Συκουτρῆς π.χ. ὀλέπει φανε- ρὴν τὴν ἑνότητα, ἐνῶ ἄλλοι, ὣς ὁ Χουρμούζιος τὴν ἀρνοῦνται, Τοῦτο δὲ τὸ ἐξαρτοῦν καὶ ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίνουν στὸ πρόσωπο τοῦ Γύφτου. Αὲν ὑπάρχει ἀμφιθολία πὠς τὸ ὅλο ἔργο δὲν ἀποτελεῖ «μίμηση πράξης», ἀλλὰ ἔκφραση τοῦ ποιητῃ. «Ἡ ψυχὴ τοῦ Γύφτου, λέγει ὁ Παλαμᾶς, εἶναι µουσικὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει νόηµα ἀόριστον καὶ ἀνήσυχα. ἰδεολογικὸ κι ἀπέραντο». Γι’ αὐτὸ ἀκριδῶς καὶ σὲ πολλὰ µέρη τὸ ἔργον ἐπιδέχεται διαφορετικὲς ἑρμηνεῖες. Ἐξωτερικά, ἀπὸ τῇ Θρά- Ky ἀρχίζει καὶ στὴ Θράκη τελειώνει. Φαίνεται ᾱ- κόµη νὰ ὑπάρχη καὶ μιὰ ἐξέλιξη. Ὁ Γύφτος & ναζητεῖ κάτι, τείνει σὲ μιὰ κάθαρση. Ζητεῖ νὰ δη- µιουργήση, ἀποτυγχάνει, γίνεται ἀρνητής, μετὰ δημιουργὸς ἀξιῶν, στὸ τέλος δημιουργὸς νέων ἀνθρώπων ποὺ ἔρχονται νὰ δουλέψουν μὲ τὴν ἑ- πιστῆµη, νὰ δουλέψουν γιὰ νὰ φτιάξουν τὸ νέο κόσμο κι’ ἔτσι λυτρώνεται ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ἐσω- τερικὴ ἀνησυχία. Γιὰ μᾶς ἐδῶ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει πολλη ση- µασία τὸ θέµα καὶ γι’ αὐτὸ δὲν θὰ ὑπεισέλθω στὶς λεπτομέρειες. Μοῦ φαίνεται πάντως δύσκο- λον νὰ μιλήσουμε μὲ πολλὴ συνέπεια γι΄ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, πολλῷ μᾶλλον ποὺ σὲ μερικά ση- μεῖα φαίνεται νὰ λείπη παντελῶς. Τὶς γνώσεις του γιὰ τοὺς γύφτους τὶς εἶχεν ὁ ποιητὴς εἴτε ἀπὸ προσωπικὲς ἐμπειρίες -- παιδικὴ ζωὴ στὸ Μεσολόγγι -- εἴτε ἀπὸ τῇ µελέτη σχετι- κῶν θιθλίων. Τὶς περισσότερες πληροφορίες ἐπῆ- Ρε ἀπὸ τὴ µελέτη τοῦ γιατροῦ Α. Γ. Πασπάτη «Μελέτη περὶ τῶν ᾿Ατσιγγάνων καὶ τῆς γλὠώσσης αὐτῶν», 1857 ποὺ ἀργότερα δημοσιεύτηκε στὰ Γαλλικὰ Ελιάςς 5υσ]ες Τοϊήπρίαηες οἡ Βοπεπη]- ens de |’ Empire Ottoman 1870. ᾿Εγνώριζε ἀκό- µη τὸ ποίηµα τοῦ Ίεπαι, τοὺς τρεῖς γύφτους, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται μὲ θαυμασμό. ᾿Εμελέτησε ᾱ- κόµη τὸν Β{απά τοῦ Ίψεν (μορφὴ σὰν τὸ Γύφτο) καὶ γράφει σχετικἀ: «Καὶ κάποτε διαθάξοντας τὸν Μπράντη τοῦ Ίψεν, ξάνοιγα γοργὸ τὸ πέρα- σµα τῆς πάντα διαθατάρικης φυλῆς κι’ άνατρι- Χιάζοντας ἄκουσα ἕνα δόγγο σὰ νὰ ταν τὸ τρα- γούδι της». Οἱ Γύφτοι ἐπῆγαν στὴ Θράκη τὸν Ί14ον at. ἑκατὸν περίπου Χρόνια πρὶν ἀπὸ thy Kacy τῆς Κωνσταντινούπολης. Μ᾽ αὐτὸν τὸν ἐρχομὸν τῶν Γύφτων ἀρχίζει ὁ Δωδεκάλογος. “Ἕνα θασικὸ πρόόληµα τῆς ἑρμηνείας ἆπο- τελεῖ τὸ ἐρώτημα: ποιὸς εἶναι ὁ Γύφτος Kai y1- ατὶ ἕνας Γύφτος καὶ τὶ νἄθελε ἄραγε ὁ ποιητὴς νὰ παραστήση μὲ τὸ Γύφτο. Γιατὶ ἀσφαλῶς ὁ ποι- Nth δὲν θἄθελε νὰ τραγουδήση τὴ γύφτικη ζωὴ οὔτε νὰ ὑψώση ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς τόσο ψηλὰ Sco ξεχωριστὸς καὶ διαλεκτὸς καὶ νάταν. Οὔτε θὰ μποροῦσε στ’ ἀλήθεια ἕνας γύφτος γὰ θαστάση ὅλο αὐτὸ τὸν ρόλο. Οτι πρὀθεσή του δὲν εἶναι ἡ γύφτικη ζωή, τὸ λέγει καθαρὰ ὁ ἴδιος ὁ Παλα- μᾶς στὸν Πρόλογο: «Κανένα πόθο Εξεχωριστὸ δὲν εἴχα νὰ πάρω κύριο σκοπὸ τοῦ τραγουδιοῦ µου τὸ ζωγραφικὸ ξανάδοµα μιᾶς γύφτικης ζω: ἃς καὶ πλάσης' τέτοιο µεταχείρισµα τῆς Τέχνης σὰ νὰ μὴ μ᾿ ἀρέση»ν. ᾽Ασφαλῶς θὰ συγκίνησε τὸν ποιητήν, θὰ τρά- 6ηξε τὴν προσοχὴν του ἡ φυλὴ τῶν γύφτων, ὁ ᾱ- δέσµευτος κι ἀνυπότακτος χαρακτήρας τους καθὼς κι’ ἡ γραφικὴ ἐξωτερική τους ἐμφάνιση. Σ’ αὐτὰ δὲ τὰ δυὀ χαρακτηριστικἁ τους ἀφιέρω- σε µεγάλο µέρος τοῦ ἔργου. Στὴ γραφικότητά τους ἀφιερώνει πολλοὺς καὶ πλούσιους ποιητικὰ στίχους στὸν πρῶτο καὶ τὸν ἔόδομο λόγο. Ὅμως αὐτὰ δὲν εἶναι τὸ πᾶν οὔτε ὁ σκοπὸς του, Κάποιοι θαθύτεροι λόγοι θὰ ὑπῆρχαν, κάποια ἐσωτερικὴ συγγένεια δική του μ’ αὐτούς, ὅπως σημειώνει ὁ ἴδιος στὸν Πρόλογο. «Κι ἔνιωθα µέσα µου πὼς κι ἐγὼ εἶμ᾽ ἕνας γύφτος, ὅσο κι’ ἂν ντρεπόµουν νὰ τὸ µολογήσω. Γύφτος μὲ τὶς κακίες του καὶ τὶς κακοµοιριές µέσα στὴν καταραμένη φυλή, ὅσο κι’ ἂν τὸν ἔκρυδα κάτω ἀπὸ πλούσια ντύμα- ΓΕΟΩΕΓΙΟΣ ΓΠΕΟΔΕΟΜΟΥ Γυμνασιάρχης Γυμνασίου Λαπήδου τα, τὸν ἑαυτό µου ἔπαιρνα νά τραγουδήσω». Καὶ ἀλλοῦ: «Αἰσθάνομαι πὼς μὲ σφικτοδένει κάτι μὲ τὴν ψυχη τῆς γυφτουριᾶς, ὅμως τῇ γύφτικη ζωὴ µου τὴ φωτίζει ὁ Λόγος) καὶ εἶναι ἡ Ποίηση τὸ ὑπέρτατο λουλούδι τοῦ Λόγου». Ἑπομένως παίρνει ὁ ποιητῆς τὸ Γύφτο adv σύμξολο γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὸν φορεῖ σὰν προ- σωπεῖο, ἀλλὰ μὲ τὸ Λόγο δὲν τὸν ἀφήνει νὰ εἶναι πάντα ἕνας γύφτος, ἔστω ξεχωριστός. “Οτι ὁ Γύ- φτος εἶναι ὁ ποιητής. σ᾿ ἕνα µεγάλο τοὐλάχιστο θαθµό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιθολία, Σ᾽ ἕνα άλλο ἀπό- σπασµα τοῦ Προλόγου εἶναι ἀκόμα πιὸ ἀποκαλυ- πτικὸς ὁ Παλαμᾶς ὑποδηλώνει μάλιστα καὶ τὶς προθέσεις του. «Πρόφαση κι’ ἀφορμῆ τὸν ηὔρα τὸ Γύφτο γιὰ νὰ ξεχύσω μὲ κεῖνο, µέσα σ’ ἕνα τύπο ταιριαστὸ μὲ τὴν ψυχή µου, τὶς λαχτάρες µου, τὶς διανοητικές, γιὰ νὰ ξαναπῶ κι᾿ ἐγὼ τὴν συγκίνη- ση ταῦ ἀνθρώπου -- κι’ ἂς εἶναι ἀδύνατη ἡ φωνὴ µου -- μπροστά σὲ κάποια προθλήματα τῆς ζωῆς, τὴν ὑποταγὴ του ἢ τὴν ἐναντίωση, τὴ συγκίνηση τοῦ πολίτη καὶ τοῦ μελετητῆ μπροστὰ σὲ κάποια ἐπεισόδια τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους του». Ὅ Γύφτος αὐτὸς ἐν πάση περιπτώσει δὲν εἷ- ναι ἕνας γύφτος, τυχαῖος, ἀλλὰ ὁ Γύφτος «στοὺς ξεχωριστοὺς ξεχωριστὸς μιὰ ρωμαλέα μορφὴ ποὺ δὲ δεσμεύεται ἀπὸ τίποτε «ἀπὸ κάθε χάδιο ἀσκλάδωτος» εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν κόσµο καὶ τὶς Έγνοιες του. Μὲ Ξεχώριζε καὶ μὲ εἶχεν ἀποπάγω ἆπῦ τὸ τριχύµισµα κι’ ἀπ τὴ χλαλοη τοῦ κόσμου. Τὸν διακρίνει ἡ δύναμη τῆς θέλησης, εἶναι ὅλος μιὰ θέληση. Ὁ ᾿Αδάκρυτος, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ Γύφτο διαρκῶς θέλει καὶ τίποτε δὲν τὸν σταματᾶ σ᾿ αὐτὴ του τὴν ὁρμὴ «Μέσα µου μιά ἄθυσσο ἔχωι! Θέλω! «Τὸν διακρίνει μιὰ ἀπέ- Ραντη ἀγάπη γιὰ τῇ ζωή, τὴν ὑγεία, τὴ δύναμη, τὴ δράση «φτάνει νὰ εἶσαι ἀπὸ ὑγεία καὶ δύναμη γικᾶς». Δείχνει τὸ ξεχείλισµα τῆς θέλησης καὶ τῆς δύναμης τοῦ ποιητῆ πρὸς τὴ ζωή. Εἶναι, ὅ- πως λέγει ὁ Χουρμούζιος «ἡρωοποιημένη θέλη- ση». Ό,τι δὲν εἶναι ζωή, αὐτὴ ἐδῶ ἡ ζωή, τὸ ἐ- χθρεύεται. «Θέλει, ὅπως λέει ὁ Τσάτσος τὴ γἢ, ὅ- που ὑπάρχει ἡ ζωὴ τοῦ πόνου, τῆς θέλησης, τῆς ἐνέργειας.,. Θέλει τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, γιατὶ ὅ- λα ἀνήκουν στὴ μιά ζωή». Ὡπλισμένος μὲ δυνατὴ θέληση ὁ Γύφτος καὶ λόγω τῆς γύφτικης ἐθνικότητάς του ἐλεύθερος καὶ ἀδέσμευτος ἀπὸ τὰ καθιερωμένα καὶ τὶς συµθατικότητες τῶν γύρω του ἔχει τὴ δύναμη νὰ γίνεται κριτῆς καὶ ἀρνητῆς τῶν πάντων. Εἶ- ναι ἐλεύθερος ὁ Γύφτος ἀπὸ τὸ κάθε τι. Αὐτή του δὲ ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα ἀκόμη στοιχεῖο ποὺ 6ση- θεῖ ὥστε νὰ μπορῆ νὰ εἶναι «ἰδανικὰ ἀκεραιωμέ- νη τοῦ ποιητοῦ προσωπικότητα». Πρέπει ὅμως ἐ- δῶ ν᾿ ἀποφύγουμε μιὰ παρανόηση. Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ δὲν εἶναι τὸ τέρμα, εἶναι μιὰ φυσικὴ κατά- σταση, δὲν εἶναι γιὰ µίµηση. Ἡ ἐλευθερία συνή- θως εἶναι ἀποτέλεσμα σκληροῦ καὶ συνεχοῦς ᾱ- γώνα. Ἡ ἐλευθερία τῶν γύφτων εἶναι ἄρνηση, προέρχεται ἀπὸ τὴν μὴ ἀναγνώριση τῆς ὕπαρ- Eng τῆς ἐλευθερίας. Δὲν ἔχουν πατρίδα, νόμους, θρησκεία, δὲ δουλεύουν, εἶναι ἀδιάφοροι: «Λὲν εἶναι ὅ γίφτας τοῦ σπιτιοῦ ραγιὰς» — γὼ δὲ δέθηκα τρεμάµενος μὲ κανένα οὐρανὸ» —a«n’ ely? motor «’ ely Geo, x’ elvar ποτὲ δὲν εἶναι μὲ κανένα ww ἀπάνου ἄπ᾿ ὅλα ἀδιάφοροι εἶναι» - «πι οἳ Πολιτεῖες ληµέρια τῶν ἀκάθαρτων» -- «Ἡ μάντρα εν ὁ ἀφίλιωτος ὀχτρός µας» — Ἠμεῖς δὲ γονατίσαµε σχυφτοὶ τὰ πόδια νά φιλήσουµε τοῦ δυνατοῦ» Ὅμως οὔτε αὐτὴ ἡ ἐλευθερία -- ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι μιὰ φυσικὴ ζωὴ ποὺ ἴσως θὰ tiv émBoKipage 6 Rousseau —Sév εἶναι τόσο ἀπόλυτη ὅσο φαίνεται. Όσο κι’ ἂν διακηρύσ- σουν τὴν ἐλευθερία τους εἶναι ἐλεύθεροι µόνον σὰν ξεχωριστή φυλὴ ἀπέναντι ὅλων τῶν ἄλλων. Αὐτὴ τους ἡ ἴδια ἐλευθερία ἐνέχει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀνελευθερίας τους. Οἱ γύφτοι πρέπει νὰ εἷ- ναι γύφτοι καὶ νὰ παραμένουν τέτοιοι. Εἶναι δέ- σµιοι τῆς ἀπόφασής τους ἢ τῆς μοίρας τους νὰ εἶναι γύφτοι. ᾽Αλλοίμονό τους ἂν θελήσουν νὰ πειθαρχήσουν, ν᾿ ἀποκτήσουν σπίτι, πατρίδα, νόμο. Αὐτοὺς «πι οἳ ξένοι δὲν τοὺς ἀγαπῆσαν τοὺς ἀρνήθηκαν καὶ οἱ δικοί τους καὶ τοὺς µισήσανε πιὸ ἀπ' ὕλους, τὸ αἷμα τους, οἳ ἄλλοι γύφτοι» Αὐτοὶ εἶναι «οἱ καταφρονηµένοι τῶν κατα- φρονηµένων» Χαρακτηρίζονται «μπάσταρδοι, Ψεῦτες, κλέφτες, πόρνοι» μὲ πολλῆν δὲ περιφρύ- νηση ὀνομάζονται «γύφτοι καθιστικοί». Μέσα ἀπὸ ἕνα ἐξιδανικευμένο τύπο αὐτῆς τῆς ἁδάμαστης κι ἀνυπότακτης κι ἀνεπηρέα- στης ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς συµθατικότητες φυλῆς μπορεῖ ὁ ποιητὴς νὰ µιλήση μὲ κάθε ἐλευθερίαι, νὰ πῆ ὅλη τὴν ἀλήθεια, ὅσο πικρὴ καὶ νάναι, νὰ καυτηριάση, ὅποιοι κι ἄν πρόκειται νὰ κτυπη- θοῦν ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν κριτική, νὰ διακηρύξη νέες ἰδέες, νὰ καταδικάση τὶς ἀξίες τῆς ρουτίνας, τὶς ἀξίες τῆς ἐποχῆς του ποὺ ἔχουν ξεπέσει, ποὺ δὲν ἔχουν πιὰ περιεχόµενο, τέλος δὲ νὰ γίνη ὁ προ- φήτης μιᾶς νέας κοινωνίας, νέας διαφορετικῆς ζωῆς! Προσωπικὰ καὶ ἄμεσα -- γιὰ πολλοὺς λό- γους -- δὲν θὰ ῆτο δυνατὸν ὁ ποιητὴς νὰ πῆ «τὸ µεγάλο ὄχι» στὴ ζωὴ τῆς ἐποχῆς του. Νὰ ἔχουμε λοιπὸν ὑπ' ὄψη µας πὼς ὁ Γύφτος εἶναι ῥασικὰ ὁ παιητής. ᾽᾿Ακόμη πὼς ὁ ποιητῆς διάλεξε τὸ Γύφτο, γιατὶ αὐτὸς ἐξυπηρετοῦσε τοὺς σκοπούς του καὶ γιὰ ἄλλους λόγους ποὺ ὁ ἴδιος ξέρει. Ὅ Γύφτος ὅμως δὲν εἶναι πραγµα- τικὸς γύφτος. Σχετικὰ παρατηρεῖ ὁ Τσάτσος: «Κανένας γύφτος δὲν εἶναι σὰν τὸ Γύφτο τοῦ Δωδεκάλογου. Μονάχα ὁ ποιητὴς εἶναι σὰν αὖ- τόν. Μὰ πῆρε ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς γύφτους τὴν ἐξωτερικὴν ἔκφραση ἑνὸς ἑαυτοῦ του mov A πραγματικότητα καλύπτει μὲ χίλιες δυὸ ἀνάγκες καὶ συνήθειες». Εἰς ἄλλο δὲ σημεῖο ὁ ἴδιος Χουρ- μούζιος θρίσκει σὰν στοιχεῖα ποὺ συγκίνησαν τὸν ποιητήν, ποὺ τὸν ἐξυπηρετοῦσαν ἢ ποὺ ἔμοια- ζαν μὲ τὴν ἐσωτερικὴ του φύση «τὴν ἀναρχικό- τητα, τὴν ἀνυπότακτη φύση, τὸ ἀδάμαστο αἴσθη- μα τῆς λευτεριᾶς ποὺ παρακινεῖ τὸν γύφτο νὰ Ὀψώνεται περιφρονητῆς τῶν συμθατικῶν ἀξι- Gv...» ᾿Ἐπειδὴ δὲ εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Γύφτος συµ- Φολίζει τὸν ποιητήν, ἢ ἔστω, καὶ τὸν ποιητήν, δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορηθῆ ὁ ποιητὴς ὅτι ἀποποιεῖται τὴν εὐθύνην του. Απλῶς διευκολύνεται χρήῆσι- µοποιώντας τὸν Γόφτο. Λόγος πρῶτος: Στὸν πρῶτο λόγο ποὺ ἐπι- γράφεται «Ὁ ἐρχομὸς» κι’ ἔχει σὰν ὑπότιτλο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Βγαπά τοῦ Ίψεν»... εἴμαστε λαὸς τυχοδιῶκτες ποὺ ὅλο περπατεῖ» κι’ ἕνα στί- χο ἀπὸ Σερθικὺ τραγούδι γίνεται ἡ παρουσία- ση τῶν γύφτων. Έρχονται οἱ Γύφτοι κατὰ τὸν Ί14ον αἱ. κάπου ἐκεῖ στὴν Θράκη. Ἔρχονται ἀπὸ µακριά, δὲν εἶναι ὅμως πολεμοχαρεῖς, οὔτε ἐπι- δρομεῖς κουρσάροι. Καὶ δὲν ἤτανε στρατοὶ πολεμόχαρων αὐτοκθατόρων... καὶ δὲν ἦταν οὔτε στρατοχκόπον σταυροφόροι καθαλλιέροι... καὶ δὲν ἤτανε τοῦ ὀλέθσου Ἑανθοπρόσωποι κουρσάροι. Εἶναι εἰρηνικοὶ γύφτοι, παθητικοί, ἁδιάφο- pot, μακρινοί, «ἀπὸ χρόνια πεζοδρόµοαι», γαὶ σὰ νάχασαν τὸ δρύµο τους καὶ μα μ’ αὐτὸ σὰ νἄχασαν λίγο --- λίγο καὶ τὴν ἔγνοια» ἁδιαφορία καὶ καύραση ποὺ προέρχεται ἀπὸ κά- µατο ἢ ἀπὸ ἐσωτερικὴ συγκέντρωση. “Epyovtar θαρύθυμοι «μὲ ντέλφια, θούκινα, ζορνάδες, μὲ ἀλαλαγμοὺς λύσσας, ἀφρίσματα καὶ ξεφωνήµατα χαρᾶς», ξωτικοὶ καὶ παράξενοι, χαλκοπράσινοι, ἀφωρισμένοι, ἑρμοσπίτες, θέαμα πολύχρωμο, ποικίλο καὶ μεγαλοπρεπές. καὶ ἤτανε ὡς μπαλσαμωμένοι γι’ ἄλνωτοι νεκροὶ χαὶ λυτρωμένοι ἀπὸ πάθια κ ἀπὸ τἀφοὺς... “Ἓνα τόνο διαφορετικὸ καὶ πιὸ ποικίλα προ- σθέτουν οἱ γύφτισσες: ὀρθοστύλωτες, ἀπόχοτες µάντισσες λαοπλάνες εἴχανε τὴ γύµνια σἁ ζητιάνες χο εἴχανε τὰ μάτια σὰν ἀγάλματα ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ δην ΣΕΛΙΔΑ to kgf ame ¢ UT |! Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣς ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ὅης ΣΕΔΛΙΛΟΣ Ἡ ἐποχὴ αὐτὴ ταν τότε ποὺ θαρθαρικὸς κίν- δυνος «κρέµονταν ἀπάνώ ἀπὸ τὸν κόσµο», πάνω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ποὺ παρακμασμµένη «πόρνη σὲ µετάνοιες ξενυκτοῦσε, καὶ καρτέραγε’ τὸν Τοῦρκο νὰ τὴν πάρη». ΄Πταν παράξενοι και- ροί -- παράξενοι ῆταν κι’ οἱ καιροὶ τοῦ Παλαμά -- κυκλοφοροῦσαν «φοθερώτατα σημεῖα» κι ὅλα τὰ στόµατα ἔλεγαν «κάποιου ὀλέθρου προφη” tela». ᾽᾿Ακόμη τὰ ξωτικά κι’ οἱ πειρασμοὶ «ξα- πολύθηκαν καὶ ζούσανε μὲ τὸν ἄνθρωπον ὁμά- δυ. Μέσα ἀπ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ ἀνώνυμο πλῆθος ξεχώ- ρίζει ὁ ἕνας, πρωτοπαρουσιάζεται ὁ Γύφτος, ᾱ- γνώστον ποιὸς κι ἀπὸ ποῦ «ἄἅμαθος ἀπὸ πατέρα κι ἄγνωρος ἀπὸ μητέρα, κι ἀπὸ κάθε χάδι ἆ- σκλάθωτος». Ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς πολλοὺς, ὅπως ὁ λαός του ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Δὲν κατα- δέχεται νὰ εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους, ἔχει ἕνα Eow- τερικὸ πλοῦτο ποὺ τοῦ συνοιδητοποιεῖ μιὰ ἀπο- στολὴ γιὰ δηµιουργία, κάτι ποὺ τὸν σήκωνε «ἀποπάνω ἀπ᾿ τὸ τρικύμισµα κι’ ἀπ᾿ τῇ χλαλοὴ τοῦ κόσμου». Εἶναι ἀκόμη ἐλεύθερος, ἀδέσμευ- τος «μιὰ µονάκριέθη σκεπὴ του ὁ οὐρανὸς». ΕΊναι δυνάµει δημιουργός, κλείει µέσα του ἀξεχώρι- στα «καὶ τοὺς σπόρους καὶ τὶς μῆτρες». Παρου- σιάζεται καθάλλα στὴ μούλα του, μιὰ μούλα πεισµατάρα, «δυνατὴ ἀπὸ ὀούληση», ποὺ ἁποτε- λεῖ τὴ μοῖρα του, πού, ἂν ποτὲ δὲ λέει ὄχι «ἀπὸ πεῖσμα δὲν τὸ εἶπε, ὄχι ἀπὸ μιὰν ἥμερην ὑπακοή». Λόγος δεύτερος: Αὐτὸς ὁ ἰδιαίτερος Γύφτος ὁ ἀσύγκριτος καὶ χωριστός, δὲν παινεύεται, ἆλ- λὰ γίνεται ἐδῶ δουλευτής. Ἡ διαφορὰ του ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἡ ἀπάρνηση κάθε καθιερωµένου κοι- νωνικοῦ θεσμοῦ τὸν δαρύνει, τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἆπο- μόνωση. Αὐτὴ τὴν ἀπομόνώση καλεῖ τὸν ἑαυτό του νὰ τὴν νικήση, σὰν ἄλλος Φάουστ, μὲ τὴ δράση, μὲ τὴν πράξη. «Σίμωσε, ἅπλωσε τὸ χέρι, 6όηθα, γίνε δουλευτής». ᾽Αλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ ὑποτά- ἔη τὸν ἑαυτό του «ὑποτάξου πρῶτα, γεῖρε, ἂν θέλης νὰ ὑψωθῆς», νὰ ἱσορροπήση ἐσωτερικά, νὰ κοινώνικοποιηθῆ µετά, πάντως, ὅπως Φαίνεται καὶ παρακάτω, ὄχι γιὰ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. ἃ Λεῖξε ἐσὺ πὼς πρῶτα εἶσαι ὁ ἄρχοντας κι ὁ ἐξουσιαστῆ τοῦ θυμοῦ σου, τῆς θουλῆς σου, τῆς φυχῆς σου... ἕνας γίνε ἀπὸ τοὺς στύλους τοὺς ἀμέτρητους τοῦ μεγάλου ἔργου τοῦ συντροφικοῦ. Αὐτὸ δὲν τὸν ταπεινώνει, τὸν ἐξυψώνει, μᾶλ- λον θὰ κερδίση ἀπ᾿ αὐτὸ σὰν τὴ γῆ ποὺ κρα«τᾶ τὰ μυστικά της παρὰ τὴν ὑποταγὴ τοῦ νοῦ, σὰν τὸ ἄλογο ποὺ δέχεται τὸν καθαλλάρη καὶ σὰν τὸ δέγτρο ποὺ «δὲν τὸ ἀτίμασε γγίζοντάς το τὸ τραχὺ τὸ κλαδευτήρι». Κι ὁ καλλιτέχνης ἀπι- θώνει στὸ ἄγαλμα τοῦ Θεοῦ πού, ἔσω κατὰ προσταγή, φτιάχνει, κάτι ἀπὸ τὴν καρδιά του. Καὶ δουλεύει. Καὶ γίνεται Χαλκιάς, ὀργα- νοπαίκτης, κτίστης. Σὰ χαλκιὰς πλάστης φτιά- χνει διάφορα ἀντικείμενα χρήσιμα, ποὺ θὰ ἐξυ- πηρετήσουν τοὺς ἄλλους' σφυροκοπᾶ καδένες, καρφιά, κρεθθξάτι, δρεπάνια, κοντάρια, σκουτά- ρια σπαθιά, κλειδιά ἀσύντριφτα, λιγερόφωνα κουδούνια, τὴν καμπάνα. Ὅμως μ᾿᾽ αὐτὰ δὲ λυ- τρώνεται ἄλλα θέλησε καὶ ἄλλα κατορθώνει. Καὶ πλάθει τώρα μὲ τὸ σφυρί του «τὰ πανώρια τ᾽ ἀνωώφέλευτα, τ᾽ ἀλλόκοτα καὶ τ᾽ ἀχρείαστα, κι ὅσα πουθενὰ δὲν ηὕρανε πελάτες», ὅσα µόνο στὸ παιχνίδισµα τοῦ νοῦ ὑπάρχουν. Ὑλοποιεῖ ὅτι ἔφτιαχνε μὲ τὴ φαντασία του: ἀφύσικα λουλού- δια, κύκλους, ἴσκιους γρῦπες, μάγια, λάµιες, ξω- τικὲς, γοργόνες, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ ἢ δὲν εἶναι ἀκόμα, «κεῖνα ποὺ τοὺς λείπει πάντα τ᾽ ὄνομα, κι ὅσα ὀργίζουν τοὺς ἀνθρώπους». Μὰ τοῦ κάκου, μὰά τοῦ κάκου. Ὅλοι τὸν ἐγ- καταλείπουν, µένει μόνος «ἄκαρπο δεντρὶ» σκορ: πίσαν ὅλοι «ὅσοι σταθῆκαν καὶ προσµέναν». “ὉΟ- µως δὲν ἀπογοητεύεται' ἀφήνει τὸ σφυρὶ κι ἁρ- πάζει τὸ ζουρνά. Ὅλοι τὸν καλοῦν νὰ ταιριάση τὸ ζουρνὰ του μὲ τὰ ξεφαντώματά τους. Kai λησμονεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ παίζει ὅλους τοὺς σκοποὺς γιὰ ὅλες τὶς περιστάσεις καὶ γιὰ ὅλους τούς λαούς. Καὶ ἡ νέα του δραστηριότητα ὅμως τὸν ἀφήνει ἀνικανοποίητο, μένει ξένος, μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του. «παντοῦ σ’ ὅλα ἤμουν ὁ Ἑένο κι’ ἤμουν ὁ Ἑαγναντευτὴῆς FY Αὐτὸ τὸ παίξιμο τοῦ ἐξασφαλίζει μιὰ γα- λήνη, τοῦ μερεύει τὴ ψυχἠ καὶ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ δη µέσα του µέσα του ὅμως θλέπει τὸ Γύφτο, τὸν ἀσυμθίόαστο μ᾿ αὐτὴ τὴ γαλήνη καί, τὴ χα- λά «καὶ τὴ σκότωσα τὴν ἅγια σιωπή». Βλέπει µέσα στὴ λίμνη παραλλαγμένο ἀπὸ τὸ φύσημα τὸ πρόσωπό του, νὰ μὴ ἔχη τὸν ἀγαλματένιο γύ- Φτικο ἀέρα καὶ σπάζει τὸ ζουρνά. ᾿Αρχίζει νέα δουλειά, γίνεται οἰκοδόμος. Δουλεύει τὸ μάρμαρο τὸ ἀδούλευτο καὶ τὸ ἄ- πλαστο καὶ ὁ τραχὺς ὁ λίθος παίρνει ἁπαλὴ ἀπ᾿ τὸ χέρι του πνοή. Κτίζει παλάτια, ὅμως δουλεύ- ουν κι ἄλλοι µαζί του καὶ δὲν τὰ αἰσθάνεται δικά του. Μέσα του ἔχει χαράξει παλάτι ἀκά- µωτο ποὺ μὲ δικό του ἀφεντοπρόσταμα ἕνας λα- ὃς «μὲ κοσµοπλάστην ἔρωτα» νὰ χυθῆ νὰ ὑψώση «ἀτράντακτο στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων». “Etot πάλι δὲν ἱκανοποιεῖται, δὲ θρίσκει τὸ ἐγώ του καὶ τὸν διώχνουν κι’ ἀπὸ δῶ: «Γύφτε τράθα δρό- μο»! καὶ γνωρίζει µέσα του µεγάλη θλίψη, «θλί- Ψη ἀσώπαστη µεγάλη». Ἡ δράση δὲν τὸν ἵκανο- ποίησε, δὲ μπόρεσε ἢ δὲ θέλησε νὰ γίνη χρήσι- μος. “Οτι θέλει ἡ κοινωνία δὲ θέλει νὰ τὸ φτιάξη αὐτός, γιατὶ δὲν ἔχει γι’ αὐτὸν ἀξίαν, κι ὅτι φτι- άχνει αὐτός, εἶναι γιὰ κείνους ἄχρηστο. Θυμίζει τὴν ἀπογοήτευση τοῦ Φάουστ: «ὅτι γνωρίζω δὲ μπορῶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω, κι’ ὅτι μοῦ χρειάζε- ται δὲν τὸ κατέχω! «Καὶ δοκιμάζει ὁ Γύφτος μὲ πολλὲς προσδοκίες τὸν ἔρωτα. Λόγος τρίτος: Στὸν ἔρωτα ἴσως χαθῆ τὸ é- γώ του µέσα στὸ ἐσύ, ἴσως συμπληρωθῆ καὶ δη- μιουργηθῆ ἕνα ἄλλο ἐγώ, φορέας νέων ἀξιῶν. Κι ἀρχίζει ὁ γ΄ λόγος μὲ τοὺς στίχους ποὺ ἤταν KU οἱ πρῶτοι ποὺ γράφτηκαν ἀπ᾿ ὅλο τὸ ἔργο: «Περδικόστηθη τσιγγάνα ὢ μαγεύτρα ποὺ μιλεῖς τὰ, µεσάνυντα πρὸς τ’ ἄστρα γλῶσσα προσταγῆς» ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ