ΠΕΜΠΤΗ 25 ΦΕΒΡΟΥΡΙΟΥ 1954 ΛΟΎ:Δ ΝΤΑΓΚΛΑΣ. ο ο κι ΤΩΝ 4ον -“Μοῦ φαίνεται πὼς κι’ ἐσὺ τὸ ἴδιο ἔχεις πάθει, τὸν ἔκοψε ἡ Λουκία. Δὲ μπορεῖς νὰ μοῦ τὰ πεῖς συντοµώτερα -Μὴ βιάζεσαι, ἀνυπόμονο πλάσμα! ἀναστέναξε ὁ Μάρ- κελλος. Δὲν αἰσθάνομαι διό- λου καλά. Ὅπως ἔλεγα λοι- πὀν, ἡ ἀτέλειωτη αὐτὴ ὠδή, ποὺ τὴν ἐμπνεύστηκε ὁ Τοῦσ- κος μὲ σκοπὸ νὰ κερδίσει τὴν ἐκτίμηση τῆς Αὐλῆς, ἀπαγ- γέλθηκε ἀπ᾿ τὸ γιό του τὸν ᾽Αντώνιο, ποὺ ἤθελε κι’ αὐτὸς τὴ βασιλικἡὴ εὔνοια. Ηταν ἕ- γας µεγαλόστομος ὕμνος τοῦ ἐνδόξου µας Πρίγκιπα. --“Θὰ εὐχαριστήθηκε πολὺ ἀπ᾿ τὴν κολακεία, εἶπε ἡ Λου- κία, κι ἀσφαλῶς θά χειροκρο- τήσατε ὅλοι σας. Εἰδικὰ ἐσὺ κ ὁ Τούλλιος. --Θὰ σοῦ πῶ ἀμέσως, ἔκα- µε ὁ Μάρκελλος μὲ δυσκολία. Ώρες ὁλόκληρες τρώγαμµε τὰ πιὸ πλούσια φαγητά, καὶ πολ- λὰ πιοτά. Εἴχαμε ἀκούσει κι ἄφθονη μουσικὴ ἀπὸ ὄργανα κύ ἑλληνικὲς χορωώδίες- πολὺ ὄμορφες, καθὼς καὶ μιὰ ἐπί- δειξι μαγικῆς τέχνης, πολὺ κα- κοῦ γούστου, ἀκόμα καὶ µε- ρικοὺς γελοίους λόγους, πολὺ μεγάλους καὶ πολὺ ρήτορι- κούς. Ἔγινε, νομίζω, κι ἕνας ἀγώνας πάλης. Ἡ ὥρα ἦταν πολὺ προχωρημένη. Πολὺ πρὶν σηκωθεῖ ὁ ᾽Αντώνιος ἀδερφού- λα µου, ἂν ἤμαστ᾽ ἐλεύθεροι ὅλοι µας νὰ κάνουμε ὅ,τι μᾶς ἄρεσε, θἄᾶχαμε ξαπλωθεῖ στ᾽ ἀναπαυτικά µας κρεθάτια καὶ θἄχαμε ἀποκοιμηθεῖ, Ὁ εὐγε- νέστατος Τούλιος, ποὺ ἐνδια- φέρεσαι πάντα τόσο γιὰ τὴν καλή του ὑγεία, καθόταν ἀντί- κρυ µου καὶ κοιμόταν σἁ µι- κρὸ παιδί. -Καὶ τότε ἄρχισε ἡ ὡδή εἶπε ἀνυπόμονα ἡ Λουκία. --Ναί...τότε ἄρχισε ἡ ὠδή. Κι ὅσο ὁ ᾽Αντώνιος ἔλεγε κι ἔλεγε κι ἔλεγε, εἶχα τὴν ἐν- τύπωση πὼς χανόταν ὅλο καὶ πιὸ πολύ, ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Τὰ χαρακτηριστικά του μοῦ φαινόταν πιὸ θαµπά, ὁλοένα πιὸ θαµπά. Ἡ κανονικἡ ἁνια- ρὴ φώνή του ἔσθηνε ὅλο καὶ περισσότερο, καὶ τὰ βασανι- σµένα µου µάτια γίνονταν ὅ- λο καὶ πιὸ ζεστά, ὅλο καὶ πιὸ βαριά... --Μάρκελλε! φώναξε ἡ Λου- κία. Γιὰ τ᾽ ὄνομα τῶν ἀθανά- των θεῶν! Πές µου ἐπὶ τέλ- ους| -“Ἠσύχασε, ἀνυπόμονο παι- δί! Δὲ μπορῶ νὰ σκεφτῶ γρή- γορα σήµερα. Στὸ ἑξῆς θὰ εἶμαι πάντα γεμάτος κούραση καὶ πλήξη. Φοθᾶμαι πὼς αὐ- τὴ Φδὴ μ᾿ ἔθλαψε ἀνεπα- γόρθωτα. Τί λέγαμε λοιπὀν Ναί...ἀφοῦ λοιπὸν εἶπε κι εἷ- πε, καὶ τί δὲν εἶπε, πετάχτηκα ξαφνικἀ ἀπάνω κι’ ἔριξα μιά ματιὰ στὴν ἐκλεκτὴ ὁμήγυρη. Σχεδὸν ὅλοι εἶχαν ἀποκοιμη- θεῖ εἰρηνικά, ἐκτὸς ἀπὸ λίγους κρατιόνταν μὲ σφιγµένα δόν- τια, χαμογελώντας παγερά, κι ἀπὸ τὸν ἀνυπόφορο ἁἆδερ- φὸ τοῦ ᾽Αντωνίου, τὸ νεαρὸ Κόϊντο, ποὺ ἦταν κατακόκκι- νος ἀπ᾿ τὸν θυμό του. Ὁ ἆλα- ζονικὸς αὐτὸς ἄνθρωπος μοῦ κάθεται στὸ στομάχι, καὶ ἐέ- ρει πὼς τὸν περιφρονῶ. -Τὸν Γάϊο! φώναξε ἡ Λου- κία τὀσο ἄγρια, ποὺ ὁ Μπά- µπο ἄφησ᾽ ἕνα γρυλισμόὀ. Θέ- λω νὰ µάθω τί ἔκανες, πῶς πρόσθαλες τὸν Γάϊο | Ὁ Μάρκελλος γέλασε μὲ μιὰ Υκριµάτσα, γιατὶ τὸ γέ- λιο τὸν πονοῦσε. Ἔπειτα ξέ- σπασε σὲ βροντερὰ χάχανα: --'Αν ὁ ᾿Ενδοξότατος εἶχε ἁπλῶς ἀποκοιμηθεῖ ἤσυχα καὶ σεµνά, μὲ τὰ προγούλια του πάνω στὸ στῆθος του, ὅπως οἱ ἀφοσιωμένοι του ὑπήκοοι, ὁ δυστυχισµένος ὁ ἁδερφός σου θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ εἷ- χε κρατηθεῖ. Μὰ ὁ Πρίγκιψ µας εἶχε ἀφήσει τὸ κεφάλι του νὰ τοῦ πέση πολὺ πίσω, τὸ στόµα του--πού, ὅπως θὰ ξέρεις, δὲ χαρακτηρίζεται διό- λου γιὰ τὴν ὀμορφιά του--ἧ- ταν ὀρθάνοιχτο, ἡ γλῶσσα του κρεµόταν ἁπαίσια, κι ἡ μύτη του, ποὺ µοιάζει σὰν βολόός, πάθαινε μιὰ σύσπαση σὲ κάθε ροχαλητό του. Ἡ αἴ- θουσα τοῦ συμποσίου µας ἢ- ταν βυθισµένη σὲ θανάσιμη σιωπή, ἐκτὸς ἀπ᾿ τὸν ᾽Αντώ- γιο ποὺ διάθαζε καὶ τὸν Γάιο ποὺ ροχάλιζε. -“ραμερό! ψιθύρισε ἡ Λου-Ιρό κία. -“Ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι πολὺ ἤπια, ἀδερφή µου. Πρέπει νὰ Φροντίσεις νὰ Ἠπλουτίσεις τὸ λεξιλόγιό σου. ᾿Εκείνη τὴ στι- γµμή, ὁ Αντώνιος εἶκε φτάσει στὸ σπουδαιότερο σημεῖο τῆς ὠδῆς τοῦ πατέρα του. ᾿Απευ- θυνόταν στὸν Πρίγκιπά µας μὲ μιὰ µεγαλοστοµία ποὺ σί- γουρα θἄᾶπρεπε νὰ εἶχε προ- καλέσει θύελλα στὸν [Παρνασ- σό. Ὁ Γάιος ἦταν ἡ Πηγἡ κά: θε Γνώσης! τὰ μάτια τοῦ Γάϊου ἔλαμπε μιὰ Θεία Φλό- γα! Ὅταν ὁ Γάϊος κουνοῦσε τὰ χείλη του, ξεχυνόταν ἆἁμέ- σως ἡ Σοφία καὶ χαμογελοῦ- σε ἡ Δικαιοσύνη... Αχ, χρυ- σὀ µου παιδί, κατάλαδθα ὅτι μοῦ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφύ- γω τὸ τραγικό µου ἀτύχημαι! Ἔσκασα ξαφνικὰ στὰ γέλια! Πρόσεξε: δὲ θέλω νὰ πῶ πὼς κρυφογέλασα, σκεπάζοντας τὸ πρὀσωπὀ µου μὲ τὰ χέρια µου. Οχι! Ἔριξα πίσω τὸ κεφάλι µου κι ἔσκασα σὲ θροντερά γέλια! Οὔρλιαζα! Γελοῦσα καὶ κτυπιόµουνα σὰν τρελός. (Στὴν ἀνάμνηση αὖ- της τῆς σκηνῆς, ἕνα καινούρ- γιο κύμα εὐθυμίας τὸν συνε- πηρε). Πίστεψέ µε..τοὺς εὐύ- πνησα ὅλους... ἐκτὸς ἀπ' τὸν Γάϊο. “'Μάρκελλει| Ξαφνιασμένος ἀπ᾿ τὸν τρό- μο ποὺ ἔδειχνε ἡ φωνἠ τῆς ἆ- δερφῆς του, ὁ Μάρκελλος σο- Βαρεύτηκε καὶ κοίταξε τὸ χλωμὸ ἀγέλαστο πρόσωπό της. Τί τρέχει, Λουκία εἶπε. Μήπως εἶσαι ἄρρωστη: οθᾶμαι | ψιθύρισε ἡ Λου- κία ἀδύναμα. Ὁ Μάρκελλος τὴν ἀγκάλια- σε, κι ἐκείνη πίεσε τὸ µέτω- πὀ της στὸν ὤμο του. Ἔλα, ἔλαί! μουρμούρισε. Δὲν ἔχουμε τίποτα νὰ φοθη- θοῦμε, Λουκία. Ητάν ἀνοη- σία µου νὰ σὲ κάνω ἔτσι ἅ- γω-κάτω. Βόμιζα πὼς θὰ τδ- 6ρισκες διασκεδαστικὀ. Ὁ Γάϊος θὰ θυµώσει, φυσικά, ὅ- ταν τὸ μάθει, δὲν θὰ τολμήσει ὅμως νὰ τιμωρήσει τὸ γιὸ τοῦ Μάρκου Λουκανίου Γαλλίω- νος. -“Μὰἀ βλέπει, τραύλισε ἡ Λουκία, μόλις χτὲς ὁ πατέρας τούκανε ἀνοιχτὴ κριτικὴ στὴ Σύγκλητο. Δὲν τσ ναδςς, Ἶ -Καὶ βέδαια. Μὰ ὁ πατέ- ρας εἶναι ἀρκετὰ δυνατὸς γιὰ νὰ προστατέψει τὸν ἔαυ- τό του. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο τὅπε ὁ Μάρκελλος ἔτσι ποὺ δὲν τῆς φάνηκε καὶ πολὺ πειστικό. Ἡ Λουκία ἄργησε ν᾿ ἀπαντήσει. ὍὉ Μάρκελλος αἰσθανόταν τὸ σῶμα της νὰ τρέμει. Αν ταν µόνο αὐτό, εἶπε ἡ Λουκία, ἴσως νὰ τὄχε παρα- θλέψει. Μά..τώρα ἐσὺ τὸν πρόσόθαλες. Κύ εἶναι κιόλας θυμωμένος καὶ µαζί µου. “Μαζί σου! ἔκαμε ὁ Μάρ- Κελλος Ἠπιάνοντάς την ἁπ' τοὺς ὤμους καὶ κοιτάζοντας τὰ τροµαγµένα της μάτια. Γιατί νάναι ὁ Γάϊος θυµωμέ- νος µαζί σου -“Θυμᾶσαι πέρσι τὸ καλο- καίρι ποὺ ἡ Διάνα, ἡ µητέρα της κι ἐγὼ ἥμαστε καλεσµέ- νες στὰ ᾿Ανάκτορα, στὸ Κά- πρι, κι ὁ Γάϊΐος ἥρθε νὰ ἐπι- σκεφτεῖ τὸν Αὐτοκράτορα τ-Ε, λοιπὀν Λέγε! εἶπε ὁ Μάρκελλος. Τί ἔγινε Τί εἷ- πε Τί ἔκανε Προσπάθησε νὰ μὲ κάνει νὰ τὸν προσέξω. -“Μπὰ τὸ σιχαµένο ζῶοι βροντοφώναξε ὁ Μάρκελλος καὶ πετάχτηκε ὀρθός. Θὰ τοῦ ξεριζώσω τὴ βρωµερή του τὴ γλῶσσα!ι Θὰ τοῦ θγάλω τὰ µάτια μὲ τὰ δἀκτυλά µου! Γιατὶ δὲ μοῦ τπες προτύτε ρα, -Μὰά ἀκριθῶς ἐπειδὴ φοθό- µουν μήπως τοῦ κόψης τὴ γλῶσσα ἢ τοῦ µβγάλεις τὰ μάτια, εἶπε ἡ Λουκία ἄκεφα. Ἂν ὁ ἀδερφός µου ἦταν ἕνας δειλός, ἀδύνατος ἄνθρωπος, θὰ τοῦ τὄλεγα ἴσως ἀμέσως. Μὰ ὁ ἀδερφός µου εἶναι δυνα- τὸς καὶ γενναῖος--κι ἀσυλλό- γιστος. Τώρα ποὺ τοῦ τπα, θὰ σκοτώσει τὸν Γάϊο. Κι’ ὁ τόσο ἀγαπημένος µου ἆδερ- φὸς θὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνα- το, καὶ τὸ ἴδιο, φαντάζομαι, θὰ πάθει κι ὁ πατέρας µου. Κι’ ἡμητέρα µου θὰ πάει ἑ- ξορία ἢ φυλακή, καί... Τί λέει ἡ μητέρα γι αὖ- τὸ τὸ ζήτημα τὴν ἔκοψε ὁ Μάρκελλος. --Δὲν τῆς τπα. Γιατί Ἔπρεπε νὰ τῆς τ- χες πεῖ- ἀμέσως | -“Θὰ τὄλεγε τοῦ πατέρα. Κι’ αὐτὸ θἄάταν τὸ ἴδιο έπι- κίνδυνο ὅσο κι ἂν τὄλεγα στὸν ἀδερφό µου. -Ἔπρεπε νὰ τὄχες πεῖ τοῦ Αὐτοκράτορα! ξέσπασε ὁ Μά- ῥρκελλος. Ὁ Τιβέριος δὲν εἷ- ναι βέθαια ὑπόδειγμα ἀρετῆς, μὰ κάτι θὰ μποροῦσε νᾶχε κάμει! Δὲν τὸν πολυσυμπαθεῖ τὸν Γάΐο. -“Μὴν εἶσαι κουτός! Αὐτὸς ὁ γέρος εἶναι µισότρελος | Θἄδθαζε ἴσως τὶς φωνές. θᾶ- κανε µεγάλη φασαρία, θὰ µά- λωνε τὸν Γάϊο μπροστὰ σ᾿ ὅ- λο τὸν κόσµο--κι' ἔπειτα θὰ τοῦ πέρναγε ὁ θυμὸς καὶ θὰ τὰ ξεχνοῦῶσε ὅλα. Μὰ ὁ Γάϊος δὲ θὰ ξεχνοῦσει Οχι... ἀποφά- σισα νὰ τ᾿ ἀφήσω ἔτσι. Κανεὶς δὲν τὸ ξέρει- ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Διάνα. -“Τὴ Διάνα! ᾽Αφοῦ νόµιζες πὼς τὸ μυστικό σου ἦταν τόσο ἐπικίνδυνο, γιατὶ τπες τῆς Διάνας, ποὺ εἶναι ἀκόμα µω- Ὅ Μάρκελλος ἔριξε μιὰ ἆᾱ- διάφορη ματιὰ πρὸς τὴν διεύ- θυνση τοῦ σπιτιοῦ’ ἔπειτα σού- Φρωσε ξαφνικὰ τὰ φρύδια του» ἔπειτα ἔτριψε τὰ μάτια του μὲ τὶς γροθιές του καὶ ἔα- νακοίταξε. Ένα ἀθέλητο χα- µόγελο ζωγραφίστηκε στὰ χείλη τῆς Λουκίας. “Φαίνεται, ἀδερφή µου, βόγγηξε ὁ Μάρκελλος, πὼς εἶμαι σὲ πολὺ χειρότερη κα- τάσταση ἀπ) ὅ,τι νόμιζα. -Εἶσ᾽ ἐν τάξει, Χιλίαρχε, εἶπε ἡ Λουκία σέρνοντας τὴ φωνή της. Οἱ κοπέλες αὐτὲς εἶναι πραγματικὰ δυό. “Αχ, σ᾿ εὐχαριστῶ! Α- νακουφίστηκα. Εἶναι τούλάχι- στον ἡ ἐξυπνάδα τους ἀνάλο- γη μὲ τὴν ὀμορφιά τους -Εἶναι ἀκόμα νωρὶς γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ξέρει! Εἶναι ἡ πρώτη µέρα ποὺ ἐρ- γάζονται. Μὴν τὶς τροµάξεις, Μάρκελλε. Εἶναι κιόλας ἆλα- λιασµένες ἀπ᾿ τὸ φόδο τους. Δὲν ἔχουν ξαναδουλέψει ποτέ τους... Οχι, ὄχι, πάµπο! Ἔλα δᾶῶ] (Συνεχίζεται) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ βΠΙπ/πΙΙΕΙΙΙΕΙπΙΙπΙΠαΙααβΙϱΙπ παμπ! ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ Π ΝΑ ΣΥ ΨΛΛΩ [Π0Σ 10 Ελ0 Στὸ εὐωδιασμένο τοῦτο δεῖλι, ποὺ ἀργοπεθαίνει μέσ᾽ στὰ μῦρα, θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴν ψυχή µου κάποιο τραγοῦδι νὰ σοῦ πῆ᾽ ξ μὰ ὡς νἄρθη ὁ στίχος µου στὰ χείλη, λυώνει καὶ χάνεται καὶ σθεῖ, κι οὔτε τὸν ἦχο πιάνει ἡ λύρα Ἡ κι οὔτε τὰ λόγια τὸ κοντύλι. [ς Πῶς νὰ σοῦ ψάλω ὅπως τὸ θέλω, [ὃ Πλάστη δικέ µου καὶ τοῦ κόσμου Μέσα µου ἀνέκφραστ᾽ εἶναι πόθοι, κι’ ἔπρεπε νἄχω ἅρπες ἀγγέλων, ἢχο νὰ κάµω καὶ σκοπό µου ὅ,τι γιὰ σὲ ἡ ψυχή µου νοιώθει. Τὸ πιὸ καλὸ δοξαστικό µου θὰ µένη αὐτὸ ποὺ δὲν εἰπώθη!... Γ. ΒΕΡΙΤΗΣ Ἱ ΝΗΠΛΙ ΤΠ ΠΕΝΙΥΣ 1ΧΒΛΙ Μετὰ τὴν “Αλωσιν τῆς Κων- σταντινουπόλεως ὑπὸ Μωάμεθ τοῦ Β΄ τὸ Οἰκουμενικὸν Ι]α- τριαρχεῖον διὰ τῶν ὑπ) ἐκείνου ἀναγνωρισθεισῶν προνομιῶν πρὸς τῇ ᾿ἘΕκκλησιαστικῇ αὑ- τοῦ ἀρχῇ προσλαθὸν ὡς κεφα- λὴ τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἔθνους καὶ δύναμίν τινα πολιτικὴν ἀπετέ- λεσεν οὕτως εἰπεῖν Κράτος ἐν Κράτει, ἐφ᾽ ὢ καὶ οὐ µόνον ἀνενοχλήτως πλὴν ὀλίγων ἐξ- αιρέσεων διεῖπε τὰ τῆς ᾿Όρθο- δόξου ᾽᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησί- ας συμφώνως πρὸς τοὺς θεµε- λιώδεις κανόνας καὶ τὰς ὥρι- σµένας αὐτῆς διατάξεις, ἆλ- λά καὶ τὰ τῆς δηµοσίας ἐκπαι- δεύσεως τοῦ ἡμετέρου Γένους διερρύθµιζε καὶ διήυθυνεν αὐ- τὸ ἄνευ ἀναμίξεώς τῆς Πολι- τείας. Καὶ ἀληθὲς μέν, ὅτι αὕ- τη τείνουσα ὅπως μικρὸν κατὰ μικρὸν καταργήσῃ τὰς προνο- µίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατρι- αρχείου καὶ ἐκτουρκίσῃ σὺν τῷ χρόνῳ τὸ ἡμέτερον στοι- χεῖον καὶ πάντας τοὺς ὑποδού- λους αὐτῇ λαοὺς ἐπενέθαινεν ἐνίοτε ἢ καὶ ἀπεπειρᾶτο νὰ ἐπέμθῃ εἰς τὰ ᾿ἘΕκκλησιαστι- κἁ καὶ ᾿Εκπαιδευτικὰ ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Οθωμανικῷ κράτει πρά- γµατα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκρι- θῶς ἔτι μᾶλλον ἀγρυπνοῦσα ἡ ᾿Ἐκκλησία διεμαρτύρετο ἑκά- στοτε καὶ σθεναρῶς ἀντεπεξ- ήρχετο ὑπεραμυνομένη τῶν δι- καίων αὑτῆς. Ηδη δὲ ἀπὸ τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου ἕν τῶν κυριωτάτων αὑτῆς µελημάτων θεωρήσασα αὕτη τὴν καλλιέρ- γειαν τῶν γραμμάτων καὶ τὴν ἀνύψωσιν τῆς Ἑλληνικῆς παι- δείας ἐν ᾿Ανατολῇ οὐδέποτε ἔ- παυσε μεριμνῶσα περὶ τούτου, ἐφ᾽ ὢ καὶ πολλαχοῦ Ίδρυσε σχολεῖα καὶ περὶ τῆς συντηρή- σεώς τών ἐπρονόει καὶ περὶ τοῦ ἐν αὐτοῖς διορισμοῦ διδα- σκάλωών ἱκανῶν καὶ ἀξίων τῆς ἀποστολῆς των. Τὸ αὐτό, ἐν- νοεῖται, ἔπραττον καὶ αἱ κατὰ τόπους Μητροπόλεις. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐν Κων- σταντινουπόλει ἑλληνικῶν ἐκ- παιδευτηρίων πρωτεύουσαν εὖ- θὺς ἐξ ἀρχῆς θέσιν ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας κατέλαδεν ἡ Πατριαρχικὴ Μεγάλη τοῦ Γέ- νους Σχολή, ἥτις ἀπολαύουσα τῆς ἀμέσου προστασίας καὶ ἐ- ποπτείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀνεδείχθη τὸ ᾱ- νώτατον καθ) ὅλον τὸ Ὄθωμα- νικὸν Κράτος ἙΕλληνικὸν Ἔκ- παιδευτήριον, ἡ ἄσθεστος καὶ ἱερὰ ἑστία, ἐξ ἧς ἀφθόνως διω χετεύετο καθ᾽ ἅπασαν τὴν ᾽Α- νατολὴν καὶ πανταχοῦ τοῦ Ἑλ- ληνισμοῦ τὰ νάµατα τῶν φώ- των τῆς προγονικῆς σοφίας καὶ ἀρετῆς καὶ δι’ αὐτῶν ἀνε- ζωπυρεῖτο τὸ ἐθνικὸν αἴσθη- µα καὶ ἐστερεοῦτο ἡ πεποίθη- σις τῆς μελλούσης ᾿Εθνικῆς Παλιγγενεσίας. Ἡ ὅλη ἵστο- ρία τῆς Σχολῆς ταύτης ὄφι- σταµένης κατὰ πᾶσαν πιθανό- τητα καὶ πρὸ τῆς Αλώσεως λαμπρὰς καὶ πολυτίµους παρ: έχει ἐλπίδας εἰς τὴν ἐθνικὴην ἡμῶν ἱστορίαν, εἰς τὰς ἀνεκτι- µήτους δὲ καὶ µεγάλας αὐτῆς ὑπηρεσίας ὀφείλει κατά μέγα µέρος τὸ ἡμέτερον Γένος τὴν διαπαιδαγώγησιν αὐτοῦ καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς προκύψαντα ἀγα- θά. ᾿Απ᾿ ἀρχῆς τῆς συστάσε- ως αὐτῆς μέχρι σήμερον Χχο- ρεία ὁλόκληρος διδασκάλων καὶ καθηγητῶν σεθαστῶν καὶ διαπρεπῶν εὐδοκιμώτατα καὶ μετ᾽ ἐνθέρμου ζήλου διδάξα- σα ἐν αὐτῇ ἐτίμησεν αὐτὴν µε- γάλως καὶ ἐτιμήθη δι αὐτῆς, πολυπληθεῖς δὲ ὁπολογίζονται οἱ τρόφιμοι αὐτῆς, οἵτινες ἀρ- τίας τυγχάνοντες παιδεύσεως ἑλληνοπρεποῦς καὶ Χριστιανι- κῆς καὶ ἐν εὐσεθείᾳ καὶ ἀρε: τῇ γαλουχούμενοι διέπρεπον πάντοτε ἐν παντὶ σταδίῳ πρα: κτικῷ καὶ ἐπιστημονικῷ τοῦ κοινωνικοῦ θίου, ἐν πάσῃ θέσει δηµοσίᾳ ἢ καὶ ἰδιωτικῇ καὶ κα- θόλου ἐφώδιασμένοι ὄντες ἐκ τῆς Σχολῆς διὰ τῶν ἠθικῶν καὶ πνευματικῶν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνιῶν ἀνεδεικνύ- οντο τίµιοι καὶ χρηστοὶ πολῖ- ται καὶ ὡς τοιοῦτοι µεγάλως συνετέλουων εἰς τὴν πρόοδον καὶ αὐτῶν ὡς ἀτόμων καὶ τῆς ὅλης κοινωνίας ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Τουρκικὴν Κυθέρ- νησιν οὐκ ὀλίγας παρέσχον ὗὅ- πηρεσίας τινὲς ἐξ αὐτῶν, διότι, ὡς γνωστόν, ἐξ αὐτῶν ἐλαμ- θάνοντο ἐπί τινα χρόνον μετὰ τὴν ἅλωσιν γραμματεῖς, ἐφ᾽ ὅσον εἰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς πρὸς ξένα ἔθνη σχέσεις αὐτοῦ ἐγί- νετο χρῆσις τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ θραδύτερον κατά διαφό- ρους καιροὺς πολλοὶ ἐκ τῶν ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς ἀνηλ- θον καὶ εἰς ὑψηλά ἀξιώματα ὡς δηµόσιοι ὑπάλληλοι. Βέθαιον θεωρεῖται, ὅτι ἐν τῇ Μεγάλῃ Σχολῇ ἐδιδάσκον- Ὑπὸ Δ. Ο. το ἐξ ἀρχῆξ τὰ ἱερά, ἡ ἀρχαί- α Ἑλληνικὴ φιλολογία καὶ ἡ Λατινική, ἡ ρητορική, τὰ φιλο- σοφικὰ καὶ τὰ φυσικοµαθηµα- τικά, ἐν ὢ καταλλήλως καὶ ἐκ παραλλήλου προπαρεσκευά- ζοντο αἱ τρεῖς κατώτεραι τά- ξεις ἐκ τῶν πέντε ἢ ὀκτώ, αἴ- τινες ὑφίσταντο συνήθως ἐν αὐτῇ, ὡς τοῦτο καταφαίνεται καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων χρόνων καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων ἀπὸ τῶν µέσων τοῦ 17ου αἰῶνος. Κατά τοὺς νεωτέρους χρόνους κατηργήθη ἡ διδασκαλία τῆς ρητορικῆς, προσετέθησαν. ὅ- µως ἡ ἰχνογραφία καὶ ἡ Υυ- μναστικὴ καὶ ἡ διδασκαλία τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Τουρκι- κῆς. Ἡ Σχολή, ἥτις κατὰ καιροὺς καὶ Πατριαρχικὴ ᾿Α- καδήµεια καὶ Φροντηστήριον καὶ Μουσεῖον ἐκαλεῖτο, µέχρι τοῦ 1861 (ὅτε διαλυθὲν τὸ φι- λοσοφικὸν αὐτῆς τμῆ μα άνεσυ- στάθη τὸ 1777) εἶχε τὸ πλεῖ- στον χαρακτῆρα σχολῆς γραμ- ματικῶν µαθηµάτων. Ἐν αὐ- τῇ ὁ ᾽Αλέξανδρος Μαυροκορ- δᾶτος τὰ φιλοσοφικὰ διδά- σκων (1665-1671) παρεῖχε καὶ γνώσεις τῆς ἰατρικῆς. Φανίνεται, ὅτι ἡ 2 χολἡ παλαι- όθεν ἧτο διηρηµένη εἷς δύο τµήµατα: α) τὸ τῶν κατωτέ- ρων Ὑραμματικῶν καὶ β) τὸ τῶν ἀνωτέρων καὶ ἐπιστημονι- κὦν µαθηµάτων, τούτων δὲ τὸ δεύτερον, ἤτοι τὸ ἐπιστημονι- κόν, ἐλειτούργει ἐν τῇ σχολῇ τῇ συσταθείσῃ δαπάνῃ τοῦ φι- λομούσου Μανωλάκη ἐν τῷ κατὰ Φανάριον 'Αγιοταφικῷ Μετοχίῳ, εἰ καὶ ἄλλοι θεωροῦ- σι τὴν Σχολὴν ταύτην διάφο- ρον καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς. Ἡ ΓΠα- τριαρχικἡὴ ᾽᾿Ακαδήμεια, ὅτε ἑ- λειτούργει ἐν Ἐηρᾷ Ἱρήνῃ, ἀνηγόρευε καὶ µέλη αὐτῆς τοὺς ἐν ταῖς ἐπιστήμαις καὶ τοῖς γράμµασι διακρινοµένους παρ᾽ ἡμῖν. Τότε συνέταττον ἐ- κεῖ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι καὶ τῆς Κιθωτοῦ τὸ λεξικόν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὅλων µαθη- τῶν τῆς Σχολῆς κατὰ διαφό- ρους περιόδους καὶ διάφορα ἔτη ἐποίκιλλε διότι ἐνῷ κατὰ τοὺς μετὰ τὴν Αλωσιν χρό- νους σαν πολλοὶ ὀλίγοι οὔὗ- τοι, ἐπὶ τῆς Σχολαρχίας τοῦ Κούμα ἠριθμοῦντο περὶ τοὺς 100, ἄποροι οἱ πολλοί, καὶ θραδύτερον ἔτι πλείονες ἀνελ- θόντες καὶ µέχρι τῶν 800, ὁ δὲ µέσος ὄρος τῶν τελειοφοί- των κατὰ τὰ τελευταῖα πρὸ τοῦ πολέμου ἔτη ἀνήρχοντο εἰς 25 ἐπὶ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν µα- θητῶν 350--400. Ἡ ἐλάττωσις τῶν τροφίμων αὐτῆς ἄρχεται ἰδίως ἀφ᾿ ὅτου ηὐξήθη ὁ ἀρι- θμὸς τῶν Γυμνασίων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Πρω- τευούσῃ ἱδρύθησαν ἄλλα ἐκ- παιδευτικἁἀ δηµόσια, ὣς τὸ ἐν Πέραν Ζωγράφειον, τὸ ἐθνικὸν Λύκειον, ἡ Σχολὴ τῶν γλὠσ- σῶν, ᾖἰδιωτικὰ Λύκεια ἡμε- τέρων καὶ ξένων καὶ τὸ ἐν Πέ- ραν Αὐτοκρατορικὸν Λύκειον᾽ ἄλλως δὲ καὶ αἱ νέαι συνθῆ- και τοῦ Θίου ἠνάγκαζον πολ- λοὺς νὰ τρέπωνται μετὰ τὴν ἐν ταῖς δημοτικαϊῖς ἢ καὶ ἁστι- καῖς σχολαῖς παίδευσιν εἰς στάδια πρακτικἀ ἢ καὶ νὰ ἐπι- διώκωσι τὴν πρόσκτησιν τῶν ἀναγκαίων ἐν τῷ πρακτικῷ θίῳ γνώσεων διὰ τῆς παρακο: λουθήσεως µαθηµάτων σχο- λῶν πρακτικὸν καὶ οὐχὶ καθα- ρῶς κλασσικὸν σκοπὸν ἔχου- σῶν, ὡς ἡ Μεγάλη Σχολή. Οἱ πλεῖστοι τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς ἄποροι ὄντες ἐνε- γράφοντο δωρεάν καὶ µόνον κατὰ τὰ τελευταῖα πρὸ τοῦ πο- λέµου ἔτη κατέβαλλον καὶ οὗ- τοί ἡμίσειαν λίραν ἐτησίώς ἕ- καστος. ᾿Ἐπειδὴ δὲ αἱ ὁλοὲν αὐξανόμεναι ἀνάγκαι αὐτῆς ἐπέδθαλλον σὺν τῷ χρόνῳ καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν δι- δάκτρων διὰ τοὺς μὴ ἀπόρους, ἀναλόγως ηὐξήθη τοῦτο κατὰ τὰς τάξεις µέχρι 5 καὶ 6 λι- ρῶν Τουρκίας τησίως, καὶ τὸ ποσόν, ὅπερ ὑπεχρεοῦτο νὰ καταθάλῃ ἕκαστος ἀπόφοιτος διὰ τὸ ἀπολυτήριον αὐτοῦ ἀν- ἤλθεν ἀπὸ μιᾶς λίρας εἰς πέν- τε. Ἡ Σχολἡ κατὰ καιροὺς εἷ- χε καὶ ὑποτρόφους ἐκ τοῦ τα- µείου αὑτῆς ἢ καὶ ἐκ τοῦ κλη- ροδοτήµατος τοῦ ᾽Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. ὍὉ προὐπολογισμὸς τῆς Σχολῆς πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἰκανὰ ἔτη πρὸ αὐτοῦ ἀνήρχετο εἷς 3.000 λίρας Τουρκίας ἐτησίως, οἱ δὲ πόροι αὐτῆς προήρχοντο τὸ μὲν ἐκ τῶν εἰσπραττομένων διδά- κτρων καὶ ἐκ τοῦ ναοῦ τῆς ἐν Γαλατᾷ Καιφατιανῆς Παναγί- ας, ὡς καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Αγίου Θεράποντος καὶ τῆς περιαγωγῆς ἰδιαιτέρου ὁ- (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα). 4ον Εὶϊς τὰ παιδιὰ ἀθώα εἶναι ἡ ᾱ- ὑυγαμία τῶν ὀργάνων των, ἀλλ) ὄχι καὶ ἡ ψυχή των. Εἶδα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἕνα παιδί, ποὺ τὸ κατέτρω- γεν ἡ ζήλεια, Δὲν ἡμποροῦσε ἀχό- µη νὰ ὁμιλῇ, ἀλλὰ κάτωχρο καὶ μὲ µάτια γεμάτα φθόνο, ἐκοίταζε τὸν ὁμογάλαμτον ἀδελφόν του. Π]ρόκειται περὶ φαινομένου γνω- στοῦ εἲς ὅλους καὶ δὲν γνωρίζω ποῖα µέσα ἐξαγγισμοῦ αἱ μητέρες καὶ αἱ τροφοὶ µεταχειρίζονται ἐ- γαντίον τῶν τοιαύτης φύσεως ἐ- λαττωµάτων. Εΐναι ἀθῶο ἐκεῖνο τὸ παιδί, ποὺ ἀργεῖται νὰ διαµοι- ρασθῇ πηγην πλήρη καὶ μάλιστα ὑπερπλήρη γάλακτος μ’ ἕνα ἄλλο παιδί, ποὺ εἶναι ἐξ ἴσου σωμα- τικῶς ἀδύνατο χαὶ ἠμπορεῖϊ νὰ εὔ- ο εἰς τὴν ἰδίαν τροφὴν τὴν ζω: ἠν του Καὶ ὅμως ἀνέχονται τὴν κατάστασιν ταύτην μὲ ἐπιείκειαν, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι μικρὰ τὰ χακὰ ταῦτα, ἀλλὰ διότι μὲ τὴν ἡλιχίαν παρέρχονται. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύ- εται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἠἡμποροῦμεν νὰ τ’ ἀνεχώμεθα, ὁσάκις τὰ εὑρίσκο- μεν εἰς ἄτομα µεγαλυτέρας ἡλικί- ας. Σὺ λοιπόν, ὢ Θεέ µου, ποὺ ἔδωσες τὴν ζωὴν εἰς τὰ παιδιά, ποὺ διεµόρφωσες τὸ σῶμά τῶν, ὤπλισες τὰς αἰσθήσεις των, προσ: Ίρμοσες τὰ µέλη τών, ἐστόλισες τὸ πρὀσωπύν των, χαθώρισες τὰς ἀποχκρύφους προσπαθείας, διὰ τῶν ὁποίων διατηροῦν τὴν ἀκεραιότη- τα καὶ τὴν τελειότητα τοῦ ἀτόμου των. Σὺ μὲ καλεῖς νὰ Σ)᾽ ἐξυ- μνῶ, νὰ σὲ πιστεύω, νὰ δοξάζω ᾱ- πὸ τὰ θάθη τῆς καρδιᾶς µου τὸ ὄνομά Σου, ΔιότιΣὺ εἶσαι ὁ Κύ: ριός µου, ὁ παντοδύναµας καὶ πα- νάγαθος, καὶ θὰ ἤσουν ὁ παντο δύγαµος καὶ πανάγαθος Θεός µου, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν εἶχες δηµιουρ- γήσει παρὰ µόνον αὐτὰ τὰ πράγ- µατα, τὰ ὁποῖα καγνεὶς ἄλλος δὲν ἐδημιούργησε παρὰ µάνον Ἐσύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπορεύεται κάθε ουθμὸς καὶ κάθε μέτρον᾽ παρὰ µὀ- γον Ἐσύ, ποὺ καθιστᾶς τὰ πάντα περικαλλῆ καὶ τὰ ορυθμίζεις διὰ τῶν νόµων Σαν. ᾽Αλλὰ τὴν ἡλικί- αν αὐτὴν δὲν τὴν ἐνθομοῦμα, ὦ Θεέ µου, παρὰ µόνον ἀπὸ πληρο- Φφορίας Ἑένων προσώπων καὶ ἀπὸ συμπεράσματα, ποὺ ἔχω ἐξαγάγει ἐγὼ ὁ ἴδιος. ᾽Αλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὀρθὰ τὰ συμπεράσματα ταῦτα, δὲν τολμῶ νὰ .θεωρήσω τὴν θρεφικῆν ἡλικίαν µου ὡς µέρος τῆς ἰδικῆς µου ξωῆς ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸ σκότος, ποὺ μὲ περιδάλλει, τὴν ἐξισώνει μὲ τὴν ζωὴν, ποὺ διῆλθα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός µου, ᾿Εὰν δὲ κὲν ἀνομίαις συνε- λήφθην καὶ ἓν ἁμαρτίαις ἐχίσσησέ µε ἡ µήτηρ µου» (1), ποῦ, ὢ Θεὲ καὶ Κύριέ μου,ποῦ καὶ πότε, σ᾿ ἐρωτῶ, ὑπῆρξεν. ἀθῶος ὁ δοῦ- λος Σου Αλλ’ ἂς σθήσωμεν ἀπὸ τὴν μνήμην µας τὴν περίοδον ταύ- την: Τί μὲ συνδέει μ’ αὐτήν, ἀφοῦ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίποτε σχετικόν ἀε αι. ᾿Απὺ τὴν θρεφικἠν. ἠλικίαν ἐπέ- ρασα εἰς τὴν παιδικήν, ἢ μᾶλλον ἡ παδικὴ ἡλικία ἦλθε εἰς ἐμέ, διαδεχθεῖσα τὴν πρώτην. ᾽Αλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν παρῆλθε, διότι ποῦ ϐ) ἀπεσύρετο Καὶ ὅμως δὲν ὑφί- στατο πλέον. Διότι δὲν ἥμουν πλέ- ον ἕνα ἄλαλο θρέφος, ἀλλ ἕνα παιδί, ποὺ ἄρχιε ἤδη νὰ ὁμιλῃ. Αὐτὸ τὸ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐμελέτησα ἔκτοτε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔμαθα νὰ ὁμιλῶ. Διότι δὲν εἶχα διδάσκαλον, ποὺ θὰ μ’ ἐδίδασκε μὲ τάξιν καὶ µέθοδον τὸν προφο: ρικὸν λόγον, ὅπως συνέθη ἀθγό- τερα μὲ τὴν ἐκμάθησιν τῶν γραµ- µάτων. Αλλά, χάρις εἰς τὴν διά- νοιαν, ποὺ μοῦ ἐδώρησες, ὦ Θεέ μου, ἐπειδὴ ἔθλεπα, ὅτι τὰ δάκρυ: α, αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ κινήσεις τῶν μελῶν τοῦ σώματός µου δὲν ἡμ- ποροῦσαν νὰ ἐκφράσουγ ὅλας τὰς σκέψεις καὶ τοὺς πόθους µου, ἑ- συγκρατοῦσα εἰς τὴν μνήμην µου τὰ ὀνόματα, ποὺ ἤκουα νὰ δίδων- τα εἰς τὰ πράγματα. Παρατηρῶν δὲ ὅτι σύµφωνα μὲ αὐτὴν ἢ ἐκεί- γην τὴν λέξιν διευθύνοντο πρὸς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἀντικείμενον, ἐσυμπέραινα καὶ δὲν ἐξεχνοῦσα τὸ ὄνομα, μὲ τὸ ὁποῖον ὠνόμαξαν ἕνα πρᾶγμα. Ἐμάντευα τὴν ἐπι- θυµίαν τῶν συνανθρώπων µου ἀπὸ τὴν χίνησιν τοῦ σώματός των καὶ ἀπὸ τὴν φυσικὴν ἐχείνην γλῶασσαν ὅλων τῶν ἐθνῶν, ποὺ συνίσταται εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ προσώπου, εἰς τὴν κίνησιν τῶν ὀφθαλμῶν, εἰς τὴν ἐγέργειαν τῶν μελῶν τοῦ σώματος καὶ εἰς τὸν ἦχον τῆς φῶ: γῆς, ποὺ ἐκφράξει τὰς συναισθη- ματικὰς καταστάσεις τῆς ψυχῆς, ὅταν θέλῃ νὰ ζητήσῃ κάτι, νὰ τὸ κρατήσῃ εἰς τὴν διάθεαίν της, νὰ τὸ ἀποφύγῃ, ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Τοιοντοτρόπως, μὲ τὸ ν᾿ ἀκούω κάθε φορὰ τὰς ἰδίας λέξεις, ἐσυμ- πέρωνα, ἀναλόγως τῆς θέσεως, ποὺ εἶχαν εἰς τὸν λόγον, ποίων ἀντικειμένων ἦσαν σύμύολα καὶ, ἀφοῦ ἐσνυνήθισε τὸ στόµα µου νὰ τὰς προφέρῃ, τὰς μεταχειριζόµουν διὰ γὰ ἐκφράξω τὰς θελἠσεις µου. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κατώρθωσα νὰ ἐπικοινωνγῶ. μὲ τὰ πρύσωπα, ποὺ μὲ περιστοίχιζαν, καὶ ἀπὸ συ- γήθειαν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν τρι κυμιώδη ζωήν, ἀλλὰ πάντοτε ὑπο- τασσόµενος εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν γονέων μον καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πρεσθυτέρων. ΖΩ Θεέ µου, Θεέ µου. ᾿Ανάμεσα εἰς ποίας συμφορὰς καὶ εἰς ποῖα ὀνειροπολήματα ἐπέρασα τὰ χρύ: για τῆς παιδικῆς ἡλικίας µου, κα- τὰ τῆν ὁποίαν μοῦ ἐπεθάλλετο ἕ- νας καὶ μόνος κανὼν τῆς ζωῆς, νὰ ὑπακούω δηλαδὴ εἷς τοὺς δα- σκάλους µου, διὰ νὰ ἠμπορέσω καὶ ἐγὼ νὰ διαλάµψω καὶ νὰ δρέψω δάφνας εἰς τὴν τέχνην ἐκείνην τοῦ ὁμιλεῖν, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς δόξαν καὶ ψεύτικα πλούτη. Μὲ ἔστειλαν λοιπὸν εἰς τὸ σχολεῖον, διὰ νὰ µά- θω ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν. Πρὸς δυστυχίαν µου, δὲν ἤμουν εἷς θέ- σιν ν’ ἀντιληφθῶ τὴν χρησιμότητα αὐτῆς τῆς διδασκαλίας. Καὶ ὅμως, ὅταν ὕμουν ἀμελής, μ’ ἐτιμωροῦ- σαν. Οἱ ἔχοντες πεῖραν τοῦ κόσ- µου ἐπεδοκίμαξαν τὴν τοιαύτην αὐστηρότητα. Ἐκεῖνοι, ποὺ ἔξη- σαν πρὶν ἀπὸ ἡμᾶς, προετοίµασαν 1) Ψαλμ. Ν.7. ή ΤΝ ΕΠΗ) ΤΠ ΙΙΙ ΝΠΙΠΗΙ τὰ ἀκανθώδη μονοπάτια, ἐπὶ τῶν ῥποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θαδίζωµεν, αὐξήσαντες δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὰς ἀσχολίας τῶν τέ- κνων τοῦ ᾿Αδὰμ καὶ τὰ θάσανά των. Συνηντήσαµεν τότε, ὦ Θεέ µου, μερικοὺς δούλους Σου, παρὰ τῶν ὁποίων ἐμάθαμεν, χωρὶς νὰ ἐνγοοῦμεν καλά, ὅτι εἶσαι ἀργετὰ μεγάλος, ὥστε νὰ μᾶς θοηθῇς, χωρὶς νὰ προσπίπτῃς εἰς τὰς αἱσ- θήσεις µας. ΄Ἠρχισα λοιπόν, ἤδη κατὰ τὴν τρυφερὰν ἡλικίαν µου, γ᾿ ἀπευθύνωμαι σ’᾽ σένα, ὡς µό- γον στήριγμα καὶ ἄσυλόν µου. “Ἔ- λύνα τοὺς κόµόους τῆς γλὠώσσης µου, διὰ νὰ Σὲ ἐπικαλεσθῶ. Α΄: χόμα μικρὸ παδάκι, Σὲ ἱκέτευα μὲ ζέσιν φλογερὰν νὰ μὲ ἀἁπαλλά- Έῃς ἀπὸ τὰς τιμωρίας τοῦ σχολεί- ου µου. Καὶ ὕσες φορὲς δὲν μὲ εἰσήκονες, (ποὺ δὲν τὸ ἔχανες ἀπὸ ἀδιαφορίαν πρὸς ἐμένα), οἱ διδά- σχαλοι καὶ οἱ γονεῖς µου ἐγελοῦ- σαν διὰ τὰ ραπίσματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐφαίγοντο εἰς ἐμένα ὡς τὸ µεγαλύτερον καὶ «φρικωδέστερον κακόν. Ὑπάρχουν, Κύριε, ψνχαὶ τόσον µεγάλαι καὶ τόσον στενὰ συνδε- δεµέναι διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς ἛἘ- σὲ---διάτι καμμιὰ φορὰ ἡ βλακεί- α γεννᾷ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα---ὑ- πάρχουν, Σὲ ἐρωτῶ, ψυχαὶ, ποὺ ἀντλοῦν ἀπὺ τὴν εὐσεθῃ σύνδεσιν ταύτην τόσην ψυχικὴν δύναμιν, ὥ- στε γ) ἀψηφοῦν τὴν στρέθλαν, τοὺς σιδερένιους ἄνυχας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι μὲ φρικτὴν ἀγωνίαν Σὲ ἱκετεύουν ν᾿ ἀπομακρύνῃς ἀπ᾿ τόσο πολὺ τὰ. φοθοῦνται, ὅπως οἱ γογεῖς µου ἐγελοῦσαν διὰ τὰς ποι- γάς, τὰς ὁποίας μοῦ ἐπέθαλαν οἱ διδάσκαλοί µου Εἰς ἐμὲ αἱ ποι- γαὶ ἐκεῖναι δὲν ἐφαίνοντο ὀλιγώ- τερον τρομακτικαὶ καὶ δὲν ἐζητοῦ- σα μὲ µικρότερον πόθον ν’ ἀπαλ- λαγῶ ἀπὸ αὐτάς. Καὶ ὅμως ἔκα- γα διαρκῶς λάθη εἰς τὴν ἀνάγνω- σιν καὶ τὴν γραφήν. Οχι, διότι δὲν εἶχα πνεῦμα καὶ µνήµην,-- ἠξίωσες, ὢ Θεέ µου, νὰ μοῦ δω- ρήσῃς μνήμην ἀρχετὴν καὶ πγεῦμα ἵκανὸν διὰ τὴν ἡλικίαν µου---άλ- λὰ διότι ἀγαποῦσα τὰ παιχνίδια, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ μ ἐτιμω- ροῦσαν, δὲν τ’ ἀγαποῦσαν ὀλιγώ- τερο. Τὰ παιχνίδια ὅμως τῶν ἓν- ηλίκῶν ὀνομάξονται ὑποθέσεις, ᾽Αλλά, εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ παιδικἁ παιχνίδια, διὰ τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται πάλι ἀπὸ τοὺς πρεσθυτέρους. Τὰ µεγά- λα δὲ αὐτὰ παιδιά. δὲν εἶνα ἄξι- α περισσοτέρας εὐσπλαχνίας πα- ϱὰ ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐ- πιθάλλουν ποιγάς. Ἓνας λογικὸς ἄνθρωπος θὰ εὕρῃ ἄρά γε, ὅτι δικαίως μ’ ἐτιμωροῦσαν, ἐπειδὴ ἀγαποῦσα τὸν σφαιρισµόν, καὶ ὕτι αὐτὸ τὸ παιχχίδι θὰ μὲ ἡμπό- διζε νὰ µάθω γράμματα, προώ- ρισµένα νὰ μοῦ χρησιμεύσουν ἀρ: γότερα δι’ ἄλλα πολὺ ἐγκληματι- κώτερα παιχνίδια, Καὶ αὐτός, ποὺ μ’ ἐτιμωροῦσε, ἐγεργοῦσε κα- λώτερα, ὁπόταν, νικώµενος ἀπὸ κάποιον ἀνταγωνιστήν του εἰς µί- αν ἐπιστημονικὴν συζήτησιν, ἐδα- σανίζετο ἀπὸ τὸν θυµόν του πολὺ περισσότερον, παρ’ ὅσον ἐγώ, ὅ- ταν μ ἐγικοῦσαν στὸν σφαιρισµό Καὶ ὅμως ἁμάρτανα, ὢ Θεέ µου, ρυθμιστὰ καὶ δημιουογὲ ὅ- λων τῶν πλασμάτων τῆς φύσεως, ἐκτὸς τῶν ἁμαρτημάτων, τῶν ὅ- ποίων εἶσαι μόνος ρυθμιστὴς (1). 'Αμάρτανα, ὦ Θεέ µου, ἐφ᾽ ὅσον ἐνεργοῦσα παρὰ τὴν θέλησιν τῶν γονέων µου καὶ τῶν ἀνωτέρων µου. Διότι ἀργότερα ἐν συνεχεία θὰ ἠμποροῦσα νὰ κάµω χρῆσιν καλὴν τῶν γνώσεών µου, τὰς ὁ- ποῖας μοῦ ἐπέδαλλαν. Δὲν ἥμουν δὲ παρήκοος, ἐπειδὴ ἐπεδίωκα κά- τι ἀνώτερον, ἀλλὰ διότι ἀγαποῦ- σα.τὰ παιχνίδια μαὶ τοὺς ἀγῶνας. Ἐὶς τοὺς ἀγῶνας ἀγαποῦσα τὸν θρίαµύον τῆς νίκης. Οἱ μῦθοι, γαργαλίξοντες τὴν ἀχοήν µου, ᾱ- γαπταν φλόγαν ἁπληστοτέραν εἰς τὴν καρδίαν µου, κάποια δὲ πε- ριέργεια, αὐξανομένη καθηµερι- νῶς, ἀπήστραπτεν ἀπὸ τοὺς ὁ- φθαλμούς µου καὶ μὲ παρέσυρεν εἷς θεάµατα διασκεδαστικἁ δι’ ἆ- νηλίκους. ᾽Αλλὰ καὶ οἱ 'διευθύ- νοντες αὐτὰ τὰ θεάµατα δοέπουν ἀπ᾿ αὐτὰ τόσας δάφνας, ὥστε ὅ- λοι σχεδὺν εὔχονται, ὅπως καὶ τὰ τέκνα των τύχουν τῶν ἰδίων τι- μῶν. ᾽Αλλ’ αὐτὸ δὲν τοὺς ἆμπα- δίξει νὰ τιμωροῦν αὐστηρῶς. τοὺς βλαστούς των, ὁσάνις τὰ. θεάµα- τα ταῦτα τοὺς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὰς σπουδάς΄των, διὰ τῶν ἁποίων Χάποτε θὰ ἀπακτήσουν µπερίθλε- πτον κοινωχγικὴν θέσιν, ποὺ θὰ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ παρέχουν εἰς τὸν λαὸν ὅμοια θεάµατα. δε, ὦ Θεέ, τὰς ἀντιφάσεις αὐτὰς εἲς τὴν εὐσπλαχγίαν Σου, ᾽Απάλλαξε ἀπὸ τὴν δουλείαν ἐκείνους, ποὺ προσφεύγουν εἰς Ἐσέ, ἀλλὰ ἐκεί- γους, ποὺ δὲν προσφεύγουν, ὅπως οὗτοι τέλος ἐπικαλεσθοῦν τὸν οἵ- κτον Σου καὶ λυτρωθοῦν ὁριστι- κῶς. Εϊς ἡλικίαν ἀκόμη τρυφεράν, ᾱ- χουσα νὰ ὁμιλοῦν περὶ τῆς αἰωνί- ας ζωῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπεσχέ- θη ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ Κυρίου, ποὺ κατῆλθε µέχρι τῆς ᾖἰδικῆς µας ὑπερηφανείας καὶ ἐπάρσεως. Ἐἶχα σηµειωθῆ μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ Σου καὶ ἐπαλειφθῆ διὰ τοῦ ἁγίου ἅλατος (9), μόλις ἓξ- (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄’ σελίδα). (4) Ῥεοσαβίογαπα Αμΐσπι ογά]ηδαίος. 'Ο Αὐγουστῖνος ἐννοεῖ ἐν προκειµέ- νῳ, ὅτι ὁ Θεὸς ἐρρύθμισε τὰ πράγµα- τα κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ἁμαρτία νὰ μὴ προκαλῇ διαταραχὴν τῆς ἠθικῆς τάξεως τῶν ὄντων, νὰ μὴν ἀντιστρα- τεύεται πρὸς τὰ θελήµατά του. (Πρ8λ. ΚατΙ γοηπ ΒΒΙΤΠΘΣ, βΕποῦ Αυδὰ- Βῑπὶ ΟοπέρββἰοπΊἁτῃ, ΤΑάΡτί ἐτοᾶς- οἱπῃι, σελ. 14, σημ. Βιμίρατί, 1856 καὶ “ο Οἱνίέ, 6!” 1, 11, ο. 11). (2) Ὑπῆρχεν ἔθιμον νὰ παρέχεται ἅλας εἰς τοὺς κατηχουµένους, δηλαδὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, µο- λανότι ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας δεκτοὶ γενόµενοι, δὲν εἶχον ὅμως ἀκόμη βα- πτισθῆ. Περὶ τοῦ ἐθίμου τούτου βλ. 1, Όοπο. Ο8ΙἱΠ. σ8Π. 5 καὶ Αὐγουστί- νου 'ὪὋο ϱΟαἰθοβίζαπίς τμάοιρ’) κεφ. 26. αὐτούς, ἢ ἐμπαίξουν ἐκείνους, ποὺ: 3 ἵ ΜΙΝΙ ΠΠ [κ ΚΙΛΙΚΝ ΙΝ [ΗΒ] ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ Ὑπὸ [ΓΙ. μΗΝΙΒΙΝΙΙ (ζυκκώτου) Πρώτιστον καθῆκον πάσης πολιτείας εἶναι ἡ φροντὶς πε- ρί τῆς ὀρθῆς καὶ ὑγιοῦς ἀγω- γῆς τῶν παίδων, ἄνευ τῆς ὁ- ποίας οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ Εχῃ ὁπόστασιν. ᾿Επὶ τῆς ὀρθῆς ἀγωγῆς τῶν παίδων στηρίζουν τὰ ἔθνη τὴν ὕπαρξίν των. Ὅσα ἔθνη ἆμε- λοῦν ταύτης, ὑστεροῦν εἰς τὴν {ρόοδον καὶ τὸν πολιτισµόν. Τὸ ζήτηµα τῆς ἀγωγῆς τῶν παίδων εἶναι πολὺ δύσκολον καὶ χρειάζεται εἰς τοῦτο µε- γίστη προσοχἡ καὶ µελέτη. «Ὁ χαρακτὴρ τοῦ παιδός», λέγει ὁ Άγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἀνάγκη ἐκ νεό- τητος νὰ µορφωθῇ διότι τὸ πᾶν ἐκ τοῦ χαρακτῆρος ἐξήρτηται. ὼ.Αἱ ἄκανθαι ἀνάγκη νὰ ἐκ- ριξῶνται, ἐν ὅσῳ τις ὃτι εὐκό- λως δύναται νὰ ἐργάζηται ἐν τῷ ἀγρῷ... Ἡ ἁπαλὴ ἡλικία ὅ,τι ἀκούει εὐκόλως δέχεται ὡς ὁ μαλακὸς κηρὸς εὐκόλως δέχεται τὰ ἴχνη τῆς σφραγῖ- δος». «Μὴ θεώρει περιττόν», λέγει, εἰς ἄλλο σημεῖον, πρὸς τὸν πατέρα, «ὅτι ὁ υἱός σου προώρως µανθάνει τὴν Αγί- αν Γραφήν». Διότι ἐκ ταύτης θὰ ἁἀκούσῃ ἐν πρώτοις τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέ- ρα σου. ᾿Επομένως οἱ γονεῖς, ἐὰν θέλωσι νὰ τιμῶνται ἆπο τὰ τέκνα των, ἂς φροντίσωσιν ἐνωρὶς νὰ ἑσταλάξωσιν εἰς τὰς ἁπαλὰς καρδίας αὐτῶν. τὴν πίστιν πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν σεθασμὸν πρὸς τοὺς γο- γεῖς καὶ ἀνωτέρους των. Αἱ μητέρες ὀφείλουν ὄχι µό- νον νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν τέκνων των σωματικῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁδηγῶσιν αὐτὰ εἰς δι- καιοσύνην καὶ εὐσέθειαν. «Προσέχετε ὀλιγώτερον εἰς τὸ καλῶς νὰ ὁμιλῶσι τὰ τέκνα σας ἢ εἲς τὸ χρηστῶς νὰ µά- θωσι νὰ ζῶσιν», λέγει ὁ ᾿Ιω- άννης ὁ Χρυσόστομος. Μέμφε- ται δὲ τοὺς γονεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι µόνον περὶ τῶν γηῖ- νων πραγμάτων ὁμιλοῦν πρὸς τὰ τέκνα τὠν. Συνηθίζουν µε- ρικοὶ γονεῖς νὰ λέγουν εἰς τὰ τέκνα των ὅτι ὁ δεῖνα διὰ τῆς τέχνης καὶ τοῦ ἐμπορίου ἀπέκτησε πλοῦτον µεγάλον, ὁ ἄλλος διὰ τὰς γνώσεις του ἀν- ἤλθεν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα κλπ. χωρὶς νὰ δίδωσιν εἰς αὖ- τὰ παραδείγµατα εὐσεθείας «καὶ ἀρετῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνσταλάζουσιν εἰς τὴν ψυχήν των τὴν ὀλέθριον ἐπιθυ- µίαν πρὸς τὴν φιλοχρηματίαν, πρὸς τὴν µαταιοδοξίαν κλπ. Τοὺς τοιούτους γονεῖς θεωρεῖ ὁ Άγιος ᾽Ιωάννης ὁ Χρυσό- στοµος «χείρους ἢ παιδοκτό- νους» διότι αὐτοὶ µόνον τὸ σῶ- μα δύνανται νὰ χωρίσωσιν ἐκ τῆς ψυχῆς, ἐκεῖνοι ὅμως κατα- κρηµνίξουσι τὴν ψυχὴν εἰς τὸν ἅδην. Ὑπολογίζων οὗτος τὴν µε: γάλην ἀξίαν τοῦ παιδαγωγοῦ λέγει «Μείζονα παντὸς ζω- γράφου, µείζονα παντὸς ἀνδρι- αντοποιοῦ καὶ πάντων τῶν ἄλλων καλλιτεχνῶν, θεωρῶ ἐ- κεῖνον, ὅστις ἐννοεῖ νὰ μορφοὶ τὰς ψυχὰς τῶν παίδων». Εφ’ ὅσον λοιπὸν ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τὸ µεγαλύτερον µέρος τῆς ὅλης ἀγωγῆς τοῦ παιδός, πολὺ δικαίως δυνάµε- θα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὗτοι (οί γονεῖς). εἶναι «μείζονες ἀνδρι- αντοποιοῦ καὶ ζωγράφου καὶ πάντων τῶν ἄλλων καλλιτε- χνῶν». ᾿Ὀφείλουν δὲ νὰ εἶναι ἄριστοι παιδαγωώγοι. ὍὉ θεῖος ᾿Απόστολος τῶν ἑ- θνῶν Παῦλος λέγει πρὸς τοὺς γονεῖς «Καὶ οἱ πατέρες μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν, ἀλλ᾽ ἐκτρέφετε αὐτὰ ἐν παι- δείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Μὴ κινῆτε αὐτὰ εἰς ὀργήν, μὴ ἐρεθίζετε αὐτὰ καὶ μὴ τιµω- ρεῖτε αὐτὰ ἐκεῖ ὅπου δὲν πταί- ουν. Βἀ μὴ συµπεριφέρεσθε πρὸς αὐτὰ μὲ τρόπον ἀγροῖ- κον καὶ κακὸν ἢ νὰ τιμωρῆτε αὐτὰ µπερισσότερον ἀπὸ ὅτι πρέπει. Διότι κατ αὐτὸν τὸν τρόπον μᾶλλον θὰ” χάσωσι τὴν ἐμπιστοσόνην των πρὸς σᾶς παρὰ θὰ σᾶς ὑπακσούσώσι». ᾽Αλλὰ νὰ ἐκτρέφετε αὐτὰ συµ- Φώνως πρὸς τὸ θέληµα τοῦ Κυρίου. Μὲ τρόπον δηλαδὴ ἥ- µερον καὶ γλυκὺν καὶ χριστι- ανικόν, μὲ µέσα, τὰ ὁποῖα. θὰ συντελέσουν εἰς τὸν χριστιανι- κὸν καταρτισμὸν αὐτῶν, τὴν µόρφωσιν καὶ τὴν ἠθικοποίη- σίν των. “Ὅσοι γονεῖς ἔχετε τέκνα καὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ µορφώσητε αὐτὰ χριοτιανικῶς, ατρέψατε τὰ θλέμματά σας πρὸς τοὺς µεγαλυτέρους καὶ ἐξοχωτέ- ρους ἄνδρας τῆς ᾿Εκκλησίας μας, καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε ποῦ οὗτοι ὀφείλουν. τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον των. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλαθε τὰ πρῶτα φῶτα ἀπὸ τοὺς γο- νεῖς του καὶ τὴν μάμμην του Μακρίνην. Ὁ Αγιος Ιω ὁ Χρυσόσταμος ὀφείλει τὴν αὖ- στηρὰν θρησκευτικήν του ἀγω- γὴν εἰς τὴν µητέρα αὐτοῦ 'Αν- θοῦσαν. Ἡ εὐσεθὴς µήτηρ τοῦ “Ἱεροῦ Αὐγουστίνου Μόνικα διὰ προσευχῆς, δακρύων καὶ παραινέσεων πρὸς τὸν υἱόν της ἀνεπλήρωσεν ἱκανῶς ὅ,τι ὁ πατήρ του παρηµέλησεν, εἰς τὸ νὰ τὸν κάµῃ δηλαδὴ καλὸν καὶ ἐνάρετον Χριστιανὸν καὶ νὰ τὸν ἀναδείξῃ πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, Ὁ Μέγας ᾿Ωριγέ- νης, ὁ πολυγραφώτερος συγ- γραφεὺς τῆς Ἐκκλησίας, ὀφεί- λει τὴν ἀγωγήν του εἰς τὸν πατέρα αὐτοῦ Λεωνίδην, ἔξο- χον παιδαγωγόν. Ἡ ἱστορία τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης ἀναφέρει τὸν Λεὠνίδην ὡς (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄’ σελίδα). 2 ΠΙΣΤΙΣ ΚΑι Ζωη Τοῦ κ. Εἰς τὴν ἄστατον καὶ τετα- ραγμένην ἐποχὴν τῆς σήμερον, τὰ µεγάλα προθλήματα τὰ ὁ- ποῖα ἀπασχολοῦν τὸ «ἄτομον καὶ τὴν οἰκογένειαν, εἶναι διὰ μὲν τὰς πτωχοτέρας τάξεις ἡ καθημερινἠ ἀνέχεια καὶ δυστυ- χία, διὰ τὰς εὐπορωτέρας δὲ ἡ ἄνεσις καὶ ὁ εὔκολος πλου- τισµός. Ἡ ἁγνότης χάνεται µέ- σα εἰς τὴν µαλθακότητα. Ἡ ταπεινοφροσύνη ἐξαφανίζεται εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ φιλαν- θρωπία λησμονεῖται µέσα εἰς τὴν εὐμάρειαν. Ἡ πίστις θεώ- ρεῖται ὑπὸ τῆς διανοήσεως ὡς ἀνωφελὴς καὶ. ἄχρηστος διὰ τὴν ζωήν. Τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ βιθλίον τοῦτο, τὸ ὁποῖον περι- έχει ὅλην τὴν φιλοσοφίαν τῆς ͵ ζωῆς καὶ τοῦ ὁποίου τὰ λόγια, παρ᾽ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἀνθρώπίνης φύσεως, θὰ παραμένουν εἰς τοὺς αἰῶνας ἀκατάλυτα, διότι εἶναι «Θεοῦ δύναμις. καὶ Θεοῦ σοφία» δὲν ἐνδιαφέρει οὔτε συγκινεῖ τὴν µεγαλυτέραν μερίδα τῆς κοι- γωνίας, ἰδίως τὴν µερίδα τῶν διανοουμένων |! Εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ παράδοξον τὸ γεγονός, ὅτι ὁ πολὺς κόσμος σήμερον αἰσθά- νεται µίαν ντροπαλότητα νὰ ἆ- σχοληθῇ μὲ τὴν θρησκείαν, παρ᾽ ὅλον ὅτι τὸ μοναδικὸν ζήτημα τοῦ συμθιθασμοῦ τῶν Ἰδεῶν καὶ συναισθημάτων μετὰ τῶν ὑψηλῶν θρησκευτικῶν ᾱ- ληθειῶν, ἔχει ὑπερτάτην καὶ ζωτικὴν σηµασίαν καὶ σπου- δαιότητα δι’ ἕκαστον ἄνθρω- πον. Οἱ ἴδιοι δῇθεν σοφοὶ τοῦ αἰῶνος µας, ἀπὸ κακῶς ἐννο- ούμενον συγχρονισµόν, ἐντρέ- πονται καὶ δὲν καταδέχονται νὰ ὁμιλοῦν διὰ Θεόν, ἐπειδὴ γοµίζουν ὅτι ἡ πίστις συγ- κρούεται πρὸς τὴν λογικήν, ἀλλὰ λησμονοῦν ὅτι τὰ Δό- γματα τῆς Πίστεως στηρίζον- ται εἰς κάτι στερεώτερον ἀπὸ τὴν ἄμμον τῶν ἐπιστημονικῶν Πόσον ὅμως ὀλεθρίως ἐπι- ὃρᾷ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ καθε- γὸς ἡ τακτικὴἡὴ αὐτή! Ἐμθάλ- λεται ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ζωὴ ἐπλά- σθη µόνον διὰ τὴν ὕλην καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τίποτε µέσα της ἄξιον νὰ μᾶς ἆπα- σχολήσῃ. “Οτι ἡ ζωὴ δὲν ἔχει ἄλλον προορισµόν, παρὰ νὰ χάνεται εἰς τὸ παρελθόν, ὡς µέσα εἰς µίαν ἄόυσσον. Ότι ὁ ἄνθρωπος, ἡ εἰκὼν καὶ τὸ ὁμοίωμα τῆς τριλαμποῦς θεό- πητος, τὸ σέµνωµα καὶ ἡ κο- ρωνὶς τῆς δημιουργίας, δὲν εἷ- ναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ στάκτη καὶ χῶμα, ἐρρίφθη δὲ εἰς τὸν πλανήτην αὐτὸν διὰ νὰ ραπί- ζεται ὑπὸ τῆς σκληρᾶς εἶμαρ- µένης ἕως ὅτου καταλήἕῃ εἰς τὸ φρικιαστικὸν μηδέν. Πίστις, Θεός, ψυχή, θρησκεία, ἠθική, εἶναι λέξεις κεναὶ καὶ ἀφηρη- µέναι, ἀνάξιαι καὶ τῆς έλα- χίστης προσοχῆς ὅταν ἔρχων- ται εἰς σύγκρουσιν μὲ τὰς ἑ- γωϊστικὰς ἐπιδιώξεις της, ἵκα- ναὶ µόνον νὰ ἐνδιαφέρουν καὶ συγκινοῦν τὴν ἁμόρφωτον μᾶ- ζαν τοῦ λαοῦι...... ᾽Αλλά τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τακτικῆς αὐτῆς 'Ἡ κοινώνικἠ κακοσύνθεσις, ἡ ἰδεολογικὴ σύγχυσις, ἠθικὴ κρίσις καὶ ἡ πνευματικὴ χρεὠκοπία. Τὰ µε- γάλα ἠθικὰ καὶ κοινωνικὰ προθλήµατα, τὰ ὁποῖα πιέζουν τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν µας εἰς κάθε βῆμα τῆς ζωῆς. Τί καὶ ἂν ζοῦμε εἰς ἐποχὴν ἀφθό- νων οἰκονομικῶν µέσων καὶ πλουσιοπαρόχων ὑλικῶν ἆγα- θῶν Πόσας ἀπογοητεύσεις δὲν δοκιµάζοµεν, διότι ἐνῶ ἔ- χοµεν ὅλοι ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὴν ζωήν, δὲν τῆς προσφέροµεν τί- ποτε! Δικαιώματα µόνον παρ᾽ αὐτῆς ἀπαιτοῦμεν χωρὶς νὰ τῆς ἀναγνωρίζωμεν καὶ ἀἆνα- λόγους ὑποχρεώσεις. «Μόνον ὅταν ἐργασθῇς µέχρι θυσίας διὰ τὴν ζωήν, εἶναι ὑποχρεω- µένη νὰ σὲ ἀνταμείψῃ καὶ μὲ τὴν αἰωνιότητα ἀκόμη» εἶπεν ὁ Γκαῖτε. Ὅμως ἐμεῖς Τὰ θέλοµεν ὅλοι ὅλα. ᾿Ελευθερί- αν, ἰσότητα, πρόοδον, µόρφω- σιν,..... ἰδανικὰ τὰ ὁποῖα οὗ- δεµίαν πμαπωτητα ἠθικῆς ἵ- κανοποιήσεως δὲν μᾶς ἔπρόσ- φεραν ἀκόμη, διότι ὅλα αὐτὰ χωρὶς πίστιν, φαινομενικῶς µό- γον εἶναι ἔκπαγλα,εὶς τὸ θάθος ὅμως παραμένουν βάρθαρα καὶ κάµνουν τὸν ἄνθρωπον.... ἀπάνθρωπον. Διότι ὅταν ἆφαι-! ρέσετε τὴν πίστιν ἀπὸ τὴν ζω:| Κ. ΑΝΔΡΕΟΥ, Θεολόγου. ήν, ποῖος ἄλλος ἠθικὸς χαλινὸς θὰ περιορίσῃ τὰς ἀτάκτους ὁρμάς τοῦ ἀνθρώπου Ὄταν ὁ ἄνθρωπος σχηµατίσῃ τὴν γνώμµην ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει πολυτιµότερον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, πῶς αἱ ἀνικανοποίητοι ἔ- πιθυµίαι του δὲν θὰ διασαλεύ- ουν τὴν λογικἠν καὶ τὴν θέλη- σιν αὐτοῦ Πῶς δὲν θὰ ὀρθώ- νωνται, ἀπειλητικὰ ἑνώπιον τοῦ αυγχρόνου ἀνθρώπου τὰ τόσα ἀγωνιώδη ἐρωτήματα, τὰ τόσα ἀκανθώδη προθλή- µατα, µέσα εἰς τὸν σκληρὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς του..... Ιδού, λοιπόν, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἦμπο- ρέσαµε νὰ γεµίσωµε πέρα ὡς πέρα τὴν ψυχήν µας ὥστε νὰ μὴ µείνῃ κανένα χάσμα, καὶ νὰ ἐκφράσωμε ὅλον τὸ νόηµα τῆς ζωῆς. Διότι, οὔτε ὡς ἅτο- μα οὔτε ὣς σύνολον, δὲν εὑρή- καµεν ἀκόμη µίαν ἑνιαίαν καὶ ἀκλόνητον πίστιν, διότι ἡ ὑλι- κἡ οἰκονομία τῆς ζωῆς μᾶς φέρει ὅλως πρὸς τὴν ἠθικὴν νέκραν καὶ ἑΣηρασίαν, χωρὶς κανένα ἱερὸν παλμὸν καὶ ἅγι- ον φρόνημα. ᾿Ιδοὺ διατί, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνθρωπότης μὲ τὸ Φῶς τῆς ᾿Επιστήμης καὶ τὴν Δύνα- µιν τῆς Μηχανῆς, ὑπέταξεν καὶ κατέκτησεν ὅλα τὰ οστοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ ἐδημιούργησεν ἀπειρίαν εὐκολιῶν διὰ τὴν ζω- ἠν, εκεῖ ἀκριθῶς διαπιστώνε- ται πάντοτε ἡ πλήρης χρεώκο- πία τῆς Ὕλης καὶ τῆς Βίας καὶ κηρύσσεται ὑπερήφανος ὅὁὅ θρίαµθος τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἰδανικῶν, «ἡ Νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ Πίστις ἡμῶν». Διότι ἡ περιφρόνησις καὶ ἡ εἰρωνεία τῶν ἠθικῶν καὶ πνευ- ματικῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, ἕ- χει ὀλεθριωτάτας συνεπείας. Διότι ἡ πλήρης εὐημερία τοῦ ἀτόμου, τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς κοινωνίας ὅλης, θὰ πρα- Ὑματοποιηθῇ µόνον μὲ τὴν ἆ- ναστήλωσιν τῶν μεγάλων καὶ εὐγενῶν ἰδανικῶν ἐπὶ τοῦ ἆδα- µαντίνου βάθρου τῆς χριστια- νικῆς πίστεως καὶ ὄχι μὲ τὴν µετάθεσιν τοῦ κριτηρίου τῆς ἀνθρωπίνης ὑπεροχῆς ἐπὶ νέ- ων ὑλικῶν ἀγαθῶν. Μόνον οἱ θεῖοι νόμοι τῆς Εὐαγγελικῆς πίστεως ἀπομακρύνουν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχἠν ἀπὸ τὴν χαμερπῆ ἰδιοτέλειαν τῶν τα- πεινῶν συµφερόντων τῆς ζωῆς καὶ τὰ ἀνυψώνουν εἰς θειοτέ- ρας ἀρχάς, εἰς ὑψηλοτέρους κόσμους. Πιστεύσωμµεν, λοιπόν, εἰς τὸ θεῖον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ δημιουργὸς Θεὸς ἔχει χαρά- ξει µέσα µας, διὰ νὰ ζήσωμεν µίαν ὡραίαν, δυνατὴν καὶ πα- ρατεταμένην ἠθικὴν ζωήν. Ἡ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνία καὶ συνεργασία, ὁ ὁποῖος, πα- ρὰ τὴν ἀχαριστίαν καὶ τὴν µο- χθηρίαν τῶν ἀνθρώπων, ὑριάρ- χει καὶ ἐργάζεται «ἕως ἄρτι» ὄχι µόνον διὰ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς πέραν τοῦ τάφου, ἀλλὰ καὶ διά τὴν εὐτυχίαν τῆς ζωῆς µας ἐντεῦθεν τοῦ τάφου, θὰ μᾶς κάµῃ ἱκανοὺς νὰ θεωρήσωμεν τὴν ζωὴν τὴν γεµάτην ἀπὸ κήπους χαράς καὶ βάλτους ὁ- δύνης, ὥς σύνολον στιγμῶν διὰ πράξεις αἰωνίας. «Όποιος χάσει τὸν Θεόν του,--λέγει ὁ «Σαίξπηρ-- πρέπει νὰ ὑπαχθῇ στὴν τυφλὴ φύσι. Ἡ ζωὴ χώ- ρὶς Θεό, θριµατίζεῖαι σὲ στι- γμὲς ἄπιαστες, ποὺ σθύνουν πρὶν γεννηθοῦν. Ἡ ψυχἠ χώ- ρὶς Θεό, εἶναι πιθάρι χωρὶς πάτο, ποὺ µάταια προσπαθοῦ- µε νὰ τὸ γεµίσωµε μὲ ἐντυπώ- σεις». Ὁ δὲ Λαμαρτῖνος, Γάλ- λος φιλόσοφος καὶ ποιητής, εἰς τὰς ποιητικἁς ἀναμνήσεις του, μὲ χάριν ποιητικἠν ἐκ- φράζει τὴν ἀλήθειαν ὅτι αἱ ἑἐ- πιθυµίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκπληρώ- νονται δὲν μᾶς ἱκανοποιοῦν, διότι οἱ πόθοι τῆς ψυχῆς µας περνοῦν τὰ ὅρια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ τάφου. Ἡ ψυχἠ λαχτα- ρᾷ τὴν ἐλπίδα, τὴν δόξα, τὴν πίστι, τὴν εὐτυχία, τὴν ἀἆθανα- σία!ι ᾿Εὰν οἱ ἄνθρωποι ἀδυ- νατοῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τοὺς ἑαυτούς τῶν, τοῦτο σηµαίνει ὅτι εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των ὑπάρχει κενόν, τὸ ὁποίον µόνον ἡ πίστις εἰς τὸν Θεὸν ἡμπορεῖ νὰ γεµίσῃ. Χωρὶς τὴν πίστιν αὐτήν, πάντοτε ὄπισθεν τῶν πραγματοποιουµένων ἐπι- διώξεων θὰ ἀνακαλύπτωμε τὸ σεετε Μηδέν! --ᾱ--- ϐ ΕΚΝΙΠΟΗ ΜΗΙΡΡΠΙΛΙΙΗΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ ΟΦ Τὴν οτην Ἰανουαρίου, ὡς ἀνηγγέλθη εἰς τὴν προηγουµένην ἔκδοσιν τοῦ «Ἑκκλησιαστικοῦ Ῥήματος», ἀπεθίωσεν ἐν ᾿Αλε- Ἑανδρεία εἰς ἡλικίαν 90 ἐτῶν ὁ Μητροπολίτης Τριπόλεως Θεοφά- γης, Αμα τῷ ἀγγέλματι τοῦ θα- γάτου του οἳ Μητροπολίτωα Πυ- λουσίου καὶ Λεοντουπόλεως µετέ- θησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐκλιπόν- τος ἀνέγνωσαν Τρισάγιον καὶ συνώδευσαν τὸ σεπτὸν σκῆνος εἰς τὸν Καθεδοικὸν ναὸν τοῦ 'Α- γίου. Σάθόα ἔνθα ἐξετέθη εἰς λαϊκὸν προσκύνημα. Ἡ κηδεία του ἔλαθε χώραν ἐν τῷ ἐν λόγφ ναῷ τὴν 4ην ἀπογευματινῆν τῆς ἴδίως ἡμέρας προϊσταμένης τῆς Α. Θ. Μ. τοῦ Πατοιάρχου ἸΑ- λεξανδρείας κ. Χριστοφόρου. Τὸν νεκροὺὸν ἀπεχαιρέτησαν µε- τὰ τὴν νεκρώσιµον ἀκολουθίαν { ΑΛ.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης άνα- (εοθεὶς εἰς τὰς μαχρὰς ὑπηρεσί- ας τοῦ µεταστάντος ποὸς τὴν ᾽Αλεξανδρινὴν Ἐκκλησίαν. Μετὰ τὴν Α.Θ.Μ. ἀπεχαιοέ- τησε ὃν ὀλίγων ἀλλὰ συγκινητι- | κῶν λόγων τὸν ὑφηλὸν νεκρὸν ὁ πρύεδρος τῶν Λεοίων α. Α. Μυ- λωνᾶς. “Ὁ. μεταστὰς ᾿Ἱεράρχης ἐγεννήθη ἐν Λέρῳ τὴν 27ην ἨἩοεμδρίου 1864. Τὰ πρῶτα µαθήµατα διήκουσεν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ, δεικνύων πάντοτε κλῆσιν πρὸς τὴν ἱερωσύνην. Εἰς νε- αρὰν ἡλικίαν ἐχειροτονήθη ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Λέρου καὶ Καλύμνου Δανιὴλ εἰς Διάκονον, Μετὰ τὴν χειροτονίαν τοῦ ᾖλθεν εἰς Κάῑρον ἐν ἔτει 1885 καὶ ἀνέλαθεν ὑπηρεσί- αν ἐν τοῖς Πατριαρχείοις. ᾽᾿Ακολούθως ἑστάλη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Πατρι- άρχου Σωφρονίου εἰς Κώνσταντινού- πολιν εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Γένους Σχολὴν καὶ τὸ ἐν ᾿Αθήναις Πανε- πιστήµιον πρὸς συµπλήρωσιν τῶν σπουδῶν του. Μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του. ἐχειροτονήθη ἱερεὺς καὶ ἔλαδε τὸ ὀφφίκιον τοῦ ᾿Αρχιμανδρίτου διο- ρισθεὶς ἅμα πατριαρχικὸς ἐπίτροπος Καΐρου. Τὴν Ίην Σεπτεµθρίου 1899 προήχθη εἰς Μητροπολίτην Τριπόλε- ως. Επὶ Πατριάρχου ᾿Αλεξανδρείας Φωτίου. διωρίσθη Πατριαρχικὸς ἐἑ- πίτροπος ᾿Αλεξανδρείας. Τὸ 1910 ἀπεστάλη εἰς Κύπρον ὅπου τὰ µέγι- στα συνέτεινε εἰς τὴν λύσιν τοῦ Αρ: χιεπισκοπικοῦ ζητήματος. ᾿Εχρημάτισε τρὶς Τοποτηρητῆς τοῦ ᾽Αλεξανδρινοῦ θρόνου, κατά τὸν θάνατον τῶν Πατρι- αρχῶν Φωτίου (1925--26) Μελετίου (1935 36) καὶ Ἠικολάου (1939). ᾿Απὸ τοῦ 1927 ἔφερε τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Πατριαρχικοῦ ᾿Επιτρόπου. Λόγῳ τῆς δράσεώς του ἐτιμήθη ὑπὸ τῆς Ελλ. Κυθερνήσεως διὰ τοῦ Με: γαλοσταύρου τοῦ Φοίνικος καὶ τοῦ Ταξιάρχου τῶν ἄλλων Βασιλικῶν Ταγμάτων, ἔφερε δὲ τὸν Γιουγκοσλαυ- ικὸν. Μεγαλόσταυρον καὶ Οθωμανι- κἁ παράσημα. Τοῦ κ. Τὸν Σίλθεστρον διεδέχθη ὁ Φιλόθεος ἀνὴρ ὑπέροχος ὑπὰ πᾶσαν ἔποψιν ὡς θὰ ἴδωμεν. ᾽Αλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ᾿Αρχιε- ῥρατείας αὐτοῦ ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ πολιτικὴ κατάστασις ἐν Κύπρῳ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ ἴδία περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἕνεκα δὲ τῆς βα- υτάτης φορολογίας καὶ τῶν ενόπαθη µάτων τοῦ λαοῦ,ἐδέ- ησεν ὥστε καὶ ὁ ᾿Αρχιεπίσκο: πος Φιλόθεος, ὡς ὁ προκάτο: χος αὐτοῦ, νὰ µεταθῇ εἰς Κων: σταντινούπολιν ἵνα ἐπικαλεσθῇ τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Μεγάλου Βεζύρου. ᾽Αλλ' ἀντὶ ταύτης ἑστάλη εἰς Κύπρον σιδηροδέ- σµιος καὶ ἐνεθλήθη εἷς φυλα: κήν | . Καὶ ἀπεκατεστάθη μὲν ὕστε- ρον εἰς τὸν ᾿Αρχιεπισκοπικὸν θρόνον, ἀλλ᾽ ἕνεκα τῶν πολ- λῶν ταλαιπωριῶν ἔπαθεν ὑπὸ ἡμιπληγίας, ᾽Αλλά καὶ οὕτως ἔχων, ἀπῆλθε μετὰ τῶν λοι- πῶν ᾿Αρχιερέων εἰς Βηρυτόν, ὁπόθεν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἷς Κωνσταντινούπολιν, ὅπου τῇ Φοηθείᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πα- τριαρχείου καὶ τῶν φίλων τοῦ Φιλοθέου, ἐπετεύχθη ὥστε νὰ ἐκδοθῇ τῷ 1755, Αὐτοκρατορι- κὸὀν Διάταγμα δυνάμει τοῦ ὁποίου συνεπτύχθησαν οἱ διά- Φοροι φόροι, Πλὴν δὲ τούτου ἡ εἴσπραξις αὐτῶν ἀνετέθη ἐφεξῆς οὐχὶ εἰς τὸν Διοικητὴν ἀλλ᾽ εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον, καὶ τοὺς ᾿Αρχιερεῖς καὶ εἰς τὸν Διερμηνέα τῆς νήσου. “ῷ θεσμὸς τοῦ Διερμηνέως ἓν Κύπρῳ. Διερμηνεὺς ἐπὶ λέξει σηµαί- γει τὸν δίγλωσσον ἄνθρωπον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπικοινωνοῦσιν οἱ ἀλλόγλωσσοι πρὸς ἀλλή- λους. Ὡς τοιοῦτοι ὑπῆρχον εἰς ἁπάσας τὰς χώρας, καὶ ἰ- δίᾳ εἰς τὰ διάφορα. Κράτη πρὸς εὐχερεστέραν διοίκήσιν τῶν ὑποτελῶν λαῶν. Ἐν Βυ- ζαντίῳ ῆσαν οἱ «Μεσάζοντες» ἢ «Διερμηνευταί». Τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐτήρησαν καὶ οἱ Τοῦρ: κοι, ἀνυψώσαντες μάλιστα καὶ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Διερμηνέως, εἶδος ὑφυπουρ- γοῦ τῶν ἐξωτερικῶν πρὸς σων- εννόησιν μετὰ τῶν Εὐρωπαί- κῶν Κρατῶν. τερον εἶδος ῆτο, ὁ Διερ- μηνεὺς τοῦ Στόλου ὑφυπουρ- γὸς τῶν Βαυτικῶν. Ὁ δεσμὸς τοῦ Διερμηνέως ἐν τῇ ἐσωτεριχῆ διφΦικήσει. Τοιοῦτος ἐλέγετο κατ ἀρ- χὰς ὁ Διερμηνεὺς τοῦ Σερα: γίου, χρησιμεύων ὡς διάµε- σον τοῦ Πασᾶ καὶ τοῦ Τόπου. Σὺν τῷ χρόνῳ ὅμως ἀπέθη ἀνώτερον ἀξίωμα καὶ δὴ ἓν Κύπρῳ, ὅπου ὁ Διερμηνεύς, ὡς ἐπίτροπος τῶν κατοίκων τῆς ἸἨΝήσου, ἐξελέγετο ὑπὸ τῶν ᾿Αρχιερέων, ἡ δὲ ἐκλογὴ αὐτοῦ ἐπεκυροῦτο ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου. Ἔφερε δὲ τὴν ἁρ- ᾿χαίαν ἑλληνικὴν προσωνυµίαν «Αρχων» καὶ τὴν Βυζαντινὴν «Δραγομᾶνος». ὍὉ Διερμηνεὺς ἐνήργει τὴν ἀπογραφὴν τῶν κατοίκων καὶ τὴν διανομὴν τῶν φόρων, σων- τάττων καὶ τὸν προὔπολογι- σμόν. Ἔφερεν ἰδιαιτέραν στολήν, ἠδύνατο νἀ ἐπικοινωνῇ ἀπ᾿ εὖ- θείας μετὰ τῆς ὑψηλῆς Πύλης, εἰς ἣν κατήγγελλε καὶ αὐτὸν τὸν Πασᾶν. Οὕτω ἀπέθη πανί- σχυρος, ἀφότου μάλιστα μετὰ τῶν ᾿Αρχιερέων εἰσέπραττε τοὺς φόρους. ᾽Αλλ’ ἐπειδὴ ὡς τοιοῦτος ἀπέθαινε μέγα κὠλυ- μα εἰς τὰς καταχρήσεις καὶ ἀδικοπραγίας ἐν γένει καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Πασάδων καὶ τῶν προστατῶν αὐτῶν διά τοῦ- το ἡ τε θέσις, καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ἢτο πάντοτε ἐπισφαλής, ὡς περαιτέρω θὰ ἴδομεν. Σηµ. ΌΟρα καὶ ἐμὸν ἔργον «Χα- τζηγεωργάκης ἸἹορνέσιος ὁ Διερµμη: νεὺς τῆς Κύπρου», Ἡ λοιπὴ ὁδρᾶσις τοῦ ᾿Αρχιε- πισκόπου Φιλοθέου. ὍὉ ᾿Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος κατήγετο ἐκ τῆς κώμµης «Γα- λάτα» (ἡ) τῆς Σολέας- κατὰ τὸν βιογράφον αὐτοῦ ἱστορι- κὸν ᾿Αρχιμανδρίτην Κυπρια- νὸν- ῆτο ἀνὴρ λόγιος διατρί- 6ων δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ ΤΕ [. 0 ΜΡΝΕΗΝΠΟΣ ΦΙΛΙΘΕΩΣ (11438 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1. ΜΥΡΙΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ ἔσχε μαθητὰς ἐκ τῶν ἐπισή- µων καὶ εὐγενῶν οἴκων. «ζη: λωτὴς παιδείας τῶν νέων ὤν, ἑστόλισε τὴν ᾿Αρχιεπισκοπὴν μετὰ σχολῶν Ἑλληνικῆς καὶ Μουσικῆς καὶ Διδασκάλων᾽ Φφιλόπτωχος, ἀφιλάργυρος τὸν τρόπον, γενναῖος τὴν ψυχήν, ἐσέμνυνε τὴν ᾿Αρχιεπισκοπήν, καὶ τὸ ᾿Αρχιεπισκοπικὸν ὄνο- μα ἤγειρεν εἰς οὐ τὴν τυχοῦ- σαν µεγαλοπρέπειαν, ὣς οὐ- Ὁ Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Φιλόθεος. Τοιχογραφία ἐν τῷ καθεδρικῷ ναῷ Αγίου ᾿Ιωάννου Λευκωσίας. δεὶς ἄλλος τῶν πρὸ αὐτοῦ, καὶ τῇ εἰδήσει τῶν ᾿Ἔκκλησιαστι- κὢν τάξεων τὴν ᾿ἘΕκκλησίαν τῆς Κύπρου καὶ τὸ ἱερατεῖον ηὐτρέπισεν». Ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Φιλόθε- ος, ὡς τοιοῦτος συνεπλήρωσε τὸν καθεδρικὀν ναὸν τοῦ 'Α- γίου ᾿]ώάννου τοῦ θεολόγου, διὰ τοιχογραφιῶν σωζομένων µέχρι σήμερον. ᾿Ἐπὶ τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ τοῦ ναοῦ τούτου ὅπου µεγά- λαι εἰκόνες ἁγίων σώζεται πρόσθετος μικρὰ εἰκὼν τοῦ Φιλοθέου ἀριστερὰ πρὸς τὴν ἁγίαν πρόθεσιν, φέροντος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σκοῦφον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐξω- καλύμαυχον, κρατοῦντος διὰ τῆς δεξιᾶς τὴν συνήθη κοινὴν ρά6δον καὶ διὰ τῆς ἀριστερᾶς Ὃ ἐφ᾽ ἧς ἡ ἑξῆς ἐπιγρα- ή. «Τούτους ὁρῶν δέδηθι οὕς γέγρα- φά σοι Μύστας ἑαυτοὺς Φφάσκοντας ἀναξίους καίπερ εὐλαδῶς ζήσαντας καὶ ἐνθέως θεουργῶν γε μὴν µετα- σχεῖν δεδεότας ἅπερ μόλις ἔνεστιν ὁρᾶν ἀγγέλοις. Φρίξον τοίνυν στένα- ξον σύ γε καὶ κλαῶσον κατὰ νοῦν λαθόµενος τὰ ὅσα ὥραι κἀγὼ πράτ- τῷ τάλας ἀθέσμως. Δέει τοἰνὺν προ- σέρχου θεῖο λάτρα ἵνα μὴ πυρὶ πε- μφθεὶς τῷ αἰωνίῳ. 'Ο Θείῳ ἐλέει Κύπρου ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΑΝΨΛΣΤ (1736) -- Φεδρουαρίου». Κατ’ ἄλλους ἱστορικοὺς ἐ- σώζοντο καὶ ἄλλαι ἐπιγραφαὶ ἐν τῷ Καθεδρικῷ ναῷ άναφε- ῥόμεναι εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκο- πον Φιλόθεον, αἵτινς ὅμως σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν. Οὔ- τω ὁ «Φίλιππος Γεωργίου (Γραμματεὺς τῆς ᾿Αρχιεπισκο- πῆς ἐπὶ Σωφρονίου) ἐν τῷ ἔρ- γῳ αὐτοῦ «εἰδήσεις 'Ἱστορικαὶ περὶ τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κύ- πρου 1875» ἀναγράφει τὰ ἑ- ξῆς ἐν σελ. 102. . Ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπὶ τοῦ τοίχου τῆς ᾿Εκκλησίας εἰκονογραφί- ας ἐν δεξιᾷ τῷ εἰσελθόντι διὰ τῆς βορείου θύρας ὑπῆρχεν ἡ ἑξῆς ἔμμετρος ἐπιγραφὴ (ἤδη ἐσθεσμένη). «Εὐαγγελιστά Κυρίου ᾽Ιωάννη Σεπτοῦ σου οἴκου εὐπρέπειαν προσ- [δέχου Ἡν ἠγάπησα Κυρίου σκηνώµατος Δι Ἡν µοι εὔχου τῶν ἁμαρτιῶν [λύσιν Ὡς ὢν µαθητὴς τοῦ ᾿|ησοῦ καὶ [φίλος Τοῦ Αεσπότου µου καὶ Θεοῦ τοῦ [Σωτῆρος» Διὰ τῶν ἀνωτέρω ὁ Φιλό- θεος ἱκετεύει τὸν Εὐαγγελι- στὴν ᾿Ιωάννην ἵνα μεσιτεύσῃ παρὰ τῷ Κυρίῳ εἰς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. : Ὁ δὲ ᾿Ιωάννης ἀπευθυνό- µενος πρὸς τὸν Κύριον λέγει: «Χαριζόμενός µοι χάριν τῷ σῷ φί- ᾽ [λῳ Δὸς Χριστέ µου ἄφεσιν ἁμαρτημά- [των Ποιμένι Κύπρου τῷ φίλῳ Φιλοθέῳ Καλλωπίσαντι τήν δε τὴν Ἔκκλη- ἰσίαν» ὍὉ δὲ ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθη- νῶν Χρυσόστομος ἐν τῷ ἔρυῳ αὐτοῦ «Ἡ ᾿Εκκλησία Κύπρου ἐπὶ Τουρκοκρατίας» (1929) ἐν σελ. 72 γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἡ διακόσµησις τοῦ ναοῦ συνετελέσθη περὶ τὰ ἔτη 1735 --40 ἐπιστατοῦντος τοῦ ᾿Αρχι- µανδρίτου Μακαρίου, ὡς ἐμ- φαίνεται ἐξ ἐπιγραφῶν ἐπὶ τῶν ἀναλογίων' (σημ. σήμµε- ρον δὲν ὑπάρχουν) τὸ δὲ πε- ριεχόµενον τῆς διακοσµήσεως (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα). «ον τὸν Παῦλον καὶ ΜΕΙΗ ΤΟΥΣ ΠΕΜΠΤΗ 25 ΦΕΒΡΟΥΡΙΟΥ 1954 ΣΕΙΣΜΛΥΣ ὁ ΕΠΙΛΟΓΟΣ Τοῦ κ. ΙΝ. Γ.. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, ἱατροῦ Β΄’ (τελευταῖον) Κατωτέρω ἀναφέρομεν πα- ραδείγµατά τινα ἐκ τῆς Και- νῆς Διαθήκης ἀναφερόμενα εἰς τὰ τῶν σεισμῶν. 1. Ὅτε ὁ ᾿Ιησοῦς ἐδίδασκε ἐπὶ τοῦ Όρους τῶν ᾿Ελαιῶν τοὺς Μαθητὰς περὶ τῆς µελ- λούσης ἵΚρίσεως εἶπε μεταξὺ ἄλλων. «Ἐγερθήσεται Εθνος ἐπὶ Ἓθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ λοιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους) πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὀδίνων.» (Κατὰ Ματθαῖον 24ον 17.9). 2. Κατὰ τὴν Σταύρωσιν «Ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς κράξας φωνῇ µεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦ- μα. Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασµα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐοχίσθη- σαν ...» (Κατὰ Ματθ. 27ον. 50-51). 3. Κατὰ τὴν ᾿Ανάστασιν. «Ὀψὲ Σαθθάτων τῇ ἐπιφω- σκούσῃ εἲς µίαν Σαθθάτων ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνἠ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωροῦσαι τὸν τάφον. Καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγέ- νετο µέγας' ἄγγελος γὰρ Κυ- ρίου καταθὰς ἐξ οὐρανοῦ προ- σελθὼν ἀπεκύλησε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ.» (Κατὰ Ματθ. 28ον 1-2.) 4. Ότε οἱ ἄρχοντες τῶν ]- ουδαίων συνἐλαδον τὸν Πέτρον καὶ ᾿ΙἸωάννην, ἀπηγόρευσαν εἲς αὐτοὺς μὲ ἀπειλὰς νὰ κη- ρύττωσι τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. «Ὁ Πέτρος καὶ ᾽Ιωάννης ἆπο- λυθέντες, ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι ὑπεδέχθησαν αὐτοὺς καὶ ἐδεήθησαν ὑπὲρ αὐτῶν' δεηθέντων ὅμως αὐτῶν ἐσαλεύθη ὁ τόπος ἐν ὢ ἧσαν συνηγµένοι καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Αγίου καὶ ἐλάλουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ μετὰ παρρησίας (Πράξ. Κεφ. 4ον--51.) 5. Ὅτε οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέλα- Σύλαν καὶ παρουσίασαν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἄρχοντας, κατηγοροῦνες, ὅτι οὗτοι ταράττουσι τὴν ἶε- ῥρουσαλήμ, οἱ στρατηγοὶ «ἔθα- λον αὐτοὺς εἰς φυλακήν, πα- ραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς µτηρεῖν αὐτούς, ὅς παραγγελίαν τοιαύτην εἶλη- φὼς ἔδαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἑ- σωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πό- δας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτι- ον ἄφνω σεισμὸς ἐγένετο µέ- γας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ ϐε- µέλια τοῦ δεσµοτηρίου, ἀνεώ- χθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύ- ραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δε- σμὰ ἀνέθη. (Πράξ. Ίδον 23-27.) Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέ- ρει ἐπίσης διαφόρους σει- σμούς. Εἲς ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ὅτε ὁ Προφήτης Ηλίας ἆνε- φέρετο εἲς τὸν οὐρανόν. ᾿Ιδοὺ τί λέγει τὸ ἰδιαίτερον µέρος. «Καὶ ἐγένετο αὐτῶν πορευο- µένων (δηλαδὴ τοῦ ᾿Ἠλία καὶ τοῦ Ἑλισσαίαυ).. καὶ ἰδοὺ ἅρ- μα πυρὸς καὶ ἵπποι πυρὸς καὶ διέστειλαν ἀναμέσον ἀμφοτέ- ρων καὶ ἀνελήφθη ᾿Ηλιοὺὗ ἐν συσσεισμῷ εἷς τὸν Οὐρανόν. (Βασιλειῶν Δ΄ Κεφ. 2ον-1 1.) Καὶ ἤδη θὰ ἀναφέρωμεν πα- ραδείγµατά τινα ἀπὸ σύγχρο- να ἱστορικὰ γεγονότα, ἵνα κα- ταδειχθῇ ὁ δάκτυλος τῆς Θεί- ας Προνοίας εἰς τὸν βίον τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ᾿Εθνῶν. Ἐκ τῆς Γραφῆς γνωρίζοµεν ὅτι ὁ Κύριος «καθεῖλε δυνάστας καὶ ὕψωσε ταπεινούς, πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλου- τοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς:» Πρὸ δέκα πέντε περίπου ἐ- τῶν ὁ Χίτλερ ἀφοῦ κατέκτησε τὸ πλεῖστον τῆς Κεντρικῆς Εὐ- ρώπης, ἀπεφάσισε νὰ ἔκπλη- ρώσῃ τὰ κοσµοκρατορικά του ὄνειρα, εἰσθαλών εἰς τὴν τότε ἐλευθέραν Πολωνίαν καὶ γενό- µενος αἴτιος τοῦ Δευτέρου Πα- γκοσµίου πολέμου. Ἐν τῇ ᾱ- κμῇ τῆς δόξης καὶ τῆς ἰσχύος του αὐτὸς καὶ οἱ κυριώτεροι συνεργάται του ἐσκέφθησαν νὰ ἀντικαταστήσώσιν ἐν Γερ- µανίᾳ τὴν Χριστιανικὴν Θρη: σκείαν διὰ τῆς Εἰδωλολατρι- κῆς θρησκείας τῶν ᾿Αρχαίων Γερμανῶν. ᾽Αλλ’ ὁποῖον ὑπῆρ- ξε τὸ τέλος τοῦ κραταιοῦ ἐκεί- νου δυνάστου Αδοξον καὶ οἱ- κτρὀν. Διότι κατὰ τὰς κρισι- µωτέρας τῶν μαχῶν, ὅτε ἐκρί- νετο τὸ μέλλον τῆς Γερμανίας, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὴν γΥενναιότητα νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς Γερ- μανικῆς στρατιᾶς εἴτε καὶ ἑ- νὸς λόχου καὶ νὰ πέσῃ πολε- μῶν ὡς ἥρως, ἐπροτίμησε, κε- κλεισμένος µέσα εἰς τὴν Κα- γκελλαρίαν του καὶ προσθαλ- λόµενος ὑπὸ τῶν Συμμαχικῶν Στρατευμάτων, νὰ ἐκλέέῃ τὸν θάνατον τοῦ δειλοῦ, τὴν αὐ- τοκτονίαν. ᾿Αλήθεια, πόσον σπάνιοι ἐν τῇ 'Ἱστορίᾳ τῶν ἅλ- λων ᾿Εθνῶν ὑπῆρξαν οἱ Λεω- γίδαι καὶ οἱ Κωνσταντῖνοι [Πα- λαιολόγοι. Καὶ ὁ ψευδοκαῖσαρ τῆς Ρώ- µης, ὁ διαθόητος Μουσσολίνι, ὅστις ἠπείλησε γῆν καὶ οὖρα- νὸν μὲ τὰ ὀκτὼῳ ἑκατομύρια τῶν ᾿Ιταλικῶν λογχῶν, ὅστις εἶχε τὴν ἀνανδρίαν νὰ διατά- ἔῃ ἐν καιρῷ εἰρήνης τὸν τορ- πλ λισμὸν τοῦ ἙΕλληνικοῦ εὖ- δρόμου «Ελλη» µέσα εἰς τὸν γαλήνιον λιμένα τῆς Τήνου, νὰ σηµειώσῃ θύματα καὶ νὰ δια- ταράξῃ τὴν ἑορτὴν κατὰ τὴν Αγιωτάτην Ἡμέραν τῆς ᾿Ορ- θοδόξου Ἑλληνικῆς ᾿Εκκλησί- ας, τὴν Κοίµησιν τῆς Θεοτό- κου, πῶς ἀπέθανε Φυγὰς μὲ τὴν ἐρωμένην του, αὐτὸς ὁ σύ- ζυγος, ὁ πατήρ, ὁ πάππος ἑ- πυροθολήθη ἐκ τῶν ὄπισθεν ὑπὸ τῶν συμπατριωτῶν του, καθ᾽ ἣν στιγμµἠὴν ἐδοκίμασε νὰ διέλθῃ τὰ ᾿Ιταλοελθετικἁἀ σύ- νορα. Τὸ νεκρὸν σῶμα του τὸ ἀπηγχόνισαν καὶ ἐφύτευον ἐπ᾽ αὐτοῦ οἱ συμπατριῶται σφαί- ρας πρὸς ἐκδίκησιν. ᾽Αληθῶς, θάνατος οἰκτρὸς καὶ ἀτιμωτι- κός. Καὶ ἤδη παραθάλετε, φί- λοι ἀναγνῶσται, τὴν ἀσέθειαν καὶ ἀνανδρίαν τοῦ Μουσσολί- νι, μὲ τὴν εὐσέθειαν καὶ γεν- ναιότητα τοῦ Ἔλληνος Πρω- θυπουργοῦ, τοῦ ἀειμνήστου ᾿Σωάννου Μεταξᾶ. Εἰς τοὺς τηλεγραφήσαντας ᾿ΤἘΕπιτρόπος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Μεγαλό- χαρης ἐν Τήνῳ μετὰ τὸν το: ρπιλλισμὸν «τῆς Ἕλλης» «τί δέον γενέσθαυ ὁ ἀείμνηστος Μεταξᾶς «ἀπήντησεν ἁπλῶς «Νὰ συνεχισθῇ ἡ λειτουργία.» Εἰς δὲν τὴν αὐθάδη πρόσοκλη- σιν τοῦ Μουσσολίνι μὲ τὸ γνω- στὸν τελεσύγραφον τῶν µετα- μεσονυκτίων ὡρῶν τῆς 26ης ᾿Οκτωθρίου 1940 ὁ γενναῖος Μεταξᾶς ἀπήντησε διὰ τῶν Ἑλληνικῶν λογχῶν μὲ ᾿Αρχι- στράτηγον τὸν ἔνδοξον ᾽Αλέ- ξανδρον Παπάγον. Εἶναι ἄρά γε τὰ 'Ἱστορικὰ αὐτὰ γεγονότα τυχαῖα Καὶ οἱ σεισμοὶ εἶναι ἀναμφιθόλως φυ- σικἁ φαινόμενα, ἀλλά τὰ φυσι- κά φαινόμενα λαμθάνουσι τοιαύτην καὶ τοιαύτην τροπὴν ἀναλόγως τῶν ΕΒουλῶν τῆς Θείας Προνοίας. μ ΠΙΒ ἵ ΙΙ ΠΠ ΙΝΝΝ ΠΙΕΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα). σµιας Φιλολογίας. Καὶ γιὰ νὰ μποῦμε στὰ χρονικἀ ὅρια, ἂς ὑπομνήσωμε, πὼς ἀπὸ τὸν τέ- ταρτο αἰῶνα τὰ συγγράµµατα της Χχριστιανικῆς θεολογίας, παίρνουνε μιὰ δεσπόζουσα θέ- ση στὸν ἑλληνικὸ ἔμμετρο καὶ πεζὸ λόγο. ὍὉ ποιητὴς Ἠόνος, ποὺ ἔζησε στὸ δεύτερο µ. Χ. αἰῶνα, ἂν καὶ ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμό, στὰ τελευταῖα Χρόνια τῆς ζωῆς του, ἔδωσε μιὰ μετάφραση τοῦ κατὰ ᾽]- ὠάννην Εὐαγγελίου σὲ δακτυ- λικὸ :. ἐξάμετρο, μὲ µμετρικὴ μορφὴ ἀφεγάδιαστη. Ὁ Μό- νος, μὲ τὸ παράδειγμά του, ἐδημιούργησε Σχολή. ὍὉ ποι- ητῆς Παῦλος Σιλεντιάριος ἐξ ἄλλου, ἔγραψε μιὰ πολύτιμη, γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Βυζαν- τινῆς τέχνης, περιγραφἡ τῆς Αγίας Σοφίας. Ὅ,τι ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους λογοτέχνες, ἐκεί- νου τοῦ καιροῦ, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε καὶ γιὰ τοὺς θρη- σκευοµένους πνευματικοὺς ἀν- θρώπους. Δίνανε καὶ στὰ πιὸ πεζὰ θέµατα τὴ µορφὴ καὶ τὴ λάμψη τῆς ποίησης. Τὰ ἐξιδανικεύανε. ᾿Αποστρέ- φονταν τὴν τάση, ποὺ ἐπεκρά- τησε πολὺ μεταγενέστερα, νὰ ἐκχυδαϊΐζωνται οἱ πιὸ τρυφε- ρὲς ὀνειροπολήσεις, τὰ πιὸ ἆᾱ- γαπητὰ ἐπινοήματα τῆς φαν- τασίας, καὶ αὐτὲς ἀκόμη οἱ ἱερώτερες ἐπιδιώξεις. Τὴ συμθολὴ τοῦ Βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς θρησκευ- τικῆς λογοτεχνίας του, στὸν ἐκπολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης, κα- θὼς καὶ τῶν βαρθάρων σλαυϊ- κῶὢν χωρῶν, τὴν ἑξαίρει ἐπι- γραμμµατικά, ὁ φημισμένος ἵ- στορικὸς τοῦ Βυζαντίου, Κρουμπάχερ: «Ἡ Βυζαντινὴ λογοτεχνία, γράφει, εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία ἐκδήλώση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ Ἕλλη- νικοῦ Ἓθνους καὶ τῆς Ρω- μαϊκῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὰ τέ- λη τῆς ἀρχαιότητας, ὡς τὰ πρόθυρα τῶν νεωτέρων χρό- νων. ᾽Απὸ τὸν καθορισμὸ δὲ αὐτόν, τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ δεκινάη ἡ κρίση, γιὰ τὴν ἀξία τῆς Βυζαντινῆς λογοτε- χνίας. ᾽Αλλ’ ἡ σημασία της στηρίζεται καὶ στὴν ἐπίδραση, ποὺ εἶχε στοὺς ἀνατολικοὺς λαούς, στοὺς σλαυϊκοὺς καὶ στοὺς λαοὺς τῆς Δυτικῆς Εὐ- ῥρώπης, στὸν μεσαίωνα». Ὅλοι οἱ Βυζαντινολόγοι, ἐξ ἄλλου, ἐξαίρουνε τὸν κα- ταπληκτικὰ γρήγορο ἐξελλη- νισμὸ τῶν Σλαύων ἐπιδρομέων στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ στὴν Πελοπόννησο. “Ὁ ἴδιος ἶστο- ρικὸς τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀνα- φέραμε πιὸ πάνω, προσθέτει «᾿Απ’ ὅλες τὶς ἁπώτερες ἑ- νέργειες τοῦ Βυζαντινοῦ πολι- τισμοῦ, τὴν µεγαλύτερη σηµα- σία Έχει στὴν παγκόσμια ἵ- στορία, ἡ ἀνυπολόγιστη ἐπί- δραση στὰ σλαυϊκὰ Ἔθνη. “Ο: τι ἡ νοτιοσλαυϊκἡὴ καὶ ρωσσικὴ ἐκπολίτιση στηρίζεται καὶ γιὰ τὸ γενικὸ χαρακτῆρα της καὶ γιὰ τὶς ἀμέτρητες λεπτοµέρει- ἐς της, πάνω σὲ Βυζαντινὰ θε- µέλια, εἶναι ἱστορικὸ γεγονὸς, ποὺ δὲν τὸ ἀμφισθητήσανε πο- τὲ. Τελευταῖα μάλιστα, ἀπο- δείχθηκε καὶ διαφωτίσθηκε καὶ ἀπὸ μακρὰ σειρὰ νέων µαρτυ- ριῶν», καταλήγει ὁ Κρουμπά- χερ. ᾿Ακόμα καὶ ἡ σημερινὴ Ρωσσία δὲν ἀρνεῖται τὴν ἐπί- ὅραση αὐτή. Ὁ καθηγητὴς Λεθσένκο, ὅπως ἀναφέρει ἡ «᾿Ἐφημερὶς τῆς Λωζάνης» (16- 6-48), ἔγραψε, στὸ εἰδικὸ σο- θιετικὸ περιοδικό, γιὰ τὶς Βυ- ζαντινὲς ἔρευνες: «Ἔπειτα ἆ- ὁ ]πὸ τὸν µεγάλον πατριωτικὸν πόλεμον, οἱ πολλαπλὲς πηγὲς τῆς ἱστορίας µας, ἐγίνανε γιὰ μᾶς περισσότερο ἀγαπητὲς καὶ πρὸ πάντων, οἱ πηγὲς οἱ 6υ- ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ Πρ 10 ΕΚΚΛΙΣΙΛΠΙΚΟΝ ΒΗΜΑ [07 ΚΡΙΝΗΝΙ ἡ ΕΜΠ Τ0Υ «“ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΙΙΚΟΥ ΒΗΜΜΙΟΤ” Ἶν ᾿ Αθήναις ρίου 1964. Πρὸς τὴν συντακτικὴν ᾿Επι- τροπὴν τοῦ «᾿Εκκλησιαστικοῦ Βήματος» Κύπρον, Έλαδον τὸ 1ον φύλλον τῆς ὡὥραίας καὶ διδακτικῆς ἐφημε- ρίδος σας, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ. ἳἩ σύνθεσις αὐτῆς, ἡ ἐμφάνι σις καὶ τὰ περιεχόμενα εἶναι λαμτιρά. Εϊθε ὁ Κύριος νὰ εὖὐλογεῖ τὴν προσπάθειάν σας καὶ νὰ τὴν στεφανώσει μὲ τὸν τῆς διναιο- σύνης στέφανον καὶ μὲ τὴν ἐκ- πλήρωσιν τῶν µυχίων πόθων ὅ- λων ἡμῶν. μετ) ἐκτιμήσεως καὶ ἀγάπης, ΦΩΤΙΟΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ (Γαθριηλίδου ἃθ. ᾿Αθῆναι). σ«------- ΜΙΙΗΙΗΙΙ ΤΙ ΜΠΠΜΗ ΕΠΙ ΕΙ ΤΙ ἩΝΗΠΙΝ ΤΗ [ΙΝΙΙΙ ΜΗΝ ΙΚΝΙΙΜΝ Δεμεσὸς 7. 3. 19δά Κύριε Διευθυντά, Εἰς τὸ «᾿Εκκλησιαστικὸν Βῆμα» τῆς 14ης ᾿Ιανουαρίου ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὸ συνέδρι- ον τοῦ Παγκοσμίον Συµθουλίου ο Ο ] «Αὐτοκέφαλος Κυπριακὴ ἘἜκ- κλήσία. ἀντεπροσωπεύθη ὑπὸ τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Ἰανεπιστηµμέου ᾿Αθηνῶν κ. ᾽Αμίλκα ᾿Αλιθιξά- του». Ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἀπριθὴς διότι ὃ κ. ᾿Αλι6ι- ζᾶτος οὔτε. κἂν παρέστη εἰς τὸ συνέδριον αὐτό. Τὴν ᾿Εκκλησίαν τῆς Κύπρου ἀντεπροσώπευσεν ὃ ᾿Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων κ. ᾿ Αθηναγόρας, ὅπως ὁ ἴδιος ἂν- εκοίνωσεν εἰς τὸ συνέδριον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ παρέστην. Παρεμπωιτόντως δὲ ἀναφέρω ὅτι μοῦ ἐπρότεινε ν’ ἀναλάδω ἐνὼ τὴν ἐν λόγῳ ἀντιπροσώ- πευσιν ἀλλ᾽ ἠρνήθην διότι δὲν εἶχα. ἐξουσιοδότησιν ὑπ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυπριακῆς ᾿Εκκλη- σίας. τῇ 4 Φεθρουα- Ἐὐχαριστῶν, Μένω μετὰ τιμῆς ΑΝΘ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥ4ΟΣ Σημ. «Ε. Β.» Λυπούμεθα διότι κα- τὰ λάθος ἐδημοσιεύσαμεν ὅτι τὴν ᾿Εκκλησίαν Κύπρου ἀντεπροσώπευ- σεν εἰς τὸ :συνέδριον τοῦ Λοὺντ ὁ καθηγητὴς κ. ᾽Αλιθιζᾶτος ἐνῷ τὴν ἀντιπροσώπευσιν εἶχεν ὁ Σε6. Θυα- τείρων. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ 1, Σύνοδος ἀνέθεσεν εἰς τὸν κ. ᾿Αλιθιζάτον τὴν ἀντιπροσώπευσιν, ὡς καὶ εἰς τὸ συνέ- δριον τῆς Στοκχόλμης, πληροφορηθεῖ- σα ὅμως ὅτι ὁ κ. ᾽Αλιθιζᾶτος δὲν θά µεταδῇ εἰς Λούώντ Ἠπαρεκάλεσε τὸν “Αγ. Θυατείρων νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Κυπριακὴν ᾿Εκκλησίαν. ο ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΑΙ ΝΙΘΗΤΙΜΙ ΣΣΣΙΠΛΙ ΠΛΛΛ ΙΙΙ Τὴν παρελθοῦσαν ἑθδομάδα συνεκροτήθη ἡ ἐτησία γενικὴ συν- έλεύσις τῶν σνυνδρομητῶν τοῦ Μαθητικοῦ συσσιτίου Παλλουοι- ωτίσσης, ἐν τῷ οἰκήματι τοῦ Θ. 1. «Εὐαγγελιαμὺς» πρὸς ἀνάδει- Ἑνν νέας διοικητικῆς ἐπιτροπῆς. Ῥενοµένης ἐκλογῆς ἐπανεξελέγη ἡ. ἰδία ἐπιτροπή, τοι: οἱ κ.κ. Νικόλαος Αθ. Πέτσας πρὀεδρος Παναγιώτης Πιτσιλλίδης ταμίας, Κύπρος ΜΨυλλίδης Τοραμματεύς, Μιχαἡλ Σολομίδης καὶ ᾿Ανδρέ- ας Φερεκίδης σύμόουλοι. Ὡς ἐ- πίτιµα δὲ µέλη ἐξελέγησαν οἱ ἵ- ερεῖς τῆς κοινότητος Π. Σάθθας Κωνσταντίνου καὶ Ἡ. Νικήτας Σφαχιαγός. Ἡροσκλήσει τῆς ᾿Επιτροπῆς ὁ ἰατρὸς Δο. Ἐύπρος Χρυσάνθης ἐπεσκέφθη καὶ ἐξήτασε τοὺς σι- τιζοµέγους,. 'Ἡ ᾿Ἐπιτροπεία τῇ συστάσει τοῦ κ. Χρυσάνθη ἡγό- 0ασε φάρμακα καὶ ἔδωσεν εἰς 25 τροφίµους οἱ ὁποῖοι εἶχον ᾱ- γάγχην αὐτῶν. ζαντινές, ἀφοῦ τὸ Βυζάντιο ἐξήσκησε μιὰ τεράστια ἐπί- ὅραση στὴν παλιὰ Ρωσσία». ᾽Αλλὰ καὶ στὴν πρώτη γραμµ- μὴ τῆς Ὑλωσσικῆς µεταρρυ- θµίσεως, θρίσκονται προοδευ- µένοι κληρικοὶ καὶ ἱερωμένοι. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὸν Ἠλία Μανιά- τη, ποὺ τὰ κηρύγµατά του, γραμμένα στὴν ἁπλῆ γλῶσσα, εἴχανε µεγάλη ἀπήχηση, θλέ- πουμε, πὼς κι’ οἱ «διδαχὲς» τοῦ ἱερέως ᾽Αλεξάνδρου Ραρ- τούρου, στὰ 1560, «Οἱ ἱστορίες παλαιὲς τῆς πόλεως ᾿Αθήνης» στὰ 1675, τοῦ ἱερωμένου Γε- ὠργίου Κονταρῆ καὶ ἀργότε- ρα τὰ ἔργα τοῦ Πατριάρχου ᾽Αλεξανδρείας Μελετίου ΓΤη- Υὰ καὶ τοῦ ᾿Επισκόπου Κυθή- ρων, Μαξίμου Μαργουνίου, ξεχωρίζουνε, μὲ τὴ σταθερὴ προσπαθεια τους, γιὰ τὴν ἆ- πλοποίηση καὶ ἐκλαῖκευση τῆς Ὑραφομένης. Στὸν 17ον αἰῶ- να, ἐξ ἄλλου, ἕνας μορφωμέ- νος μοναχός, ἀπὸ τὴν Κρήτη ὁ ᾽Αγάπιος Λάνδος, τυπώνει τὰ θρησκευτικά του ἔργα, σὲ μιὰ ἁπλοποιημένη γλῶσσα. Τὴν ἴδια γλῶσσα µεταχειρίζε- ται καὶ στὶς θρησκευτικές του διδαχὲς καὶ στὰ κηρύγµατά του. Πόσα ἁκόμα ὀνόματα θὰ εἴ- χαμε ν᾿ ἀναφέρωμε, µέσα ἀπὸ τὸ μακρὸ κατάλογο τῶν ἀγω- νιστῶν τῆς ᾿Ιδέας καὶ τῆς Σ κέ- Ψεως κληρικῶν Ἡ προσφορά τους στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν Πα- τρίδα, εἶναι θεμέλιο γιὰ τὸ Ἓθνος. Ὁ ἐμπνευσμένος λό- Ὑος τους, στὰ σκοτεινὰ χρό- νια, ποὺ οἱ θάρθαροι πνίγα- νε τὴν Ἑλλάδα, ἥτανε τὸ ξε- μούδιασμα τῆς ἑλληνικῆς ψυ- χῆς. ΕΤΟΣ Α΄. ΑΡ. 4 Ἐτησία συνδρομῆ Σελ. 5ὅ Τιμὴ Φύλλου Γρ. 2. ΟΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΚΕΑΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ Υπο ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ -- ΓΡΑΦΕΙΑ ΙΣΑΑΕΙΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ 1-- ΔΕΥΕΩΣΙΑ ΚΥΠΡΟΥ. ΠΕΜΠΤΗ 29 ΦΙΒΡΩΥΛΡΙΔΥ 1904 Ταρασίου ᾿Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως ΙΘΡΙΡΚΗΛΤΗΣΛΙΛΙΗΝ “Ὁ χριστιανισμὸς Εἶναι ἡ δρησχεία τῆς ἀγάπης. : Μέσα, εἰς μίαν κοινωνίαν ἀνάλγητον, διαπνεοµένην ἀπὸ τὰ πλέον σφοδρὰ πάθη καὶ τὰ πλέον ὠμὰ ἔνστικτα ἡλ- δε τὸ πήρυγμα τοῦ Φεανθρώπου νὰ πραῦνῃ τὰ ἐξημμένα πνεύματα, νὰ φωτίσῃ τὰς σχοτεινὰς συνειδήσεις, νὰ ἡμερώ- σῃ τὰς ἐξηγριωμένας καρδίας καὶ νὰ σταλάξη τὸ γλυνὺ ὀἑάλσαμον τῆς ἀγάπης εἰς τὸν ἀνθρώπινον πόνον καὶ τὴν κοινωνιχὴν δυστυχίαν. « Αγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν»! Οὐδέποτε ἡ ἀνθρωπότης εἶχεν ἀκούσει τοιοῦτον ὑφη- λὸν ἠθιχὸν δίδαγμα. ᾿Ἐπὶ αἰῶνας οἱ ἄνθρωποι, ὑπείχοντες εἰς τὰ πρωτόγονα ἔνστιχκτα καὶ τὰς ὁρμάς των, ἐρρύδμιζον τὰς σχέσεις των μὲ θάσιν τὴν ἐάναυσον ἀρχὴν τοῦ «ὠδόν- τα ἀντὶ ὀδόντος, Τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας καὶ ἡ µανία τῆς ἐχδικήσεως ἦσαν οἱ ἠθικοὶ κανόνες ἐπὶ τῶν ὁποίων, κα- τὰ µέγα µέρος, ἑστηρίξετο ἡ προχριστιανικὴἡ κοινωνία. Ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσε μόνον ἡ ἑλληνικὴ ἠθικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Σωκράτους ἐπετέλεσε τὸ πρῶτον σοθαρὸν θῥῆμα πρὸς τὴν ἠθικὴν ἄνοδον τοῦ ἀνθρώπου, χαταδικάσασα πρώτη αὐτὴ τὸν πρωτόγονον ἠθικὸν νόµον τῆς ἀντεχδική- σεως καὶ διαγράφασα νέους φωτεινοὺς ὀρίζοντας εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνδρωπίνων σχέσεων. «Οὐ δεῖ ἀδιχκεῖν», διε- κήρυξεν ὁ Σωκράτης. «Οὐδὲ ἁἀδιπούμενον ἄρα ἀνταδικεῖν. ὡς οἱ πολλοὶ οἴονται, ἐπειδή γε οὐδαμῶς δεῖ ἀδικεῖν». Δὲν πρέπει νὰ διαπράττωµεν ἀδίχημα. Οὔτε καὶ ὅταν ἀδικού- µέδα, ἑπομένως, πρέπει νὰ ἀνταποδίδωμεν τὴν ἁδικίαν, καθὼς νομίζει ὁ πολὺς πόσµος' διότι ἔν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀδικῶμεν. Τοῦτο ἦτο θεθαίως ἓν σοθαρὸν θῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός. Τὸ ἠθικὸν ὅμως δίδαγµα τοῦ Σωκράτους δὲν ἧτο ἀχκόμη πλῆρες. Διότι δὲν εἶναι ἀρχετὸν νὰ μὴ χάµνωμεν τὸ κακόν. Πρέπει συγχρόνως νὰ κάµνωμεν καὶ τὸ καλόν. Τὴν ἠθικὴν αὐτὴν πλήρωσιν ἔδωσε διὰ τοῦ κηρύγματος ναὶ τοῦ ἐν γένει τρόπου τῆς ζωῆς του ὁ Φεάνθρωπος. Μέσα εἰς τὴν ἄφατον εὐσπλαγχνίαν καὶ μακροθυµίαν του, µέσα εἰς τὴν ἀνεξικαχίαν καὶ τὴν ἠρεμίαν του, µέσα εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν του, ὑπάρχει τὸ ὀρθὸν µέ- τρον διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων χαὶ τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν ἠθικῶν χαὶ πνευματικῶν παραγόντων τῆς ζωῆς. «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». ᾿Ιδοὺ ἡ ὀρθὴ ἀφετηρία τοῦ ἠθικοῦ νόµου τῆς ζωῆς. Νὰ τοποθετῆς πάντοτε τὸν ἕαυτόν σου εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἄλλων, ναὶ νὰ συµπεριφέρεσαι πρὸς αὐτούς, ὅπως ἀπριέῶς δὰ ἤθε- λες νὰ συµπεριφέρωνται καὶ ἐπεῖνοι πρὸς ἐσὲ εἰς παροµοί- αν περίπτωσιν. Καὶ ὄχι µόνον αὐτό. ᾽Αλλὰ νὰ προχωρῆς ἀχόμη περισσότερον ναὶ νὰ φθάνηῃς μέχρι σημείου ἀληθοὺς αὐταπαρνήσεως, περιθάλλων διὰ τῆς χαλωσύνης καὶ τῆς ἀγάπης σου ἀχόμη ναὶ ἐχείνους οἱ ὁποῖοι σὲ ἠδίχησαν, ἔ- πείνους οἱ ὁποῖρι σοῦ ἐπροξένησαν κακόν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὁ ἄνδρωπος φθάνει εἰς τὸν ὑπέρ- τατον θαθμὸν τῆς ἠθικῆς τελειώσεως καὶ αἴρεται πραγµα- τικῶς πρὸς τὸ θεῖον. Ἡ φυχή του πληροῦται μὲ τὸ ἐξαίσιον φῶς τῆς ἀγάπης, μέσὃε εἰς τὴν λάμφιν τοῦ ὁποίου τὰ πάντοι ἐξαγνίζονται καὶ ἀποχαδαίρονται. Διὰ τῆς ἀγάπης ὁ ἄνθρωπος δύναται τὰ πάντα νὰ ἔπι- τελέσῃ. ᾽Αρκεῖ ἡ ἀγάπη αὕτη νὰ εἶναι δημιουργιχὴ καὶ ζῶσα, ἀναπτυσσομένη ἠθικῶς πρὸς πάσας τὰς κατευθύνσεις καὶ περιθάλλουσα διὰ τῆς αἴγλης της ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ κοινωνιχοῦ µας βίου. Τὸ χριστιανικὸν τοῦτο πνεῦμα τῆς ἀγάπης κπαλούµεδα πάντες νὰ ἀναπτύξωμεν εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον µας, ρυ- δµίζοντες τὰς σχέσεις µας μὲ ἀποχλειστικὸν γνώμονα τὸ κοινὸν γχαλὸν καὶ οὐχὶ τὸ ἀτομιχόν µας συμφέρον. Αν στρέψωµεν τὰ ὀλέμματά µας γύρω µας θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρ- χει πολλὴ ἀδιχία καὶ δυστυχία, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀγάπης µας δύναται ἂν ὄχι νὰ ἐχλείφῃ ἀλλ᾽ ἀσφαλῶς νὰ περισταλῇῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ὅταν περιξαλ- λώμεβα πανταχόθεν ὑπὸ τῆς δυστυχίας. Τὴν δυστυχίαν αὐ- τὴν ἔχομεν χρέος νὰ ἀνακουφίσωμεν παραμυθοῦντες αὖ- τὴν ἠθικῶς καὶ συνδράµοντες ὑλικῶς, κατὰ τὸ δίδαγμα Ἐ- κείνου. Μέσα εἰς τὴν ἀνήσυχον ἐποχὴν ποὺ ζῶμεν, δὰ ᾱ- πετέλει τοῦτο τὴν θετικωτέραν συμθολὴν ἔχ µέρους µας διὰ τὸν χατευνασμὸν τῶν παθῶν ναὶ τὴν εἱἰρήνευσιν τοῦ σάλου ποὺ ἀναταράσσει τὴν ποινωνίαν µας. ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΝΙΝΙΚΗΝ ΛΟΓΡΤΕΧΝΙΛΝ Τοῦ κ. ᾿Αδ. Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΑ. τοῦ Ραδιοφώνου ᾿Αθηνῶν, Ἐν τῇ ὁμιλίᾳ ταύτῃ τῆς Κύπρου, ὅτε Οὗτος κατεῖχε «Τὴν γνωριμία μὲ τὴν Λεµε- σό, τὴν ἐπραγματοποίησα ἕνα παγερὸ ἀπομεσήμερο μιᾶς ἆ- νοιξιάτικης ἡμέρας. Τὸ τονίζω ἕνα παγερὸ ἀπομεσήμερο, για- τὶ σὲ λίγο θὰ γινόταν τὸ συν- νεφιασµένο καὶ θολὸ ἀπόγευ- μα, ἡ πιὸ φωτεινὴ καὶ θερμὴ ἡμέρα µέσα στὴν ψυχή µου. Συνώδευα τὸν τότε ἀκόμη μητροπολίτη Κιτίου καὶ τώ. ρα ᾿Αρχιεπίσκοπο, τὸν ὑπέρο- χον αὐτὸν ἱεράρχη, τὸν Μακα: Ρριώτατο Μακάριο. Διατρέχαμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τοὺς ὃρό- μους, γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἕδρα τῆς µητροπόλεως, καὶ παντοῦ ἔθλεπα μὲ πόση α- θειὰ ἐκτίμησι ἐχαιρέτιζαν τὸν ἁἀσκητικὸν αὐτὸν ἱεράρχη ποὺ θὰ λαμπρύνη, ἀσφαλῶς, κάποι- αν ἡμέρα σὲ πολὺ ἀνώτερα ἆ- ξιώµατα τὴν ὀρθοδοξία. Στὸ πρόσωπό του ἔθλεπαν καὶ θλέ- πουν οἱ κύπριοι τὸν ἀπαρά- μιλλον ἐκκλησιαστικὸν ἡγέ- την, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀρχηγὸν ἑ- γὸς τιµίου, ἠθικοῦ καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν εὐλογημένου, ἀγῶνος, τοῦ ἀγῶνος τῆς ἑνώσεως. Καὶ ἀργότερα πάλι, ὅταν θὰ ἔθλεπα, μὲ πόσο σεθασμό, κ. καθεδρικὸν ναόὀν, ὀλίγον πρὸ τὴν εἰκόνα διακρίνονται οἱ Π. καὶ Κιτίου κ. Ανθιμος, ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς '!. Καλλίνικος, ὁ πατὴρ τοῦ Μακαριωτάτου κ. Χρ. Μοῦσκος κ.ἄ. Ν ΙΤ ΠΙΠΗ ΙΜΙΙ Παραθέτοµεν κατωτέρω ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πρκοκαμαα καὶ συγγραφέως κ. Χρ. ᾽Αγγελομάτη, μεταδοθεῖσαν πρὀ τινος ἀπὸ σκιαγραφεῖται ἡ μορφὴ τοῦ Πρωθιεράρχου Ἡς Ἡ τὴν ἕδραν τῆς Μητροπόλεως Κιτίου. μὲ πόση ἁπλῆ, ἀλλά καὶ ὅα- θειὰ πίστι τὸν ἀντίκρυζαν καὶ τοῦ ἀπηύθυναν τὰ καλωσωρί- σµατά των οἱ κύπριοι, καταλάμθαινα ποία εἶναι ἡ ἐπιθολὴ τῆς ἐκκλησίας, ὅταν ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ παρο- µοίους ἀνθρώπους καὶ ποιοὶ ῆσαν οἱ ἱεράρχαι ποὺ ἐκράτη- σαν ἄσθυστη τὴν φλόγα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς στὰ μακρὰ χρόνια τῆς μαύρης σκλαθιᾶς τοῦ ἔθνους. ᾿Απέριττος, ἐπιθλητικός, σα- φὴς καὶ θετικὸς στὶς ἐκφρά- σεις του, ἄκουε τὸν καθένα, ἔ- δινε τὶς ὀρθὲς λύσεις, ἐνεθάρ- ρυνε, ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ἐν- θαρρύνσεως, ἐπαραμυθοῦσε καὶ πάντα ἑτόνιζε τὰ δύο ἴδε- ώδη, τὰ ἰδεώδη ποὺ πρέπει νὰ πλημμυρίζουν τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, τὴν πίστι πρὸς τὴν θρη- σκεία τοῦ Χριστοῦ, τὴν πίστι πρὸς τὴν µητέρα Ἑλλάδα. Δὲν ἡμπορεῖ νἁ ἦσαν διαφο- ρετικοὶ οἱ ἄνδρες τοῦ ἕλληνι- κοῦ ἱστορικοῦ Πανθέου ποὺ θρέθηκαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἐ- θνικοῦ µαρτυρολογίου. Ασπι- λοι ἱεράρχαι καὶ ἄκαμπτοι ἐἑ- θνάρχαι». Ἡ Α. Μ. ὁ Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Μακάριος κατερχόµενος εἰς τὸν ς ἀναχωρήσεώς του εἰς ητροπολῖται Αθήνας. Εἰς κ. Κυπριανὸς Κυρηνείας ᾽Αρχιεπισκοπῆς κ. Τοῦ ἱερολ. ΛΕΟΝΤ τῶν Φφιλανθρωπικῶν αἰσθημά- των ἑνὸς λαοῦ ἀποτελεῖ κυρί- Παλληκαρίσιοι, τίµιοι, ἔθνι- κοὶ σταθήκανε πάντα οἱ ἀγῶ- νες τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου. Α- γνὸς καὶ περήφανος, πρωτο: πόρος καὶ πρωταθλητὴς στὴ συνείδηση τοῦ Ἓθνους, ὁ Ιλῆ- ρος, δὲν λύγισε μπροστὰ σὲ Κανένα κατατρεγµό, σὲ καµ- μιὰ βαρθαρότητα. Στοὺς σκληροὺς καὶ µακρο- χρόνιους ἀγῶνες τοῦ Βυζαν- τινοῦ Κράτους, μὲ τὶς βάρθα- ρες φυλές, οἱ Ἕλληνες κλη- ρικοὶ καὶ θρησκευόµενοι, πρω- τοστατοῦνε δίνοντας μιά ξεχω- ριστὴ αἴγλη καὶ πίστη γιὰ τὴ νίκη. ᾿Ενῶ στὴν παλαιότερη γαλλικἡ λογοτεχνία ἡ ἐπίδρα- ση τοῦ κλήρου ζναν ὁλότελα συμπτωματική, στὴ Βυζαντινὴ ὁ κλῆρος γίνεται, ὄχι σπάνια, ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὑποκινητής τοῦ ὁμαδικοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς αὐτοθυσίας. Πολλοὶ κλη- ρικοὶ καὶ θρησκευόµενοι ἐξ ἄλλου, τοῦ Βυζαντίου, θαρ- ρεῖς, πὼς ἔχουν τάξει γιὰ ἀπο: στολή τους, νὰ πραγµατοποι- ήσουν τὴν ὀμορφιὰ τῆς πνευ- ματικῆς τέρψης. Κι᾽ ἐνῶ ἡ Ρω- μαϊκὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἡ λα- τινικὴ παιδεία ξεπέφτουνε, σαν μορφὲς ξεθωριασµένες, μὲ τὴν ἁἀπότομη ἐπαφή τους, μὲ τοὺς βαρθάρους, τὸ Βυζάντιο, στὶς ἄγριες καὶ πολυαίµατες συγ- κρούσεις του, μὲ τὰ στίφη τῶν βαρθάρων, ὀρθώνει ἥρωες καὶ μάρτυρες, ἀπὸ τὴν τάξη τοῦ κλήρου, ποὺ ὁ θερμὸς ἐνθου- σιασµός, τὸ βόλι καὶ ἡ αὐτο- θυσία, συνταιριάζουνε γιὰ νὰ τοὺς καθιερώσουνε σὰν ἀνώ- τατες ἐθνικὲς μορφές. Τὸ ἠθι- κὀ τῆς Πατρίδας ἀνυψώνεται μαζὶ μὲ τὸ ἰδανικὸ τῆς ἔλευ- θερίας. Οἱ ἱστορικοὶ τῆς ἀρχαίας λογοτεχνίας µας, ᾿Αλϕρέδος καὶ Μωρὶς Κρουαζέ, στὸν ἐπί- λογο τῆς ἱστορίας τους ύπο- γραμµίζουνε: «Ἡ Λογοτεχνία, ποὺ εἶχε ἀρχίσει στὴν πρωτό- γονη Ἑλλάδα, μὲ τοὺς προ- κατόχους τοῦ ὉὈμήρου, ποὺ δὲν ῆταν καλὰ-καλὰ γνωστοί, ἑτερματίσθηκε στὰ κοινοθιακὰ κελλιὰ τῆς ᾽Ανατολῆς, τὴν ἐ- ποχἡ ὅπου ὁ Ηράκλειος εἶχε κηρυχθῆ ὑπὲρ τῶν µονοθελη- τῶν, κι ἄφηνε τὴν Αὐτοκρατο- ρία του νὰ διαµελίζεται ἀπὸ τοὺς Αραθες. Ο,τι ἀπόμεινε ἀπὸ τὴ λογοτεχνία, συγκεν- τρώθηκε ἀπὸ τὸν ἕόδομο αἰῶ- να στὰ χέρια τοῦ κλήρου. Α- πὸ καµµία μορφὴ σκέψεως δὲν λείπει τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἐνδια- φέρο». Εἶναι Χχαρακτηριστικὸς ὁ ρόλος τοῦ κλήρου στὰ χρόνια ἐκεῖνα καὶ στὰ µεταγενέστε- ρα. Πολλὲς φορές, µέσα ἀπ τὶς θρησκευτικὲς ἔριδες τοῦ Βυζαντίου, ξεπηδᾶνε θαρρα- λέα πρωτοπόρα πνεύματα, μὲ ἀντιζύγισμα θετικὸ γιὰ τὶς ἡ- ρωϊκὲς ἰδέες, τὶς κληρονοµη: µένες ἀπὸ τὴν πλούσια καὶ µεγάλη παράδοση. ΄Ὅπως ὁ πολεμικὸς ἡμίθεος στέκει γιὰ πρότυπο, στὸ µα- χητικὸ κλῆρο, τὸ ἴδιο καὶ ὁ πολυταξιδεµένος, ὁ πολύξερος καὶ εὐκολολύγιστος ᾿Οδυσσέ- ας, εἶναι γιὰ τοὺς φωτισμµένους αὐτοὺς κληρικούς, ὁ κοσµο- πολιτικὸς τύπος ποὺ τοὺς ἐμ- πνέει γιὰ μιὰ δράση ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Πατρίδας τους. Αὐτὴ ἡ θερμουργἡ καὶ γόνιμη ἐπαφὴ τῶν ἑλληνικῶν πνευµά- των, μὲ τὸν ἔξω κόσµο, θὰ δώση στὴ Ρώμη τὸ πνευματικὸ φῶς. Ετσι τὰ εὐρωπαϊκά γράµµατα θεωρηθήκανε σὰν θετὰ παιδιὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλ- λάδας, ᾿ Ὁ Ὅμηρος κι ἡ Βίόλος εἶναι οἱ δυὸ µεγάλες ἀάφετη- ρίες, οἱ δυὸ πόλοι τῆς Παγκό- (Συνέχεια εἰς τὴν β΄ σελίδα.) τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς εὐαγῶν ἱδρυμάτων μὲ παράλληλον ζωηρὰν δρᾶσιν Φιλανθρωπικῶν ὀργανώσεων, δὲν ὑπάρχει δισταγμὸς παρα- δοχῆς ὅτι κατοικοῦνται ὑπὸ κοινωνικῶς προηγμµέ- νων, μὲ ἀνεπτυγμένα ἀνθρωπι- στικἁ ἰδεώδη καὶ ἐμθάθυνσιν εἰς τὸ πνεῦµα καὶ τὴν οὐσίαν τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. ᾽Αντιθέτως ἑἐκεῖ ποὺ παρατη- ρεῖται στασιµότης καὶ ἁδιαφο- ρία εἰς τὸν τοµέα αὐτόν, ἀντι- κρύζει δὲ τὸ βλέμμα µας ἀνά τοὺς δρόμους στρατιὰν ἐπαι- τῶν, κ νὸ παιδία ρακένδυτα καὶ ἄλλας ἁθλίας ὑπάρξεις, εἶναι εὔκολον τὸ συμπέρασμα ὅτι εὑρισκόμεθα πρὀ κοινωνί- λαῶν ας ἐγωϊστικῆς καὶ ψυχικῶς ἀκαλλιεργήτου. ᾽Αλλά, τί τὸ παράδοξον, ἤθελεν ἰσχυρισθῆ κανείς, ἂν ὁ μὲν πτωχὸς ἢ ὁ δεῖνα ἀνά- πηρος ἐκλιπαροῦν τὸν ὀθολὸν τοῦ πλησίον πρὸς ἑξασφάλισιν τῶν µέσων συντηρήσεως Δὲν εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς ἐλεημοσύ- ης πατροπαράδοτος, ἐπιθε- θλημένος μάλιστα παρὰ τῶν εὐαγγελικῶν ἀρχῶν εἰς τοὺς πιστοὺς ὡς καθῆκον Ποία λο- γικωτέρα λύσις μποροῦσε νά προθληθῃ Παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὕπο- γραμμισθῇ, ὅτι διὰ τοῦ παρόν- τος ἄρθρου δὲν ἐπιδιώκομεν νὰ ἐγείρωμεν σταυροφορίας κατὰ τῆς ἐπαιτείας ἢ νὰ προ- θάλωμεν αὐθαίρετον ἴσχυρι- σµὀν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας µας ση- μαντικὸς αριθμὸς ἀναξιοπα- θούντων. Ἐκεῖνο ἀκριθῶς, ποὺ προτιθέµεθα νὰ ἀποδείξω- μεν, εἶναι ὅτι: (α) Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν πρέ- πει νὰ ἀποτελῃ ἐκδήλωσιν ᾱ- τοµικὴν ἢ προαιρετικἠν πρᾶ- ἒιν ἀλλὰ καθῆκον Χριστιανι- κὸν δι ἕκαστον ἄπορον πολί- την. (β) Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁ- ποῖον παρέχεται σήμερον ἡ ἐ- λεημοσύνη εἶναι πλημμελής, Ὁ τρόπος τῆς ἐκδηλώσεως ως τὸ ἀφευδέστερον κάτοπτρον τοῦ πολιτισμοῦ του. Μέρη, εἰς ΕΡΤΓΑΝΗΜΗΙΙΙ ΦΙΛΛΝΕΓΡΠΛ ΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΜΙΩΤΟΥ. συνεπάγεται πολλὰ µειονεκτή- µατα καὶ ζημιοῦται κατὰ μέ- γα µέρος τῆς ἠθικῆς της ἀξί- ας, (1) Ἡ ἐλεημοσύνη παρεχο- µένη κατὰ τρόπον ὠργανωμέ- νον, θὰ ἠδύνατο διὰ τῶν αὖ- τῶν πόρων, τῶν παρεχοµένων τώρα ἁτάκτως, νὰ ἀνακουφί- σῃ εὐρύτερον κύκλον δυστυχί- ας καὶ κατὰ τρόπον µάλιστα ἀξιοπρεπῆ. Θἀὰ ἔπαυε συγχρό- νως νὰ ἀποτελῇ µέσον ἐκμε- ταλλεύσεώως τοῦ κοινοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀκνηρῶν καὶ τῶν φαύὐλων. Εἰς τὴν νῆσον µας εἶναι πολλοὶ ποὺ Ἱκατέρχονται εἰς τὰς πόλεις ἀπὸ τὰ χωρία, συ- νήθως καθ᾽ ἕκαστον Σά6θδόα- τον, ἑνίοτε ὅμως καὶ τὰς καθη- µερινάς, καὶ ἐπαιτοῦν ἀπὸ οἷ- κίας εἰς οἰκίαν, εἰς τὰ κατα- στήµατα ἢ καταλαμθάνουν ἐ- πικαίρους θέσεις ἀνά τοὺς δρόμους. Ὁ περισσότερος κὀό- σµος παρέχει τὴν ἐλεημοσύνην του μὲ δυσφορίαν, διότι ἀφ᾽ ἓ- νὸς μὲν ἡ ἐνόχλησις εἶναι συνε- χής, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ, διότι άμφι- θάλλει, ἂν οἱ λαμθάνοντες εἷ- ναι ἄξιοι συνδρομῆς ἢ ἐέξα- σκοῦν τὴν ἐπαιτείαν ὥς προσο- δοφόρον ἐπιχείρησιν. Εχει ἐ- ξακριθωθῆ δυστυχῶς ὅτι πολ- λοὶ ἐκ τῶν ἐπαιτῶν δὲν εἶναι οὔτε πραγματικῶς ἄποροι οὔ- τε σωματικῶς ἀνάπηροι, ἐπι- δεύονται δὲ τὴν ἐπαιτείαν λόγῳ ὀκνηρίας ἢ κακῆς ἔξεως. Καὶ ἐκ τῶν ἀναπήρων ὅμως κατώρθωσαν µερικοὶ νὰ γί- νουν οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητοι καὶ νὰ παρέχουν δάνεια ἐντό- κως. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ᾱ- ποτελοῦν μάστιγα διὰ τὸ κοι- νόν, μὲ ἀπώτερον ἀποτέλεσμα τὴν ἄμόλυνσιν τῶν φιλανθρω: πικῶν διαθέσεών του ἔναντι γενικῶς τῆς ἐπαιτείας. Τὸ µμεγαλύτερον ποσοστὸν τῶν ἐπαιτούντων εἶναι φυσικὰ γέροντες. Ἡ ἡλικία αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν εἶναι σεθαστἡ εἰς πάν- τας καὶ ὀφθαλμοφανὲς τὸ μὴ δυνατὸν ἐξασκήσεως ἐπαγγέ- λματος βιοποριστικοῦ κατά τὸ ἑστάδιον τοῦτο. Ανθρωπος νεα- [ρᾶς ἢ µέσης ἡλικίας ὅσον καὶ ἂν τὸν πιέζουν οἰκονομικαὶ ᾱ- | (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα). ΝΗΝΝΙ ΠΙΙ 10 ΠΙΜΙΛΗΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ Ἠπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Με- σαιωγικοῦ ᾿Αρχείου τῆς ᾿Ακαδη- µίας ᾿Αθηνῶν καὶ τοῦ Ἐφόρου ᾿Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης ἡπ- εθλήθη εἰς τὸν κ. 'Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἔκθεσις περὶ τῆς µετα- ῥάσεώς των εἰς Άγιον Όρος πρὸς ἀπογραφὴν καὶ µελέτην χει- οογράφων καὶ κειμηλίων τῶν Μο- νῶν, Κατὰ τὴν ἐκεῖ εἰκοσαήμερον παραµονήν των ἐπεσκέφθησαν τὰς ἱερὰς Μονὰς ΆΈοντλουμου- σίου, Παντοκράτορος, Σταύρονι- κήτα, Ἐηροποτάμου, Παντελεήμο- γος, Ἐενοφῶντος, Δοχειαρίου καὶ τὸ Πρωτᾶτον Καρυῶν, κατέγρα- φαν χειρόγραφα καὶ κειμήλια καὶ παρέσχον διαφόρους ὑποδείξεις διὰ τὴν καλὴν συντήρησιν καὶ διαφύλαξίν τωγ. Κατ’ ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ύ- πουργοῦ, ἐπὶ τῇ θάσει τῶν συγ- κεντρωθέντων στοιχείων, θὰ κατ- αρτισθῇ πλῆρες πρόγραμμα µετα- θάσεως συνεργείου εἰς Αγιον ὌὌρος κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀνοί- Έεως διὰ τὴν καταγραφὴν καὶ διαφύλαξιν χειρογράφων, θιδλί- ὧν καὶ κειμηλίων ὅλων τῶν Μο- γῶν ὡς καὶ φωτογράφησιν τῶν σημαγντικωτέρων χειρογράφωγ. ---- Ι ΠΛΝΛΛΕΙΟΥΡΠΙΙ ΤΠ ΙΝΘΟΝΙΛΙΟΣ σχΩΝΣ ᾽Ανηγγέλθη ἤδη εἰς τὸ κἘκ- κλησιαστικὺν Ἑήῆμα», ὅτι ἴρχισε γὰ λειτουργῇῃ ἐκ νέου κατὰ τὸν παρελθόνγτα ᾿Ὀκτώθριον ἡ ἐπὶ χοονικὸν διάστηµα ἀργήσασα ᾽Α- θωνιὰς Σχολὴ τοῦ Αγίου Ο- ρους. 3Ἀχολάρχης αὐτῆς διωρί- σθη ὁ Παγοσιολ. ᾽Αρχιμ. κ. Να- θαναἡλ Λαυριώτης. ᾿Ἐπὶ τοῦ πα- ρόντος ἡ Σχολῆ περιλαμθάνει τέσ- σαρας τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας φοιτῶσιν εἴκοσι καὶ ὀχτὼ µαθη- ταί. Κατὰ τὴν ἐναρκτήριον τῶν ἐργασιῶν της τελετήν, ἐκτὸς τῆς Ἱερᾶς κοινότητος τοῦ 'Αγίου ()- ρους, παρέστησαν καὶ αἱ ΤΠολι- τικαὶ ᾿Αρχαὶ τοῦ Ἱεροἳ Τόπου. ἙἩ Α. Θ. Π. ὁ Οἰκουμενικὸς Πα- τριάρχης ἀπέστειλε τὰ προσήχον- τα συγχαρητήρια καὶ εὐχετικὰ Σράμµατα πρὸς τὴν Ἐφορίαν τῆς Ἐχολῆς καὶ τὸν Σχολάρχην αὖ- τῆς, ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΙΡΙΑΣ ΤΗ ΕΛΛΑΔΟΣ [1 ἨΝΙΗΙΝ ΠΛΗΝ ἵ ΜΗΚΗ Ἓν συνεδρίᾳ αὑὗτῆς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπεφάσισε νὰ ἀποστεί- λῃ εἰς τὴν ἐν Ἔδανστον τῶν Ἡ- γωµένων Πολιτειῶν τῆς ᾽”Αμερι- κῆς συγκληθησοµένην Β΄ Γενι- κὴν Σννέλευσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμθουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἀντι- προσωπείαν, ἀπαρτισθησομένην ἐξ Αοχιερέων καὶ Καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων. ---κεττς-“θρρ------ ΠΙ. ΤΝ 1 ΠΙΠΙΠΗΡΙ ΜΑ 1! ΡΙΝΙΟΙ ΤΒΙ |. ΜΙΠΙΠΙΜΙ Ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ 16ῃ ἑκατονταετηρίδι ἀπὸ τοῦ θα- γάτου τοῦ “Ἱεροῦ Αὐγουστίνου θὰ τελέσῃ µεγαλειώδεις τελετὰς εἰς Ἠόρειον ᾿Αφορικὴν ἴδίως εἰς Τα- γάστην, τὴν γενέτειραν τοῦ /'Α- γίου, εἰς Ἱππώνην καὶ Κωνσταντι- γίαν. Ἐπίσης ἑορτὴ θὰ τελεσθῇ εἷς Παδίαν τῆς Ἰταλίας ὅπου φυλάσσονται τὰ ὁστᾶ του. Εὶς Παρισίους θά συγκροτηθῇ αΑὐὖ- γουστινιανὸν Συνέδριον ἀπὸ 9ἱ ---θά προσεχοῦς Σεπτεμθρίου μὲ συμμετοχὴν ἐπιφανῶν ἱστορικῶν, φιλοσόφων, πατρολόγων καὶ θεο- λόγων πρὸς Ὥτιμὴν τοῦ μεγάλου τούτου Αγίου τῆς Δυτικῆς Ἐκ- κλησίας. ---Ὑ“-“-“- Η ΟΛ) ΠΠ ΠΜ ΙΝΙΦΗΙΗΗ ΙφήΙ ΜΙΤΠΗΝ Εϊς Σαλέρνο τῆς Ἰταλίας εἰς τὸν κχαθεδρικὺν ναὸν ἀνεκαλύ- Φφθησαν οἱ τάφοι τῶν μαρτύρων Φορτουνάτου, }Γαΐου, Φήλικος καὶ ᾿Ανθῆς, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρη- σαν ἐπὶ αὐτοχράτορος Διοκλητια- νοῦ. ᾿Ἐπὶ τῶν τάφων τῶν ὡς ᾱ- γω μαρτύρων φέροντα χαραγµέ- γα τὰ ὀνόματά των. Μία ἐπιγραφὴ εἷς λατινικὴν γλῶσσαν ὑποδεικνύει ὅτι, τὰ λεί- φανα τῶν μαρτύρων τούτων µετ- εφέρθησαν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σα- λέρνο τὸ 1081 ἔκ τινος ἐχτὸς τῆς πόλεως κειµένου μικροῦ παρ- ιεχκλησίου. ὕπου ἐφυλάσσοντο ταῦ- τα ἐπὶ ἑπτὰ αἰῶνας. ΙΙΗ ΕΠΙ ΙΙ Εὶς τὴν κεντοικωτέράν συνοι- χίαν τοῦ Δυτικοῦ Βερολίνου ἔγι- ναν τὰ ἑγκαίνια οἴκου ὑπὸ Γάλ- λου Ἐπισκόπου, προοριζοµένου γὰ χοησιμεύσῃ ὡς Διεθνὲς κέν- ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ᾽᾿ ΒἩ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΜΕ πολλὴν εὐχαρίστησιν ἐσημειώθη εἰς τὸ , λὴν « προηγούμενο» φύλλον «τοῦ « Ἐκκλησιαστικοῦ Βήματος» ἡᾗἢ πρὸς τὰ Κα- τηχητικὰ Σχολεα ἀγάπη τῶν μικρῶν µμαθητῶν καὶ µα- θητριῶν. Τὴν µἉχρησικότητα τῶν Κατηχητικῶν ἑξαίρει καὶ µία ἁρτίως ἐκπδοθεῖσα ἐγκύκλιος τοῦ Ἑλληνικοῦ “Υπουργείου Παιδείας πρὸς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς Λειτουργούς. Ἐν αὐτῇ, µε- ταξὺ ἄλλων, Λέγεται: «Ὑπέρτατον καθῆκον πάντων ὑμῶν τῶν ταχθέντων διὰ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐθνικὴν διαπαι- δαγώγησιν τῶν Ελληνοπαίδων ἀποτελεῖ ἡ παντὶ τρόπῳ ἁμέρι- στος ἐνίσχνσις τοῦ σκοποῦ τοῦ Κατηχητικοῦ Σχολείου. )]διαι- τέρως δέον νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν Διευθυντῶν τῶν Σχο- λείων, ἵνα ἂφ᾿ ἑνὸς μὲν ἐξαρθῇ ἁρκούντως εἰς τοὺς μαθητὰς ἢ ἀποστολὴ τοῦ Κατηχητικοῦ Σχολείου καὶ ἡ ἓκ τῆς αὐτὸ φοι- τήσεως συναποκομιζομένη ὠφέλεια καὶ παροτρυνθῇ τὸ ἐνδιαφέ- ϱον των διὰ τὴν παρακολούθησιν τῶν µαθηµάτων τούτου, ἀφ᾿ ἕτέρον δὲ διαρρυθµισθῇ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν παρεχοµένων δυ- νατοτήτων τὸ πρόγραµµα τῶν µαθηµάτων κατὰ τρόπον παρέχοντα χρονικὴν εὐχέρειαν εἷς τοὺς μαθητὰς διὰ τὴν φοίτησίν των εἰς τὰ Κατηχητικά 2 χολεῖα». Ἡ ὀὑπουργικὴ ἐγκύκλιο ἀποτελοῦσα πολύτιμον ἀναγνώρι- σιν τοῦ ἔργου τοῦ Κατηχητικοῦ Σχολείου, ἐνισχύει τὸ περὶ αὖ- τῶν ἐνδιαφέρον τῶν ἐκπαιδευτικῶν Λειτουργῶν καὶ τῶν γονέων τῶν παίδων. ΠΕΡ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ Ἡ ΑΜΕΕΡΙΚΗ πρωτεύει εἰς γενναίας ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν ὅλην ἀνθρωπότητα. )Εκτὸς τῶν ἆλ- λῶν σχεδίων», δὲ ὧν ἢ µεγάλη αὕτη χώρα παρέχει ὑλικὴν βοή- θειαν εἰς ἄλλους λαούς, ἱδρύθη ἓν αὐτῇ ἐσχάτως εἷς Σύλλογος ὑπιὸ τὸ ὄνομα “Κοἰποπία Ῥατίπετ” ('Ο Ἐταῖρος τῆς Κοινωνίας), σκοπὸν ἔχων τὴν παροχὴν καὶ πνευματικῆς βοηθείας πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἀνθρώπων. Τὸ καταστατικὸὀν τοῦ Σνλλόγου τούτου δρίξει ὡς σκοπούς του: α) νὰ «ἀφυπνίσῃ» τὴν ᾽Αμερικὴν ἑνώ- πιον τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς, β) νὰ στρατολογήσῃ ἄνδρας καὶ γυναῖκας μὲ θάρρος, ἀπόφασιν καὶ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν διὰ νὰ ἀναλάθουν προγράµµατα βοη- θείας εἷς τὸ ἐξωτερικόν, γ) νὰ ἐππαιδεύσῃ πνευματικῶς καὶ πρα- πτικῶς ἑἐργάτας μὲ μµαχητικὴν διάθεσιν, οἳ ὁποῖοι θὰ χρησιµεύ- σουν ὡς στελέχη τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ ὃ) νὰ στηρίξῃ μὲ τὴν προσευχἠν καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν ἐργασίαν αὐτὴν εἰς ὅλα τὰ µέρη τοῦ κόσμου. ἵὉ Σύλλογος πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ µίαν σειρὰν ραδιοφωνι- κῶν ἐκπομπῶν ἀπὸ 200 ραδιοσταθμοὺς τῆς ᾽Αμερικῆς πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀφυπνίσῃ εἰς τὴν ψυχἠν κάθε ᾽ Αμερικανοῦ τὸν σιό- θον νὰ φανῇ ὄχι µόνον ὑλικῶς ἀλλὰ καὶ πυνευματικῶς χρήσιμος πρὸς τοὺς συνανθρώπους του, Κάθε πεπολιτισµένος ἄνθρωπος, κάθε ἀληθὴς χριστιανὸς χαίρει διὰ τὴν ἔξοχον αὐτὴν ἐκδήλωσιν χριστιανικοῦ πνεύματος καὶ εὔχεται -ὀλομώχως νὰ εὕρῃ μιμητὰς καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώ- φας. «ΠΤΩΧΟΙ» ΚΑΙ «ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΟΜΕΝ εἰς ἔγκριτον θρησκευτικὸν φύλλον, ὑπὸ τὸν ἀνωτέρω τίτλον, τὰ ἑξῆς: «Εὶς κάθε φιλανθρωπικὴν ἑορτήν, ἀπαραίτητον µέρος τοῦ προγράµµατος ἐξακολουθεῖ ἁκόμη νὰ θε- ωρῆται ἢ ἐξύμνησις τῶν «φιλανθρώπων» καὶ «εὐεργετῶν» τῆς ἡμέρας. Πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἀπὸ τοὺς διοργανωτὰς τοιούτων τελετῶν κάθε ποίηµα καὶ ἆσμα εἷς τὸ ὁποῖον γίνεται διάκρισις μετὰξὺ «πτωχῶν» παιδιῶν καὶ «πλουσίων». Η διεκτραγώδησις τῆς δυστυχίας ἀπὸ µέρους τῶν «δυστυχῶν» εἶναι ὃ χειρότερος τρόπος τῆς ἐκδηλώσεως εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς φιλανθρώπους, διὰ τὴν ἀξιοπρεπῇ ἐπιθράθενσοιν τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἄλλοι τρό- ποι. 'Ἡ διάµρισις μεταξὺ «πτωχῶν» καὶ «πλουσίων» εἶναι ἄντι- κοινωνικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ καὶ ὥς τοιαύτη πρέπει νὰ ἐκλεί- ψη». ᾿Ὀρθὴ ᾗ παρατήρησις καὶ ὑπόδειξις. Έπειτα ὃ φιλάνθρω- πος πλούσιος ἀναμφιθόλως θὰ εἶναι ἀληθὴς χριστιανὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον κοσμεῖ πρὸ παντὸς ἡ χριστιανικἡ ταπεινο- φροσύνη, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρέσκεται εἰς τὸν ἔπαινον τῆς φιλανθρωπίας του ἀπὸ τὸν ὑπ αὐτοῦ εὐεργετού- µενον, τοὐναντίον θὰ αἰσθάνεται ἐπὶ τούτῳ δυσφορία». Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΠΙΑ ΕΗ ΙΕΡΑ Σύνοδος τῆς ᾿Ἑκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξήτησεν ἀπὸ τὴν Ἐνθέρνησιν νὰ ἐπεκτείνῃ διὰ νόµου εἰς ὅλον τὸ Ἀρά- τος τὴν ἁργίαν τῆς Κυριακῆς. Εἶναι ἐντολὴ θεία ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐργάζηται ἕξ ἡμέρας καὶ ἀφιεροῖ τὴν ἑέδόμην εἰς τὸν Θεόν, εἷς τὴν ἐκτέλεσιν δηλονότε τῶν καθηκόντων του λατρείας πρὸς τὸν Θεόν. Καταπαύων ὁ Χριστιανὸς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ κατὰ τὴν Κυριακὴν ὀφείλει νὰ µεταξαίνῃ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ Αὐτὸν δι’ ὅσα καθ ἑκάστην τοῦ δίδει ἀγαθὰ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν θοήθειάν Του διὰ τὸ µέλλον. ἳ Ἕτερον καθῆκον τοῦ Χριστιανοῦ κατὰ τὴν Κυριακὴν εἷ- ναι νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν οἰκογένειάν του, τὴν ὁποίαν ἐπ᾽ ὀλίγον µόνον θλέπει κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐργασίας. 'Ἡ καλὴ χριστιανι κὴ οἰκογένεια εἶναι µία εὐλογία διὰ τὴν ποινωνίαν καὶ τὴν πο: λιτείαν, εἶναι ἰσχυρὸς δεσμὸς ὁὀμονοίας, προπύργιον ἠθικότητος. 'Ἡ καλὴ χριστιανικὴ οἰκογένεια προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸν καὶ τῶν. μὴ χθιστιανῶν. Αλ’ ἔχει καὶ ἄλλο τι νὰ ἐπιτελέσῃ ὁ Χριστια- νὸς κατὰ τὴν Κυριακήν. Εἶναι λίαν δικαιολογηµένον νὰ ξητή- σῃ Ψυχαγωγίαν τινά. ᾿ΑλΛ’ αὐτὴ πρέπει νὰ ἐπιξητηθῇ µόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἕνὸς καλοῦ, διδακτιμοῦ θιθδλίου, εἷς περιπάτους δὺ ἀγρῶν καὶ δασῶν μαὶ εἰς τὴν παρακολούθησιν ἐγκεκριμένων ἠθιωιῶν καὶ οἰκοδομητικῶν θεατρικῶν ἢ κινηματογραφικῶν παρα- στάσεων. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιξητῆται ψυχαγωγία εἰς τὰ κα: πηλεῖα, εἷς τὰ κέντρα χοροῦ ἢ εἰς τὴν παρακολούθησιν ἀσέμνων θεατρικῶν ἢ κινηματογραφικῶν παραστάσεων. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι θλιθεράἀ. τούτου ἳἩ ἁργία τῆς Κυριακῆς εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τηρῆται ἆλ- λὰ µόνον καθ ὅν τρόπον ἐσημειώθη ἀνωτέρω, ἵνα ὁ Χριστιανὸς ὠφελῆται, ζωογονῶν ψυχἠν Ἠαὶ σῶμα καὶ ἀποπτῶν νέας δυνάᾶ- µεις πθὸς ἑργασίαν, πρὸς ἀντοχὴν ἓν τῷ πολυμόχθῳ ἀγῶνι τοῦ θίου. ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Τοῦ κ. Ν. ΑΘ. ΠΕΤΣΑ, Θεολόγου. 'Ἡ ἐργασία εἶναι σύγχρονος τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐδόθη οὐχὶ ὡς τιμωρία, ὅπως νομίζουν πολλοί, ἀλλ᾽ ὡς ἀγαθὸν ἀάνα- πόσπαστον τῆς ὅλης µακαριό- τος καὶ εὐδαιμονίας αὐτοῦ. δόθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον ὡς εὐχάριστος ἑνα- σχόλησις καὶ ἐξωραϊσμὸς τῆς ζωῆς του καὶ εἶναι µία ἀπὸ τὰς µεγαλυτέρας εὐλογίας τοῦ Θεοῦ. Καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου μολονότι αὕτη ἢλλαξε χαρακτῆρα καὶ ἐκτε- λεῖται μετὰ κόπου καὶ μόχθου, ἐν τούτοις παραμένει πηγἠ εὖ- λογίας διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὁ τρον θρησκευτικῶν μελετῶν. ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ πρωῖας «ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέ- ρας». Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη οὐχὶ διὰ νὰ διέρχηται τὰς ἡμέρας τῆς, ζωῆς του ἐν ἀργίᾳ καὶ ὁ- κνἠρία ἀλλὰ διὰ νὰ ἐργάζη- ται. ᾿Απὸ τῆς στιγμῆς τῆς δη: µιουργίας του ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἐργασίαν. «Καὶ ἐκάλεσε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς ἑἐρ:- γάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσ- σειν», Ἡ Γραφὴ ὁλόκληρος (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) 4 [ ΤΗΗΜΙ ΤΝ ΠΧ ΤΟ ΙΕ (ΙΙ ΤΗ. ΚΙΝ [η ΙΠΗΙ Μ ΙΙΗΡΙΗΙ Ελάθομεν καὶ εὐχαρίστως δη- τοῦ ὕλου ζητήματος καὶ τὴν ὑπο- µοσιεύοµεν τὴν κάτωθι ἐπιστολήν: Κύριε Διευθυντᾶ, Εὶς τὴν ἔκδοσιν τῆς «Ἔλευ- θερίας» τῆς 17 Φεθρουαρίου, ἀνεγνώσαμεν εἴδησιν, συμφώ- γως πρὸς τὴν δποίαν ἡ 1. ᾿Αρ: χιεπισκοπὴ προέδθη εἰς διαρρύ- θµισιν τῶν τυχηρῶν τῶν ἱεθέων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαιω- µάτων», τῶν καταθαλλομένων ὃ- πὸ τῶν πιστῶν κατὰ τὰ μυστήρια καὶ τὰς ἄλλας ἱεροτελεστίας. Κκν συνεχείᾳ ἀνεγνώσαμεν διάψενσιν τῆς εἰδήσεως ταύτης. Εκ τῶν σχολίων ὅμως καὶ τῶν συναφῶν εἰδήσεων, αἵτινες ἐδη- µοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ Τύπου, ἤ ὅλη ὑπόθεσις παρουσιάξεται σή- µερον συγκεχυµένη καὶ περίπλο- ος. Ὄθεν, παρακαλοῦμεν ὁμᾶς, ὅπως εὐαρεστούμενοι μᾶς πληρο- φορήσητε, τί ἀκριθῶς συµέαίνει 'ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Λευκωσία, 90. 3. 54. Μετὰ τιμῆς Ε. Ι. Κωνσταντινίδης ΣΗΜ.--«Ε. Β.. Τὸ Κήτημα τῶν τυχηρῶν ἀπησχόλησεν ἀπὸ πολλοῦ τὴν “Ἱερὰν Σύνοδον, ἡἤ- τις ἐν τῇ προσπαθείᾳ της νὰ βελ- τιώσῃ τν οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ ἘἸλήρου καὶ νὰ καθιερώσῃ ὁμοιόμορφον σύστηµα καταθολῆς δικαιωμάτων διὰ τὰ μυστήρια καὶ τὰς ἱεροτελεστίας, ἀνέθεσεν εἰς Βἰδικὴν 'Ὑπεπιτροπὴν ἀπαρτιξο- µένην ἓκ τῶν Θεοφ. Χωρεπισκό- που Σαλαμῖνος κ. Γενναδίου ὡς προέδρου καὶ τῶν Πανοσιολογιώ- τάτων ᾿Αρχιμανδριτῶν τῶν Θρό- γων, Πάφου κ. Μαξίμου, Κιτίου κ. Παύλου, Κυρηνείας κ. ἸἼα- κώθου καὶ Εξάρχου ᾿Αρχιεπισκο- πῆς κ. Ἱερωνύμου τὴν µελέτην θολὴν ἐκθέσεως ἐπ) αὐτοῦ. 'Ἡ ἐν λόύγῳ Ὑπεπιτροπὴ ὑπέθαλεν Ίδη εἰς τὴν “Ἱερὰν Σύνοδον εἰσήγη- σιν, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾶ- το ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὁ διαχωρισμὸς τῶν πιστῶν εἰς τάξεις, διὰ τοὺς σκοποὺς τῆς καταθολῆς τῶν ἐκ- κλησιαστικῶν δικἀωμµάτων, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ἡ αὔξησις τῶν δικαιῶω- µάτων τούτων διὰ τὴν ἐξασφάλι- σιν σταθερῶν πόρων ὑπὲρ τῆς καλλιτέρας µισθοδοτήσεως τοῦ ἱ- εροῦ Κλήρου. Διὰ τοῦ τρόπου τού- του συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς 'Ὑπεπιτροπῆς, θὰ ἀπεφεύγον- το συγχοόνως ἐνδεχόμεναι προ- χλῆσεις καὶ προστριθαί, αἴἵτινες ἐσημειοῦντο ἐνίοτε κατὰ τὴν τέ- λεσιν Ἱεροπραξιῶν ἐξ αἰτίας τῶν τυχηρῶν. Ἡ ἐν λόγῳ ἔκθεσις δὲν ὗπε- θλήθη εἰσέτι εἰς τὴν Ἱ. Σύνοδον, καθότι ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης ἡἢ- θέλησε προηγουμένως νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειµένου τὴν γνώµην τῶν ἐκκλ. ἐπιτρόπων καὶ τῶν ἱερέων. Πρὺς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεστά- λη ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς Ὕ- πεπιτροπῆς, πρὸς τοὺς ἐφημερί- ους καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐ- πιτρὀπους τῆς πόλεως Λευκωσίας καὶ τῶν περιχώρων, ἐκλήθησαν δὲ οὗτοι εἰς εἰδικὴν ἐν τῇ ᾽Αοχι- επισκοπῇ συνεδρίαν, καθ) ἥν ἐ- Ἑητάσθη ἐκ νέου τὸ ὅλον ζήτημα. Οἱ συνελθόντες εἰς τὴν συνεδρί- αν ταύτην ἱερεῖς καὶ ἐπίτροποι ἐπεφυλάχθησαν νὰ ὑπούθάλωσι τὰς ἀπόψεις των εἰς τὸν Μακα- ριώτατον, εὐθὺς ὡς οὗτος ἐπι- στρέψῃ ἐξ ᾿Αθηνῶν. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω καταδεικνύε- ται ὅτι οὐδεμία ὁριστιχὴ ἀπόφασις ἐλήφθη εἰσέτι περὶ τῶν τυχηρῶν τὸ ὕλον δὲ ζήτημα ἐξακολουθεῖ νὰ, διατελῇῃ ὑπὸ µελέτην. ΠΡΓΙΝΙΜΗΙΙ ΦΙΛΛΝΘΡΙΠΙΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα). νάγκαι, δὲν θὰ ἧτο συμµπαθἠς εἰς τὸ κοινόν, ἐὰν ἥπλωνε τὸ χέρι του δι ἐλεημοσύνην. Καὶ ὅμως αἱ καταστάσεις εἰς τὴν πραγματικότητα ἴσως νὰ εἶναι ἀντίθετοι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἐκ πρώτης ὄψεως. Διατὶ νὰ δίδε- ται ἀπόλυτος προτεραιότης εἰς τοὺς γέροντας καὶ νὰ μὴ γεν- νᾶται ἀμέσως τὸ εὔλογον ἐ- ρώτημα Οἵ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ὑπῆρξαν γονεῖς, δὲν ἀνέ- θρεψαν τέκνα, δὲν ἔχουν στε- νοὺς συγγενεῖς Αν κατὰ τὴν χριστιανικὴν ἠθικὴν ἡ πρὸς τὸν πλησίον βοήθεια ἀποτελεῖ στοιχιῶδες καθῆκον, πόσῳ μᾶλλον ὁ πρὸς τοὺς γονεῖς σεθασµός. Δέν εἶναι μήπως ἐντροπὴ καὶ συγχρόνως ἁμάρ- τηµα διὰ τὰ τέκνα, νὰ ἀποποι- ὤνται περίθαλψιν καὶ γηροκό- µησιν τῶν γονέων των καὶ νά ζητοῦν νὰ ἐπωμισθῇ τὴν εὐθύ- νην αὐτὴν ἡ κοινωνία Αὐτὴ ἔχει ἐξ ἄλλου νὰ θρέψῃ ὄρφα- νά, νὰ προστατεύσῃ χήρας, νὰ ἐνισχύσῃ πολυµελεις καὶ ἀπό- ρους οἰκογενείας. ᾽Αϕήνω ὅτι ἀκόμη ὑπάρχουν τέκνα, ποὺ στέλλουν τοὺς γονεῖς των νὰ Ψωμοζητήσουν, διὰ νά πορι- σθοῦν καὶ αὐτοὶ µερίδιον. Αὐτὰ βεθαίως εἶναι µόνον μερικἀ ἀπὸ τὰ πολλά µειονε- κτήµατα ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀνοργάνωτος «φιλανθρωπία. Καὶ ὡς ἐπακολούθημα δὲν ἔ- χει αὕτη χαρκτῆρα ἐποικοδο- µητικόν, παραχωροῦνται συνή- θως τὰ βοηθήµατα εἰς τοὺς ἔ- χοντας ὀλιγωτέραν ἀνάγκην, παραλύουν αἱ ἀτομικαὶ ὑπο- χρεώσεις πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ στενοὺς συγγενεῖς, πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲ ὑποθάλπονται ἐμμέσως ἡ ὀκνηρία καὶ ἡ ᾱ- γυρτεία. Ὑπάρχει ἓν τούτοις τρόπος νὰ ἀξιοποιηθῇ ἡ ἐλεημοσύνη καὶ νὰ καταλάθη τὴν περίο- πτον θέσιν, τὴν ὁποίαν προώ- ρισεν ἀρχικῶς εἰς αὐτὴν ἡ θρησκεία. 'Ἡ δρᾶσις τῶν Φιλο- πτώχων ἀδελφοτήτων ἀνά τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις τῆς νή- σου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἆ- πέδειξεν, ὅτι πολλά μποροῦν νὰ ἐπιτεεσθοῦν ἀπὸ µίαν φι- λανθρωπίαν ὠργανωμένην. Μὲ πόρους τὰς ἁἀσημάντους συν- δρομὰς τῶν µμελῶν των καὶ τὰς ἐκτάκτους συνεισφορὰς εὐλαθῶν πολιτῶν ἐπέτυχον αἱ ὀργανώσεις αὐταὶ νὰ ἐνδύσουν ὀρφανά, νὰ ἀνακουφίσουν πτω- χὰς οἰκαγενείας, νὰ πληρώ- σουν εἰσητήρια ἢ νὰ ἐνισχύ- σουν τὰ συσσίτια ἁπόρων µα- θητῶν καὶ μαθητριῶν. Ἔὰν λοιπὸν ἡ πρωτοθουλία στενοῦ γυναικείου κύκλου ἀποφέρει τοιαῦτα ἐνθαρρυντικὰ ἆἄποτε- λέσµατα, διατὶ νὰ μὴ ἐπιζη- τήσωμµεν νὰ γενικευθῇ ἡ φιλο- πρόοδος αὐτὴ δρᾶσις παντοῦ, εἷς ὅλα τὰ χωρία τῆς νήσου Ἡ σύμπηξις φιλανθρωπικῶν ὀργανώσεων δὲν εἶναι κάτι τὸ νέον εἷς τὴν χριστιανικὴν κοι- νωνίαν. ᾿Απὸ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας μνημονεύεται ἡ μέριμνα διὰ τοὺς πτωχοὺς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας. Χάριν τούτων συνέ- στησαν οἱ ᾽Απόστολοι τὸν βαθ- μὸν τοῦ διακόνου, διὰ νὰ ἐ- ποπτεύουν εἰς τὰ συσσίτια καὶ νὰ κατανέµουν δικαίως τὰ χο- ρηγήµατα εἰς τοὺς ἐνδεεῖς. 'Ὁ θεσμὸς οὗτος ἐσυνεχίσθη καὶ ὑπὸ τῶν διαδόχων τῶν ᾿Απο- στόλων, κυρίως ὅμως ἀνήγα- γον τὴν ἀρετὴν τῆς φιλοπτω- χίας εἰς περιωπὴν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Ἐλεήμων. Καὶ αἱ εὐγενεῖς ὅ- µως δέσποιναι τοῦ Βυζαντίου δὲν ὑστέρησαν ποσῶς εἰς τὸν τοµέα τοῦτον. Ἔρραπτον ἐἑν- δύµατα διὰ τοὺς πτωχούς, ἐπε- σκέπτοντο τοὺς ἀσθενεῖς, ὑπη- ρέτουν αἱ ἴδιοι ὡς νοσοκόµοι. Ἐκ τούτων λοιπὸν εἶναι κα- τάδηλον ὅτι εἰσηγούμενοι τὴν ὀργάνωσιν τῆς φιλανθρωπίας δὲν καινοτομοῦμεν, ἀλλὰ , καινίζοµεν πρὸς ὄφελος ῦ πολιτισμοῦ µας ἕνα εὐγενὲς χριστιανικὀν ἔθιμον. Νάἀ ἐπε- κταθοῦν λοιπὸν αἱ φιλόπτωχοι ἀδελφότητες ὑπὸ τὴν εὐλογίαν τῆς Εκκλησίας καὶ εἰς τὰ χώ- ρία. Οἱ διδάσκαλοι καὶ ἰδίως οἱ ἱερεῖς πρέπει νὰ γίνουν οἱ σκαπανεῖς τῆς τοιαύτης κινή- σεως. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιθολία, ὅτι τὸ κάθε χωρίον θά δύνα- ται κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἀνακουφίζῃ τοὺς πραγµατι- κοὺς ἀπόρους του. ᾿Εκεῖ δέ, ποὺ αἱ κοινότητες τυγχάνουν πολὺ πτωχαὶ καὶ κατὰ Φφυσι- κὸν λόγον περιλαμθάνουν ἆᾱ- ριθμὸν ἁπόρων ἀνώτερον τοῦ µέσου ὅρου, θὰ ἐξευρεθῇ τρό- πος νὰ ἐνισχυθοῦν καταλλή- λως, εἴτε ἀπὸ ταμεῖα εὐπορω- τέρων φιλανθρωπικῶν ὀργανι- σμῶν εἴτε ἀπὸ συνεισφορὰς πλουσίων ὁμογενῶν τοῦ ἐσω- τερικοῦ ἢ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Μὲ τὴν γενικὴν υἱοθέτησιν τοιούτων ὀργανώσεων θὰ ἑξη- σφαλίζοντο τὰ ἕξῆς πλεονε- κτήµατα: (α) Ἡ παροχἡ βοηθείας θὰ ἐγίνετο κατὰ τρόπον ἀἁξιοπρε- πέστερον καὶ ἀποτελεσματικώ- τερον παρὰ μὲ τὸ µισὸ γρόσι εἰς τὸ ἁπλωμένο χέρι. (β) Θὰ ἐλάμόανον τὴν βοή- θειαν µόνον οἱ πραγματικῶς ἐνδεεῖς καὶ θὰ ἐξηναγκάζον- το νὰ τραποῦν πρὸς τὴν ἔργα- σίαν, ὅσοι τὴν ἐπετηδεύονται ἀσυστόλως, ἐπειδὴ τοὺς παρέ- χουν ἔδαφος εὐνοϊκὸν αἱ ἆνε- ξέλεγκτοι σήμερον συνθῆκαι. (Υ) Θἀὰ ἐξηναγκάζοντο πρὸ τῶν κυρώσεων τοῦ πολιτικοῦ νόµου νὰ γηροκομοῦν τοὺς γο- νεῖς τῶν, ὅσοι δύνανται καὶ ἀποφεύγουν νὰ πράξουν σήµε- ρον τοῦτο. (ὃ) ᾿Ἐξουδετερουµμένης τῆς µάστιγος τῆς ἐπαιτείας θὰ ῥὃ- πῆρχεν ἐλπὶς νὰ ἐνισχυθῇ γεν- ναιοδώρως ὁ ἱερὸς αὐτὸς σκο- πὸς ἀπὸ µέρους τῶν καταστη- ματαρχῶν καὶ βιομηχάνων τῶν πόλεων εἴτε μὲ χρηµατικὰς συνεισφοράς εἴτε εἷς εἶδος. Καὶ ὡς κατακλεὶς πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ τοῦτο. Ἡ συντή- ρησις καὶ δρᾶσις τῶν Φιλαν- θρωπικῶν ὀργανώσεων δὲν ἆ- ποτελεῖ ὑποχρέωσιν μονομερῆ τῶν κυριῶν ἀλλὰ ὅλου τοῦ κοινοῦ. Εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν λαῶν ἡ εὐθύνη τῆς καταπτώ- σεώς μιᾶς χώρας βαρύνει κυ- ρίως τοὺς ἄνδρας. ΙΙ ΝΠΙΠΙΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν Υ΄ σελίδα). ἤλθα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς µη- τρός µου, ποὺ ἥλπιζε εἰς Ἐσέ. Τνωρίζεις, ὦ Θεέ µου, ὅτι, ὅταν ἤμουν ἀχόμη παιδί, προσεθλήθην αἰφνιδίως ἀπὺ νύσηµα τοῦ στο- µάχου μὲ µεγάλον πυρετόν, ποὺ ὀλίγο ἔλειψε νὰ μὲ ἀποσπάσῃ ἆᾱ- πὸὺὸ τὴν ἀγμάλην τῆς μητέρας µου. Μὲ πύσην ζέσιν καὶ πίστιν ἑζή- τησα ἀπὸ τὴν εὐσέθειαν τῆς µα- γούλας µου καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλη- σίαν, μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν, τὸ βάπτισμα τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ Κυρίου µας. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ φόόθου ἡ µητέ- ρα τῆς σαρκός µου, ἡ ἁγνὴη καρ- δία τῆς ὑποίας ἐκυοφόρει τὴν αἲ- ώνιον σωτηρίαν µου διὰ τῆς πί- στεως εἰς Ἐσέ, μὲ ἐντατικωτέ- ραν ἀκόμη ἀγάπην ἔσπευσε νὰ μὲ µυήσῃ εἰς τὸ μυστήριον τοῦ βα- πτίσµατος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὦμο- λογοῦσα Σέ, ᾿Τησοῦ Χριστέ, πρὸ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν µου --- ὃ- πόταν ἔξαφνα αἰσθάνθηκα καὶ τὸν ἑαωτόν µου νὰ καλντερεύῃ καὶ νὰ θεραπεύεται. (Συνεχίζεται) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ ΛΙΙΘΜΗ Τ8Υ ΕΛΛΗΝ. ΜΗΛΛΟΗΝΥΡΥ ΗΣ ΤΟΝ ΝΡΧΗΙΚΙΟΝ ΛΜΕΚΙ) Ἡ Α. Μ. ὁ ἨΠασιλεὺς Παῦλος αν κ. , : ἀπένειμεν εἰς τὸν Σεθ. ᾽Αρχιεπί- , « μη σκοπον Ῥορείου καὶ Νοτίου ᾽Αμε- ρικῆς κ. Μιχαἡλ τὸν Μεγαλύσταυ- ρον τοῦ Εασιλικοῦ Τάγματος τοῦ τ , ὶ Φοίνικος, εἲς ἀναγνώρισιν καὶ ἐπιθράθευσιν τῶν πρὸς τὴν Ἓκ- νλησίαν καὶ τὸ Ἔθνος ὑπηρεσι- ὤν του. Ὁ ἡμερήσιος τύπος τῆς ᾽Αμευικῆς ἐχαιρέτισεν ἐνθουσι- ωδῶς τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖ- ον, ὡς γράφει, ἀντανακλᾶ εἰς ὁ- λόκληρον τὴν ὑὁμογένειαν, τὴν τό- σον ἐξύχως ποιμαινομένην ὑπὸ τοῦ παρασηµοφορηθέντος πνει- ματικοῦ ᾿᾽Αρχηγοῦ της. --“ᾱ-- ΝΙ ΗΡΙ Τ0Υ ΜΛΕΝΛΗΜΕΡΙ ΕΝ ΛΙΗΡΙ Πρὸς θεραπείαν τῶν θρησκευ- τικῶν ἀναγκῶν τῶν ἐν ᾽Αγκύ- ρᾳ εὐρισχομένων Ορθοδόξων χριστιανῶν, κατὰ τὰς διαγενοµέ- γας ἑορτὰς τοῦ Δωδεκαημέρου, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατοιαρχεῖον, ἀποφάσει τῆς “Αγίας καὶ 'Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπέστειλεν ἐχκεῖ τὸν Πανοσιολ. ᾿Αοχιμανδοίτην κ. Μά- Έιμον Ῥεπανέλλην, Καθηγητὴν τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης. -. Βὶς διαρρυθμισθεῖσαν Ἀαταλ- λήλως αἴθουσαν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πρεσθείαᾳ ᾽Αγκύρας ἐτέλεσεν οὔὗ- τος τὴν 3ὔην Δεκεμθρίου τὴν θεί- αν λειτουργίαν τῶν Χριστουγέν- νων, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησαν ὁ Ἐπιτετραμμένος Ἐξοχ. κ. ᾿Δ. Λιάτης μετὰ τῆς εὐγενεστάτης κ. Λιάτη καὶ τῆς θυγατρός των, τὸ προσωπικὸν τῆς Πρεσθείας καὶ πλεῖστοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι καὶ µετέλαθον τῶν Α- χράντων Μυστηρίων. Ὁ Πανοσιολ. κ. Μάξιμος ἐτέ- λεσεν ἐπίσης τὴν ϐΘ. λειτουργίαν κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους, τὴν ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὰς λει- τουργίας ταύτας ἐγένετο καὶ κα- τάλληλον χήρυγµα. ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ' (Συνέχεια, ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα). εἶναι ἕνας συνεχἠς ὕμνος πρὸς τὴν ἐργασίαν. Ἡ ἐργασία εἶναι νόµος τοῦ Θεοῦ. Ἡ φύσις ὁλόκληρος ἐρ- γάζεται καὶ εὑρίσκεται εἰς ᾱ- ἔνναον κίνησιν. Τὰ φυτά, τὰ πουλιά, τὰ ἔντομα, οἱ σκώλη- κες, τὰ ζῶα ὅλα κινοῦνται, ᾱ- γωνίζονται διὰ τὴν ὕπαρξίν των. Όλα εἶναι µία ἐκδήλω- σις τοῦ θείου νόµου τῆς έργα- σἰας. «“Εξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου». Ἡ ἐργασία εἶναι καθῆκον παντὸς ἀνθρώπου. «Ἐν τῷ ἵ- δρῶτι τοῦ προσώπου σου φα- γῇ τὸν ἄρτον» εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν πρῶτον ἄνθρωπον. Δι) αὐτῆς θὰ ἀρυσθῶμεν τὰ µέσα πρὸς θεραπείαν ὅλων τῶν ὃ- λικῶν ἀναγκῶν µας, τροφῆς ἐνδυμασίας, κατοικίας κ. ἄ. Αὕτη φέρει τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, ὡς διακηρύττει ὁ Σολο- μὼν «ὁ ἐργαζόμενος τὴν ἕαυ- τοῦ γῆν πλησθήσεται ἄρτων, ὁ δὲ διώκων σχολὴν πλησθήσε- ται πενίας». (Παροιμ. 28. 19). Διὰ τῆς ἐργασίας θὰ ἀσκήσω- μεν καὶ ἐνισχύσωμεν τὰς πνευ- ματικὰς δυνάµεις, ὥστε νἁ μὴ ἁδρανῇ ὁ νοῦς, ἀλλὰ νὰ ὃρᾷ καὶ ἐπινοῇ µέσα πρὸς ὑπερνί- κησιν τῶν δυσχεριῶν ποὺ παρ: εµθάλλονται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ, Θὰ θέσωµεν εἰς κίνησιν τὰς σω- ματικὰς δυνάµεις καὶ θὰ κατα- στήσωµεν τὸ σῶμα ὑγιές. Διὰ τῆς ἐργασίας θὰ γίνωμεν δη- μιουργικοὶ καὶ θὰ ἀναδειχθῶ- μεν, καὶ θὰ ἀποθῶμεν προσω: πικότητες. Αὕτη θὰ μᾶς ἐξυ- ψώσῃ καὶ δοξάσῃ, ὅπως λέ- γει καὶ ὁ Μ. Βασίλειος «πό- νοι γεννῶσιν δόξαν κάµατοι δὲ προξενοῦν στεφάνους ». Ἡ ἐργασία εἶναι ἡ θάσις καὶ τὸ θεµέλιον τῆς προόδου καὶ -τοῦ πολιτισμοῦ.- Ἡ ἐέργα- σία εἶναι πολιτισμός. Δι αὖ- τῆς ἐκπολιτίζεται τὸ ἄτομον, ἡ οἰκογένεια καὶ ἡ κοινωνία. Ποῖος θἀ ῆτο ὁ κόσμος σήμε- ρον, ἐὰν ὅλοι οἱ ἥρωες καὶ εὖ- γενικαὶ ψυχαὶ δὲν εἰργάζον- το μὲ τόσην αὐταπάρνησιν καὶ τόσην αὐτοθυσίαν διὰ νὰ χα- ρίσουν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν εὖὐη- µερίαν διὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται ἡ ἐποχή µας! Ο,τι ὡραῖον, ὁ- ψηλὸν καὶ εὐγενὲς ὑπάρχει σή- µερον τοῦτο εἶναι προϊὸν καὶ καρπὸς τῆς ἐργασίας καὶ δὴ τῆς ἐντατικῆς ἐργασίας. Α- νευ αὐτῆς ὁ ἄνθρωπος θὰ εὖ- ρίσκετο εἰς κάἀτάστασιν πρω- τογενῆ καὶ θὰ ἐθασίλευεν παν- τοῦ ἡ ἐρημία καὶ ἡ ἀπονέκρω- σις. Τὴν ἐργασίαν ἐτίμησεν καὶ εὐλόγησεν ὁ Κύριος καὶ ἀφῆ- κεν ἑαυτὸν ἄριστον παράδει- γµα ἐργατικότητος. ᾿Επὶ τρι- ἁκοντα ἔτη εἰργάσθη τὴν τέ- χνην τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ ἐπὶ τριε- τίαν περιήρχετο τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία διδάσκων καὶ θε ῥραπεύων, νουθετῶν καὶ ἐλέγ- χων καὶ ἐπιχέων τὸ θάλσαμον τῆς παρηγορίας εἰς κουρασµέ- νας ψυχὰάς τῶν ἀνθρώπων, λέ- γων πάντοτε «ἐμὸν θρῶμά ἐ- στιν, ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πἐμψαντός µε καὶ τελειώσω τὸ ἔργον αὐτοῦ» καὶ ἀλλαχοῦ «ὁ πατήρ µου ἕως ἄρτι ἐργάζε- ται, κἀγὼ ἐργάζομαι» καὶ πά- λιν «ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι ἕως ἡμέρα ἐστί». Όλοι οἱ µεγά- λοι ἄνδρες τῆς Π. καὶ ΠΜ. Δια- θήκης εἰργάσθησαν, ἐργασίαν ἔντιμον πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των. Ὁ τῶν Ἐ- θνῶν ᾿Απόστολος μολονότι εἷ- χεν ἀσθενικὸν σῶμα καὶ πολ- λάκις κατετρύχετο ὑπὸ ἆσθε- νείας, ἐν τούτοις εἰργάζετο πάντοτε ἀόκνως διὰ τὴν έξα- σφάλισιν τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τὴν ἑδραίωσιν τῆς ἔκκλη- σίας, τὰς δὲ νύκτας εἰργάζε- |το τὴν τέχνην τοῦ σκηνοποιοῦ διὰ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγ- κας αὐτοῦ καὶ τῶν συνεργα- τῶν του καὶ διά νὰ μὴ ἐνοχλῇ Κανένα ὅπως ἔγραφε κάποτε ος τοὺς Θεσσαλονικεῖς «οὐ- δὲ δωρεὰν ἅἄρτον ἐφάγομεν παρά τινος, ἀλλ᾽ ἐν κόπῳ καὶ ὀχθῳ, καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν ργαζόµενοι, πρὸς τὸ μῆ ἐπι- θαρῆσαί τινα ὑμῶν» (Β. Θεσσ. Υ. σ.) πρὸς δὲ τοὺς πρεσθυτέ- ρους τῆς ᾿Ἐφέσου «ταῖς χρεί- αις µου καὶ τοῖς οὖσι μετ ἐ- μοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὖ- ται». Ἡ χριστιανικἡ θρησκεία εἷ- ναι θρησκεία τῆς ἐργασίας, ἐμθάλλει τὴν ἀγάπην καὶ τὸν ζῆλον εἰς τὴν ψυχἠν τοῦ ἄν- θρώπου πρὸς ὁρᾶσιν καὶ θρί- αμθον. Ὁ ἴδιος Κύριος ἐπαι- νεῖ καὶ ἀνταμείθει εἰς τὴν παραθολἠὴν τῶν ταλάντων τοὺς δούλους ἐκείνους, οἵἳ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας ἐδιπλασία- σαν τὰ ἐμπιστευθέντα τάλαν- τα καὶ ἐλέγχει δὲ καὶ τιμωρεῖ αὐστηρῶς καὶ ἀποκαλεῖ «ᾱ- χρεῖον» τὸν ὀκνηρόν, ὁ ὁποῖος ἔσκαψε καὶ ἔκρυψεν εἰς τὴν γῆν τὸ τάλαντον καὶ διατάσ- σει νὰ τὸν ἐκθάλουν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Τὸ ἴδιον μᾶς διδάσκει καὶ διά τῆς παραθολῆς τῆς ἀκάρπου συ: κῆς. (Λουκ. ιΥ΄’ 6--9). Καταδικάζει λοιπὸν τὴν ἀρ- γίαν ἡ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ δύ ἄλλους λόγους ἀλλὰ καὶ διότι ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον μακρὰν τοῦ Θεοῦ, εἰς κατά- πτωσιν καὶ ἐκφυλισμόν. Ἐπι- φέρει τὸν ψυχικὸν θάνατον, δι- ότι αἱ πονηραὶ ἐπιθύμίαι εὑρί- σκουν εὐκαιρίας καὶ ἐξεγεί- ρονται κατ᾽ αὐτῆς. Ἐνῷ ἡ ἐρ- γασία χαλυθδώνει τὴν θέλη- σιν καὶ καθιστᾷ τὸν ἠθικὸν ᾱ- γῶνα εὐκολώτερον πρὸς ἔξου- δετέρώσιν τῶν παθῶν καὶ πο- νηρῶν σκέψεων. Οπως ἡ σκω- ρία φθείρει τὸν ἀργὸν σίδηρον οὕτω καὶ ἡ ἀργία εἶναι ἡ ἡ- θικἠ σκωρία ἡ φθείρουσα τοὺς ἀργούς. Ἡ ἁργία καταστρέφει τὸν χαρακτῆρα καὶ κάµνει τὸν ἄν- θρωπον νὰ σκέπτεται πονηρά καὶ κακά, «ἐν ἐπιθυμίαις κα- κίας ἐστι πᾶς ἄεργος», λέγει ὁ σοφὸς Σολομὼν (Παροιμ. 16, 4), καὶ ὁ Σενέκας τονίζει «ἡ ὀκνηρία κατατρώγει τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἡ σκωρία τὸν σίδηρον καὶ ἀπο- τελεῖ αὕτη τὸν τάφον τοῦ ζῶν- τος ἀνθρώπου». Οἱ ἀρχαῖοι τὴν ὠνόμασαν «μητέρα πάσης κα- κίας» καὶ πράγματι’ διότι ποῖ- οι εἶναι ἐγκληματίαι συνήθως καὶ ποῖοι ὁδηγοῦνται εἰς τὰ δικαστήρια Οἱ ἀργοὶ καὶ ὁ- κνηροί, Ποῖοι εἶναι οἱ συνήθως περιφερόµενοι εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ρύμας τῆς πόλεως ἢ τοῦ χωρίου, εἰς τὰ καπηλεῖα Οἱ ἀργοὶ καὶ ὀκνηροί. Ποῖοι εἶναι οἱ περισσότερον ὑδρι- σταί, συκοφάνται καὶ ἑλάσφη- μοι Καὶ πάλιν οἱ ὀκνηροί. Ἠ- ρώτησαν κάποτε ἕναν φιλόσο: φον διὰ νὰ εἴπῃ τίς εἶναι ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος καὶ ἀπήντησεν «ἐκεῖνος ποὺ σκο: τώνει τίς... ὢρες του εἰς το καφενεῖον ἀσκόπως καθηµε:' ρινῶς!» Ἡ ἁἀργία εἶναι κακἡ σύμ- 6ουλος τοῦ πτωχοῦ καὶ τοῦ πλουσίου, Διότι ὅπως τὸ πο- τάµιον ὕδωρ τὸ κινούμενον συνεχῶς εἶναι διαυγὲς καὶ καθαρόὀν, ἐνῷ τὸ τῶν ἀἆδρα- νούντων τελµάτων εἶναι 6ορ- θορῶδες, οὕτω καὶ ἡ ψυχἠ καὶ αἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἐργαζομένου εἶναι καθα- ραί, ἀγναϊ καὶ φέρονται πρὸς τὸν Θεόν, ἐνῷ ἡ τοῦ ὀκνηροῦ ψυχἠ καὶ σκέψις εἶναι πάντο: τε ἀθλία καὶ πονηρά καὶ θορθορώδης. 'Ἡ ἀκινησία εἷ- ναι σημεῖον θανάτου καὶ πα- ιράγων φθορᾶς, ἐνῷ ἡ ἐργασία εἶναι ἐκδήλωσις τῆς ζωῆς καὶ τῆς δραστηριότητος, ὍὉ ἀργὸς εἶναι κλέπτης τῶν ἐργαζομένων, διότι κα- ταναλίσκει ἁἀκόπως, ὅ,τι οἱ ἄλλοι παράγουν διὰ τῆς ἐντί- µου ἐργασίας. Ὁ τοιοῦτος ὅ- μοιάζει πρὸς παράσιτον, ποὺ σιτίζεται εἰς τὴν κοινωνικὴν τράπεζαν, χωρὶς νὰ εἰσφέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν συµθολήν του. Οὗτος δὲν ἔχει κανένα δικαί- ὠμα, δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ᾿Απόστο- λος Παῦλος ἔγραφεν εἰς τοὺς ραθυμίσαντας Θεσσαλονικεῖς «ὁ μὴ ἐργαζόμενος μηδὲ ἐ- σθιέτω» (Β. Θεσσ:. Υ. 10). Ὁ ὁκνηρὸς εἶναι ἄχρῆστος εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Εἶναι θ6ά- ρος τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι «ἄχθος ἀρού- ρης». ᾿Εὰν σήμερον τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα εἶναι ἑτοιμόρρο- πον, τοῦτο ὀφείλεται θεθαίως εἰς πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀργίαν καὶ ὀκνηρίαν τῶν πολλῶν καὶ δἠ τῶν προο- δευτικῶν νέων. Δι αὐτὸ ὀφεί- λοµεν ὅλοι νὰ ἐργαζώμεθα μὲ δικαιοσύνην καὶ τιµιότητα, δι- ότι οἱ καρποὶ μιᾶς τοιαύτης µόνον ἐργασίας εἶναι ὡραῖοι καὶ ὠφέλιμοι. ᾿Οφείλομεν νὰ ΠΕΜΠΤΗ ΠΠ ΠΠ ΠΠ ΝΙΝΝ «Ἡ «Χριστιανικὴ Φαιτητικὴ “Ἡ- :ἀνέφερεν ὅτι ἡ ᾿πιστήμη τῆς γωσις ᾿Αθηνῶν» ὠργάνωσε τὸν | ᾿Αστρονομίας παραδέχεται σήµε- παρελθύντα µμῆνα σειρὰν διάλέ- ιϱον Έεων ἐπὶ διαφόρων θεμάτων ἐπι- [ρον στημονικοῦ περιεχοµένου. Μετα- εἰς | Στ. Ιδύναµος Θεός. ξὺ τῶν ὁμιλητῶν ἦτο καὶ ὁ καθη- γητὴς τῆς ᾿Αστρονομίας εἰς τὸ Πανεπιστήµιον ᾿Αθηνῶν κ. Πλακίδης ὅστις ἀγέπτυξε τὸ θέ- ὅτι ἡ γῆ, ὕπως καὶ ὁλόκλη- τὸ ἡλιακὸν σύστημα, ἀνήκουν ἕνα συγκρότηµα ἀστέρων, ποὺ ὀνομάξομεν γαλαξίαν καὶ τοῦ ὑποίου δημιουργὸς εἶναι ὁ παντο- Εὶς τὴν ἰδίαν σειρὰν ἐδόθησαν μα: «Ἡ ἀστρονομία περὶ τῆς δη-' καὶ αἱ ἑξῆς διαλέξεις: «ΓεώγΟ- μιουργίας». ἵΟ. ὁμιλητὴς ἀφοῦ ἀνέλυσε τὰς διαφόρους κοσμολογικὰς θεωρίας | γία καὶ Αγία Τραφή», «Πίστις καὶ Ἐπιστήμη», «Ὁ Μέγας Ῥα- σίλειος ὡς ἐπιστήμων», κ.ᾱ. ΤΕΛΕΙ Τι Πρι ΤΠ ΠΠ ἩΙ Τῆ ΠΙΚΥΜΗΙΚΙ, ΠΡΙΙΡΧΗΙ ᾿Επὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὸ νέον ἔτος 1954 ἐγένετο ἐν τοῖς Πα- τριαρχείοις ἡ ὑπὸ τοῦ Τυπι- κοῦ καθιερωμένη τελετή. Κατὰ τὸν ἑσπερινὸν τῆς παραμονῆς ἐτελέσθη ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ ἡ νενοµισµένη ατρι- αρχικὴ καὶ Συνοδικἡ χορο- στασία. Μετὰ τὸν ἑσπερινὸν ἡ Α. Θ. Παναγιότης ἐδέχθη τοὺς ᾽Αγίους Αρχιερεῖς καὶ τοὺς Ἐντιμολ. ᾿Ὀφφικιάλους καὶ παρουσίᾳ αὐτῶν ηὐλόγησε καὶ ἔκοψε τὴν ᾽Αγιοθασιλόπητταν, εὐχηθείς, ὅπως τὸ νέον ἔτος ἀποθῇ αἴσιον καὶ εἰρηνικὸν διὰ σύµπαντα τὸν κόσμον ᾿Ακο- λούθως οἱ Κληρικοὶ καὶ Λαϊ- κοὶ τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς ἀνελθόντες εἰς τὸ Πατριαρχι- κὸν Γραφεῖον ὑπέθαλον τῇ Α. Θ. Παναγιότητι τὰ σέθη αὐτῶν διὰ τοῦ Πανοσιολ. Μ. Πρωτο- συγκέλλου, προσφωνήσαντος τὸν Πατριάρχην, ὅστις ἆπαν- τῶν ἀνέπτυξε τὴν ἰδέαν τῆς συνεργασίας καὶ τὴν εὐτυχίαν τοῦ διακονεῖν ἐν τῷ Οἴκουμε- νικῷ Πατριαρχείῳ. Επηκολούθησεν ἡ Τελετὴ εἰς τὸ Παρεκκλήσιον, καθ᾽ ἣν ὁ Πατριάρχης, φέρων ἐἔπιτρα- χήλιον καὶ μικρὸν ὠμόφορον μετὰ δέησιν ἠὐλόγησεν, ἔκοψε καὶ διένειµε τὴν ᾽Αγιοθασιλό- πητταν εἰς πάντας τοὺς ὡς ἄνω. Παρετέθη ἐπὶ τούτῳ δεῖπνον, εἰς ὃ παρεκάθησαν μετὰ τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, κατὰ τὴν τάξιν, οἱ Κληρικοὶ τῶν Πατρι- αρχείων καὶ ἄλλοι. ᾽Απὸ μέ- ροὺς πάντων προσεφώνησε τὴν Α. Θ. Παναγιότητα ὁ {]ανοσ. Μ. ᾿Ἐκκλησιάρχης, ἀπήντησε δ᾽ ὁ Πατριάρχης εὐχηθεὶς τὰ εἰκότα. ς Κατὰ τὴν θ. λειτουργίαν τῆς Ίης τοῦ ἔτους Ἐχορρστό τη σον ἡ Α. Θ. Παναγιότης μετὰ ἆυ- νοδικῶν ᾿Αρχιερέων. Κατὰ τὴν διανοµἠν τοῦ ἀντιδώρου ὁ Πα- τριάρχης ηὐχήθη εἰς τὸ πυκνὸν ἐκκλησίασμα αἴσιον καὶ παρὰ Κυρίου ηὐλόγησε τὸ νέον ἔτος. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θ. λει- τουργίας ἡ Α. Θ. Παναγιότης ἐδέχθη εἰς τὸ Γραφεῖον Αὐτῆς τοὺς Αγίους ᾿Αρχιερεῖς, τους παραστάντας εἰς τὴν 6. λει- τουργίαν Αρχοντας ᾿ὌΌφφικι- ἆλους, Εφορίας Ἱδρυμάτων καὶ ἄλλας ᾽Αντιπροσωπείας. ᾿Απὸ µέρους τῶν ᾽Αγίων ᾿Αρχιερέων προσεφώνησεν ὁ τῇ τάξει πρῶτος τῶν παριστα- µένων Μητροπολίτης ἩἨλιου- πόλεως, ἀπήντησε δὲ ὁ Πατρι- άρχης. ---ᾱ-- ἡ ΜΕΛΛΗ Τ0Υ ΠΕΝΩΥΣ 1ΧὺΛΗ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν Υ΄ σελίδα). πὲρ αὐτῆς δίσκου εἰς τὸν Πα- τριαρχικὸν ναὸν καὶ ἄλλους ναοὺς κατὰ τὰς ἑορτάς, τὸ δὲ ἐκ τοῦ τόκου τοῦ ἀποθεματι- κοῦ αὐτῆς κεφαλαίου ἄλλοτε εἰς 30.000 λίρας Τουρκίας ἀν- ερχοµένου καὶ ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰδοδήματος τῶν ἐν Βεσαρα- θίᾳ κτημάτων τῆς κατὰ μέσον ὅρον εἰς 800 λίρας ᾽Αγγλίας ἀνερχομένου ἐτησίως. ᾿Επειδὴ ὅμως ἀπὸ τοῦ τελευταίου πο- λέμου τὸ ἐκ Βεσαραδθίας εἰσό- δηµα ἐξέλιπε καὶ οἱ ἄλλοι πὀ- ροι σημαντικῶς ἠλαττώθησαν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς νέας συνθήκας τοῦ θίου, τὰ οἰκονο- µικἁ τῆς Σχολῆς περιῆλθον εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Ἡ θιθλιοθήκη τῆς Σχολῆς περιελάμόανε περὶ τοὺς 10 χιλ τόµους καὶ οἱ κώδικες αὐτῆς ἀνέρχονται εἰς 64. Πλὴν τῶν αἰθουσῶν τῆς παραδόσεως ἕ- χει ἡ Σχολὴ καὶ ἰδιαιτέραν αἴθουσαν τῶν τελετῶν καὶ ἵ- δια διαμερίσματα διὰ τὸ µου- σεῖον καὶ τὴν ὀργανοθήκην, Ο δὲ ὑψούμενος ἐπ᾽ αὐτῆς θό- λος προωρίζετο δι’ ἄστεροσκο- πεῖον, Τὸ περικαλλὲς τῆς Σχολῆς οἰκοδόμημα ἐκτίσθη ὡπὸ τοῦ ἀρχιτέκτονος Δημάδου διὰ δα- πάνης ἀνελθούσης εἰς τὸ πο- σὸν 2500 περίπου τουρκικῶν λιρῶν ἐπὶ τῆς πρώτης πατρι- αρχείας τοῦ ἀἁοιδίμου ᾿Ιωα- κεϊμ τοῦ Γ΄. Τοιαύτη ἐν ὀλίγοις ἡ γερα- ρά Μεγάλη τοῦ Γένους η ο. λή, ἡ ἀληθῶς ἀνεκτιμήτους παρασχοῦσα ὑπηρεσίας, μέχρι ἐσχάτων εἰς τὸ Γένος καὶ τὴν Εκκλησίαν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς κατὰ κοινὴν ὁμολογί- αν οὔ µόνον τῶν ἡμετέρων ἀλλὰ καὶ τῶν ξένων. ΣΗΜ.- Τὰ κατ αὐτήν, ἐν οἷς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν κατὰ καιροὺς Σχολαρχῶν, διδασκάλων καὶ κα- θηγητῶν αὐτῆς, εὑρίσκει τὶς ἐν ἐκτάσει εἰς τὸ Σχεδίασµα τοῦ Μ. Κ. Παρανίκα σ. 14-31 καὶ εἰς τὰ χρονικὰἁ τοῦ Μ. Γεδεὼν σ. 30--215, ἐργαζώμεθα ὄχι µόνον διὰ τὴν ἀτομικὴν ὠφέλειαν καὶ εὖημε- ρίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὠφέλει- αν τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς Κοινωνίας ὁλοκλήρου, διότι «εἴ τις τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἐστὶν ᾱ- πίστου χείρων». . Ἐκεῖνοι ποὺ ὑποτάσσονται εἰς τὸν νόµον τῆς ἐργασίας ὑποτάσσονται εἰς αὐτὸ τὸ θέ- ληµα τοῦ Θεοῦ. ᾿ΟὈλίγην δὲ ση- µασίαν ἔχει τὸ ἔργον τὸ ὁποῖ- ον ἐπιτελοῦμεν, ἐὰν δηλαδὴ εἴ- ναι χειρωνακτικὸν ἢ σωµατι- κὀν. Κάθε ἐργασία ἔχει τὴν αὐτὴν ἠθικὴν ἀξίαν ἁρκεῖ νὰ εἶναι ἔντιμη, καὶ νὰ μὴ προσ- Θάλλῃ τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιο- πρέπειαν. Όλαι αἱ ἐργασίαι εἶναι χρήσιμοι καὶ ἁπαραίτη- τοι, ἀρκεῖ νὰ ἐξυπηρετοῦν ἡή- θικοὺς σκοπούς. ολλοὶ ἐκ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν ἦσαν Χειρόνακτες, ὡς ὁ Μωῦσῆς, ὁ Παῦλος καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. .Πόσον διαφορετικἡ θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ ἡ ὄψις τῆς ἀνθρω- πότητος ἐάν ὅλοι εἰργάζοντο μ᾽ ἀγάπην καὶ δικαιοσύνην καὶ εἴχαμεν ὅλοι χαράξει θαθειὰ εἷς τὸν νοῦν µας τὴν εἰκόνα τοῦ ᾿[ησοῦ--ἐργάτη, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη διὰ νὰ κερδίσῃ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς του καὶ διὰ νὰ χαρίσῃ τὴν χαρὰν εἰς τὴν πονεµένην ἀνθοωπότητα ! . [4ρή Τά ΤΠ ΙΙ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ τὴν 50 Ἰανουαρίου, ἐπὶ τῇ ἑ- τῷ πανεπιστημιακῷ ναῷ τῆς Κα- ορτῇ τῶν Τριῶν “Ἱεραρχῶν, ἐν πνικαρέας, ἐτελέσθη ἡ θεία λει- τουργία, ἐπὶ μνημοσύνῳ τῶν ἴδου- τῶν, εὐεργετῶν καὶ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ὑπὸ τοῦ 3ε6. Μητροπολίτου Ηλείας κ. Τερµα- γοῦ, ἀκολούθως δὲ ἐν τῇ µεγάλῃ αἰθούσῃ τῶν τελετῶν τοῦ Πανεπι- στηµίου, μετὰ εἰσήγησιν τοῦ Του- τάνεως κ. Α. Δασκαλάκη, ὠμίλη- σεν ὁ τακτικὸς καθηγητὴς τῆς Ποιμαντικῆς καὶ τοῦ Καγονικοῦ Δικαίου κ. ᾽Αμίλκας ᾽Αλιθιζᾶτος ἐπὶ τοῦ θέματος «Εκκλησία καὶ Παιδεία, ἡ ἐλπὶς τοῦ Ἓθνους». ὕ-ὕ---ᾱ---------- Γρμι[: 7 Ι Π [ΡΗΗΝΙΙ Τελεταρχοῦντος τοῦ Θεοφι- λεστάτου ᾿Ἐπισκόπου Ρηγίου κ. Μελετίου, ἐνεκαινίσθη τὴν Ίτην παρελθόντος μηνὸς ὅ πρό τινος ἀποπερατωθεὶς Ἓλ- ληνικὸς ᾿Ορθόδοξος Βαὸς εἰς τὴν Γρενόθλην ᾿[ταλίας. Ἡ ἆ- νέγερσις τοῦ ναοῦ τούτου ὁ- φείλεται κυρίως εἰς τὴν πρω- τοθουλίαν καὶ τὰς ἀκαμάτους προσπαθείας τοῦ Πανοσιολο- γιώτάτου ᾿Αρχιμανδρίτου κ. Καρατζᾶ. ----------- ΗΚΛΙΣΙΝ ΠΡΙ ΠΤΙ ΡΚΙΚΙΙΝ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν 6΄ σελίδα). δηλοῦται ἐν ἑτέρᾳ μακρᾷ ἐπι- γραφῇ, ἐν ἣ λέγεται «᾿Οφθαλμοὶ εἴπερ ὠτίων πιστότεροι ταύτῃ τοι ὅρα τήν δε τὴν ἱστορίαν, ὄμμασιν αὐτοῖς οὐρανοῦ ἱεραρχίαν, γένναν, ἑορτὰς καὶ πάθη τοῦ Κυρίου, ἀνάστασίν τε καὶ ἀδέκαστον κρίσιν, πρὸς δὲ καὶ ἀρχὰς τῶν Κύπρου προ- [νομίων Θεοῦ τε αἶνον ὑπὸ πάντων κτισμάτων, καὶ ἐξ ᾿Ιεσσαὶ τὸν τόκον τῆς Παρθέ- [νου] καὶ τοῦ Ιησοῦ θαύματα ἔτι σκόπει καὶ τέλος ὅρα ἑπτάδα τῶν Συνόδων. Οὐ γὰρ ἁπλῶς γέγραπται ἐνταῦθα [τάδε ἀλλ᾽ ἵνα βλέπων σε διόρθωσιν λά- . ἴόῃης» , Ο αὐτὸς Λ᾿Αρχιεπίσκοπος Αθηνῶν Χρυσόστομος ἐν σελ. 80 γράφει τὰ ἑξῆς: «᾿Αναμφι- 6όλως ὁ Φιλόθεος ὑπῆρξε εἷς τῶν διαπρεπεστέρων ᾿Αρχιεπι- σκόπων Κύπρου, καὶ λόγῳ τῆς µορφώσεως καὶ λόγῳ τῆς πο- λυμεροῦς αὐτοῦ ὡς ᾿Αρχιεπι- σκόπου δράσεως, ἡ δὲ άρχιε- ρατία αὐτοῦ ἀποτελεῖ σπου- δαιότατον σταθμὸν ἐν τῇ ἴστο- ρίᾳ τῆς ᾿Εκκλησίας Κύπρου». -υ-ὓ-υ«“-Ὁ- Ι ΧΡΙΠΙΙΝΙΝΙ ΠΟΠ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν γ΄ σελίδα). ὑπόδειγμα πιστοῦ χριστιανοῦ πατρος καὶ παιδαγωγοῦ. Άς ἔχωμεν λοιπὸν ὑπ ὄ- ψιν ὅτι: «Τοῖς γονεῦσιν ἀνατί- θησιν ὁ Χριστιανισμὸς τὴν τῶν παίδων ἀγωγὴν ὡς ἱερὸν κα- θῆκον». Εἰς τὰ ἀνωτέρω ἂς προστε- θῇ ἡ γνώµη τοῦ ἀρχαίου στω- ϊκοῦ Φιλοσόφου Σενέκα περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἡ ἐκπαί- δευσις τῆς νεολαίας θασίζε- ται πρὸ παντὸς ἐπὶ τοῦ σεθα- σμοῦ πρὸς τὸ θεῖον. «Ὁ σεθα- σμός», λέγει οὗτος, «πρὸς τὸ θεῖον ὀφείλει νὰ συνοδεύῃ ἡ- μᾶς διὰ δ6ίου. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡμῖν ἐγγός, εἶναι ἐν ἡμῖν. Α- νευ θεότητος οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι ἐνάρετος ἄνθρωπος», Ὑπεύθυνος: Χρ. ᾿Αγαπίου. Τόποις: «ΑΝΛΑΓΕΒΗΝΜΗΣΙΣ» ᾿Ισαακίου Κομνηνοῦ 2 Λευκωσία. 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1954 ΙΙΠΙΝΙ ΙΠΙΙΡΙΙ. ΚΑΙ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ Τὴν προσεχή Κυριακὴν 98ην Φεθορουαρίου ὁ Θεοφιλέστατος Χωρεπίσκοπος Σαλαμῖνος κ. Γεν- γάδιος θά λειτουργήσῃ καὶ θὰ κη- ρύξῃ τὸν θεῖον λόγον ἐν τῷ Ἱ. γαῷ τοῦ χωρίου Σωτήρας: Ὁ Ἠανοσιολ. 'Ἡγούμενος Μα- χαιρᾶ κ. Εἰρηναῖος ἐν τῷ ἵ. ναῷ ΤΑγ. Κασσιανοῦ Λευκωσίας. Ὁ. Πανοσιολ.. ᾿Αρχιμανδρίτης κ. ᾽Ανάργυρος Σταµατόπουλος ἐν τῷ ἱ. νάῷ Αγ. Ζώνης, Βαρωσίων. Ὁ ἱερολ. κ. Φώτιος Κωνσταντι- γίδης ἐν τῷ ἱ. ναῷ 'ΑΥ, Γεωργί- οὐ, “Αγ. Δομετίου: Οἱ ἱεροχήρυκες θὰ κηρύξουν ὡς ἀκολούθως: “Ὁ κ. Νικόλαος Πέ- τσας ἐν τῷ ἱ. ναῷ Απ. Παύλου ΤΑΥ: Δομετίου. “Ὁ κ. Κώστας Αν- δρέου ἐν τῷ ἵ, ναῷ Παναγίας Τράχωνα. Φρησκευτικαὶ 'Ὁμιλίαι Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς καὶ ὥραν 95.50μµ.µ. ὁ Πανοσιολ. ἸΑρ- χιµανδρίτης κ. ᾿Ανάργυρος Στα- µατόπουλος θὰ ὁμιλίσῃ εἰς τὴν Αἴθουσαν τῶν Κατηχητικῶν ῬΒα- ρωσίων πρὸς τὰ µέλη τῆς Φιλο- πτώχου ᾿Αδελφότητος Βαρωσίων. Βὶϊς τὴν ὁμιλίαν θὰ παραστῇ καὶ ἡ Α. Θ. ὁ Χωρεπίσχοπος Σαλα- μῖνος κ. Γεννάδιος. Τὸ Σαθθάτον 2Ίην Φεθρ. καὶ ὥραν Τ.50µ.µ. ὁ κ. Νικόλ. Πέτσας θὰ ὁμιλίσῃ ἐν τῷ οἰκήματι τοῦ Θ. 1. «Εὐαγγελισμὸς» ἹἸαλλου- ριωτίσσης. ΑΕΙ «ΠΛΗΝ ΜΙΝΙ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ Ὑπὸ τὸν γενικὸν τίτλον «Ἡ Ἐλκλησία καὶ ἡ σύγχρονος Κοι- γωνία» τὴν Κυριακήν, 24 Ἴανου- αρίου, ἐγένετο ἔναρξις σειρᾶς ὁ- μιλιῶν ἓν τῇ µεγάλῃ αἰθούσῃ τῆς ᾿Αποστολικῆς Διακονίας, Αἱ ὁμι- λίαι αὗται θὰ γίνωνται ἑκάστην Κυριακὴν καὶ ὥραν ϐ.50 μ.μ. μὲ τακτικὺὸν ὑμιλητὴν τὸν Ὕποδιευ- θυντὴν τοῦ Θεολογικοῦ Οἰκοτρο- φείου Πανσ. ᾽Αρχιμανδρίτην κ. Τιμόθεον Παπουτσάκην. - ῶθ--- ΕΝΛΚΗΡΥΞΙΣ ΛΙΛΛΚΠΡΟΙ ΤΗΣ ΡΘΟΛΟΞΒΥ θΕΟΛΟΠΙΛΙ Τὴν 299 Ἰανονυαρίου ἡ Θεολογι- κὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου ᾽Δ- θηνῶν ἀνεκήρυξε διδάκτορα τῆς Ορθοδόξου Θεολογίας τὸν Σέρ- ϐον θεολόγον κ. Αἰμίλιον Τσάρ- χιτς, ὑποθαλόντα ἐναίσιμον δια- τριθην ὑπὸ τὸν τίτλον: κΤίς ὁ συγγραφεὺς τῆς πρὸς 'Βθραίους ἐπιστολῆς». ΙΝΕ, ΠΝΝΙΠΠΗΚΗΙ ΘΗΙΠΠΙ Ἡ η ΠΜΗΙΠΙΜΗ ΙΝ Ἑσπέρας τῆς 99 ᾿Ἰαγουαρίου ὁ παρεπιδημῶν ἐν ᾿Αθήναις Γάλ- λος καθηγητὴής καὶ διαπρεπὴς ρ- μαιοκαθολικὸς θεολόγος αἴδ. Ύ. Κονγκάρ ὠμίλησεν ἐν τῷ ἀάμφι- θεάτρῳ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐ- πὶ τοῦ θέματος «Ἑνότης καὶ οἱ- κουμενισμὺς ἐνώπιον τῆς Χχριστι- ανικῆς συνειδήσεως». “ΕΠΕΤΗΡΙΣ [θὰ [ΚΙΕΙΜΟΝ [Πρ ΜΙΙΜΜΗΝ Ὑπὸ τοῦ Μακ. ᾽Αρχιεπισκό- που ᾿Αθηνῶν ἐδόθησαν ὁδηγί- αι πρὸς καταρτισμὸν ἐπετηρί- δος τῶν ἐκλεξίμων πρὸς ἀρχιε- ρατείαν τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ πλήρη στοιχεῖα τῶν προσόντων καὶ τῆς ὕπηρε- σίας αὐτῶν, ἅτινα θὰ λαμόά- γωνται ὑπ ὄψιν κατὰ τὰς ἐκ- λογὰς ᾿Αρχιερέων. Χηρεύουσαι Μητροπόλεις σή- µερον ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ Μητρόπολις ᾿Εωαννίνων, Μητρόπολις Ξάν- θης, Μητρόπολις Μαρωνείας, Μητρόπολις Μηθύμνων καὶ Μητρόπολις Κυθήρων. [] ΠΠ] ΤΙ ΜΙΠΗ ΕΝ ΙΤΑΛΙΑ Είναι γνωστὀν, ὅτι ἡ Καθολι: νχὴ Ἐλκλησία ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγω χορηγεῖ τὸ διαξζύγιον, Ἐπιτρέ- πει µόνον τὸν χωρισμὸν ἀπὸ κοί- της καὶ τραπέζης, Ἡ µόνη περί- πτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν δίδει αὕτη τὸ διαζύγιον εἶναι ἡ μοιχεία. ᾽Αλ- λὰ καὶ εἷς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν αἳ γομικαὶ ἀπαιτήσεις εἶναι τόσον πολ- λαὶ καὶ αὐστηραί, ὥστε πολὺ δυσ- κόλως τὸ ἀδικούμενον µέρος ἀπο- φασίζει νὰ ζητήσῃ τὸ διαζύγιον. Εὶς ὁλόκληρον τὴν Ἰταλίαν ὃ- πάρχουν ἕξ ἑκατομμύοια διεζευ γμένων ἀπὸ κοίτης καὶ τραπέζης, χωρὶς ἡ διάζευξις αὕτη νὰ ἆνα- γνωρίζεται καὶ ἐπισήμως καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν πάντοτε ἡ σύζυ- γος νὰ λαμθάνῃ διατοοφὴν παρὰ τοῦ συζύγου καὶ φέρη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, χωοὶς ἐξ ἄλλου νὰ δύνα- ται καγεὶς νὰ ἐλέγχη τὸν τρόπον τῆς ζωῆς της, Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι πληθύνονται τὰ παφα- γόµως συζῶντα ἀνδρόγυνα, :Ἐνώπιον τῆς τοιαύτης τραγι- κῆς χαάταστάσεως οἱ Ἰταλοὶ ἕ- στρεψαν τὴν προσοχἠν των πρὸς μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τῆς χώρας των, Κατὰ τὴν διά- ταξιν αὐτὴν δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ῥουλὴν ἕνας οἱοσδήποτε γύµος, ὅταν ζητηθῇ τοῦτο διὰ τῶν ὑπογραφῶν πεντακοσίων χι- λιάδων πολιτῶν. Τὸ 1949 κατωρ- θώθη νὰ συγκεντρωθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν ὑπογραφῶν κα τὸ ζη: τηµα τῶν διαξυγίων εἰσήχθη πρὸς συςήτησιν καὶ ἀκολοήίθως ἐτέθη εἰς φηφοφορίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. ᾖτο ἀπογοητευτινὸν διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἔχασαν τὸ ζήτημα διὰ δύο ψήφους! , Σήμερον παρατηρεῖτα εἷς τὴν Ἰταλίαν µία νέα ζωηρά. σχετιχὴ Ἀίνησις παρέχουσα εἰς τοὺς ἐνδια- φερομένους πολλὰς ἐλπίδας ἐπι- τυχίας. Ἠρέπει νὰ σηµειωθῇ ὃ- τι εἷς τὰ ἄλλα Καθολικὰ κράτη τὸ ζήτημα τοῦ διαζυγίου δὲν συγκεντρώνει τόσον ἐνδιαφέρον, διότι εἲς αὐτὰ ἀναγνωρίζετα ὅ πολιτικὸς γάμος καὶ τὸ πολιτι- κὸν διαξύγιον, ἐνῶ ταῦτα δὲν ἆνα- γνγωρίξονται εἰς τὴν Ἰταλίαν.