2 ο ΠΗΠΙΝΜΙΗ Π[ ΜΙΝΙ Τοῦ ἹἹερολ. κ. ΦΩΤΙΟΥ Σ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Ἱεροκήρυκος τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἵ- δρύθη ὑπὸ τῶν ᾽Αποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάδα. Ὁ ἸΑ- πόστολος Βαρνάόθας κατήγετο ἀπὸ τὴν Κύπρον ἐξ ἐναρέτων καὶ εὐγενῶν γονέων, διετέλεσε δὲ ὁ πρῶτος ᾿Αρχιεπίσκοπος| Κύπρου. Αἱ ᾿Εκκλησίαι αἱ τν] ποῖαι ἱδρύοντο ὑπὸ᾽ Αποστόλων εἶχον τὸ προνόµιον νὰ μὴ ἐξ- αρτῶνται ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄλλης ᾿Εκκλησίας καὶ νὰ κανονίζω-! ἡ Σύνοδος ἐδίκασε δικαίως, συμφώνώς πρὸς κανόνας καὶ στηριζοµένη ἐπὶ τοῦ ἐκκλησι- αστικοῦ ἐθίμου ἐκλογῆς ἔπι- σκόπου ἀπονείμασα τὸ δίκαιον εἲς τοὺς Κυπρίους. Μερικοὶ διατείνονται ὅτι, συµφώνως πρὸς τὸν 6ον κανόνα τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, ὅστις λέγει ὅτι «πᾶσαι αἱ πολιτικῶς εἰς τὴν Συρίαν ὑποτεταγμέναι χῶραι νὰ εἶναι καὶ ἐκκλησια- | ΙΝΜΙΙ Ι ΠΗΝΙΝΙΙΝ Γραφικὴ παράστασις τῆς χορηγήσεως τῶν προνομίων τῆς Κυπριακῆς ᾿Εκκλησίας εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Ανθέμιον ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Ζήνωνος. Τοιχογραφία ἐν τῷ ἵ. ναῷ ᾿Απ. Βαρνάδα ἐν τῇ φερωνύμῳ Μονῇ παρὰ τὴν Σαλαμῖνα. σι τὰ ἴδια αὐτῶν ζητήματα µό- ναι των. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἠθέλη- σε νὰ ἔχῃ καὶ νὰ διατηρήσῃ τὸ προνόµιον τοῦτο, ἀλλά προσέκρουσεν εἰς τὰς παραλό- γους ἀξιώσεις τῶν τότε Πατρι- αρχῶν τῆς ᾿Αντιοχείας. “Ό Πα- τριάρχης ᾿Αντιοχείας εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ Χχειροτονῇ τοὺς ᾿Αρχιεπισκόπους τῆς Κύπρου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχε- το κλῆρος καὶ λαός. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Κύπρου Θεοδώρου οἱ Κύπριοι ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξουν άντι- καταστάτην αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ Πατριάρχης ᾽Αντιοχεί- ας ἠθέλησε νά παρεμποδίσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ ἐπέμθῃ εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστα- σιν. ᾽Αλλὰ οἱ Κύπριοι δὲν ἔδω- σαν προσοχὴν καὶ ἐξέλεξαν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποθανόν- τος τὸν Ρηγῖνον. Οὗτος, ἅμα τῇ ἀναρρήσει του εἰς τὸν θρό- νον, ἠθέλησε νὰ λύσῃ ἅπαξ δι- ἁὰ παντὸς τὸ ἄναφυεν ζήτημα μεταξὺ τῶν δύο ᾿Ἐκκλησιῶν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν συν- ἠρχετο εἰς Ἔφεσον ἡ Γ΄ Οἱ- κουμενικὴ Σύνοδος, συγκλη- θεῖσα ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Β΄, ἡ ὁποία ἕἔ- µελλε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῆς σχέσεως τῶν δύο τοῦ Χριστοῦ φύσεων. Όλος ὁ ΧἎρι- . στιανικὸς κόσμος διῃρέθη εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπε- δα, τὸ ἕν ὑπὸ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Βεστόρι- ον, ὅστις συνέχεε τὰς δύο τοῦ Χριστοῦ φύσεις καὶ ἐκάλει τὴν Παναγίαν Χριστοτόκον, καὶ τὸ ἄλλο ὑπὸ τὸν Πατριάρχην ᾿Α- λεξανδρείας Κύριλλον, ὅστις διεχώριζεν αὐστηρότατα τὰς δύο ταύτας τοῦ Χριστοῦ φύ- σεις. ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἡ ζητουµέ- νη εὐκαιρία ἐδόθη εἰς τὸν Γη- γῖνον, ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς ἀντι- προσωπείας ἡ ὁποία θὰ ἐξέθε- τε τὸ ζήτηµα πρὸς τὴν Σύνο- δον, 'Ἡ ἀντιπροσωπεία περιε- λάμθανε τὸν Ρηγῖνον, ἐπίσκο- πον Κωνοταντίας, τὸν ἐπίσκο- πον Πάφου Σαπρίκιον, τὸν ἐ- πίσκοπον Κουρίου Ζήνώνα, τὸν ἐπίσκοπον Σόλων Εὐάγριον καὶ τὸν Πρωθιερέα Καισσάρι- ον. ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἐξητάσθη τὸ Κύριον θέµα τῆς Συνόδου καὶ καθηρέθη ὁ Μεστόριος καὶ οἱ ὀπαδοί του, οἱ Κύπριοι ἐπί- σκοποι ἐξέθεσαν ἐν λεπτοµε- ρείᾳ τὸ ἀφορῶν τὴν ᾿Εκκλησί- αν Κύπρου ζήτημα. Ἡ ἐξέτασις τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἔγινε κατὰ τὴν Την Συνεδρίαν τῆς Συνόδου, ἡ ὁ- ποία συνεκροτήθη εἰς τὴν Ἐκ- κλησίαν τῆς ᾽Αγίας Μαρίας τὴν ὃτην ᾿Ιουλίου. Ἡ Σύνοδος ἐξήτασεν ἐπ'- σταµένως τὸ ζήτημα. ᾿Αφοῦ ἔ- καμε τὰς καταλλήλους ἐρωτή- σεις εἰς τοὺς Κυπρίους ἔπι- σκόπους, ἐδικαίωσε τοὺς Κυ- πρίους συμφώνως πρὸς τὸν 4ον κανόνα τῆς ἐν Νικαία Οἱ- κουμενικῆς Συνόδου. Βεδαιω- θεῖσα ὅτι κανεὶς Κύπριος Μη- τροπολίτης δὲν ἐχειροτονήθη ποτὲ ὑπὸ τοῦ ᾿Αντιοχείας (καθότι εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ γενικῶς ἡ παράδοσις ἔχουν μεγάλην ση- µασίαν) ἔκρινεν ὅτι οἱ Κύπρι- οι ἔπρεπε νὰ ἀφεθοῦν μόνοι των νὰ διοικοῦν τὰ τῆς ἰδικῆς των Ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ λάθωμεν ὅμως ὑπ ὄψιν µας ὅτι κατὰ τὴν δι- άρκειαν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζη- τήµατος ὁ ᾿Αντιοχείας το ᾱ- πὼν καὶ δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ ῆτο ἡ ἔκθασις τῶν πραγµά- των ἐὰν το παρών. ᾿Επίσης ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου Κύριλλος το ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν ᾿Αντιοχέων κατὰ τὸ προηγούµενον ζήτημα καὶ ἴσως νὰ ἐπηρεάσθη ἐκ τούτου εἰς τὴν ἀπόφασίν του. Πάντως ὅμως εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι στικῶς», τὸ δίκαιον ἢτο τῶν ᾽Αντιοχέων. Τοιοῦτος ὅμως κανὼν ὑπάρχει µόνον εἰς τὴν ᾿Αραθικήν. ᾽Αλλὰ κατόπιν τῆς ἐξακριθώσεως τῶν νεωτέρων κριτικῶν, ὅτι οἱ εἰς τὴν ᾿Αρα- θικὴἠν τοιοῦτοι εὑρεθέντες κα- νόνες εἶναι πλαστοί, αἴρεται καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑποψία ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν ἀπεφάνθη δικαί- ως. Παρ᾽ ὅλον ὅμως ὅτι ἡ Σύόν- οδος ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ Κύπριοι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐκκλησιαστι- κῶς ἀνεξάρτητοι, οἱ Πατριάρ- χαι τῆς ᾽Αντιοχείας παρηνώ- χλουν καὶ πάλιν τὴν Κυπρια- κὴν ᾿Ἐκκλησίαν. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκο- λούθησε μέχρις ὅτου νέον γε- γονὸς διηυκρίνησε σαφῶς τὰ πράγματα: Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐπο- χήν, κατὰ τὴν ὁποίαν Αὐτο- κράτωρ τῆς Κωνσταντινουπό- λεως ἦτο ὁ Ζήνων (414-491), Πατριάρχης ᾽Αντιοχείας ὁ Πέ- τρος Κναφεὺς καὶ ᾿Αρχιεπί- σκοπος Κωνσταντίας ὁ ᾿Ανθέ- µιος. Ὁ Πατριάρχης ᾿Αντιο- χείας Πέτρος [Πναφεὺς ἤγει- ρε πάλιν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Ἔκ- κλησίας τῆς Κύπρου καὶ ἤθε- λεν ἡ Κύπρος νὰ ὑπάγηται ἔκ- κλησιαστικῶς εἰς τὸ Πατριαρ- χεῖον Αντιοχείας. Ὁ ᾿Επίσκο- πος Κωνσταντίας ᾿Ανθέμιος περιῆλθε τότε εἰς δύσκολον θέ- σιν μὴ γνωρίζων τί νὰ πράξῃ. ᾽Αλλ᾽ ἀπὸ τὴν δύσκολον ταύ- την θέσιν, ἦλθε νὰ τὸν ἐξαγά- ΥΠ ὁ πολιοῦχος τῆς Κύπρου ᾿Απόστολος Βαρνάθας ἔμφανι- σθεὶς εἰς αὐτὸν κατ ὄναρ καὶ ὑποδείξας εἰς αὐτὸν νὰ πορευ- θῇ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Ζή- νώνα καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰ τῆς καταστάσεως. Συγχρόνως ὁπ- έδειξεν εἰς αὐτὸν τὸν τάφον αὐτοῦ, ὡς τότε ἄγνωστον. Τὴν ἐπιοῦσαν ὁ ᾿Ανθέμιος, μετὰ τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, ἐπ- ἤγεν εἰς τὸ ὑποδειχθὲν µέρος καί, μετὰ ἀπὸ µμεγαλοπρεπῆ τελετήν, ἤνοιξε τὸν τάφον τοῦ ᾿Αποστόλου, ἔνθα εὗρον τὸ λεί- ψανον τοῦ 'Αγίου καὶ ἐπὶ τοῦ στήθους αὐτοῦ τὸ κατὰ Ματ- θαῖον Εὐαγγέλιον γραφὲν ἰδί- α χειρὶ τοῦ ᾿Αποστόλου. Μετά ταῦτα ὁ ᾿Ανθέμιος ἐπορεύθη πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Ζήνω- να μαζὶ μὲ τὸ “Αγιον Εὐαγγέ- λιον καί, ἀφοῦ ἐδώρησε τοῦ- το πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, ἐξ- ιστόρησε πάντα εἰς αὐτόν. 'Ὁ Αὐτοκράτωρ συνεκινήθη θαθύ- τατα καὶ ἁμέσως συνεκάλεσε τὴν “Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Κων- σταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας προϊσιατο ὁ τότε Πατριάρχης ᾽Ακάκιος, ἵνα ἐπιληφθῇ καὶ ἐξ- ετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα. Ἡ Σύνοδος, ἀφοῦ ἐξήτασε τὸ ζήτημα, εὗρε δίκαιον εἰς τὸν ᾿Ανθέμιον καὶ τοιουτοτρόπως ἐπεκυρώθη διὰ µίαν ἀκόμη φο- ρὰν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἘἜκ- κλησίας Κύπρου. Ὁ θασιλεὺς ἀφοῦ ἤκουσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου συγκατένευσε καὶ ἕἔ- δωώσεν εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον Κύπρου τὰ ἑξῆς προνόμια: 1) Νὰ ὑπογράφῃ διὰ κιννα θάρεως (μὲ κόκκινο μελάνι). 2 Νὰ Φφέρη πορφυροῦν Αὐὖ- τοκρατορικὸὀν μµανδύαν κατὰ τὰς διαφόρους ἱεροτελεστίας. 3) Νὰ φέρῃ σκῆπτρον Αὖ- τοκρατορικὸν (τοῦ ὁποίου χα- ρακτηριστικὸν εἶναι τὸ ὅτι καταλήγει εἰς μῆλον) ἀντὶ ράόδου ποιμαντορικῆς (τῆς ὁ- ποίας χαρακτηριστικὸν εἶναι τὸ ὅτι καταλήγει ἄνω εἰς δύο ὄφεις). Τὰ προνόμια ταῦτα, τὰ ὁ- ποῖα εἶχον οἱ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου ἔχουν μεγάλην σηµασίαν διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν τῆς Κύπρου, φυλάττονται δὲ μέχρι σήμερον. Διὰ τῶν προ- νοµίων τούτων ἡ Εκκλησία τῆς Κύπρου κατέλαδε περί- λαμπρον καὶ ἐξέχουσαν θέσιν (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΡΗΜΑ Ν. 0 ΜΧΗὑΚΟΠΟΣ ΠΤΙ 1Π50-Πθύ Τοῦ κ. Ἡ Κύπρος πλὴν τῶν δυσόα- στάκτων φόρων ὑπέφερε συ- χνάκις καὶ ὑπὸ ἀνομόρίας καὶ ἐπιδημιῶν, ὡς χολέρας, πα- νώλους, καὶ τῆς συνήθους ἐπι- δρομῆς τῆς ἀκρίδος, τὸ ϐ η- ρίον ὡς ἀπεκαλεῖτο. Οὕτω ἐν ἔτει 1760 ἐνέσκηψεν εἰς τὴν Κύπρον ἡ ἀκρίς, καὶ ἐπὶ πλέ- ον ἡ πανώλης, ἐξ ἃς πολλοὶ ἀπέθανον. ᾽Αλλ’ ἐνδημικὴ οὔ- τως εἰπεῖν, νόσος, ἦσαν οἱ πολ- λοὶ καὶ δυσθάστακτοι φόροι. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ὁ ᾿Αρχιεπί- σκοπος Παΐσιος ἀπέστειλεν εἰς Κωνσταντινούπολιν πρεσθείαν ἀποτελουμένην ἐκ τοῦ Κιτίου Μακαρίου καὶ τοῦ Διδασκά- λου ᾿Εφραὶμ τοῦ ᾿Αθηναίου ὅ- πως ἐκλιπαρήσῃ τὴν κατάργη- σιν τῶν ἐκτάκτων φόρων κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἐκλογὴν νέου Δι- οικητοῦ. ᾽Αλλ’ ἡ πρεσθεία ἐπανῆλθεν ἄπρακτος' ὁ δὲ ἀποστείλας ταύτην ᾿Αρχιεπίσκοπος Παῖσι- ος καταδιωχθεὶς ἔφυγεν εἰς τὴν Συρίαν, ὅπου εὗρεν ἄσυ- λον παρὰ τῷ φιλελευθέρῳ Ἡ- γεµόνι τοῦ ὄρους Λιθάνου Ἐλ -Μπεσήρ. Μετά τινα δὲ χρό νον ἐπιστρέψας ἀπεκατεστάθη εἰς τὸν θρόνον αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις ὅμως ἐτρά- πη ἐπὶ τὰ χείρω ὑπὸ πᾶσαν ἔπ- ὀψιν, Πολλοὶ ἀπέθανον ἐκ τῶν ἐπιδημιῶν' ἄλλοι ἐξεπατρίζον το, ὁ δὲ πληθυσμὸς ἐλαττω- θεὶς ἐπεθαρύνθη ὑπὸ μεγάλων φόρων. “ο Τξἡλ-- Οσμάν ᾿Αγᾶς. Καὶ ὡσεὶ μὴ ἤρκουν πάντα ταῦτα ἐν ἔτει 1:64 κατῆλθεν εἰς Κύπρον ὡς Διοικητής ὁ Τζήλ, ὢν κατάχρεως, διότι ἀντὶ μεγάλου ποσοῦ ἐξηγό- ρασε τὴν θέσιν παρὰ τοῦ Με- γάλου Βεζύρου. Διὸ καὶ πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεῶν αὐτοῦ δι- εµήνυσε πρὸς τὀν ᾿Αρχιεπίσκο- πον, διὰ τοῦ Διερμηνέως Χα- τζηωσήφ, ὅτι ἤθελε νὰ ἐπαυ- ξήση τὸν κεφαλικὸν φόρον. Μάτην «ἀπήντησεν αὐτῷ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος ὅτι τὸ τοιοῦ- τον το ἀδύνατον ὡς ἐκ τῆς πενίας τοῦ λαοῦ ἀλλ᾽ ὁ Τζὴλ ἐπέμενε καὶ ἐντὸς ἕξ μηνῶν εἰσέπραξε παρανόμως 250, 000 Υροσίων. Τότε ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Πα- ἴσιος τῇ συναινέσει Χριστιανῶν καὶ Μώωαμεθανῶν ἀπέστειλε πρεσθείαν εἰς Κωὠνσταντινού- πολιν, ἥτις καταγγείλασα ταῦ- τα, ἐπέτυχεν ὥστε νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα ἐπιτάττον τῷ Τζὴλ ἵνα μὴ ἐκζητῇ πλέον τοῦ νενο µισµένου Φόρου, πρὸς δὲ νι ἐπιστρέψῃ καὶ τὰ παρανόμως εἰσπραχθεντα. ᾿Επειδὴ δὲ ἡ πρεσθεία ἐχρό- γισεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Παῖσιος ὑπο πτεύσας τι τὸ ἀπευκταῖον ἀπεφάσισε νὰ µεταθῇ καὶ ὁ ἵ- διος μετὰ τῶν λοιπῶν ᾿ΑΡρχι- ερέων εἰς Κωνσταντινούπολιν ᾽Αλλὰ προδοθέντες συνελήφθη σαν παρὰ τὸ χωρίον «Λιοπέ- τριν» (᾽Αμμοχώστου) καὶ ὁδη- γηθέντες εἰς ᾿Αρχιεπισκοπὴν ἐτέθησαν ὑπὸ φρουράν. ᾽Αλλ᾽ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέστρεψε καὶ ἡ πρεσθεία᾿ μετ αὐτῆς δὲ καὶ ἀνώτερος ὑπάλληλος κομιστὴς τοῦ ἄνω Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔμελλε νὰ ἀναγνωσθῇ ἐπισήμως ἐν τῷ Σεραγίῳ Λευκωσίας ἐνώπιον πάντων τῶν ἐν τέλει. Ητο ἡ 25 ᾿Οκτωθρίου τοῦ 1764 ὁπότε ἀνεγνώσθη τοῦτο. Μετὰ τὸ πέρας ὁ Διοικητής Τζὴλ «ή ρώτησεν ἐλεγκτικῶς τὸν ᾽Αρ- χιεπίσκοπον Παῖσιον τίνα θλά- 6ην ἐπροξένησεν εἰς τὸν Ρα- γιᾶν καὶ τὸν ἐγκάλεσεν εἰς τὴν πόρταν» δηλαδὴ τὴν Ὕψη- λὴν Πύλην ἢ τὴν Κεντρικὴν Κυθέρνησιν. Μόλις δὲ ὁ ᾿Αρ- Χιεπίσκοπος ἐπεχείρησε ν᾿ ἆ- παντήσῃ, ᾿εὐθὺς ὑπεχώρησε τὸ δάπεδον καὶ οὕτω πάντες ἔπε σον ἐν τῷ ὑπογείῳ, εὐτυχῶς µόνον τραυμµατισθέντες. Ἡ κα- κοῦργος αὕτη πρᾶξις ἐπενο- ήθη ὑπὸ τοῦ Τζήλ, διατάξαν- τος νὰ ἐκκοπῶσιν οἱ στῦλοι ἑ- πὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο τὸ δάπεδον᾽ ἐγκάθετοι δὲ αὐτοῦ κατόπιν συνθήµατος κατέρρι- ψαν τοὺς στύλους ἑλκύσαντες αὐτοὺς διὰ σχοινίων. Ἡ στάσις τοῦ λαοῦ. Αμα τῷ ἀκούσματι τούτου ὁ λαὸς ἁρπάσας ὅπλα ὥρμησε μετὰ λύσσης κατὰ τοῦ Σερα- γίου. αλλ” εὑρὼν τὰς πύλας κεκλεισµένας, ἐνέόαλε πῦρ' εἰσελθῶν δὲ ἐφόνευσε τὸν Τζὴλ. καὶ ἄλλους 18 ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν ἐπὶ πλέον δὲ διήρπασε καὶ τὸ δηµόσιον ταμεῖον. Οἱ κάτοικοι τῆς Λευκωσίας φοθηθέντες ἐνεκλείσθησαν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν. ᾿Επειδὴ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν 26 ᾿Ὀκτωθρί- ου ἑορτὴν τοῦ Αγίου Δημη- τρίου, ὡς ἐκ τῆς ἐνάρξεως τῆς σπορᾶς πολλοὶ χωρικοὶ προσ- ἠρχοντο εἰς Λευκωσίαν πρὸς ἀγορὰν τῶν Χχρειώδῶν, ὁ Μουλλᾶς διέταξε διὰ κήρυκος ἵνα ἕκαστος ἀπέλθῃ εἰς τὰ ἵ- δια, πρὸς δὲ κλεισθῶσι καὶ αἱ πύλαι τῆς πόλεως. τὴν δὲ νύκτα συγκαλέσας παρ ἑαυτῷ τοὺς ἐπισήμους ὑπέδειξεν ἵνα Ὑράψωσιν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς τὴν ὑψηλὴν πύλην καὶ ἐκθέσωσι τὰ γεγονότα, παριστῶντες ὡς ὑπαίτιον τὸν Ττζὴλ- Οσμάν. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἡ Πύλη μαθοῦσα ταῦτα ἕ- στειλεν εἰς Κύπρον νέον Διοι- κητὴν καὶ ἀνακριτάς, Οὗτοι ἀπεφάνθησαν μὲν ὑπὲρ τῶν Κυπρίων, ἀλλὰ συνάµα ἔκρι- ναν ὅπως εἰς μὲν τοὺς συγγε- γεῖς τῶν φονευθέντων καταθλη- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1. ΜΥΡΙΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ θῇ ἡ τιμὴ τοῦ αἵματος, ἐπι- σκευασθῃ δὲ τὸ µέρος τοῦ πυρποληθέντος Σεραγίου, καὶ ἀποδοθῶσι τὰ ἁρπαγέντα χρή- µατα τοῦ Δημοσίου. Ὕπελο- γίσθη δὲ τὸ ὅλον ποσὸν εἰς χίλια πουγγία ἤτοι εἰς 500, 000 γρόσια. Ὡρίσθη δὲ ὅπως ἕκαστος Χριστιανὸς καταθά- λῃ ἀνὰ 14 γρόσια, ἕκαστος δὲ Μωαιεθανὸς τὸ ἥμισυ ἤτοι ἀνὰ 7 γρόσια. Καὶ οἱ μὲν Χρι- στιανοὶ ὑπέκυψαν, ἀλλ᾽ οἱ Τοῦρκοι ἀντέστησαν ἐκδιώξαν- τες καὶ τοὺς εἰσπράκτορας. Καὶ οὐ µόνον τοῦτο, ἆλλ᾽ ἔπει- δὴ ἐπιέζοντο προέθησαν καὶ εἰς ἄλλα. Οὕτω πολλοὶ όρμη- θέντες ἐκ τῆς ἐπαρχίας ᾽Αμ- µοχώστου κατέλαθον τοὺς μύ- λους τῆς Κυθρέας, ἐξ ὢν ἡ Λευκωσία ἐπορίζετο τὸ ἅλευ- ρον. ᾿Επλησίαζε δὲ καὶ ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα (Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1765). Εναντίον τῶν στα- σιαστῶν ἐστάλη στρατός, ὁ ὁ- ποῖος ὅμως συνδιηλλάγη μετ αὐτῶν. ᾽Αλλ᾽ ἐπειδὴ µετά τι- να χρόνον ἐζητήθη τὸ πρόστι- έστησαν. Κατέστησαν δὲ καὶ ὡς ἀρχηγὸν αὐτῶν τὸν φρού- ῥραρχον Κυρηνείας Χαλήλ. Οὔ- τος ἀνακηρύξας ἑαυτὸν δΔιοι- κητὴν τῆς Κύπρου, ἠπείλησε καταστροφὴν περιουσίας καὶ θάνατον κατὰ παντὸς μἠ ὑπα- κούοντος, ἐπιτάξας ὅπως οὔτε ὀθολὸν καταθάλῃ τις ἐκ τοῦ ἐπιθληθέντος προστίμου. Προσκαλέσας δὲ τοὺς ᾽Αγά- δες καὶ τοὺς ᾿Αρχιερεῖς ἠξίω- σε παρ) αὐτῶν ἔγγραφον, ὅ- περ ἀποστέλλων εἰς Κωνσταν- τινούπολιν θὰ ἀνεγνώρίζετο ὡς Διοικητὴς τῆς Κύπρου. ἸΑλλ’ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος [αἲ- σιος ἀπέσχε τοιαύτης ἐκνόμου πράξεως΄ ἔσπευσε δὲ νὰ µετα- 6ῇ εἰς Βασιλεύουσαν φυγών λάθρᾳ ἐκ Πάφου μετὰ τῶν Μητροπολιτῶν Πάφου καὶ Κη- ρυνείας͵, καὶ διὰ τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας ἔφθασεν εἰς Κωνσταντι- νούπολιν, ὅπου κατήγγειλε τὰ ἐν Κύπρῳ συµθαίνοντα. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Χαλὴλ ἐλ- θὼν ἐκ Κυρηνείας εἰς Λευκῶ- σίαν ἐπολιόρκησεν αὐτὴν θάλλων καὶ διὰ τηλεθόλων' ὁ ἀποκλεισμὸς διήρκεσε 50 ἡμέ- ρας οἱ δὲ κάτοικοι ἐπείνασαν τρεφόµενοι δι ὁσπρίων καὶ λαχάνων. ᾽Αλλ᾽ ἤδη ἐπανῆλθον οἱ ᾿Αρ- χιερεῖς καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ νέος Διοικητής, ὅστις ἔπεισε τὸν Χαλὴλ ν᾿ ἀπέλθῃ εἰς Κερόνει- αν ζητηθέντος ὅμως καὶ πά- λιν τοῦ προστίµου, ὁ Χαλὴλ ἐπανελθὼν ἀπέκλεισε καὶ πά- λιν τὴν Λευκωώσίαν. Διαδοθέντος δὲ ὅτι θὰ ἐπήρ- χετο καὶ κατὰ τῆς Λάρνακος, οἳ κάτοικοι ἐπεκαλέσθησαν τὴν θοήθειαν τῶν Προξένων. ὍὉ τῆς ᾽Αγγλίας Τέρνερ σπεύσας εἰς Λευκωσίαν ἐπεκοινώνησε μετὰ τοῦ Καλὴλ καὶ τῶν πολι- ορκουµένων. ἼἨδη, μηνὶ ᾽Ιουνίῳ, κατέ- φθασεν ἡ πρώτη ἀποστολὴ Τουρκικοῦ στρατοῦ ἐκ Μικρᾶς ᾿Ασίας καὶ μετ αὐτὴν ἄλλη ὑπὸ δύο πασάδες. Τότε πολ- λοὶ τῶν ὁπαδῶν τοῦ Χαλὴλ ἐγ- κατέλειψαν αὐτόν, ὅστις ἔφυ- γεν εἰς Κερύνειαν. ἸΑλλ” ὁ ᾿Αρχιστράτηγος ἀκολουθήσας αὐτὸν καὶ ἀποκλείσας ἠνάγ- κασεν ἵνα παραδοθῃ. Τούτου γενοµένου τὸν μὲν Χαλὴλ ἐ καρατόµησε, ἐκ δὲ τῶν ὅπα δῶν αὐτοῦ, εἲς 200, τοὺς μὲ ἀπηγχόνισε τοὺς δὲ ἀνεσκο- λόπισε. Οὕτω πολλαὶ τουρκι καὶ οἰκογένειαι ἁπωρφανίσθη σαν. Αἱ γαῖαι ἔμειναν ἀκαλλιέρ- γῆτοι, τὰ δὲ χρέη τῆς νήσου ἀνῆλθον εἰς χίλια πουγγία ἤ- τοι εἰς 500,000 γρόσια, κατ᾽ ἀντίστροφον λόγον τῶν Φορο- λογουµένων, οἵτινες κατῆλθον εἰς δέκα µόνον χιλιάδας ἑλ λήνων καὶ πέντε Τούρκων. ᾽Αρχομένου τοῦ 1767 ἀπέ- θανε καὶ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Παΐσιος ἐν Λάρνακι καὶ ἐτάφη παρὰ τὴν πύλην.τοῦ Αγίου Λαζάρου. ΄Ηγε δὲ τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ. ὍὉ ᾿Αρχιεπίσκοπος Παῖσιος ἐγεννήθη ἐν τῷ χωρίῳ «Κοιλά νιον» τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Ἐκ παίδων προσελήφθη ἐν τῇ ᾿Αρχιεπισκοπῇ, τὴν ὁποίαν ὁ πηρέτησεν ἐπὶ 40 σχεδὸν ἔτη, ἤτοι 5 ἐπὶ Σιλθέστρου, 27 ἐπὶ Φιλοθέου ὥς ᾿Αρχιδιάκονος καὶ ᾿Αρχιμανδρίτης, καὶ ἐπὶ ὃ ἔτη ὡς Αρχιεπίσκοπος. «Π- το ἀνὴρ παρρησιαστικὸς τὸ ἆ- νάστηµα, εὐπρεπής, ὄαθυ πώγων, ὀξέως πνεύματος, ἐπι- νοητικός, φΦιλόπονος, ἱκανῶς ἠρτυμένος λόγου τοῦ ἑλληνι- κοῦ, δεξιώτατος εἰς τὸ γΥρά- φειν' ὑπὸ Φιλοθέου γυμνασθεὶς θίόλους ὁλοκλήρους ἀντιγρά- Ψας κατέλειπε» ὡς περιγράφει τοῦτον ὁ ἱστορικὸς ᾿Αρχιμαν- δρίτης Κυπριανός, ΙΕΡΟΡΡΑΦΕΙΟΝ Καθιστῶμεν γνωστὸν εἰς τὸ κοι- νόν, τὰς ἀξιοτ. ἐπιτροπείας τῶν ἐκκλησιῶν, τοὺς αἲδ. Ἱερεῖς χαὶ ἐν γένει τὸν ἱερὸν χλῆρον ὅτι ἆνα- λαμθάνομεν τὴν ἐκτέλεσιν παντὸς εἴδους ἐκκλησιαστικῆς στολῆς, ὡς ἐπίσης καὶ καλιμαύχια. ᾿᾽Αποτείνεσθε εἰς ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΧΕΙΔΙΛΗΝ ναὶ ΥΙΟΝ, Λιθρο- δόντα, ἢ καθ ἑκάστην Πέμπτην (Καθ᾽ ὅὕλον τὸ Πενηνταήµερον) εἷς τὸ κατάστημα τοῦ κ. ΛΑΜ- ΠΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, 'Ωδὸς Χοι- σοχόων ἀριθμ. 54 Λευκωσία. μον, οἱ Τοῦρκοι καὶ πάλιν ἀντ-' Τοῦ κ. ποὺ κράζει Ἡ Θρησκεία καὶ τὸ θρη-| σκευτικὸν αἴσθημα, ὑπῆρξαν | ἀνέκαθεν τὰ κυριώτερα µέσα, μὲ τὰ ὁποῖα κάθε ἀνεπτυγμέ- γος καὶ πολιτισµένος λαός, παρήγαγεν τὰ ὠραιότερα προϊόντα τῆς λογοτεχνίας του. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀρχαιό- τερα λογοτεχνικὰἁ προϊόντα τῆς ἑλληνικῆς µας Φφιλολογί- ας, συνδέονται μὲ τὴν ἀρχαί- αν ἑλληνικὴν θρησκείαν. Αἱ µεγάλαι καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ διανο- ήµατα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν ὑψηλὸν καὶ πνευµατικον θίον ἐμπνέουν πάντοτε τὸν ἀν- θρώπινον νοῦν καὶ συγκινοῦν τὴν ἀνθρωπίνην Ψυχήν. διὰ τοῦτο ὁ Χριστιανισμός, ϐθρη- σκεία τῶν θρησκευτικῶν ἐμ- πνεύσεων καὶ τῶν ὑψηλῶν θεο- λογικῶν ἀρχῶν, θρησκεία κατ’ ἐξοχὴν τῆς ὑψηλοτέρας ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς δι- δασκαλίας, προσέφερεν μ᾿ ἕ- να κεφάλαιον, ἄπειρον κατὰ θάθος καὶ πλάτος, εἷς τὴν δη- µιουργίαν μιᾶς πρωτοτύπου καὶ γονιµωτάτης χριστιανικῆς Φιλολογίας. 'Ἡ Χριστιανική θρησκεία ἄνοιξε νέους εὐρυτά- τους πνευματικοὺς ὁρίζοντας καὶ ἀνεκαίνισεν ἐκ θεμµελίών τὸν ἑλληνικὸν πνευματικὸν καὶ ἠθικὸν Θίον, εἰς ἐποχὴν µάλιστα ἀποστειρώσεως ὅλων τῶν ζωτικῶν πηγῶν τῶν µεγά- λων ποιητικῶν, ἠθικῶν, πολι- τικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἐμπνεύ- σεών. Εἰς τὴν αἰσχίστην κατά- πτωσιν τῶν πνευμάτων καὶ τῶν φρονημάτων, οἱ μεγάλοι ποιηταὶ καὶ ὑμνογράφοι τῆς ἐκκλησίας µας, μὲ τὴν ρητορι- κὴν τέχνην καὶ τὸν ποιητικὸν λόγον, ἀναπτύσσουν καὶ κατο- χυρώνουν ἐναντίον τῶν κακο- δόξων αἱρετικῶν τὰ δόγµατα τῆς πίστεως, µεταστρέφουν τὰς πεποιθήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐπιτυγχάνουν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν µεταπολίτευ- σιν τοῦ ἀρχαίου κόσμου. τὸ εὔστροφον ἑλληνικὸν πνεῦμα, ἔλαθεν ἀπὸ τὴν χρι- στιανικὴν πίστιν τὴν ἠθικὴν ἕξ- αρσιν. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ γλῶσσα τῆς ὀψηλοτέρας παι- δεύσεως καὶ τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας τῶν λαῶν, ἔγινεν ἡ γλῶσσα τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ᾽Αποστόλων, τῶν ποιητῶν καὶ ὑμνογράφων τῆς ᾿Εκκλησίας, Ἡ Θεολογικὴ Φιλοσοφία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἔλαθε ἀπὸ τὴν Φφιλοσοφίαν τῶν ἀρχαίων Ἓλ- λήνων τοὰς διαλεκτικοὺς τύ- πους καὶ ὄρους καὶ ἡ ἀρχαία ποίησις καὶ ρητορικἡ ἔδώκαν ὅλον τὸ καλαισθητικὸν ποιητι- κὸν πνεῦμα, τὸν λυρικὸν τόνον, οὕτως ὥστε ἡ ᾿Εκκλησία, μὲ τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, νὰ παρ- άγῃ νέα πνευματικἀὰ προϊόντα, νέαν χριστιανικὴν φιλοσοφίαν, γέαν χριστιανικἠν µρητορικὴν καὶ χρηστιανικὴἠν ποίησιν. Σο- φοὶ πατέρες, μεγάλοι θεολό- γοι, πολυγραφώτατοι ἐκκλησι- αστικοὶ συγγραφεῖς καὶ εὖ- Φραδέστατοὶ ρήτορες, εἰς πε- ζὸὀν ἢ ἔμμετρον λόγον,, ἆνα- πτύσσουν κατὰ καιρούς, τὰς ἀποκεκαλυμμένας θεολογικὰς ἀληθείας τῆς Χριστιανικῆς πί- στεως καὶ ἐγκωμιάζουν ποιη- τικώτατα τὰ μυστηριωδέστερα γεγονότα τῆς εὐαγγελικῆς ἵ- στορίας. Τοιουτοτρόπως, ἡ Χριστιανική Φιλολογία, πρα- γματευομένη περὶ Θεοῦ καὶ θείων πραγμάτων καὶ γεγονό- των, μὲ τὴν ἑλληνικὴν γλῶσ- σαν, τὴν ρητορικἠὴν καὶ τὴν ποίησιν, παρήγαγεν τὰ λογο- τεχνικά, πεζὰ ἢ ποιητικά, ἄρι στουργήµατα τῆς ᾿Εκκλησίας ἄξια θαυμασμοῦ διὰ τὸ ἐσω τερικὸν θάθος τῶν πνευµατι κὠν ἀληθειῶν καὶ τὸ ἐξωώωτερι κὸν κάλλος τοῦ ποιητικοῦ λό- γου. Ἕνα θαυμάσιον προϊὸν τῆς θρησκευτικῆς ποιήσεως εἶναι καὶ ὁ ᾽Ακάθιστος Ὕμνος, ἡ πλέον συμπαθὴς καὶ ἡ πλέον δημοφιλἠς ἀκολουθία τῆς Ἐκ- κλησίας µας. Εἶναι τὸ ἄριστον προϊὸν τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλη- σιαστικῆς Φιλολογίας, ἔξοχον ἔργον εὐσεθεστάτου ποιητικοῦ καλάμου. Ὁ ᾽Ακάθιστος Ὕ μνος, οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς ΓΠαν- αγίας, εἶναι ἡ ζωηρὰ ἔκφρασι τῆς θερμῆς ἐπιθυμίας τῆς χρι στιανικῆς ψυχῆς νὰ ἐπικοινω- νήσῃ μὲ τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Μητέρα Του. Εἶναι ἡ ἐκδήλω- σις ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς πρὸς τὴν ὑπέρμαχον τοῦ γένους Στρατηγόν. Ὁ ᾿Ακάθιστος Ὕμνος μᾶς ὑπενθυμίζει, κα- τὰ τρόπον ποιητικόν, τὰς ἓν- δοξοτέρας σελίδας τῆς Βυζαν- τινῆς “Ἱστορίας, τὰς εὐγενε- στέρας παραδόσεις τῆς Ἕλλη- νικῆς Φυλῆς καὶ διαζωγραφί- ζει ἐνώπιόν µας τὰς ἁγιωτέ- ρας ἀληθείας τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας. 'ΗἩ καθαρὰ ποίη- σίς του μᾶς ἀνυψώνει πρὸς ὅ - τι τὸ ὡραῖον καὶ τὸ ἀληθές, πρὸς τὸν Θεόν, Τί δυσανάδα- τον ὕψος ποιητικῶν µεγαλυ- ναριων καὶ ψυχικῶν ὁραματι- σμῶν! Τί δυσθεώρητον ὀάθος θεολογικῶν µυστηρίων, ϐθρη- σκευτικῶν ἐμπνεύσεων καὶ εὖ- σεθῶν θεωριῶν! Δὲν νομίζω νὰ ἔχηῃ γραφῆ ἄλλος ὕμνος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ᾽Ακάθιστον, μὲ τόσην ποιητικἠν τέχνην καὶ χάριν, μὲ τόσον λυρισμὸν καὶ σπανίαν ἔμπνευσιν. Διὰ τοῦ- το ὁ Ὕμνος οὗτος, ὄχι µόνον ὡς ἀκολουθία ψαλλομένη παρ- ακολουθεῖται μὲ κατάνυξιν καὶ μὲ δέος, ἀλλὰ καὶ ὡς Φιλολο- γικὸν ἔργον µμελετᾶται καὶ σχολιάζεται ὑπὸ τῶν 6Φυζαντι- ΠΕΜΠΤΗ ΠΚΠΟΙΣΤΗΣ ΥΜΝΟΣ Κ. ΑΝΔΡΕΟΥ, Θεολόγου. «φέρνει ὁ ἄνεμος θαμποὺς κυματισμοὺς καµπάνας μέσ’ ἀπ᾿ τὰ χωριά, λογιάζω κ᾿ ἀπεικάζω γιὰ τῆς Χάρης της τοὺς θείους Χαιρετισμούς. (ΣΙΚΕΛΙΑΜΟΣ) νολόγων καὶ τῶν ἐκκλησιαστι- κῶν ἱστοριογράφων, θεωρού- µενος ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ὑπέροχα ἀριστουργήματα τοῦ εὐσεθοῦς ποιητικοῦ λόγου. Ὁ ποιητὴς τοῦ Ὕμνου, ἄγνωστος ἕως σήμερον, μὲ ποιητικοὺς στίχους καὶ λυρικὸν ἔνθουσι- ασμόν, ἐξυμνεῖ τὸ µεγαλειώδέ- στερον µυστήριον τῆς χριστια- νικῆς πίστεως, τὸν Εὐαγγελι- σμὸν τῆς Θεοτόκου, ἐγκωμιά- ζει τὴν πολυῦμνητον Κόρην τῆς Βαζαρὲτ καὶ ἀπαριθμεῖ μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὅλα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἀπή- λαυσεν ὁ κόσμος διὰ τῆς ἑναν- θρωπίσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λό- γου τοῦ Θεοῦ. Τοιοῦτον ἔργον ἦτο ἑπόμε- νον νὰ ἐξασκήσῃ τεραστίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐκκλησια- στικῆς ποιήσεως καὶ ρητορι- κῆς καὶ τῆς καθόλου λογοτε- χνίας, ἰδικῆς µας καὶ ξένης. Ὁ ᾿᾽Ακάθιστς ὝὝμνος µετε- φράσθη εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας, ἡ ἁπή- χησίς του δὲ ἐπὶ τῆς νεοελλη- νικῆς µας λογοτεχνίας ὑπῆρ- ξε πάρα πολὺ µεγάλη. 'Ἱστο- ρικοί, πεζογράφοι, ἱεροκήρυ- κες, ποιηταί, ἐμπνέονται ἀπὸ τὸν Ὕμνον τῆς ἀκαθίστου ᾽Α- κολουθίας. Ὁ «ἀείμνηστος ἵ- στορικὸς τοῦ Ἓθνους ΚΚ. ΙΠα- παρρηγόπουλος, τονίζων τὴν ἐθνικὴν σηµασίαν τοῦ Α. “Ύ- µνου, γράφει ὅτι «ἡ ᾿Ακολου- θία τοῦ ᾿Ακαθίστου ἽὝμνου δὲν παύει πληροῦσα τὰς καρ- δίας ἡμῶν ἐλπίδος περὶ αἰσι- ωτέρου μέλλοντος» (Ἱστορία τοῦ Ἕλλην. Ἓθνους, τὀμµ. 3 σελ. 195). Ὁ Αλ, Παπαδια- µάντης γράφει τὰ ἑξῆς περὶ ᾽Ακαθίστου: «Ἐν τῷ προκει- µένῳ ὕμνῳ ἀπαντῶσι καὶ ἐμ- πνεύσεις ἀκραιφνεστάτης ποι- ήσεως... Ἡ δι’ ὅλου τοῦ ποιή- µατος διήκουσα ἰδέα εἶναι ἡ ὑπεροχὴ τῆς θείας Σοφίας ἆ- πέναντι τῶν προσπαθειῶν τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας πρὸς εὔ- ρεσιν τῆς ἀληθείας καὶ ἡ προ- σκύνησις τῆς Παναγίας... (Ἐφημερὶς 9 Απριλίου, 1886). Ὁ ᾿ἨἨλίας ἡΜηνιάτης, ὁ μεγαλύτερος τῶν ἱεροκηρύ- Κων τῶν τελευταίων αἰώνων, ὑπὸ τοῦ ᾽Ακαθίστου ἐμπνεόμε- νος κάµνει τὰς ὡραιοτάτας ἑ- κείνας στροφὰς πρὸς τὴν Μα- ρίαν, τὸ µακαριώτατον ὄνο- μα, τὴν Παναγίαν. Εἰς ὁμιλί- αν του εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου, ὀνομάζει τὴν Παρθένον «Βασίλισσαν τῶν ᾽Αγγέλων, ἀργυροχρυσόχροον κρίνον, εὐανθέστατον παράδει- σον, παστάδα τοῦ Οὐρανίου Βυμφίου, ὀδασιλικὸν θλάστη- μα, µαργαρίτην εἰς κόχλον, Μητέρα ἑνὸς Θεοῦ». (Διδα- χαὶ καὶ Λόγοι, τόμ. β΄, σελ. 150-151). Ὁ δὲ Φραγκῖσκος Σκοῦφος γράφει εἰς τὴν Θεο- τόκον: «θελα νὰ σὲ εἰπῶ Οὗρανόν, εἲς τὸν ὁποῖον ᾱ- στραψεν ὁ μυστικὸς Ηλιος... ᾽Απὸ τοὺς οὐρανοὺς πλατυτέ- ρα... ΝΜὰ σὲ κηρύξω παράδει- σον... Μὰ σὲ κηρύξω πέλα- γος τῶν χαρίτων... ὌὌρος ὄὀψη- λὸν τῆς ἁγιότητος.. ϱ Ἓκλε, κτὴν ὡς ὁ ἥλιος... Νὰ σὲ εἷ- πῶ πο Ρόδον... Κρῖ- νον...». έχν Ρητορική, 6ιδλ. 4, κεφ. 11, αελ. η». 346). ᾽Αλλὰά πρὶν κλείσωµεν τὸ παρὸν ἄρθρον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ ἀναφέρωμεν καὶ τοὺς δύο γίγαντας τῆς νεοελληνι- κῆς ποιήσεως, τοὺς δύο ἥρω- ας τοῦ λόγου, τοῦ στίχου καὶ τοῦ στοχασμοῦ, τὸν Κ. Παλα- μᾶ καὶ τὸν Α. Σεκελιανό. Ὁ πρῶτος ἔλεγεν ὅτι ὁ ᾽ακάθι- στος Ὕμνος, δογματικὸν µα- ζὺ καὶ ποιητικὀν, κατόρθωμα, Ὑνήσιον θυζαντινὸν ποίηµα ἅπ.- αρτισθὲν ἀπὸ ψηφίδας παντὸς εἴδους, περιµαζωµένας παντα- Χόθεν, «ἐξεγείρει ἐντὸς ἡμῶν ἱερὰς ὁμοῦ καὶ ἱλαρὰς ἆνα- µνήσεις καὶ συγκινήσεις» (Ἔ- φημ. ᾿Ἐμπρὸς 11 καὶ 14 Μαρ- τίου 1918). ἸΙδοὺ καὶ μερικοὶ στίχοι του, οἱ ὁποῖοι ὁμοιά- ζουν μὲ στίχους τοῦ ᾽Ακαθί- στου: «Μαρία κυρά ᾿Αθηνιώ- τισσα πιὸ γαλανή, πιὸ ὡραί- α..Ὑπέρμαχη Στρατήγισσα, σ᾿ ἐσὲ τὰ νικητήρια.- Σκέπη τοῦ κόσμου πιὸ πλατειὰ ἀπ᾿ τὸν να υὰ σκοτάδι πύρινε στύλε, ὁδηγητή, καὶ τῆς ψυχη λιµάνι.--᾿Αγνὸ διδλίο ὰ τον. τανό, ποὺ τὄχει σφραγισμένο τὸ πνεῦμα, ρόδο ἁἀμάραντο, πύρινε θρόνε, χαῖρε.- Φύτρω- σες δέργα μυστική, τὸ ἁμά- ραντο λουλούδι, ἅρμα σου ἐσέ- να διάλεξε κι’ ὁ νοητὸς ὁ ἥλι- ος.--Τοὺς φιλοσόφους ἄσοφους δείχνεις καὶ µωρολόγους τῶν ὄμορφων παραμυθιῶν τοὺς ρα- ψωδούς, ὢ Κόρη, κι’ ἔπλεξες τὸ στεφάνι ἐσὺ ποὺ εἶν᾽ ἄπλε- χτο ἀπὸ χέρια.- Ῥηλότερη ἀπ' τοὺς οὐρανούς, πιὸ καθαρὴ ἀπ᾿ τὸν ἥλιο καὶ πιὸ ἀκριδὴ ἀπ᾿ τὰ χερουδίµ, πιὸ δοξα- σµένη ἀκόμα κι’ ἀπὸ τὰ Σε- ραφείμ, ἐσὺ στάµνα τοῦ θεί- ου Μάνα». (Δωδεκάλογος τοῦ Γόφτου καὶ Φλογέρα τοῦ Βα- σιληᾶ). Ὁ δὲ Σικελιανός, συγκινηµένος ἀπὸ τὴν «Καμ- πάνα τῶν χαιρετισμῶν, καµ- πάνα κυματοῦσα, ποὺ προδο- δᾶ τὸ δεῖλι, τόσο γλυκά, τὶς ταπεινὲς καρδιὲς πρὸς τὸν ᾽Α- πρίης, γράφει στὸν ὕμνο πρὸς τὴν Παναγία τοὺς ὡραίους στίχους τῆς ἐπικεφαλίδος: ἀΦέρνει ὁ ἄνεμος θαμποὺς κυμα- [τισμοὺς καµπάνας µέσ᾽ ἀπ᾿ τὰ χωριά, λο- Ώγιάζω κι ἀπεικάζω ποὺ κράζει γιὰ τῆς Χάρης της [τοὺς θείους χαιρετισμούς». 11 ΜΑΡΤΙΟΥ 1954 ΕΝΙΥΠΟΤΕΙΣ ΕΚ. ΜΙΛΣ ΗΛΙΙΣΗΙΚΗΣ ἵρ ΚΙΔΙΚΙΙ Τμ ΙΙΙ τοῦ κ.Ν. Γ, ΙΑΚΩΒΙΔΗ, ἰατροῦ. Ἐκ τῆς δηµοσιευθείσης στα- τιστικῆς γεννήσεων καὶ θανά- των ἐν Κύπρῳ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1953 θλέπομεν ὅτι εἰς τὰς πόλεις τὸ ποσοστὸν τῶν γεν- νήσεων ἧτο 24.25 ἐπὶ τοῖς χιλί- οις, ἐνῶ τὸ τῶν χωρίων ἤτο 27.29. 'Η θνησιµότης εἰς τὰς πόλεις το ᾖ7.9ἱ καὶ εἰς τὰ χωρία 6.75. Θνησιμότης δρε- φῶν εἰς τὰς πόλεις 58.31 καὶ εἰς τὰ χωρία 44.17. Δὲν θὰ ἐρευνήσωμεν εἰς τὴν παροῦσαν πραγµατείαν διὰ μακρῶν τὰ αἴτια τῶν μεγαλυ- τέρων θανάτων εἰς τὰς πόλεις τόσον τῶν θρεφῶν, ὅσον καὶ τοῦ ὅλου ἁστικοῦ πληθυσμοῦ., ᾿Οφείλονται, ὡς γνωστόν, τὰ αἴτια ταῦτα εἰς χειροτέρας ὃ- γιεινὰς συνθήκας κατὰ τὰς ὁ- ποίας διαθιοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων ὑπὸ ἔποψιν ἀερι- σμοῦ καὶ φυσικῆς διατροφῆς καὶ τῆς µεγαλυτέρας σωµατι- κῆς καὶ ψυχικῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν καταθάλλουσι διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. ᾿Ενῷ οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου διαθι- οὔσιν ὑπὸ καλυτέρας ὑγιεινὰς συνθήκας ἐργαζόμενοι εἰς τὸν καθαρὸν ἀέρα καὶ τρεφόµενοι μὲ φυσικωτέρας τροφὰς τὰς ὁ- ποίας παράγει ἡ ζείδωρος γῆ καὶ ἀποφεύγοντες τὴν λαι- µαργίαν, ἥτις εἶναι πηγἠ πολ- λῶν ἀσθενειῶν. Ὁ Γάλλος κα- θηγητὴς τῆς ᾽Ιατρικῆς αιεπίοῦ τοῦ Πανεπιστηµίου τῶν Παρι- σίων, ὅστις ἔζησεν 103 ἔτη καὶ ἔγραψεν εἰς ἡλικίαν 98 ἐ- τῶν θιθλίον «Πῶς εἶναι δυνα- τὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 100 ἐτῶν» ση- μειώνει «περισσότεροι ἄνθρω- ποι ἀποθνήσκουν ἀπὸ λαιµαρ- γίαν παρὰ ἀπὸ πεῖναν». Πρὸ 30 ἀκόμη δὲ περισσότε- ρον πρὸ 50 ἐτῶν οἱ χωρικοὶ προσεθάλλοντο καὶ ὑπέκυπτον εὐκολώτερον ἀπὸ τοὺς κατοί- κους τῶν πόλεων εἰς τὰς δια- φόρους ἀσθενείας, πρὸ πάν- των ὅταν αὗται εἶχον ἐπιδημι- κὸν χαρακτῆρα. Τοῦτο διεπι- στώσαμµεν κατὰ τὴν μεγάλην ἐπιδημίαν τῆς γρίππης κατὰ τὸ ἔτος 1918, ὅτε ὁ ἀριθμὸς τῶν θανάτων εἰς τὰ χωρία Ἄ- πῆρξε τροµακτικός, ἐνῶ εἰς τὰς πόλεις τὰ θύματα ὑπῆρ- ξαν σχετικῶς ὀλιγώτερα. ᾽᾿Αποδίδεται ἡ τότε µεγάλη θνησιµότης τῶν χωρικῶν µας εἰς τὴν ἄγνοιαν στοιχειώδεστά- των κανόνων τῆς ὑγιεινῆς ἀνα- φερομένων εἷς τὴν καλἠν δια- τροφὴν καὶ τὴν καθαριότητα. Εἰδικῶς ἀναφέρομεν ὅτι τότε οἱ χωρικοί µας ἐπώλουν εἰς τὰς πόλεις τὰ καλύτερα προϊ- όντα των, ἤτοι τὸ γάλα, τὰ αὐ- γά, τὸ χαλλοῦμι, τὸν τραχα- νᾶν, τὰ πουλερικά των τὰ πλουσιώτατα εἰς θρεπτικὰ στοιχεῖα καὶ Θιταµίνας καὶ οἱ ἴδιοι ἠγόραζον εἰς τὰς πόλεις τὸ ἄσπρο ψωμὶ (τὸ ἑστερημέ- νον βιταμινῶν) καὶ τὸ ἔτρωγον μὲ ὀλίγας ἐλαίας ἢ ἁλίπαστον κρέας (διατηρημένον) τὸ ὁ- ποῖον, ὡς μὴ νωπόν, εἶχε κα- τεστραµµένας τὰς περισσοτέ- ρας θιταµίνας του, καὶ ἑτρέ- Φφοντο ἁκόμη μὲ μερικὰ χόρ- τα. Σήµερον, εὐτυχῶς, ἤλλαξε πολὺ ὁ βίος τῶν ἀγροτῶν. Πε- ρισσότερον μορφωμένοι οὗτοι κατέχουσι πολλὰς ὑγιεινὰς γνώσεις καὶ τρέφονται μὲ ῥὁ- γιεινοτέρας τροφάς. Σκοπὸς τοῦ παρόντος ἄρ- θρου εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν μᾶλλον τὰ αἴτια τῶν ὀλιγωτέ- ρων γεννήσεων εἰς τὰς πόλεις ἀποθλέποντες εἰς τὸν θρησκευ- τικὸν καὶ ἠθικὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ «Ἔκκλη- σιαστικὸν Βῆμα». Δὲν εἶναι, δυστυχῶς, μυστι- κὸν ὅτι πολλοὶ τῶν σηµερι- νῶν Ὑάμων εἷς τὰς πόλεις προσέλαθον ἐμπορικὸν χαρα- κτῆρα καὶ λείπει ἡ μεταξὺ τῶν συζύγων ἀδιατάρακτος ψυχικὴἡ ἁρμονία, ἡ σκέψις ὅτι εἶναι µέλη μιᾶς Χριστιανικῆς Πολιτείας καὶ ὅτι εἶναι πολῖ- ται μιᾶς μεγάλης Πατρίδος, τῆς Ἑλληνικῆς, εἰς τὴν ὁποί- αν πρέπει νὰ δώσωσι τέκνα ἵ- να ἡ πολυπαθὴς ἆλλ᾽ ἔνδοξος φυλή µας συνεχίσῃ τὸν ὄψη- λὸν αὑτῆς προορισµόν. ᾽Αντὶ τούτου πολλοὶ νεόνυµφοι διά- Ύουσι δ6ίον ὑλιστικόν, ἀποφεύ- Ὑοντες τὴν τεκνοποιῖαν, καὶ ὅταν ἀποφασίσωσι νὰ ἔχώσι τέκνα φέρουσιν εἰς τὸν κόσμον ἕνα τὸ,πολὺ δύο! Καὶ ἂν τὸ ἕνα αὐτὸ παιδὶ ἀποθάνῃ τί θὰ κάµωσιν οἱ γεννήτορες, ἑὰν μάλιστα εὑρεθῶσιν εἰς προθε- θηκυῖαν ἡλικίαν Ἐγνωρίσαμεν ἔντιμον καὶ εὔπορον οἰκογένειαν ἥτις εἶχε τὸ µεγάλο δυστύχημα νὰ χά- σῃ τὸ µονάκριθο παιδί της κα- τὰ τὸ τέλος τῆς δευτέρας παι- δικῆς ἡλικίας του. Μάτην προσ επάθησαν νὰ φέρωσιν εἰς τὸν κόσμον ἄλλο παιδί, µάτην κατ- έφυγον εἰς τὰ φῶτα τῆς ἐπι- στήµης ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Κύπρου. ”Εζησαν δυστυχεῖς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς των μὲ τὴν ἀνάμνησιν τοῦ ἀγαπημέ- νου παιδιοῦ των. ᾽Αλλ' ἡ ἆπο- φυγὴ τῆς τεκνοποιῖας δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα µόνον τὴν στεί- Ρρωσιν τῆς γυναικός. Συνεπά- γεται δυστυχῶς ἄλλα τροµε- ῥρώτερα κακά, τὴν διαµόρφω- σιν ὄγκων εἰς τὴν γυναῖκα, ἤ- τοι ὄγκους τῆς µήτρας εἴτε καρκῖνον, καὶ καρκῖνον τοῦ µαστοῦ. Αἱ στατιστικαὶ τῶν διαφόρων κρατῶν δεικνύουσιν ὅτι ἐνῶ ἡ φυματίωσις ὁλονὲν ἑλαττοῦται, ὁ καρκῖνος ἆἄπε- ναντίας πολλαπλασιάζεται. Δι- ότι ἡ ἀνθρωπότης ἀπομακρύ- νεται ἀπὸ τὸν κατὰ φύσιν καὶ κατὰ Χριστὸν δίον. Ένας μορφωμένος ἱερεύς, τυχων ἐπαξίως τῆς ἐμπιστοσύ- (Ἀυνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) ΠΕΜΠΤΗ 1] ΜΑΡΤΙΟΥ 1954 ΛΟΥ ΔΑ ΝΤΑΓΚΛΑΣ ο κ ρον Ροδοκόκκινες ἀπ᾿ τὴν ἄμη- χανία τους, οἱ Μακεδονοποῦ- λες ἄρχισαν νὰ ἀδειάζουν τοὺς ἀσημένιους δίσκους τους, προσπαθώντας νὰ μὴ δείξουν ὅτι εἶχαν συναίσθηση πὼς τὶς παρατηροῦσαν. -Πονηρὰ πλασματάκια, ἔ εἶπε ὁ Μάρκελλος μὲ γλυκιὰ φωνή. Ποῦ τὶς βρῆκε ὁ πατέ- ρας, --Σσστ! ψιθύρισε ἡ Λουκία. Σηκώθηκε καὶ πῆγε πρὸς τὰ μαρμάρινα κάγκελα, κι’ ὁ ἀδερφός της τὴν ἀκολούθησε νωθρά. Κοίταζαν κι οἱ δυό τους τὴν πολιτεία. --τΤί γνώµη ἔχει ὁ Τούλιος γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαμες ρώτησε ἡ Λουκία ἀλλάζοντας τὴν κου- θέντα. -“Μὰἁ δὲ µμοῦ λές, εἶπε ὁ Μάρκελλος, ἀγνοώντας τὴν παρέκθασή της, τί ἰδιαίτερο ἔχουν αὐτες οἱ σκλάθες καὶ σ’ ἔπιασε ξαφνικὰ τέτοια δια- κριτικότης Ἡ Λουκία κούνησε τὸ κεφά- λι της χωρὶς νὰ κοιτάξει, κι᾿ ἀναστέναξε: -“Συλλογιζόμουν, εἶπε ἀρ- γά, πῶς θὰ αἰσθανόμουν ἂν ἤμουν ἐγὼ στὴ θέση τους. (Τὰ ταραγµένα της μάτια συνάντησαν τὸ ἐρευνητικό του βλέμμα). Δὲν εἶναι ἀδύνατο, Μάρκελλε, νὰ βρεθῶ σύντομα σὲ ἀνάλογ κατάσταση.. Δὲ σ᾿ ἄρεσε βέδαια, φαντάζομαι. Θὰ σ᾿ ἄρεσε --Κουταμάρες! τὴ µάλωσε ὁ Μάρκελλος μὲς ἀπὸ τὰ δόν- ντια του. Τὰ παραφουσκώνεις τὰ πράµατα. Δὲ θὰ γίνει τί- ποτα. Θὰ φροντίσω ἐγὼ νὰ μὴ γίνει τίποτα. -Πῶς: ρώτησε ἡ Λουκία. Πῶς θὰ Φφροντίσεις --τΤί φαντάζεσαι πὼς θὰ κά- µω εἶπε ὁ Μάρκελλος ἀἆνα- Βάλλοντας τὴν ἀπάντηση. Μή- πως νόµισες πὼς θὰ...πὼς θὰ πάω νὰ ζητήσω συγνώμη ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σιχαµένο ἑρπετό Τὸ πρόσωπο τῆς Λουκίας φωτίστηκε λιγάκι, κι ἀκούμ- πησε τὸ χέρι της στὸ µπρά- τσο του. --Ναί, κἀν τοί παρακάλε- σε. Πήγαινε σήµερα, ἀμέσως| Φτιάξ’ τα µαζί του, Μάρκελ- λεἰ Πές του πὼς ἤδρυν μεθυ- σµένος. Ἠσουν, δὲν ἤσουν --Καλύτερα νὰ μὲ µαστι- γώσουν στὴ µέση τῆς ἀγορᾶς | --Ναί, τὸ ξέρω. Κι ἴσως µάλιστα νὰ σὲ µμαστιγώσουν. Ὁ Γάϊος εἶναι ἐπικίνδυνος ἱ -Μπὰ... τί μπορεῖ νὰ κά- µει Ὁ Τιδέριος δὲ μπορεῖ ν’ ἀφήσει τὸν ἡἠλίθιο πρὀγονό του νὰ τιμωρήσει ἕνα μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ Γ. λίω- νος. Εἶναι πασίγνωστο πως ὁ γέρος τὸν περιφρονεῖ. --Ἔδαί, μἁ ὁ Τιθέριος συγκα- τετέθηκε νὰ τὸν κάµει ἀντιθα- σιλέα, ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἡ ᾿]- ουλία. Καὶ τὴν ᾿Ιουλία πρέπει πάντα νὰ τὴν ὑπολογίζει κα- νείς. ᾽Αμϕιθάλλω ἂν ὁ ἐξασθε- νηµένος αὐτὸς γέρος θἄχε τὴ διάθεση νὰ προστατέψει τὴν οἰκογένεια τοῦ Γαλλίωνος ἓ- ναντίον τοῦ Γαἴου, ἂν ἄρχιζε ἡ Ιουλία νὰ τοῦ ζαλίζει ὅλη µέρα τ’ αὐτιά. Ἡ ᾿Τουλία εἷ- ναι ἱκανὴ γιά ὅλαι| -Εκδικητικὴ Υριά.... Ὁ Μάρκελλος σταμάτησε, τὴ στιγμὴ ἀκριθῶς ποὺ ἔτοι- µαζόταν νὰ πεῖ μιὰν ἄσχημη λέξη. --“Σκέψου το πάντως καλύ- τερα. (Ὁ τόνος τῆς φωνῆς τῆς Λουκίας ἦταν πιὸ χαρούμενος, γιατὶ αἰσθανόταν πὼς κέρδιζε ἔδαφος). Ἔλα, πᾶμε νὰ φᾶμε τὸ πρωϊνό µας. Ἔπειτα θὰ πᾶς στὸν Γάϊο καὶ θὰ κατα- πιεῖς τὸ καθαρτικὀ σου, Παί- γεσέ τον! Κολάκεψέ τον! Ση- κώνει ὅ,τι κι’ ἂν τοῦ πεῖς. Πές του πὼς εἶναι ὄμορφος! Πές του πὠς κανεὶς σὅλη τὴν Αὐ- τοκρατορία δὲν ἔχει τὴ σοφία του. Πές του πὼς εἶναι θεός ! Μόνο...µόνο πρόσεξε νὰ ἔχεις σοθαρὸ ὕφος. Ὁ Γάΐϊος ξέρει πιὰ καλὰ πὼς ἔχεις ἀρκετά ἀνεπτυγμένο τὸ αἴσθημα τοῦ χιοῦμορ. κ ἁκ ἃἘ ᾿Αποφασισμένος νὰ ἐφαρμό- σει τὴν συμθουλἠ τῆς ἁδερ' φῆς του, ὁ Μάρκελλος ἀνυπο- μονοῦσε νὰ τελειώσει μιὰ ὥρ᾽ ΤΩΝ ἀρχύτερα τὸ δυσάρεστο κα- θῆκον του. Ἡ λογικὴ ϐ) ἆπαι- τοῦσε νὰ ζητήσει ἀκρόαση ἱε- ραρχικῶς, καὶ νὰ περιμένει γα τὸν καλέσει ὁ Πρίγκιψ. Μά, ὁ Μάρκελλος ἀποφάσισε ν΄ ἀγνοήσει τὴν ἐθιμοτυπία καὶ νὰ δοκιμάσει νὰ ἰδεῖ τὸν Γάϊο, χωρὶς ἐκεῖνος νὰ τοῦ- Χει ὁρίσει συνέντευξη. Αν πήγαινε στὰ ᾿Ανάκτορα λίγο πρὶν ἀπ τὸ µεσηµέρι, ἴσως νάθρισκε τὴν εὐκαιρία νὰ μεί- νει λίγα λεπτὰ μόνος μὲ τὸν Πρίγκιπα, πρὶν κανεὶς τὸν πληροφορήσει γιὰ τὸ ἄτυχο Χτεσινοθραδινὸ ἐπεισόδιο. Στὶς δέκα, ξανανιωμένος ἀπὸ ἕνα ζεστὸ μπάνιο, ἕνα γε- ρὸ μασάζ ποὺ τοὔκανε ὁ Δη- µήτριος καὶ μιὰ βουτιὰ στὴ λιμνούλα, ὁ Χιλίαρχος γύρισε στὰ διαµερίσµατά του, ντύθη- κε μὲ προσοχἡ καὶ κατέθηκε στὸ ἰσόγειο. Βλέποντας τὴν πόρτα τῆς βιδλιοθήκης µισα- νοιχτή, σταμάτησε γιὰ νὰ χαι- ρετήσει τὸν πατέρα του, ποὺ εἶχε νὰ τὸν δεῖ ἀπὸ χτές. Ὁ συγκλητικός, ὡραῖος μὲ τ᾽ ἄ- σπρα του μαλλιά, ἦταν καθι- σµένος στὸ Ὑραφεῖο του κι ἔγραφε. Σήκωσε τὸ κεφάλι του, χαιρέτησε τὸ γιό του, χα- µογέλασε κι’ εἶπε τοῦ Μάρ- κελλου νὰ μπεῖ µέσα. -'Αν εἶσ ἐλεύθερος σήµε- ρα, γιέ µου, θᾶθελα πολὺ νὰ ρχόσουν µαζί µου νὰ ἰδοῦμε ἕνα ζευγάρι ταιριαστὲς φορά- δες. -“Πολὺ εὐχαρίστως, πατέρα. Μὰ δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ πᾶ- µε αὔριο Εχω μιὰ σηµαντι- κἡ δουλειά, Κάτι ποὺ δὲν ση- κώνει ἀναθολή. Τὸ ὄφος τοῦ χιλίαρχου µαρ:- τυροῦσε κάποια ἀγωνία ποὺ δὲν ξέφυγε ἀπ᾿ τὰ σοφὰ γέ- ρικα μάτια. -Ελπίζω νὰ μὴν εἶναι τί- ποτα σοθαρό, εἶπε ὁ Γαλλίων δείχνοντας ἕνα ἄδειο κάθισµα -“φαντάζομαι πὼς ὄχι, πα- τέρα. Ὁ Μάρκελλος κάθησε στὸ φαρδὺ χέρι τῆς πολυθρόνας, κι ἡ στάση του ἔδειχνε κά- ποια ταλάντευση ἀνάμεσα σὲ μιὰν εἰλικρινή ἐπιφυλακτικό- τητα καὶ στὴ διάθεση νὰ τὰ ἐξηγήσει ὅλα. --Ὅ τρόπος σου, παρατή- ρησε ὁ πατέρας τσουχτερά, δείχνει πὼς κάτι σὲ ἀνησυχεῖ. Δὲν θέλω ν᾿ ἀνακατευθῶ στὶς ἰδιωτικές σου ὑποθέσεις, μᾶ µήπως θὰ μποροῦσα νὰ κάµω τίποτα γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω --φοθᾶμαι πὼς ὄχι, πατέρα. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Επειτ' ἀπὸ μιὰ στιγμὴ δι- σταγμοῦ, ὁ Μάρκελλος χώθη- κε ἀργὰ στὴν πολυθρόνα καὶ κοίταξε τὸ διάσηµο πατέρα του μὲ σοθαρὸ ὕφος. --Αν ἔχετε καιρό, θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ὁ Γαλλίων ἔκανε νόηµα πὼς συμφωνοῦσε, ἀκούμπησε τὴν πένα του, κι’ ἔγειρε µπρο- στὰ ἐνθαρρυντικά, μὲ τὰ χέ- ρια του διπλωμένα. Ἡ ἵστο- ρία ἧταν ἀρκετὰ µεγάλη. “ο Μάρκελλος δὲν ἔκανε οἰκονο- µία στὰ λόγια. Τὰ εἶπε ὅλα. Μιὰ στιγµὴ μάλιστα θέλησε νὰ πεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐπεισόδιο τῆς Λουκίας, ἐπειδὴ ἥταν σχε- τικὸ μὲ τὸ δικό του. Μὰ ἔπει- τα ἀποφάσισε νὰ μὴν τὸ ἆνα- φέρει, γιατὶ αἰσθανόταν πὼς ἡ ἀφήγησή του εἶχε παρατρα- θήξει. Τελειώνοντας, εἶπε πὼς θὰ πήγαινε νὰ ζητήσει συγ- γνώµη. Ὁ Γαλλίων, ποὺ τὸν εἶχε ἀκούσει προσεχτικἁ µα χωρὶς σχόλια, κούνησε ἀμέ- σως τὸ λιονταρίσιο κεφάλι του. «Οχι!» φώναξε. ᾿Αναση- κώθηκε καὶ ξανακούνησε τὸ κεφάλι του. «Οχι].... Όχι! Οχι!» Γιατί ὄχι, πατέρα ἔκαμε ὁ Μάρκελλος, ἕξαφνιασμένος ἀπὸ τὸ πατρικὸ ξέσπασμα, - γιατὶ εἶχε φανταστεῖ πὼς θά τὸν ἐπιδοκίμαζε ἀπόλυτα. --Τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο πράµα ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει κανεὶς γιὰ νὰ ξαναφτιάξει μιά χα- λασμένη σχέση, εἶναι να ζη- τήσει ταπεινὰ συγνώμη. Ὁ Γαλλίων ἔσπρωξε πίσω τὴν τεράστια πολυθρόνα του καὶ σηκώθηκε ὀλόρθος, σὰ να ἑτοιμαζόταν νὰ κάνει καμια ἐπίσημη σύσταση. (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ ᾿Εκκλησιαστικὸν Δικαστήριον Δευκωσίας ΠΜεταξὺ Στέλλας ᾿Ανδρέου ἐκ καὶ Γεωργίου Α. Μουσιοῦ ἐκ στου διαμονῆς )Αντίγραφον (Διατακτικὸν) Αριθ. ᾿Αγωγ: 125)53 Δευτερᾶς ἐναγούσης Λάρνακος καὶ νῶν ἀγνώ: ἐναγομένου ἀποφάσεως. Τὸ ᾿Εκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ἐκδικάσαν τὴν. ὑπόθε- σιν ἐρήμην τοῦ ἐναγομένου κρίνει καὶ ἀποφασίζει: 1. Κηρύττει διαλελυµένον τὸν γάμον τῶν διαδίκων ὑπαι- τιότητι τοῦ ἐναγομένου. 2. Τάσσει διορίαν τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δηµοσιεύ- σεως τῆς παρούσης ἀποφάσεως πρὸς ἀνακοπήν. . 3, Ὀρίζει ὅπως ἡ παροῦσα ἀπόφασις δη µοσιευθῇ ἐν τῷ ἐκ- κλησιαστικῷ περιοδικῷ τοῦ «Π Πατριαρχείου Αλεξανδρείας ταινος» καὶ ἐν μιᾷ τῶν ἐν Λευκωσίᾳ Ἑλληνικῶν Ἔφημε- ρίδων. Ἐν τῇ “1. ᾽Αρχιεπισκοπῇ Κύπρου, τῇ 12ῃ Φεθρουαρίου 1954. Ὁ Πρόεδρος ΠΑΠΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α4ΔΑΜ Τὰ Μέλη ΠΡΩΘΙΕΡΕΥΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ 4ΙΑΚΟΠΟΣΥΑ4ΟΣ ΠΑΠΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΒΗΜΑ τ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΤΗΣΙΣ. Καλότυχος ποὺ συντροφιὰ ο. Χαρά σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ πιστὸ ἅπ τοῦ Θεοῦ τὸ ὁρόσημο Μπο εασσιοκσπσπε ΠΝΙ ΜΜΗΙ ΠΛ ΔΑΥΤΔ: ΨΑΛΜΟΣ Α΄ 1 µήτε καὶ στέκει ἀφουγκραστὴς στοῦ ἁμαρτωλοῦ τὸ ἢ τὴν καθέδρα τοῦ ἐμπαιχτῆ δὲν πεθυμᾷ ἡ ψυχή του! Σἀν τὸ δεντρὶ ποὺ φύτρωσε σιμὰ καὶ βγάζει κλώνια ζηλευτὰ καὶ δένε' τὸν καρπό του χωρὶς πτοτὲ τὰ φύλλα του λιόκαψα νὰ µαράνη κι αὐτοῦ τὰ ἔργα ἀπ᾿ τὸ Θεὸ εὐλογημένα πάντα. Ἔτσι δὲν εἶναι οἱ ἁμαρτωλοί: παρὰ ἄχυρα σκισµένα ποὺ στὰ φτερά του ὁ ἄνεμος σὰν ἄθυρμα τὰ σέρνει Σ τὴν κρίση δὲ θ᾽ ἀναστηθοῦν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ µιῆμα, θέση καμ.ὰ δὲ θάχουνε στὴ χορεία τῶν ἁγίων. Πιστώνει ὁ Θεὸς ἀπὸ ψηλὰ τὴν κάθε δίκαιη πράξη καὶ θὰ συντρίψη τοῦ ἄδικου τὴ φόρα καὶ τὴ φάρα. Χαρὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ εἶναι πιστὸς ἐφαρμοστὴς τοῦ νόµου. ᾿Απόδ. “Ἱεροδ. ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΜΙΩΤΟΥ μὲ ἀσεθεῖς δὲν κάνει [δρόι:ο ς ἐχτελεστὴς τοῦ νόµου δὲ φεύγει ὁ λογισμὸς του, σὲ νεραυλάκι ΝΛΙΙ Μ ΙΙ ΜΗ ΝΝΙΝΝ ΗΗΙΝΗΙ Τοῦ κ. Καθηγητοῦ Α΄ Προὶν ἤ δοθῆ ἡ προσήχουσα ᾱ- πόχοισις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ! σχύπιµον κοίνοµεν νὰ διευκρινή- | σωμεν δι’ ὀλίγων τὴν σχέσιν τῆς | Θρησκείας πρὸς τὴν µεταφισι- κην. Τὰ ὕψιστα τῶν µμεταφυσικῶν ζητημάτων, ὡς γνωστόν, εἶναι τὸ περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ τὸ περὶ τοῦ Θεοῦ. Τὰ ζητήματα ταῦ- τα ψυχολογικῶς ἐξεταξόμενα κα- ταδεικνύονται, ὅτι ἀποτελοῦντα κυρίως ἐκ γνωστικοῦ πυρῆνος καὶ ἐχ. συναισθηματικοῦ τόνου. Κα ἂν μὲν λάθῃ τις ὑπ ὄψιν πρὸ παντὸς τὸν γνωστικόν, τὸν ἀντικειμενικόν, πυρῆνα, παραθλέ- πων τὸν συναισθηματικὸν τόνου, ἔχει πρὸ αὐτοῦ μεταφυσικὴν θεω- ρίαν. Αν δὲ ληφθῇῃ ὑπ ὄψει μετὰ τοῦ γνωστικοῦ πυρῆνος καὶ ὁ συν- αισθηματικὺς τόνος, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ περιεχόµενον τῆς θρη- σκευτικῆς πίστεως, ἤ, ἵνα εἴπω- μεν συντοµώτερον, τὴν Θρη- σκείαγ. ᾽Αλλ’ ἡ διάχρισις αὐτὴ εἶναι µόνον θεωρητική: διὸτι πραγµατι- κῶς ἡ θρησκεία καὶ ἡ μεταφυσικὴ περὶ τῶν ὑψίστων ζητημάτων θεώ- ρία συμπίπτουν διότι ὁσονδήπο- τε ψυχρῶς καὶ ἂν ἐρευνᾶ τις τὰ ζητήματα ταῦτα, εἶναι ψυχΟλογι- κῶς ἀδύνατον τὰ πορίσματα τῆς ἐρεύνης νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένα θρησκευτικοῦ τινος συγαισθηµατι- κοῦ τόνου. Πᾶσα περὶ τῶν ἐσχάτων ζητη- µάτων μεταφυσικὴ θεωρία εἶναι πάντοτε τοιαύτη, ὥστε οἴκοθεν αὕτη µεταθάλλεται εἰς θρηήσκευ- τικἣν ἀντίληψιν, τοι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐξ ἑαυτῆς φέρει τὸν τόνον τοῦ. θρησκευτικοῦ συναισθήµατος, ὔστις βέθαια ποικίλλει ἑκάστοτε κατὰ τὸν θαθμὸν τῆς δυνάµεως. Διὰ τοῦτο ἐν τοῖς ἑξῆς θὰ κά- µνωμεν Χχρῆσιν ἁδιακρίτως ὁτὲ μὲν τῆς μιᾶς, ὁτὲ δὲ τῆς ἄλλης λέξεως. Κατὰ ταῦτα οὐδεμία κατ’ οὐ- σίαν ὑπάρχει διαφορά μεταξὺ τῶν ρἤσεων «ἠθικὴ διδασκαλία καὶ ἀγωγὴ ἄνευ θρησκευτικῆς θεμελιώσεως» καὶ «ἠθικὴ διδασκαλία κ.λ.π. ἄνευμεταφν- σικῆς θεμελιώσεως» Καὶ νῦν ἐρχόμεθα εἷς τὸ τε- θὲν ἐρώτημα, ἂν εἶναι δηλαδη ὃδυ- νατὴ ἐπιτυχῆς ἠθικὴ διδασκαλία ἄνευ θρησκχευτικῆς θεμελιώσεως, Ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατα- σχευάσῃ τις σύστηµα διδασκαλί- ας τῆς ἠθικῆς ἄξιον προσοχῆς ἄνευ ἀναφορᾶς τινος πρὸς τὴν µεταφυσικὴν (θρησκείαν), πρὸς τὴν ὁποίαν σπανιώτερον μὲν διά- χεινται τοιαῦτα συστήµατα ἠθικῆς διδασκαλίας ἁἀδιαφόρως, συχνγότα- τα δὲ ἐχθοικῶς, εἶναι ζήτημα ἁμ- φισθητήσιµον. ᾽Αλλὰά καὶ ἂν δε- χθῶμεν, ὅτι ἐπιτυγχάνεται ἡ κα- τασκευἠ τοιούτου συστήµατος, ἡ ἀξία αὐτοῦ ἐν τέλει κρίνεται οὗ- χὶ ἔκ τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς κα: γόνων τινῶν τῆς λογικῆς κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, οὐχὶ ἐκ τῆς θεωρητικῆς θεμελιώσεως τῶν ἡ- θικῶν νόμων, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς δυνά- | µεως, ἤν τοιοῦτο σύστημα ἔχει ! εἰς τὸ παρορμᾶν τὸν συγκεκρι- | µένον ἄνθρωπον νἁ πράττῃ ἆᾱ- κολουθῶν τοὺς θεωφρητικῶς τεθέν- τας ἠθικοὺς νόμους. Τὸ ἀληθινὸν χῦρος ἀρύεται πᾶν ἠθικὸν σύστημα ἐκ τῆς ἱκανότη- τος αὐτοῦ νά καθοδηγῃ ἐν τῷ πρακτικῷ θίφ. Μωιρὰ δὲ πεῖρα κατέδειξελαµ- πρῶς, ὅτι ἄνευ θρησκείας ἠθι- κἡ διδασκαλία, ἥν π.χ. ἐδίδαξαν οἱ νεοκαντιανοί, οἱ καλούμενοι θε- τικοὶ κ.λ.π. φιλόσοφοι, ἐνανάγη- σεν ὁριστικῶς ἐν τῇ πράξει. Αὖὐ- τοὶ δὲ οὗτοι πολλάκις οἱ συγγρά- Φοντες τοιαῦτα συστήµατα ἠθι- κῆς παραθαίνουν ἀσυστόλως τὰ ὑπ αὐτῶν διδασκόµενα, ὡς ὁρ- θῶς λέγουν π.χ. ὃὁ Μ. Ῥ]αποκ καὶ ὁ Ἡ. Ὠτίεξδομ.(1) Τοὐναντίον δὲ αἱ µέγισται τῆς ἀνθρωπότητος προσωπικότητες οὐδὲν ἢ ἐλάχισα ἔγραψαν. 2Αλλ’ ὅμως ἔπραττον οὗτοι ἆπα- ρεγκλίτως καθ ὡὠρισμένας Ίθι- χὰς ἀρχὰς ἐπὶ θυσία πολλάκις καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, ὀλίγα δὲ ἕἔ- πειτα ἐδίδασχον περὶ αὐτῶν. Εὶς τούτους δὲ κυρίως ὀφείλεται πᾶ- σα ἓν τῷ βαθυτέρῳ πολιτισμῷ πρόοδος. Ἡ θέσις, ἡ ἀναγνώσισις ὅπλα- δή, ἠθικῶν ἀξιωμάτων καὶ κανό- νων γαὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἷ- γαι δύο διάφορα πράγματα. 1. δε Σ. Καλλιάφα: «Διάνοια ἐπιστήμη καὶ ἠθικὴ προκοπἠὴ» 1945 σελ. 38--40. ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΛΛΙΑΦΑ, τοῦ Πανεπιστηµίου ᾿Αθηνῶν. Τὴν ἀποτυχίαν ἐν τῇ πράξει τῆς ἄνευ θρησκείας ἠθικῆς διδα- σκαλίας μαοτυρεῖ καὶ ἡ σχολικἡ πρᾶξις. ᾿Απὺ τοῦ 1885 λ.χ. ἐν }αλλίαᾳ ἔχει ἀποθληθῇ ἐκ τῶν σχολείων ἡ διδασκαλία τῶν θρη- σκευτικῶν, διδάσκεται δὲ εἰς αὖ- τὰ ἡ ἠθικὴ ἄνευ ἀναφορᾶς τινος πρὸς τῆν θρησκείαν. Ὅτι δὲ ἡ ἐκπαιδευτικὴ αὕτη µμεταρρύθµι- σις µεγάλως ἔθλαψε τὴν Γαλλίαν, μαρτυρεῖται ἐκ πολλῶν γεγονό- των καὶ ὑπὸ πολλῶν ἀξίων λόγου ἀνδρῶν. Οὕτω π.χ. ὁ ”᾽Αμερικα- γὸς παιδαγωγὸς (α. Φί. Ηα[!ι, ὅ- στις ὑπερασπίζων τὴν διδασχκαλί- αν τῶν θρησκευτικῶν, λέγει, ὅτι Ἡ ἠθικὴ διδασκαλία ἄνευ θρή- σκείας παραµέγει ψυχρά, ἀποφαί- γεται περὶ τῆς ἐν Γαλλίᾳ ἠθικῆς διδασκαλίας, ὅτι αὕτη εἶναι «πα- παγαλισμὸς ἄνευ ἐσωτερικοῦ ἐν- διαφέροντος, πολλαὶ δὲ γνώσεις ἄνευ ἠθικῆς συνειδήσεως». Αν δὲ ἡ Γαλλία σήμερον διασώζῃ εἰσέτι ἐπαρκῆ ζωτικότητα, ὀφεί- λει αὐτὴν κυρίως εἰς τὴν θρησκευ- τικὴν διδασκαλίαν, ἤν παρέχει ἕ- ξω τοῦ σχολείου εἰς πλείστους Ταλλόπαιδας ἡ Καθολικη Ἐκκλη- σία. Ἡ ἐφημερὶς «Καθημερινή» εἰς τὰ φύλλα της 21,28,29,50 Αύ- γούστου 1940 καὶ 14 Μαρτίου 1941 παραθέτει ἐν μεταφράσει τὰς γνώµας ἐπιφανῶν Γάλλων περὶ τῶν αἰτίων τῆς καταπληκτι- κῶς ταχείας λαταρρεύσεως τῆς Γαλλίας κατὰ τὸν δεύτερον οἱ- κουμενικὸν πὀλεμον, ὡς αὗται ἕ- χουν δημοσιευθῆ ἐν τῷ διεθνοῦς κύρους περιοδικῷ κἘπιθεώρησις τῶν δύο κόσμων». Δύο χωρία τῶν δημοσιευμάτων τούτων σκόπιμον κρίνοµεν νὰ παραθέσωµεν ἐνταῦ- θα: «Ἡ Δημοκρατία ἐφόνευσε τὸ παιδὶ διὰ τῆς πορνογραφίας, διὰ τοῦ κινηματογοάφου, διὰ τοῦ σχολείου χωρὶς Θεόν, χωρὶς Πα- τρίδα».---« Όσον ἀφορᾶ τὴν Ταλ- λίαν ἡ κυρία αἰτία τῆς καταστρο- φῆς ὑπῆρξεν ἡ βαθμιαία ἀποσύν- θεσις τῆς ᾿Ἠθγνικῆς ψυχῆς κ.λ.π. τὉ λαὺς εἶχε ὑποστῆ γάγγραιναν ἀπὸ ταπεινὸν ὑλισμόν. Τὰ πάντα συνέτεινον εἰς τὴν Χατάπτωσιν τῆς ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς κατά- στάσεως τῆς χώρας Ἀ.λιπ. 'Ἡ δη- µοσία ἐκπαίδευσις ἐκολάκευε τὸ χειρότερον σύστημα καὶ διέδιδε τὰς πλέον καταστρεπτικἁὰς ἰδέας. Μεταξὺ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προσῶ- πικοῦ πολυάριθµοι σαν οἵ διδά- σκαλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπενόμενυον τὸ πατριωτικὀν καὶ θρησκευτικὀν πγεῦμα. Εἰς τοὺς ἐχθροὺς τούτους τοῦ ἜἛθνους ἐδίδετο πᾶσα εὔνοια. Αὐτοὶ προήγοντο, αὐτοὶ ἐξέλεγον τὰ διδακτικἁ βιθλία καὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἀπομακρύνουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θαρραλέως, ἀλλὰ µαταί- ὥς ἀπεπειρῶντο νὰ ἐπαναφέρουν τὸν σεθασμὸν πρὸς τὰς θεμελιώ- δεις ἀρχὰς ἐκ τῶν ὁποίων ἐἔξαρ- τᾶται ἡ ὕπαρξις μιᾶς χώρας».--- Ἐν δὲ τῷ περιοδικῷ «Ζωὴ» (4 Νοεμθρίου 19460) παρατίθετω. γνώµη τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ᾿Ανδοέ- οὐ Μωροιᾶ καθ) ἤν αἱ µέχοι τῶν τελευταίων πρὸ τῆς πτώσεως τῆς Γαλλίας ἡμερῶν πυθερνῶντες αὐτὴν. ἔτρεφον ὀξεῖαν ἔχθραν ἕνεκα τῆς ἐχθροπαθείας δύο γυ- γαικῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἦσαν ἀνό- µως συνδεδεμένοι... Οἱ πλεῖστοι τῶν Παρισινῶν δὲ ἀπέδιδον µεγά- λην σηµασίαν εἰς τὰς αἰσθηματι- κὰς ἀπολαύσεις χ.λ.π. Χαρακτηριστικὸν δὲ ὡσαύτως παράδειγµα τῆς ἀποτυχίας τῆς ἄνευ θρησκείας ἠθικῆς διδασναλί- ας ἀνεγνώσαμεν πρὸ πολλοῦ ἐν ἱτῃ «Λαϊκῃ ἘΕφημεοίδι τῆς Κο- λωνίας» (Κοἰπίδεπο ΝΨοικασεῖ- ἔσπς, 28. Βορίαεπιοευ 1929) τὸ ἀκόλουθον: «Ἐν Σικάγῳ ὡς λέ- γει ὁ Οἶθπποπ (ἵπ βείπαη ῥίαάεπ Ζαν Ῥτακίίςσσελοη ΤΠοοἱορίθ, Ἠε- {6 9 σ. 934) οἱ ἔμποροι ὑπέόθαλον αἴτησιν περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς δι- δασκαλίας τῶν θφησκευτικῶν, ἐ- πειδὴ οἳ ὑπάλληλοί των εἶναι σφόδρα ἀναξιόπιστοι». ὴΑλλ’ ἡ ἐν τῇ πράξει ἀποτυχία τῆς ἄνευ θρησκείας ἠθικῆς διδα- σκαλίας μαρτυρεῖται περιλάµπρως ὑπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς ψυχολογί- ας τοῦ βάθους, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῆς ψυχιατρικῆς. Ἐκ τῶν διαφό- ρων δηλαδὴ νοσηρῶν συμπλεγμά- των, ὑπὸ τῶν ὁποίων κατατρύχε- ται σήμερον ἡ πεπολιτισµένη ἀἁν- θρωπότης, τὸ θρησκευτικὸν σύμ- πλεγμα εἶναι τὸ σηµαντικώτατον πάντων. Ἡ ἀπώθησις τῆς θρηή- σκευτικότητος (οὐχὶ ἡ ἀπώθησις τῶν ἐκ τῶν ὀὁρμῶν πηγαξζουσῶν ἐπιθυμιῶν) καὶ τῆς μετ) αὐτῆς συνδεδεµένης ἠθικῆς συνειδήσεως εἶναν Ἡ πρωταρχικὴ αἱ- τία τῶν γευρώσεων ἀναριθμή- των ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἅπαν- ταχοῦ τῆς πεπολιτισµένης ἀνθρω- πύτητος. (Συνεχίζεται) ή Τμ ΕΜΠ) [ΠΠ ΙΠΙΠΗΙ ὅον Λοιπὸν ἀνέθαλα τὸν ἃγιον αὐτὸν ͵ (καθαρμὸν μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι, ἂν ἐκοῦσα, θὰ ὑπέπιπτα σχεδὸν ἐξ ι ἀνάγχης εἰς νέα τινὰ ἀνομήματα ! καὶ διότι αἱ ἁμαοτίαι, ποὺ δια- πράττονται μετὰ τὸ βάπτισμα, εἷ- ναι θαρύτεραι καὶ χινδυνωδέστε- ρα. Αὐτὴ ᾖτο ἡ πίστις µου καὶ ᾗ τῆς οἰκογεγνείας µου, ἐκτὸς τῆς πιστεῶς τοῦ πατρός µου, ὁ ὁποῖ- ος ἐν τούτοις δὲν ἔσθησε εἰς τὴν ψυχήν µου τὸ δικαίωµα τοῦ σε- ὔασμοῦ πρὸς τὴν µητέρα µου καὶ δὲν μὲ ἡμπόδιζε νὰ πιστεύω εἲς τὸν Ἀοφιστόν, εἲς τὸν ὁποῖον αὖ- τὸς δὲν ἐπίστευεν ἀχόμη. Διότι ἡ μητέρα µου, ὦ Θεέ µου, πάντα λίθον ἐμίνει, διὰ νά θεωρηθῇς ἘἨσύ, ὡς πατέρας µου, περισσύ- τερον παρ αὐτὸς καὶ παρέσχες εἷς αὐτὴν τὴν πολύτιμον βοήθει- άν Σου, διὰ γὰ θριαμθεύσῃ, ἀγω- γιξοµένη, ἐπὶ τοῦ συζύγου της, τοῦ ὁποίου ἤτο θεραπαινίς, µολο- νότι ἀγαθωτέρα, ἀφοῦ Σὲ ὑπή- χουε καὶ ἐκτελοῦσε τὴν ἐντολήν Σου. Θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ µάθω, ὦ θεέ µου, ἐὰν θελήσῃς νὰ μοῦ τὸ εἰπῆς, διατὶ εἶχεν ἀναθληθῆ ᾗ βάπτισίς µου, Μήπως ἡ ἄναθο- λὴ εἶχεν τὸν σκοπὸν νὰ βυθισθῶῷ μὲ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἆ- µαρτίαν Διατὶ ἄρα γε ἀπηχοῦν εἰς τὰ ὦτα µας: «ἄφησέ τον νὰ κάνῃ ὕ,τι θέλει, δὲν ἔχει ἀκόμη θαπτισθῆ». Καὶ ὅμως, προκειµέ- γου περὶ τῆς ὑγείας τοῦ σώματος, δὲν λέγομεν: «ἄφησέ τον νὰ πλη- γωθῇ περισσότερο, ἀφοῦ δὲν ἕ- χει θεραπευθῆ ἀκόμη». Πόσον κα- λώτερον θὰ ἧτο δι’ ἐμὲ νὰ θερα- πευθῷ γρήγορα μὲ τὴν ἰδικήν µου φροντίδα καὶ μὲ τὴν µέρι- μναν τῶν γονέων µου, ὅπως ἐ- ξασφαλισθῆ ἡ σωτηρία τῆς ψυ- χῆς μου διὰ τῆς προστασίας Ἓ- κείνου, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ θὰ τὴν ὤφειλα πραγματικῶς. Ωω, αὐτὸ θὰ ἦτο ἀναμφιθόλως πολὺ καλύτε- ρο!ἱ ἸΑλλ' Ἡ μητέρα µου ἐπρό- θλεπε πόσα τριχυμιώδη κύματα πειρασμῶν ἀπειλοῦσαν τὴν νεύ- τητά μου καὶ προτιμοῦσε νὰ ἐκθέ- σῃ εἰς αὐτὰ τὴν ἰλὺν τῆς ὑπάρ- Ἑεώς µου ποὺ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάθῃ ἀργότερα τὴν µορφήν της, πλησίον αὐτῆς ταύτης τῆς ἁγί- ας εἰκόνας, ποὺ εἶχεν ἤδη ἀποκα- τασταθη (1). Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ποὺ ἐφοθοῦντο δι’ ἐμὲ περισσότερον παρὰ εἰς τὴν ἐφηθικήν µου ἡλι- κίαν, δὲν ἀγαποῦσα τὴν µελέτην καὶ ἀγανακτοῦσα, ὅταν μὲ ἑξη- γάγκαζαν νὰ. μελετῶ. Καὶ ὅμως μ ἐξηνάγκαζαν, αὐτὸς δὲ ὁ ἐ- Ἑαναγμασμὺς ὑπῆρξεν ὁπωσδήπο- τε εὐεργετικὸς διότι, ἂν μὲ ἄφι- γαν ἐλεύθερον εἰς τὴν κακὴν θέ- λησίν µου, δὲν θὰ ἐμάνθανα τί- ποτε. Ἐφ) ὅσον ἐνεργοῦμεν πα- ρὰ τὴν θέλησίν µας, δὲν ἐνερ- γοῦμεν καλῶς, ἀκόμη μαὶ͵ εἰς πε: οίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅ,τι πράττοµεν εἶναι ἀγαθόν, Καὶ ἐ- κεῖνοι, οἱ ὑποῖοι μ’ ἐξηνάγκαζαν, δὲν ἐνεργοῦσαν καλῶς, τὸ δὲ ᾱ- γαθὸν προῆλθεν ἀπὸ Ἠσέ, ὦὢ Θεέ µου. Ὅταν μἐξηνάγκαζαν νὰ µε- λετῶ, δὲν εἶχαν κανένα ἄλλον σκοπόν, παρὰ ὅπως κορέσω τ’ ἆᾱ- κόρεστα πάθη πλουσίας, ἀθλιότη- τος καὶ βδελυρᾶς δόξης. ᾽Αλλὰ Σύ, ποὺ γνωρίζεις τὸν ἀριθμὸν τῶν τριχῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἔχρη- σιμοποιοῦσες τὴν πλάνην ἐκείνων, ποὺ μοῦ ἐπέθαλλαν τὴν σπουδήν, ἐχρησιμοποιοῦσες δὲ συγχρόνως καὶ τὴν ἰδικὴν µου πλάνην τῆς ἀποστροφῆς πρὸς τὰ µαθήµατα, ὡς ποινην, ποὺ μοῦ ἐπεθάλλετο δικαίως. Τόσο μικρὸς καὶ ὅμως τόσο ἁμαρτωλὸς ἤδη! Ετσι μοῦ παρεῖχες ὠφέλειαν δι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν μοῦ ἦσαν ὠφέλιμοι καὶ μ᾿ ἐτιμωροῦσες διὰ τὰς ἆἁμαρ- τίας µου δικαίως. Διότι διέταξες καὶ ἔταξες, νὰ εἶναι κάθε ἔκτρε- ποµένη ψυχἠ αὐτὴ ἡ ἴδια διὰ τὸν ἑαυτόν της τιμωρία. ἨΠοία ρά γε ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἀποστροφῆς μου πρὸς τὰ ἑλληνικά γοάµµατα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐν τοῦ- τοις εἶχον ἀσκηθή ἀπὸ τὴν του- φερωτέραν ἡλικίαν» Καὶ σήμερον ἀχόμη δὲν τὸ γνωρίζω. ᾿Απ’ ἐναν- τίας ἅμουν φίλος τῶν λατινικῶν γοαµµάτων, ὄχι, ἐννοεῖται, ὅπως διδάσκονται ἀπὸ τοὺς γραμματο- διδασκάλους, ἀλλ ὅπως τὰ ἐδί- δὅασκον ἀργότερα οἱ γραμμ α- τικοὶ (9). Διότι ἡ πρώτη διδα- σκαλία, κατὰ τὴν ὁποίαν µανθά- νοµεν ἀνάγνωσιν, γραφὴν γαὶ ἆ- ρίθµησιν, δὲν ἧτο δι ἐμὲ ὀλιγώ- τερον ὀδυγηρὰ καὶ σκληρὰ παρὰ ἡ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. ᾿Απὸ ποῦ προήρχετο, ιῶ Θεέ µου, ἡ τοιαύτη ἀποστοο- φἠ, ἐὰν ὄχι ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν µηδαµηνότητα τῆς ζωῆς «Διότι ὤμουν σάρξ καὶ ζωὴ παρ- ερχοµένη καὶ οὐδέποτε ἐπανερ: χοµένη». Καὶ ὅμως ἡ στοιχειώ- δης αὐτὴ µελέτη, ποὺ μοῦ ἐπιτρέ- πει ἀπόμη ν᾿ ἀναγνώσω ὅ,τι προσ- πίπτει εἰς τοὺς ὀφθαλμούς µου. ἢ νὰ γράφω, ὁσάκις τὸ θελήσω ἐγὼ ὁ ἴδιος, εἶναι πολὺ ἀσφαλε- στέρα καὶ ἑπομένως πολὺ ὠφελι- µωτέρα ἀπὸ ἐχείνην, διὰ τῆς ὁ- ποίας ἀναγκαζόμουν νά µάθω τὰς περιπλανήσεις ἑγὸς Αἰνείου ὁποι- ουδήποτε καὶ νὰ Ξεχνῶ τὰς ἰδικάς µου περιπλανήσεις νὰ κλαίω διὰ τὴν Διδῶ, ἡ ὁποία, ὑπὸ τὸ κρά- (1) Πρὸς κατανόησιν τοῦ χωρίου τούτου, παραπέµποµεν τὸν ἀναγνώ- στην εἰς τὸ ΙΓ΄ Φιδλίον τῶν ἛἜ ξο- μολογήσεων. 'ὉΟ Αὐγουστῖνος ἑρμηνεύει ἀλληγορικῶς τὴν δηµιουρ- γίαν ἐν τῃ Γενέσει, συνταυτίζει τὴν γῆν πρὸς τὸν σαρκικὸν ἄνθρω- πον. 'Ἡ γῆ αὕτη λαµθάνει κατ αὐτὸν τὴν μορφὴν ἐκ τῆς ἱερᾶς διδασκαλίας, ποὺ προσδίδει εἰς τὸν ἄνθρωπον φῶς καὶ πνευματικότητα. (2) ουϊ στατηπιβξίοί νοοβπίις, Ἐκ τοῦ χωρίου τούτου συμπεραίνο- μεν, ὅτι οἱ ϱταπιηαβϊοί (Υραμµατι- κοὶ) δὲν ἐδίδασκαν τὰ στοιχεῖα τῆς Λατινικῆς, ἀλλ᾽ ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τοὺς µεταγενεστέρους καθηγητἁς τῶν ἀνθρωπιστικῶν µαθηµάτων. ᾿Εδίδα- σκαν δηλαδὴ σύνθεσιν, στιχουργίαν, ἑρμηνείαν τῶν πεζῶν καὶ τῶν ποιη- τῶν, ἀπαγγελίαν κ.τ.λ. τος πάθους ἐρωτικοῦ, τερµατίςει τὴν ζωήν της δι᾽ αὐτοκτονίας, ἑἐ- γῷ ἔθλεπα μὲ στεγνοὺς ὀφθαλ- μούς, ὢὦ Θεέ µου, τὸν ἰδικὸν µου θάνατον, δηλαδη τὺν Χχὠρισμόν µου ἀπὺ Σένα. Ποιὸς εἶναι ἀθλιώτευωος ἑνὸς ᾱ- θλίου, ἂν ὄχι ἐχεῖνος., ποὺ δὲν λι- πᾶται τὸν ἑαωτόν του ἀλλὰ γλαί- ει διὰ τὸν θάνατον τῆς Διδοῦς ποὺ ἐπροκάλεσε τὸ πρὸς τὸν Αἰ- γείαν ἐρωτιχὸν πάθος της, καὶ δὲν κλαίει διὰ τὸν ἰδικόν του θά- γατον, ὦ Θεέ, φῶς τῆς χκαρδιᾶς µου, τροφή τῆς ψυχῆς µου, ἀρε- τὴ δημιουργὸς τοῦ πνεύματος καὶ τῆς διανοίας µου Οχι, Θεέ µου, δὲν Σ΄ ἀγαποῖῦσα, καὶ ἤμουν µοι- χὸς ἀπέναντί Σου καὶ ἤπουα εἰς τὴν ἀπιστίαν µου ἀπὸ παντοῦ τὴν φονήν: «εὖγε, εὖγε»! Διότι ἡ ᾱ- γάπη τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἐδῶ κάτῳ δέν εἶναι παρὰ εἶδος µοιχείας, ἡ δὲ φωνὴ «Εὔγε, εὖγε» ἀπηχεῖ, διὰ νὰ παραπλανήσῃ τὸν ἄνθρῳ- πον, ὅπως ποοσφέρῃ τὴν καρδίαν του εἰς τὰ πρόσκαιρα ἀγαθὰ καὶ ὄχι εἷς τὸν Θεόν του (1). Δὲν ἔκλαια δι ὅλα αὗτά, ἆλλ᾽ ἐ- θρηνοῦσα τὴν Διδῶ, ἡ ὁποία πα- ρέδωσε τὴν τελευταίαν πνοήν της, ἀφοῦ μὲ τὸ σίδερο εἰς τὸ χέρι προέθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς χει- ροτέρας τῶν ἀποφάσεων. ᾿Εγὼ ὁ ἴδιος ἐξητοῦσα τὰ εὐτελέστερα τῆς δημιουργίας Σου ἀντικείμε- να, ἀφοῦ εἶμαι χῶμα καὶ θὰ ἑ- πανέλθω εἷς τὸ χῶμα. ᾿Βὰν δὲ κατὰ τύχην κάποιος θὰ μοῦ ἁπη- γόρευε τὴν ἀνάγνώσιν αὐτῶν τῶν παραμυθιῶν, θὰ ἔχυνα δάκρυα, ἐφ᾽ ὕσον δὲν θὰ ἠμποροῦσα νά διαθάσω ἐκεῖνο, ποὺ θά μ᾿ ἕκα- µνε νὰ χύνω δάκρνα. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ διδασκαλία θεωρεῖται ᾱ- γωτέρα καὶ γονιµώτέρα ἐκείνης, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἔμαθα ἀνά- γνῶσιν καὶ γραφήν, ᾽Αλλὰ τώρα, ὦ Θεέ µου, ἡ ᾽Α- λήθειά 3ου ἂς φωνάξῃ εἰς τὴν φυχήν µου «Τοῦτο δὲν εἶναι ᾱ- ληθινόνἰ» Οχι, Ἡ πρώτη αὐτὴ µόρφωσις εἶναι καλυτέρα, διότι νὰ τώρα, ποὺ εἶμαι διατεθειμένος γὰ λησμονήσω τὰς περιπλανήσεις τοῦ Αἰνείου καὶ ἄλλους θρύλους τῆς αὐτῆς φύσεως, ἀλλ᾽ ὄχι τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν γραφήν. Εὶς τὰς εἰσόδους τῶν σχολείων τῶν γραμματικῶν κθοέµονται παραπε- τάσµατα. Τὰ παραπετάσµατα ὅ- µως ταῦτα δὲν συµθολίζουν τόσον τὴν περιωπὴν τῶν μυστηρίων, ποὺ διδάσκονται εἰς τὰ σχολεῖα αὐτά, ὅσον τὸ περικάλυµµα τῆς πλάνης. Ας μὴ κραυγάζουν ἐναντίον µου ἐκεῖνοι, αἳ φωναὶ τῶν ὁποίων ἕ- παυσαν πλέον νά μὲ συγκινοῦν, κατὰ τὴν στιγμήν, ποὺ Σοῦ ἆπο- καλύπτω τοὺς πόθους τῆς ψυχῆς µου, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν καταδι- κάζω τὴν σκολιὰν καὶ ἀκανθώδη ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἔπο- ρεύθηκα, διὰ ν᾿ ἀγαπήσω τὸν θεῖ- ον Σου δρόµον. Ας μὴ χκοαυγά- σουν ἐναντίον µου ἐκεῖνοι, ποὺ πωλοῦν καὶ ἀγοράζουν γραµµατι- κάς. ᾿Εὰν τοὺς ἀπηύθυνα τὴν ἐ- ρώτῆσιν: «Είναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Αἰνείας ἦλθε εἰς τὴν Καρχηδό- ναυ» Οἱ μὲν ὀλιγώτερον σοφοὶ θὰ μοῦ ἀπαντοῦσαν, ὅτι δὲν γνωρί- ζουν τίποτε σχετικῶς, οἱ δὲ σοφώ- τεροι, ὅτι δὲν εἶναι ἀλήθεια, Αν ὅμως τοὺς ἐρωτήσω πῶς γράφε- ται τὸ ὄνομα Αἰνείας, ὅλοι ἐκεῖ- γοι, ποὺ τὸ ἔμαθαν, θὰ μοῦ δώ- σουν τὴν ἰδίαν ἀπάντησιν σύμφω- γα μὲ τὸ συµθόλαιον, μὲ τὴν συµ- φωνίαν, διὰ τῆς ὑποίας ἡ κοινω- γία τῶν ἀνθρώπων χκαθώρισε τὴν ἔννοιαν τῶν σημείων τούτων. Ἐ- πίσης, ἂν ἐρωτοῦσα, ποιά θὰ ἦτο µεγαλυτέρα ζημία εἰς τὴν ξωήν, τὸ νὰ λησμονήσῃ χανεὶς τὴν ἀνά- γνωσιν καὶ τὴν γοαφὴν ἢ τὰς ἐν λόγῳ ἐπινοήσεις τῶν ποιητῶν, ποῖ- ος ἔχων σώας τὰς φρένας δὲν θὰ ἐμάντευε τὴν ἀπάντησιν ἐν προ- κειμένῳ ὝὭστε ἁμάρτανα, ὅταν ἤμουν παιδί, ἐφ᾽ ὅσον ἐποοτιμοῦσα τὰ εὐτελῆ αὐτὰ πράγµατα ἢ μᾶλλον ἀποστρεφόμουν τὰ μὲν καὶ ἐπεδί- ὦκα τὰ δέ. «ἝἜνα καὶ ἕνα δυό, δύο καὶ δύο τέσσερα». Ἠδη αὖ- τὴ ἡ ἐπῳδὸς μοῦ ἦτο μισητή, ἐνῶ ἐλάτρευα τὰς µαταίας φαντασιο- πληξίας: Ἐὸν δούφρειον ἵππον πλή- ϱη στρατιωτῶν, τὴν ἀποτέφρωσιν τῆς Τροίας καὶ τὴν σκιὰν ἀκόμη τῆς Κρεούσης. Διὰ ποῖον λοιπὺν λόγον ἐμισοῦ- σα τὴν Ἑλληνικὴν λογοτεχνίαν, ποὺ τέτοια τραγούδια τραγουδεῖ Διότι ὁ Όμηρος ἐξυφαίνει ἄνα- λόγους μύθους, ἡ ὠμορφιὰ καὶ ἡ γοητεία τῶν ὁποίων, παρὰ τὴν µαταιότητά των, εἶναι ἄπειρος. Καὶ ὅμως ἐφαίνετο πολὺ πικρὰ εἰς τὴν παιδικἠν µου γεῦσιν. Μοῦ φαί- γετα, ὅτι καὶ οἱ “Ἑλληνόπαιδες θὰ τρέφουν τὸ ἴδιον μῖσος πρὺς τὸν Βιργίλιον, ὅταν ἐξαναγκά- ζωνται νὰ τὸν μάθουν, ὕπως ἐγὼ ἐξαναγκαζόμουν. νὰ µάθω τὸν “ὉΟ- µηρον. Τοῦτο προέρχεται προφα- νῶς ἀπὸ τὴν δυσκολίαν κατὰ τὴν ἐκμάθησιν μιᾶς Ἑένης γλώσσης, ποὺ ἀναμειγνύει οὕτως εἰπεῖν, τὴν (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄’ σελίδα) (1). Τὸ 'Ῥυίθαί 8ἱ ποΏ 18 ΏΟΠΙο βἡ{’’ ἀπεδώσαμεν περιφραστικῶς κατὰ τὴν ἀντίληψίν µας, χωρὶς νὰ λάδω- μεν ὑπ ὄψιν τὰς διαφόρους µεταφρά- σεις τοῦ χωρίου τούτου. Ὁ Ραι! ὅ8- ποῖ τὸ ἀποδίδει ὡς ἑξῆς: ''Ἑί «68 πιο «οµταΡ6, «ΟΙΙΒΡ6 ηοθ τοεη{{β- βθοηῖ αἱθ ρουσ νους {ἔαΐτε τουβίτ ἆο Ἡς ροἰπὶ δίτο οοΊηΊπηε 6 αιέγος”΄ (1.968 Οοπίοβδίοηπς ἀἂςε Βαϊπί Αμβι- φίπ ἰγαάμοίοη πομνε]ε Ραγἱ5, 1868). Ὁ Κατ] νοη Βαυπιεγ: Οι ριιᾶςθαῖ, ἆαεςβ βίον ἆετ ἨΜεηδε 56ΏΒΙΩΘ, ἆβδ5 ϱΥ πἰοἩὲ 5ο ροατίεί 150. (Θαποί Αιραθηὶ, Οοπη{θβεἰ- οπο5 Φεωειρατί 1856). Ὁ οτο]8θπιο Ἐτυπαμί: '“Αρρίαιι- ϐἱ ϱ 1041 Ῥο5β{1{6ΓΙ ος ΒΥΓΙΝΑΠΟ 8 4Α16, ομο αἰῑγί 89 τογβοβηᾶβ5δο ἆϊ ΠΟΠ ΤΕΙΒ6ΠΕ Ἰηθτίτονο]. (6οπίοβεί- οπἱ ἁἱ 8. ΑΡοβίϊΐπο, νοὶρατὶζσαία Ῥραάσνα, ΜΡΌΟΟΙΙΧΝΙ). --καὶ τέλος ὁ Ῥίθργο ἆθ Ἱαρτίο]ο: ''ἛτΒνο, τηθγνοἰ]]ς, ς) θοδί ροιν όγεί]ερ ]ε τοβρθοί Ἠμπιθίπ ἆαᾳα ορ]αί αιὶ 859 τοίαθο ἃ Υ Τοπιρογ' (Φαίπί Αςι- 5π, Τοχίο δα οΗ εἲ ἐγαάυήῖ, Ῥθτί8 1928). 3 ' ἨΝΜΟΛΗ ΤΙΣ |. ΝΙΝΙΣ ΝΜΙΙΝ Π) Τή] [ΙΘΗΝΙΝ ΚΙ ΜΚΗΤΙΜΗΙ ΙΣΤΟΡΙΑΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Τοῦ ἱεροδ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΙΛΕΡΑ Τέσσαρες ἀπὸ τοὺς ἥρωας τῆς Κυπριακῆς ἱστορίας, δύο κατὰ τὴν Φραγκοκρατίαν καὶ δύο κατά τὴν Τουρκοκρατίαν ὑπῆρξαν Μαχαιριῶται. Καὶ οἱ τέσσαρες ὑπῆρξαν μάρτυρες ἐκτελεσθέντες ὑπὸ τῶν κατακτητῶν κατὰ τοὺς μελανοὺς ἐκείνους Χρόνους τῆς δουλείας. Οὗτοι εἶναι κατὰ σειρὰν χρονολογικὴν οἱ ἑξῆς: Α) ᾿Ἐπὶ Φραγκοκρατίας. Δύο μοναχοὶ προερχόμενοι ἐκ τοῦ Καλοῦ ἼὌρους τῆς ἸΑλ- λαγίας τῆς Παμφυλίας ἐλθόν- τες εἰς Κύπρον κατέφυγον εἰς τὴν Μονὴν Μαχαιρᾶ. Τὰ ὀνό- µατα τῶν μοναχῶν τούτων εἷ- ναι ᾿Ιωάννης καὶ Κόνων. Κατόπιν δραχυχρονίου παρα- μονῆς εἰς τὸν Μαχαιρᾶν κατ- ἔφυγον εἰς δύο ἄλλας Μονὰς τῆς Κύπρου πρῶτον εἰς τὴν τοῦ ᾿Ιώὠάννου τοῦ Χρυσοστό- µου καὶ ἔπεια εἰς τὴν τῆς Παναγίας τῆςΚανταριωτίσσης. Οἱ μοναχοὶ οὗτοι κάποτε συν- εζήτησαν µετά τινος λατίνου μοναχοῦ ᾿Ανδρέα Κήρυκος, τὸ ὄνομα, περὶ τοῦ περιµαχήτου ζητήματος τοῦ ἀζύμου ἄρτου. Καταγγελθέντες δὲ ἐκλήθησαν εἰς Λευκωσίαν ἵνα ἀπολογηθῶ- σι πρὸς τὸν τότε Λατῖνον ᾽Αρ- χιεπίσκοπον Εὐστόργιον. Τὸ ζήτημα τοῦτο. συνεκίνησε σχε- δὸν ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους κατοίκους τῆς Νήσου. Τὴν ὑπόθεσιν ἐπληροφορήθησαν καὶ οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Μα- χαιρᾶ, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἀπε- φάσισαν νὰ ὑπάγουν πρὸς συν- άντησιν καὶ ἑνίσχυσιν τῶν πο- τὲ ἀδελφῶν αὑτῶν. καὶ τώρα ὑπερμάχων τῆς πίστεως. Τὰ ὀνόματα τῶν δύο τούτων µο- ναχῶν εἶναι Γρηγόριος καὶ ᾽|- γνάτιος, ἦσαν δὲ οὗτοι εὖγε- νέστατοι τὸ γένος ὡς ἀναφέ- ρει ἡ ἱστορία. Πορευόμενοι πρὸς συνάντησιν τοῦ ᾿Ιωὠάν- νου καὶ τοῦ Ιόνωνος ἔψαλλον χαίροντες, ὁ μὲν ἔλεγε: «Τά διαθήµατά µου κατεύθυ- νον κατὰ τὸ λόγιόν σου καὶ μὴ κπατακυριευσάτώ. µου πᾶσα ἀνό- µία» καὶ ὁ ἄλλος «πΛληρωθήτω τὸ στόµα µου αἰνέσεως, Κύριε, ὅπως ὑμνήσω τὴ» δόξαν σου ὅ- λην τὴν ἡμέραν ὅλην τὴ» µεγα- λοπρέπειάν σου». Οἱ δύο μοναχοὶ Γρηγόριος καὶ ᾿]γνάτιος συνήντησαν τὸν Κόνωνα καὶ τὸν ᾿Ιωάννην εἷς τὴν Μονὴν τοῦ Αγ. Γεωργίου τοῦ Λάμποντος ὅπου οἱ Φράγ- κοι ἐκράτουν αὐτοὺς δεσµί- ους, ἐζήτησαν δὲ παρ᾽ αὐτῶν ὅπως τοὺς ἐπιτρέψωσιν νὰ παραμείνουν μαζύ των. Τοιοῦ- τοι ζηλωταὶ ὑπῆξαν καὶ ἄλλοι ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁμολογη- τῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς δεκατρεῖς εἰς τὸ διάστηµα τῶν τριῶν ἐτῶν κατὰ τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπόδικοι καὶ ἑθασανίζοντο ἵνα ἐξομώ- σώσιν. Εἰς τὴν φυλακὴν οἱ δύο Μαχαιριῶται ἠξιώθησαν καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ σχήματος γενό- µενοι Μεγαλόσχημοι μοναχοί, χειροτονηθέντες παρὰ τῶν λοι- πῶν καὶ ὀνομασθέντες ὁ μὲν Ιγνάτιος Γεννάδιος ὁ δὲ Γρη- γόριος Γεράσιμος. Οἱ Λατῖνοι προσεπάθησαν νὰ πείσουν αὖ- τοὺς εἰς ἐξωμοσίαν ἀἆλλ᾽ εἲς µάτην, μᾶλλον δὲ τὸν ζῆλον αὐτῶν πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν ἐπολλαπλασίαζον. Μετὰ τριῶν ἐτῶν θασάνους, οἱ Πατέρες οὗτοι ἅπαντες συµ- περιλαμθανοµένων καὶ τῶν δύο Μαχαιριωτῶν, κατεδικά- σθησαν ὑπὸ τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου Ἐνρῦ τοῦ Α΄ εἰς λι- θοθολισμὸν καὶ τὸν διὰ τοῦ πυρὸς θάνατον. Ώ) ᾿Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Οἱ ἐπὶ Τουρκοκρατίας µαρ- τυρήσαντες Μαχαιριῶται ὁ μὲν εἷς εἶναι ὁ ᾿Εθνομάρτυς ᾿Αρχι- επίσκοπος Κυπριανὸς ὁ δὲ ἄλ- λος ὁ “Ἱερομόναχος ᾽Ιωαννί- κιος. Ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κυπρια- νὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Στρόθολος καὶ ἐγεννήθη εἰς Καμπιὰ ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογέ- νειαν. Προσελήφθη εἰς τὴν Μονὴν Μαχαιρᾶ καὶ ὅτε ἥτο ἀκόμη Διάκονος ἑστάλη µετά τινος ᾿Αρχιμανδρίτου τῆς Μο- νῆς Χαραλάμπους εἰς Μολδο- θλαχίαν πρὸς συλλογἠν ἐρά- νων. ᾿Εκεῖ παρηκολούθησεν ἆᾱ- νώτερα µαθήµατα εἰς τὴν ἐν ᾿Ιασίῳ Σχολὴν λειτουργῶν μάλιστα καὶ εἰς τὴν ἡγεμονι- κὴν ἐκκλησίαν. Μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του προσελήφθη ὡς Οἰκονόμος εἰς τὴν ᾿Αρχιεπισκοπήν. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην διηύθυνε πρα- γματικῶς οὗτος ἀντὶ ὁ γέρων ᾿Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τὰ τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς. Παράδοξός τις περιηγητὴς ὁ ὁποῖος ἔγραψεν μὲ τὸ ψευ- δώνυμον ΑΠ Βου µμαρτυρεῖ τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὸ προηγούµενον ἔτος (1804) συνέθη µεγάλη ταρα- χἠὴ τῶν Τούρκων ἐναντίον τοῦ Δραγομάνου, «κατέλαθον τὴν Δευκωσίαν καὶ συμµπεριεφέρον: το θαρέάρως πρὸς τὸν ᾿Αρχιε- πίσκοπον καὶ τοὺς ἄλλους “Ελ- ληνας, φονεύοντες τοὺς ἀρνου- µένους νὰ δώσωσι χρήματα: Κα: τὰ τὴν δεινὴν ἐκείνην περίστα- σιν ὅὃ Οἰκονόμος ὑπῆρξεν ὁ ᾱ- γαθὸς ἄγγελος τῆς κοινότητος. τόσον ἦτο τὸ τάλαντον καὶ ἡ δε- ξιότης, ἥν ἐπέδειξεν ἀποτρέπων τὴν µανίαν τῶν ἀνταρτῶν». Γενόμενος ᾿Αρχιεπίσκοπος ὁ Κυπριανὸς δὲν ἔπαυσε νὰ ἑρ- γάζηται ἀόκνως διὰ τὴν πρό- οδον τοῦ ποιμνίου του, καὶ θρησκευτικῶς ἀλλά καὶ ἐθνι- κῶς. (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) ΠΕΜΠΤΗ 11. ΜΑΡΤΙΟΥ 1954 ἵ ΤΙ ΛΙ ΙΠΟΝΙ Τ0Υ ΚΛΗΡΟΥ ᾽Ἀποφάσεις τοῦ Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς Μηρτοπολιτιχῆς Κυρηνείας. ---Εδρίσθηπ ὡς ὙΧατώωτατον ἔριον μισθοῦ τὸ ποσὸν 10 λιρῶν. -- Πῶς διευθετήδη τὸ ζήτημα τῶν «τυχκηρων). Ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Σ. Μη- Ιτάξις γιά εὐπορέπεια, ἀναπτυχθὲν Κυπρι- | ὑπὸ τοῦ. Τανοσιο.. ᾽Αρχιμανδοί- Περιφερείας τροπολίτου Κυρηνείας κ. ανοῦ συνεκροτήθη τὴν 4ην Μαρ- τίου ἐν τῇ ἵ. Μητροπόλει Κυρηγεί- ! ας Ἱερατικὺν Συνέδριον τῆς Νἴη- τουργίας καὶ ὁ τούπος τῆς τε)λέσε- 0 βυρη- ως τοῦ ἴχιμ. κ. Αναογύρυυ. Σταματοπού- Μετὰ τὴν ἐναρντήριον προσευ- | λου. ὃ) ο ἱερεὺς καὶ ἣ θρησκευ- ἱπικὴ µόρφωσις τῆς ἑνορίας. ἆνα- τοοπολιτικῆς περιφερείας γείας. χὴν προσεφώνησε τὸ Σονέδοιον : ας στ | ὁ Σ. Μητροπολίτης, τονίσας τὴν ἲ διπλῆν ἀποστολὴν τοῦ ἱερέως ἐν : Μητροπύλεως κ. Δουκᾶ Κοχολιοῦ. τῇ κοινωνία καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ποο- | χύπτοντα καθήκοντα. «Έχω θεθαίαν τὴν πίστιν, εἷ- πεν ὁ Σεθασμιώτατος, ὅτι, ζηλω- ταὶ τῶν ἡρωϊκῶν καὶ μαρτυοικῶν προκατόχων σας, θὰ συνεχίσητε ὁλοπρόθυμοι καὶ ἐπὶ τοῦ Ἔκκλη- σιαστικοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ πε- { ἀπολογιτικήν, δια- λοιπὴν προσήκουσαν ν Φωτιστικὴν κα τὸν καλύτεροι ἐχτελεσταὶ τῆς ἵε- | ος ἀποστολῆς σας». Κατὰ τὴν πεντάωφον διάρκειαν | τοῦ. Συνεδρίου ἐγένετο εἰσήγησις | ναὶ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἑξῆς θεµά- των | ξ έ ----- πα. 1) “Ο ἱερεὺς καὶ ἡ ἓν τῷ ναῷ . ἐπέστεψεν ὁ Ἐθνινὺὸς Ύμνος. (Γένους, ἀνωπτυχθὲν ὑπὸ τοῦ Σεθ. ετοῦ κ σεν ὡς χατώτατον ὅριον μισθοῦ η ο ος , [νιαίως ἀπὸ τῆς ἵης Ἰανουαρίου δίοι τὴν εἰς τὸν ἱερὸν κλῆρον 19034. δρᾶσιν, /σθη ὁμοφώνως ἱπτὸ τοῦ Συνεδρί- οὕτως ὥστε θαθμηδὸν νἀ ἀποθῆ [ου, ὅπως ἀντικατασταθοῦν ταῦτα, τε, εἴς τε τὸν Ἐκγλησιαστικὸν καὶ Ιπροστιθεµένου ἀναλόγου ποσοῦ εἰς τὸν ἐθνικὸν τοµέα, ὅσον τὸ δυνα- τὸν μισθὸν ἑἕκάστου ἵερέως. Διὰ του κ. Ἰακώόθου ᾽Αρνοπούλου, ὃ Τὸ βαθύτερον νόημα τῆς θείας λει- μυστηρίου, ὑπὸ τοῦ. Αο- πτυγθὲν ὑπὸ τοῦ ἱεροκήρνυχος τῆς 4) Ὁ ἱερεὺς ὡς διδάσκαλος τοῦ Μητροπολίτου κ. Ἀοπριανοῦ. Διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν λήρου ὁ Μητοοπολίτης ὥρι- ἀντὶ τῶν Ε 9, τὸ ποσὸν { 10 µη- Ὡς πρὺς τὰ τυγηρὰ ἀπεφασί- τῆς διευθετήσεως ταύτης οἱ χοι- στιωνοὶ δὲν θὰ ἐπιθαρυνθοῦν ἐπὶ πλέον τῶν ὕσων συνολικῶς κατα- ῥάλλουν σήμερον διά τὰς ἵεροπρα- Ἑίας των. Χιμανδρίτου κ. ερ. Ἡ Α. Μ, ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου μετὰ τοῦ Μ. ᾿Αρχιεπισκόπου ᾽Αθηνῶν κ. Σπυρίδωνος καὶ τοῦ ᾿Αρ- Κοτσώνη, ᾿Αθήναις συνάντησίν των. ΕΚΗΕΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ κ. Μακάριος φώτογραφούμενος κατὰ τὴν πρόσφατον ἐν [ θΙΠΛΠΙΝΗ Σ1ΛΛΗ λΙΛΚΙ ΙΙΙ} [7 Τη ΗΜΠΝΗΝ ΙΙ [0] ΠΝΗΙΠΙΝΠΙ ΙθΙΝΙ Τάὰς ἐργασίας τοῦ Σι υνεδοίου ἱ ΝΕ Ἡ ΠΝΙ ΜΜ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα). τοὺς ὁποίους λαμπρῶς διεκό- σµησεν μὲ ἱστορικὰς εἰκόνας τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Δια- θήκης. Εἰς δὲ τὰ πρακτικἁ τῆς Βας Οἰκουμενικῆς Συνόδου (361) ἀναγινώσκομεν, ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου οἳ- κοδομηθεὶς ναὸς τοῦ Σωτῆ- ρος εἶχεν εἰς τοὺς δύο τοίχους εἰκόνας. Εἰς τὸν ἕνα ἐκ τού- των παρίστατο ὁ ᾿Αδὰμ ἐκδι- ὠκόμενος τοῦ Παραδείσου, εἲς δὲ τὸν ἄλλον ὁ ληστὴς εἶσερ- χόμενος εἰς τὸν Παράδεισον. Αλλά καὶ ὁ Μ. Βασίλειος λέ- γει, ὅτι εἷς τὴν ἐποχήν του, εἰς τὴν Καισάρειαν τῆς Καπ- παδοκίας ὑπῆρχεν εἰκὼν τῆς Παναγίας ἠνωμένη μετὰ τῆς εἰκόνος τοῦ μάρτυρος Μερκου- ρίου καὶ ὅτι οὗτος ἠρέσκετο νὰ προσεύχηται ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος ταύτης. Ὁ δὲ Γρηγό- ριος ὁ Ἠύσσης εἰς τὸν, περὶ θεότητος τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λόγον του λέγει, «εἶδον πολλάκις ἐπὶ γραφῆς εἰκόνα τοῦ πάθους καὶ οὐκ ἀδακρυτὶ τὴν θέαν παρ- ἤλθον, ἑναργῶς τῆς τέχνης ὑπ ὄψιν ἀγούσης τὴν ἱστορί- αν». Ὑπὸ δὲ τοῦ ᾿Επισκόπου ᾽Αμασείας ᾿Αστερίου γίνεται λόγος περὶ τῆς εἰκόνος τοῦ μαρτυρίου τῆς Αγίας Εὐφη- µίας, ἥτις ἐμαρτύρησε ἐπὶ αὖ- τοκράτορος Διοκλητιανοῦ κα- τὰ τὸ 289. . ᾿ Τὴν χρῆσιν τῶν εἰκόνων κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας ἐπικυρώνουν καὶ αἱ µαρτυρί- αι τῆς Χριστιανικῆς ἀρχαιολο- γίας. Ὁ σοφὸς Ταῦιξ καὶ ὁ Καθηγητής τῆς ἀρχαιολογίας Οµαποίπς λέγουν ὅτι πολλαὶ εἰκόνες ποὺ ἀνευρέθησαν εἰς τὰς κατακόµθας, κοιμητήρια καὶ μνημεῖα ἀνάγονται ὀλίγαι μὲν εἰς τὰ τέλη τοῦ Ίου αἰῶ- νος καὶ ἄλλαι εἰς τὸν 2ον καὶ Δον, 4ον καὶ 5ον αἰῶνα. Εἰς τὰς κατακόµθας ἐκτὸς τῶν εἷ- κόνων τοῦ Σώὠτῆρος, τῆς Παν- αγίας μετὰ ἢ ἄνευ ὀρέφους ἢ καὶ δεοµένης καὶ τῶν ᾽᾿Αποστό- λων ἀνευρέθησαν καὶ πολλαὶ συμθολικαὶ παραστάσεις καὶ δὴ τοῦ ᾿Αδὰάμ καὶ τῆς Εὔας, οἵτινες παρίστανται ὅρθιοι πλησίον ἑνὸς δένδρου τῆς γνώ- σεως προφανῶς τοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ, περὶ τὸ ὁποῖον κυ- κλοῦται ὄφις, καλύπτουν δὲ τὴν γυµνότητά των κάποτε ἆ- πλῶς μὲ τὰ χέρια συχνότερον δὲ διὰ φύλλου συκῆς ἢ ἄλλου δένδρου. Ἡ παράστασις αὖ- τη ῆτο ἡ συνηθεστέρα καὶ τοῦ- το διὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ ἡ ἔκκλη- σία εἲς τοὺς ὁὀπαδούς της κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἱστορίαν τῆς δημιουργίας, τὴν πρώτην πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν διὰ τοῦ νέου ᾿Αδάμ, ᾿Ιησοῦ Χρ.στὀῦ σωτηρίαν. Μὲ συµᾶξο- λικἠν σηµασίαν εἰκόνες εὑρέ- θήσαν καὶ πολλαὶ ἄλλαι ὡς τῆς τοῦ Νῶε ἐν τῇ κιθωτῷ, ὅστις ἐκτείνει τὰς χείρας του πρὸς τὴν περιστεράν, ἡ θυσία τοῦ ᾽᾿Αθραὰμ εἰς διαφόρους στάσεις, συνηθεστέρα τῶν ὁ- ποίων εἶναι ἡ εἰκὼν εἰς τὴν ὁ- ποίαν παρίσταται ὁ ᾿Αθραὰμ ἔχων τὴν μὲν µίαν χεῖρα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ υἱοῦ του τὴν δὲ ἄλλην ὀψωμένην μὲ σκοπὸν νὰ ἀποκόψῃ τὴν κεφαλἠν αὖ- τοῦ. Τὸ σύνολον δὲ τῆς εἰκό- νος συμπληρώνουν τὸ θεῖον χέρι ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τοῦ νέ- φους καὶ ὁ συμπεπλενμένος ἆᾱ- πὸ τῶν κεράτων εἰς τὸν θά- μνον κριός. Ἐκ τῶν συµθό- λων τὸ Ὑγνωστότερον καὶ τὸ μᾶλλον διαδεδοµένον εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἐκκλησίαν εἶναι ὁ ἰχθύς, ὁ ὁποῖος συµθολίζει τὸν Χριστὸν ἢ τοὺς Χριστια- νούς, ὅπως ὁ πολὺς ᾿Ωριγέ- νης λέγει, ὅτι ὁ Χριστὸς «ἡν ὁ τροπικὸς λεγόμενος ἰχθύς», ὁ δὲ Τερτυλλιανὸς ἰχθῦς ὀνο- µάζει τοὺς Χριστιανοὺς ὡς ἀναγεννομένους ἐν Χριστῷ, «ἡ- μεῖς μικροὶ ἰχθῦς ἐγεννήθημεν κατά τὸ παράδειγµα τοῦ ᾿[η- σοῦ Χριστοῦ τοῦ ἡμετέρου ἵ- χθύος ἐν τῷ ὅὕδατι». . Παρ’ ὅλον ὅμως, ποὺ ἡ χρῆ- σις τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀνά- γεται εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην ἐ- ποχἠν τῆς ἐκκλησίας οἱ Προ- τεστάνται καὶ οἱ σύγχρονοι εἷ- κονοµάχοι μᾶς µέμφονται καὶ στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐντολῆς τοῦ δεκαλόγου «οὗ ποιῄσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐ- δὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, καὶ ὅσα ἐν τῇ γῃ κάτω, καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕ- δασιν ὑπὸ κάτω τῆς γῆς οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς». (Εξόδ. κ. 4-5). ἸΑλλ” ἡ χρῆσις καὶ προσκύνησις τῶν ἱερῶν εἰκό- νγων δὲ ἀντιθαίνει πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐντολῆς, διότι δι’ αὐτῆς ἀπαγορεύεται ἡ κατα- σκευή, ἡ προσκύνησις καὶ ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων, δηλ. τῶν ὁμοιωμάτων τῶν ψευδῶν θεῶν, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν κατωτέρω Γραφικῶν χω- ρίών «οὐ ποιήσετε ὑμῖν αὐτοῖς θεοὺς ἀργυροῦς καὶ θεοὺς χρυσοῦς οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἔαυ- τοῖς», (Ἐξοδ. κ. 25), «Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁασιλεύς' Διατὶ οὐ προσκυνεῖς τῷ Βήλ ὁ δὲ εἶπεν ὅτι οὐ σέθοµαι εἴδωλα χειροποίητα, ἀλλὰ τὸν ζῶντα θεόν͵ τὸν κτήσαντα τὸν οὖρα- νὸν καὶ τὴν γῆν, καὶ ἔχοντα πάσης σαρκὸς κυρείαν» (Δα- γιὴλ Βἡλ καὶ Δράκων 4-5). ᾽Αλλ” ἐὰν δὲν εἶναι ἀρεσταὶ αἱ εἰκόνες εἰς τὸν Θεόν, πῶς δύ- νανται νὰ ἑρμηνευθῶσι οἱ λό- γοι αὐτοῦ, οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὸν περίφηµον Ναὸν τοῦ Σο- λομῶντος, ὅστις ῆτο κατάφορ- τος ἀπὸ Χχερυθικὰς εἰκόνας καὶ παραστάσεις φΦοϊνίκων, θοῶν καὶ λεόντων «κουσα τῆς φωνῆς τῆς προσευχῆς σου, καὶ τῆς δεήσεώς σου ἃς ἐδεή- θης ἐνώπιόν µου, πεποίηκά σοι κατά πᾶσαν τὴν προσευ- χήν σου, ἡγίακα τὸν οἶκον τοῦτον, ὅν ὠᾠὠκοδόμησας τοῦ θέσθαι τὸ ὄνομά µου ἐκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ἔσονται οἱ ἆὁ- φθαλμοί µου ἐκεῖ καὶ ἡ καρ- δία πάσας τὰς ἡμέρας» (Γ. Βασ. Θ. 3). Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ Κύριος ἐπανειλημμένως προσευχήθη, ὠμίλησε καὶ ἐ- θαυματούργησεν εἰς τὸν Βαὸν τοῦ Σολομῶντος καὶ ἀπεκά- λεσεν αὐτὸν Οἶκον τοῦ Πατρός του, ὅταν κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα ἀπεμά- κρυωνε μὲ τὸ φραγγέλιον ἐκ τοῦ ναοῦ τοὺς ἐμπόρους καὶ ἐπετίμησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν: «ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν καὶ μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός µου οἶκον ἐμπορίου». Τὴν εἰδωλολατρείαν καὶ τὴν κτισµατολατρείαν, «τὰ δαιμό- νια καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ καὶ τὰ λίθινα καὶ τὰ ξύλινα, ἅ οὔτε θλέπειν δύναται οὔτε περιπατεῖν», ὅπως λέγει καὶ ὁ Εὐαγγελισὴς Λ᾿Ιώάννης ἀπαγορεύει ὁ Θεὸς διὰ τῆς δευτέρας ἐντολῆς νὰ προσκυ- νῶμεν. Ἡ εἰκὼν ὅμως τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι εἴδωλον ψευδοῦς Θεοῦ, οὔτε ἄγαλμα Εεοποιηθὲν ἆλλ᾽ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, τοῦ ἀποκα- λυφθέντος θεοῦ, δι αὐτὸ ἡ ἐκ- κλησία ἐξ ἀγάπης, σεθασμοῦ καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς αὐτὸν εἰκονίζει τὴν εἰκόνα αὐτοῦ πρὸς ἔκφρασιν τῶν συναισθη- µάτων τὰ ὁποῖα πλημμυροῦν τὴν καρδίαν τῶν πιστῶν καὶ πρὸς ἀνύψώσιν τοῦ νοῦ διὰ τῆς εἰκόνος εἰς τὸ ἀρχέτυπον. Ἡ χρῆσις λοιπὸν τῶν εἰκό- νων τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτό- κου καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, ὄχι µόνον δὲν ἀπαγορεύεται, ἀλλά καὶ ἐπιθάλλεται καὶ ὠφέλιμος εἶναι. Ὁ Γρηγόριος ὁ Βύσσης ἀποκαλεῖ αὐτὰς «Γλωττοφό- ρον θιθλίον», ὁ δὲ Μεῖλος ὁ ἆ- σκητὴς καὶ µαθητὴς τοῦ Ὁ]- ων. τοῦ Χρυσοστόμου λέγει τὰ ἑξῆς: “αἱ εἰκόνες εἶναι χρή- σιµοι δ᾽ ὅλους, ἀλλ᾽ Ιδιαιτέ- ρως διὰ τοὺς ἀγραμμάτους, διότι οἱ το:οῦτοι θλέποντες τὰς εἰκόνας ἐνθυμοῦνται τὰς ὑπη- ρεσίας αὐτῶν τὰς ὁποίας προσέφεραν εἰς τὸν ἀληθινὸν θεὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησίν των καὶ ὠφελοῦνται». Ο δὲ |- ὠάννης ὁ Δαμασκηνὸς παρα- τηρεῖ' «οὕτω χρὴ λογίζεσθαι καὶ ἐπὶ τὰς τῶν ἁγίων εἰκό- νας, ὅτι πρὸς ὑπόμνησιν ἡμε- τέραν καὶ ἀγάπην καὶ διόρ- θώσιν τοῦ θίου ἡμῶν, ἅμα καὶ τῶν ἐπερχομένων ᾿Εθνῶν καὶ πιστευόντων εἰς ᾿Ιησοῦν Χρι- μᾶς ἀποκαλοῦν εἰδωλολάτρας! ἐντολῆς τοῦ δεκαλόγου «οὐ στὸν πρὸς ἐπίδειξιν τῆς καλῆς αὐτῶν μαρτυρίας ἀπεγράφη- “Ο καθηγητῆς τῆς Θεολογικῆς | Ῥ χολῆς τοῦ Πανεπιστηµίου ᾿Αθη- υνῶν κ. ᾽Αμίλκας ᾽Αλιθιζᾶτος ἆνε- νοίνωσε δι ἐπιστολῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφορίαν τῆς Θεολογικῆς Ἀχολῆς τῆς Χάλκης, ἐξ ἀποφά- σεως, ὅτι ὁ Καθηγητικὸς Σύλλο- γος τῆς Θεολογικῆς 3» χολῆς τοῦ Πανεπιστηµίου ᾿Αθηνῶν, λαθὼν ὑπ ὄψιν τὴν ἐσχάτως ἐν τῇ Θεο- λογικῃ Σχολῇῃ συντελεσθεῖσαν ᾱ- ναδιοργάνωσιν, ἀνεγνώρισεν αὖ- τὴν ὡς ἰσότιμον Πανεπιστημιακὴν Σχολήν, διατυπώσας συνάµα καὶ σκέψεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ᾱ- παραιτήτων τινῶν προὔύποθέσεων περὶ διορισμοῦ μελλοντικῶς Ἰα- θηγητῶν καὶ ἀπονομῆς εἰς τοὺς ἀποφοίτους αὐτῆς τοῦ τίτλου τοῦ Διδάκτορος τῆς ᾿Ορθοδόξου Θεο- λογίας. ΒΛ ΜΝΙΡΕ Τη ΠΛ Καθ’ ἃ μεταδίδεται ἐκ τοῦ Όα- τικανοῦ, βελτιοῦται βραδὲως ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τῆς Α. 'Αγιότητος Πάπα Πίου 18’. Ἐν τούτοις προθλέπεται, ὅτι ἡ περίο- ὃος τῆς ἀναρρώσεώς του θά πα- ραταθῇ ἐπ) ἀρκετὸν χρόνον. σαν ἔν τε ταῖς ἐκκλησίαις καὶ ἐν ταῖς θίθλοις. Οὕτως γὰρ παρελάδθομεν αὐτὴν ἐκ τῶν ἆ- γίων Πατέρων κεκοσμηµένην τὴν ἐκκλησίαν, ὣς αἱ θεῖαι Γραφαὶ διδάσκουσιν ἡμᾶς» (Πατρ. Τομ. 95 σελ. 313). Εἰς µίαν δὲ ἀπολογητικὴν ἔπιστο- λὴν ὁ ἴδιος παραθάλλει τὰς ἁγίας εἰκόνας πρὸς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ λέγει, ὅπως τὸ εὐαγγέλιον διδάσκει καὶ ἐξηγεῖ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ οὕτω καὶ ὁ ζωγράφος διὰ τῆς εἰκόνος διδάσκει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Ὁ μὲν λογογράφος (Εὐαγγελιστὴς) διὰ τοῦ λό- γου, ὁ δὲ ζώγράφος διὰ τῆς τέχνης. «τὶ διαφέρει ὁ χάρτης τῆς ἀσθέστου οὐχὶ ἀμφότερα ἐκ τῆς ὕλης µετέρχονται εἰς ἐργασίαν µίαν ἢ τί διαφέρει ἡ µεµθράνα τῆς σανίδος οὐ- χὶ ἀμφότερα ὑπὸ ξίφους τέ- µνονται καὶ διασχίζονται καὶ οὕτω μετέρχονται εἲς ἐργασί- αν εἰπέ µοι τίνα προσκυνεῖς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τὴν ὕλην ἢ τὴν ἐξήγησιν πάντως ἐρεῖς μοι, τὴν ἐξήγησιν τῆς οἰκονο- µίας Χριστοῦ οὕτω κἀγὼ οὐχὶ τὴν σανίδα τιμῶ οὐδὲ τὸν τοῖ- χον, τὴν ὕλην τῶν χρωμάτων, ἀλλά τὸν χαρακτῆρα τοῦ σώ- µατος καὶ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Χριστοῦ» (Πατρ. 95 τόμ. σελ. 316). Ἡ ἀνθρωπίνη ὀντότης εἶναι σύνθετος᾽ ἀποτελεῖται ἐξ ὕλης καὶ πνεύματος καὶ ὡς τοιαύτη αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ὥρι- σµένα ἄῦλα συναισθήματα νὰ ὑλοποιήσῃ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ἐξωτερικεύσῃ. Οὕτω διὰ νὰ ἐξωτερικεύσωμεν τὸν σεθα- σμὸν πρὸς τοὺς κληρικοὺς ἀσπαζόμεθα τὸ χέρι αὐτῶν. Ὅταν δὲ λάθωμεν τὴν φωώτο- γραφίαν τοῦ ξενητεµένου παι- διοῦ µας ἢ ἑνὸς ἄλλου προσ- φιλοῦς προσώπου τὴν φέρομεν ἀμέσως εἲς τὰ χείλη µας. Ὁ ἀσπασμὸς τὸν ὁποῖον ἐναποθέ- τοµεν εἰς τὸ ἄψυχον χαρτὶ δὲν ἀναφέρεται εἰς αὐτό, ἆλ- λὰ εἰς τὸ εἰκονιζόμενον πρό- σωπον. Επομένως καὶ διὰ νὰ ἐξωτερικεύσωμεν τὸ αἰσθημα- τικὸν τῆς ψυχῆς µας περιεχό- µενον πρὸς τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτήν µας, τὴν θεοτόκον καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους εἶκο- νίζοµεν αὐτοὺς καὶ προσκυ- νοῦμεν. Ας μᾶς κατηγοροῦν λοι- πὀν, οἱ σύγχρονοι εἰκονομά- χοι, ὅτι καλλιεργοῦμεν τὴν εἷ- δωλολατρείαν μὲ τὸ νὰ ἔχω- μεν εἰκόνας καὶ προσκυνοῦ- μεν αὐτάς. Ἡμεῖς οἱ ᾿Ορθό- δοξοι Χριστιανοὶ λατρεύομεν ὄχι τοὺς ψευδεῖς καὶ ἆνυπο- στάτους θεούς, ἀλλὰ µόνον τὸν ᾿Αεὶ Όντα καὶ ζῶντα Θε- όν, τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρα- νὀν καὶ τὴν γῆν, τὰ ἁόρατα καὶ ὁρατά. Εἰς δὲ τὴν Θεοτό- κον καὶ τοὺς ἁγίους ἀποδίδο- μεν τιµητικὴν προσκύνησιν, ὅ- πως διακηρύττει ὁ στυλοόθά- της τῆς ᾿Ορθοδοξίας Μ. ᾿Αθα- νάσιος, «οὐχ ὡς θεοὺς προσ- κυνοῦμεν τὰς εἰκόνας οἱ πι- στοί’ μὴ γένοιτο! ὡς οἱ Ἕλλη- νες ἀλλὰ µόνον τὴν σχέσιν καὶ τὴν ἀγάπην τῆς ψυχῆς ἡ- μῶν, τὴν πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς εἰκόνος ἐμφανίζομεν...» καὶ ὅπως ὁ Πατριάρχης ΄Ἱερο- σολύμων Δοσίθεος ὁμολογεῖ, «ἡμεῖς γὰρ μµόνῳ τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ Λλατρεύομεν καὶ οὐδενὶ ἔτέ- ϱρῳ) τοὺς δὲ ἁγίους τιμῶκεν». ΜΟΡΓΝΝΣΙΣ ΤΗΣ ΒΡΗΚΕΗΤΙΚΙΣ ΥΠΗΤΠΙΑΙ ΤΟΥ ἩΡΠΕΥΜΠΙΘΣ Μεριμνῶσα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περὶ καλυτέρας δυνατῆς ὀργανώσε- τῆς θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στορατοῦ κατήρ- τισε ᾿Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν Σε6. Μητροπολιτῶν Χίου κ. Παντελεή- µώγνος, Κορινθίας κ. Προκοπίου, ᾿᾽Αττικῆς κ. ᾿Ἰακώθου καὶ Φωκί- δος κ. ᾿Αθανασίου πρὸς µελέτην τοῦ ζητήματος καὶ ὑποθολὴν εἷ- σηγήσεων εἰς τὴν 'Ἱερὰν 3Σ ύνο- δον. τ πης ως έωσι Ι ΦθΗ! Π] ΗΜΙΟΙΝ ΑΠΟ ΡΑΛΙΟΦΩΝΟΥ Ἐπανελήφθησαν αἳ διὰ τεχνι- κοὺς λόγους προσωρινῶς διακο- πεῖσαι ὁμιλίαι τῆς «Φωνῆς τῆς )Αποστολικῆς Λιαχονίας» ἀπὺ τοῦ Κεντρικοῦ Ῥαδιοφ. Σταθμοῦ Ἐν- όπλων Δυνάμεων Ἑλλάδος, Αἱ ἐκπομπαὶ γίνονται ἑκάστην Πέμ- πτην καὶ ὥραν 9.5'---θ.15΄ μ.μ. οο--ὕἵὕὙὕ-“-“--ᾱ- ΠΗΝΟΦΙΠΙΙ 1 ΜΡΙΝΛΗΙΗΙ ΙΝΟΡ0Ι ΠΙΗΙ Ὁ. ἐν Λονδίνῳ Ἕλλην Πρε- [σθευτῆς κ. Ἑ. Μόστρας ἐπαραση- {μοφύρησε τὸν ἸΠανοσ. ᾿Αρχιμαν- δρίτην μ. Ἰάμωθον Βίρθον, προ- ΓἹστάμενον τοῦ ἵεροῦ ναοῦ 'Ἁγίας Σοφίας, τοῦ Λονδίνου, διὰἁ τοῦ :Χουσοῦ Σταυροῦ τοῦ Γεωργίου Α΄, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀπενεμήθη διὰ τὰς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἓθνος ὃ- πηρεσίας του. Ὁ κ. Μόστρας ἐ- χαρακτήρισε τὸν τιμηθέντα ᾽Αρχι- µανδρίτην, ὅστις, ὡς γνωστόν, ἐ- πεσκέφθη τὴν Κύπρον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὡς «ἄριστον συν- εργάτην τῆς Α. Σ. τοῦ Μητροπο- λίτου Θυατείρων κ.κ. ᾿Αθηναγό- ρα». Ὁὑμωυσμωα Ι ἨΝΜΙΝΙ ΤΙ |. ΝΝΕ ΜΙΝΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν Υ’ σελίδα). Ὕδρυσε Ἑλληνικὴν Σχολήν, τὸ νῦν Παγκύπριον Γυμνάσι- ον, εἰς οἰκόπεδον τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὴν Μονὴν Μαχαι- ρᾶ, καὶ ὅπερ εἶχε δωρηθῆ εἷς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Κυρηνείας Εὐγενίου. ᾿Αρχιερατεύων εἰς τὴν κρι- σιμωτέραν καμπὴν τῆς Ἕλλη- νικῆς ἱστορίας καὶ ἐθναρχεύ- ὧν τοῦ δούλου Κυπριακοῦ λα- οὗ, προσεπάθησε νὰ ἀποδωθῇ καὶ εἰς τήν Νῆσόν του ἡ ἔλευ- θερία. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ τὸ κατορθώση. ΄Ο τύραννος ἀντι- ληφθεὶς τὰς διαθέσεις του ἁπ- ηγχόνισε τοῦτον τὴν 9ην ᾿[ου- λίου τοῦ 18621 μετὰ τῶν λοι- πῶν ἀρχιερέων καὶ προκρί- των τῆς Ἠήσου ὡς ἔνοχον καὶ συνεργάτην τῶν ἐν τῇ Ἠπει- ῥρωτικῇ Ἑλλάδι ἐπαναστατῶν. 3 ἃ ὍὉ Ἱερομόναχος ᾽]ωαννί- κιος ἔδρασε καὶ ἐμαρτύρησε ἀκριθῶς µίαν δεκαετίαν μετὰ τὸ μαρτύριον τοῦ Κυπριανοῦ, Κατήγετο ἐκ τοῦ χωρίου Ἅγιος Ἠλίας Καρπασίας. Κατά κόσμον ὀνομαζόμενος ᾽[- ὠάννης, προσελήφθη εἰς τὴν Μονὴν Μαχαιρᾶ ὡς δόκιμος. Κατὰ τὴν Ελληνικὴν Ἐπανά- στασιν παρηκολούθη μετὰ θαυμασμοῦ τὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων τοῦ ἔθνους, τὰ ὁ- ποῖα τόσον τοῦ διήγειρον τὸν ἐνθουσιασμόν, ὥστε µετέδη καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. ᾽Α- πὸ τὴν Ἑλλάδα ἐπέστρεψεν τὸ 1828 καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν Μονήν του ὅπου καὶ ἐκάρη µο- ναχὸς μετονομασθεὶς ᾿Ιωαννί- κιος. Ἡ πολεμική του ὅμως μανία δὲν ἀπεκοιμήθη. Τὸ 1852 συνεννοηθεὶς μὲ κάποιον ᾿”µάμην τῆς Γιάφου ἐπανεστά- τησεν καὶ μὲ 16 ἐνόπλους Αλ. θανοὺς εἰσῆλθεν εἰς τὸ χωρί- ον του διὰ νὰ τὸ ἐλευθερώσῃ. ᾿Επειδὴ ὅμως οἱ καταδιώκον- τες αὐτὸν «νιζάµηδες» ἦσαν κατὰ πολὺ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ᾿Αλθανοὺς ὑπεχώρησε πρὸς τὴν Λάρνακα διὰ νὰ σω- 60. Συνελήφθη ὅμως καθ᾽ ὁ- δὸν παρὰ τὸ χωρίον Πυρκὰν μὲ τοὺς ἰδικούς του, ἐκτὸς δύο, καὶ καταδικασθεὶς ἐν Λευκω- σίᾳ ἀνεσκολοπίσθη. 'Ἡ παρά- δοσις ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τοῦ μαρτυρίου του ἀπηύ- θυνε εἰς τοὺς περισταµένους τὸ ἑξῆς προφητικὸν δίστιχον: «Νὰ πᾷ νὰ πῆς τῆς µάνας µου νὰ [κάμῃ Γιάννην ἄλλονν «γιατὶ τζεῖνον ποὺ ἔκαμεν ἑκάτσαν [τον στὸν μπάλλον» Καὶ δὲν εἶχε καθόλου ἅδι- κον ὁ µάρτυς καλόγηρος. Ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι ἐθυσίαζον ἕ- ἐξηγείροντο ἐναντίον των. γα ἥρωα χίλιοι ἄλλοι τοιοῦτοι ͵ ] | | [ | | ος. Ν.. Κωνσταντῖνος, γχατόπιν Ύνο- ἱματεύσεως ἰατρῶν καθηγητῶν τοῦ. ἐν ἸΑἈθήνως, Πανεπιστημίου, Γπαρητήθη λόγῳ ἀσθενείας. Ἡ Ἱ- Γερὰ. Σύνοδος τῆς Ἐμκλησίας τῆς σιν τοῦ. Σεθασμιωτάτου καὶ ὥρι- σε τοποτηρητὴν τῆς χηρεισάσης ἕδρας του τὸν Σεθασμιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης κ. ΗἩαντελεήμονα. μ ΝΠΠΙΠΡ [ΝΜΗΙ ΙΜΙΡΙΙΙ Μεταδίδεται ἐκ Παρισίων ὅτι, ὑπεύθυνοι ἰατρικαὶ καὶ θρηήσκευτι- »αἱ προσωπικύτητες τῆς Γαλλίας, μετὰ μαχράς ἐρεύνας, ἀπεφάνθη- σαν ἀπὸ κοινοῦ ὅτι, ἡ ἴασις ἑγὸς Γάλλου συνταγµατάρχου πάσχον- τος ἀπὸ ἠπατικὺν οἴδημα, πρα- γματοποιηθεῖσα πρὸ τοριῶν περίπου ἐτῶν, ὀφείλεται εἰς θαῦμα, δηλα- δη εἰς κάτι τὸ ὑπερφυσικόν. 'Ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ ἐπροξένησε θα- θεῖαν συγαίνησιν εἰς τὴν Γαλλικην Κοινὴν Γνώµην. Ἡ ἴασις αὐτὴ συνέθη τὴν ὃην ᾿Ομτωθρίου 19560 εἰς τὸ σπήλαιον τῆς Παναγίας τῆς Λούρδης, ὅπου καὶ ἡ θαυμα- τουργὸς πηγή. 'Ο συνταγµατάρ- χης Πὼλ Πελλεγκρέν, πάσχων ἐξ ἠπατικοῦ οἰδήματος, ἐνεθαπτίσθη εἰς τὴν δεξαµενὴν τῆς Δούρδης καὶ ἐξῆλθε θεραπευµένος. Ἡ ἐξ ἰατρῶν ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία μελετᾷ τὰς φερομένας ὡς θαυματουργοὺς θεραπείας καὶ Ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ 59. ἕξε- χούσας προσωπικότητας τοῦ ἰατρι- κοῦ κόσμου τῆς Γαλλίας, εἶχεν ἆᾱ- νακοινώσει πρὸ ἑνὸς ἔτους περί- που, ὅτι ἡ ἴασις τοῦ συνταγµατάρ- χου Πελλεγκρὲν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ, ἐξηγηθῇ ἐπιστημονικῶς, Ἰπη- κολούθησε κοινὴ ἔρευνα τῶν ἰα- τρῶν καὶ ἀνωτάτων κληρικῶν σµα διὰ τοῦ ὁποίου ἢ θεραπεία τοῦ Πελλεγκρὲν ἀπεδόθη εἰς θαῦ- μα. Ὁ συνταγματάρχης εἶχε µε- ταθῆ εἰς τὴν Λούρδην τὸν Ὀμτό- θριον τοῦ 1950, πάσχων ἀπὸ πυῶ- δες ἠπατικὸν οἴδημα σοθαρᾶς μορφῆς. ᾿Ενεθαπτίσθη εἰς τὴν δεξαμενὴν κατ’ ἀρχὰς τὴν Ί1ην ᾿Οκτωθρίου καὶ διὰ δευτέραν Φο- ρὰν τὴν ὃην ᾿Οκτωθρίου. Μετὰ τὸ δεύτερον λουτρόν τὸ πύον ἐξη- Φφανίσθη καὶ τὸ τραῦμα ἐπουλώθη ἀμέσως. Όταν ὁ συνταγματάρχης ἐπέστρεψεν εἲς τὴν Τουλών, ἦτο τελείως ὑγιῆς καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὴν πάθη- σίν του. Ἡ ἀνωτέρω εἰδικὴ ἐπι- στημονικὴ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς μελέτης τῆς περιπτώσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ὑπέόαλεν εἰς ἐξαν- τλητικὴν ἀνάκρισιν τὸν συνταγµα- τάρχην Πελλεγκρέν. Καὶ δὲν ἡ- δυνήθη νὰ ἐξηγήσῃ ἐπιστημονι- νγῶς τὴν θεραπείάν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωσεν εἰς θαῦμα. [8 ΜΟΦΜΟΝΗ ΗΝΗΜ ΠΗ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν 6’ σελίδα), μεταξὺ τῶν λοιπῶν Ἔκκλησι- ὢν. Τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς ἘἜκ- κλησίας τῆς Ιύπρου ἄάνεγνω- ρίσθη, μᾶλλον ἐπεκυρώθη, καὶ εἰς τὴν ἐν Τρούλλῳ Πενθ- έκτην Σύνοδον, ἀλλὰ τώρα, ὑπὸ διαφορετικὰς οσυνθήκας. Διότι δὲν διημφισθητεῖτο πλέον τὸ αὐτοδιοίκητον τῆς Ἐκκλη- σίας τῆς Κύπρου, ἀλλ᾽ ἁπλῶς καὶ µόνον τιμητικῶς ἐπεκυροῦ- το καὶ ἀνεγνωρίζετο. Κατὰ τὸν Ζον αἰῶνα ἡ Κύ- προς ὑπήγετο εἰς τὸ Βυζάντι- ον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ αὖ- τὴν ἐγένοντο ἐκ µέρους τῶν ᾽Αράθων σφοδραὶ ἐπιδρομαὶ ἐναντίον τῆς νήσου. 'Ὁ Βασι- λεὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιουστινιανὸς ὁ Β΄, ὁ Ρινό- τµήητος, μὴ δυνάµενος νὰ ὑπερ- ασπίσῃ τοὺς Κυπρίους προσε- κάλεσεν αὐτοὺς εἰς Κωνσταν- τινούπολιν. Οἱ Κύπριοι τότε, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ᾿Αρχιεπί- σκον ᾿[ὠάννην, µετηνάστευσαν εἰς τὴν Κύζικον, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ὠνόμασαν Μέαν ᾿Ιου- στινιανὴν πρὸς τιμὴν τοῦ Αὐ- τοκράτορος. Μετ’ οὐ πολὺ συν- ἤλθεν ἐκεῖ ἡ Πενθέκτη καλου- µένη Σύνοδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαθε τιμητικῶς θέσιν καὶ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ᾿]ώ- άννης. Κατὰ τὴν Συνεδρίαν ἔπεκυ- ρώθη τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκ- κλησίας τῆς Κύπρου καὶ ἀἄπε- Φασίσθη ὅπως ὁ ᾿Αρχιεπίσκο- πος Κύπρου προϊσταται καὶ προεδρεύει τῶν ἑλλησποντί- ὧν ἐπαρχιῶν καὶ μάλιστα χει- ροτονῆται σκοπος Κυζίκου. Τὸ τοιοῦτον ὅμως οὐδέποτε συνέθη καθ᾽ ὅτι, μετ’ ὀλίγον, ἐξομαλυνθεί- σης τῆς καταστάσεως, οἱ Κύ- πριοι ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια. ἡ Ι ΠΠ] (Συνέχεια ἀπὸ τὴν γ΄ σελίδα). γολήν της μὲ τὴν γλυκύτητα τῶν Ἑλληνικῶν μύθων. Δὲν ἐγνώριζα διόλου τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐπέθαλλαν νὰ µά- θω καὶ μὲ ἀπειλοῦσαν, διὰ νὰ τὸ κχάµω, μὲ ἀγανάκτησιν, διὰ τῶν σκληροτέρων καὶ «φοθερωτέρων τιμωριῶν. ᾽Αλλ ὅταν ἥμουν ἀνόμη μικρὸ παιδί, δὲν ἐγνώριξα οὔτε αὐτὰς τὰς λατινικὰς λέξεις, καὶ ὕμως τὰς ἔμαθα χωοὶς φόδον, χωρὶς στεϊσμῶν καὶ τῆς εὐθυμίας τοῦ περιθάλλοντος, ποὺ ἐγελοῦσε καὶ ἔπαξε μαξέί µου. Τὸ πνεῦμά µου μὲ παρεκινοῦσε, αὐτὸ καθ ἑαυτό, εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν σκέψεών μου, πρᾶγμα ποὺ θὰ ᾖτο ἀδύνα- τον. ἂν δὲν ἀποκτοῖσα ὡρισμένον ἀριθμὸν λέξεων, ὄχι ἀπὸ ἐγείνους, ποὺ τὰς διδάσκουν συστηματικῶς, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ὠμιλοῦῖσαν γύρω µου, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ ἀπεκάλυπτα ὁλόκληρον τὸν συν- αισθηµατιχκόν µου γόσμον. (Συνεχίζεται) Ο Σε6. Μητροπολίτης Κίτρους Ἑλλάδος ἀπεδέχθη τὴν παραίτη-: : ο ος ο καὶ γατ’ αὐτὰς ἐξεδόθη τὸ πόρι- ὑπ αὐτοῦ ὁ ἐπί-' νά στενοχωρηθῶ ἐν µέσῳ τῶν ᾱ- | | [Τοῦ ἐν ᾿Αθήναις ΝΙὲ ἰδιατέραν σειινοπφέπειαν καὶ λαμπρότητα ἑωρτάσθη καὶ εἰς ἱπὰς ᾿Αθήνας ἡ ὁρισθεῖσα διὰ τὴν Ἴντην Φεθρουαρίου «Παγκόσμιος Ἡμέρα Προσευχῆς τῶν Φοιτη- τῶν». εἐτελέσθη εἲς τὸν Μητροπολιτικὺν ΓΝαὸν εἰδικὴ ἀρχιερατικὴ λειτουρ- Γγία χάριν τῶν σπουδαστῶν γαὶ ἱσπουδαστριῶν, μὲ συμμετογὴν 9. «500. περίπου ἐκκλησιαζομένων, [Της λειτουργίας προέστη ὁ Σεθ. Μητροπολίτης Παροναξίας Πολύ- καρπος, θοηθούµενος ὑπὸ πολυµε- λοῦς κλήρου. Εἰδικὸς μιχτὸς χο- Γρὸς ἔψαλλε κατὰ τὴν λειτουργίαν, χατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο καὶ εἷ- δικὸν κήρυγμα περὶ προσευχῆς. Εἰς τοὺς ἐκκλησιαζομένους διενε- µήθη κατὰ τὴν ἔξοδον κομψὸν τευχίδιον μὲ τὴν ᾿Ἐπὶ τοῦ Όρους Ὁμιλίαν, μὲ µετάφρασιν εἰς τὴν ἔναντι σελίδα. Τὴν λειτουργίαν παρηκολούθησε καὶ ὁ 'Ὑπουργὸς τῆς παιδείας κ. Καλλίας, καθηγη- ταὶ ᾽Ανωτάτῳν Σχολῶν γαΐ τινες προσκεκληµένοι, Ἐκ τοῦ ἱεροῦ θή- µατος παρηκολούθησεν ἐπίσης τὴν λειτουργίαν ὁ Μα. ᾿Αρχιεπίσκο- πος Κύπρου Μακάριος. Μετὰ τὺ πέρας τῆς θείας λει- τουργίας καὶ παρὰ τὴν πίπτουσαν θροχήν, αἱ χιλιάδες τῶν σπουδα- στῶν µετέθησαν συντεταγμένοι, Τὴν 10.50 π.μ. τῆς Κυριακῆς : ΙΙ ΜΠΙΛΙ ΠΜ ΙΜΙ ΠΠ Τ ΦΙΠΙ ἵψ ΙΜΙΜΙΝ ΠΜ ΛΜ | αοοωκβς μπρωβκανων-ᾱ ἀνταποκριτοῦ µσας.] προηγουμένων τῶν λαδάρων τῶν Ανωτάτων Ἀ γολῶν. εἰς το Μνη- μείον τοῦ ᾿᾽Αγνώστου Ῥτοατιώ: τοῦ, ὅπου πατέθεσαν στέφάνον ἓν µέσῳ γατανυκτικωτάτης ἀτμο- εσφαίρας. . -. ο Την ὅην μ.μ. τῆς ἰδίας ἡμέοας ἐγένετο ἑορταστι»κὴ συγκέντρωσις ες τὴν μεγάλην αἴθουσαν τελε- τῶν τοῦ. Πανεπιστημίου, μὲ συμ- ᾽μετοχὴν χιυκιάδων σπουδαστῶν. Μετά εἰσήγησιν τοῦ Πουτάνεως (. Ἆπ. Δασκαλάκη, ὠμίλησε περὶ προσευχῆς ὁ καθηγητής τοῦ Πα- ἱνεπιστημίου κ. Καρμίρης. Εὶς τὴν ἑορτὴν παρευρέθησαν ὁ Ὑπουργὸς ἱπῆς Παιδείας ». Καλλίας καὶ ἅλ- ἴλοι ἐπίσημοι, ὡς καὶ οἱ καθηγη- ἱταὶ τῶν ᾿Ανωτάτων Σχολῶν. - Εἰς τὴν ἑοοτὴν παρέστη αἱ ὑ :Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος καὶ Ἐθνάορχης Κύπρου, Ἡ παρουσία τοῦ ὑποίου ἐλάμπρυνε τὴν ἑορτῆν γαὶ ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν αὖθορ- µήτων ἐκδηλώσεων τοῦ σπουδα- στικοᾷ κόσμου ὑπὲρ τῆς Κύπρου : καὶ τῆς Ἑνώσεως. 'Ό Πούτανις τοῦ Πανεπιστηµίου κ. Δασκαλά- κης, ἐξ ἄλλου, προλογίζων τὸν ἑορτασμόν, ἐχαιρέτησε τὴν παρ- ουσίαν τοῦ Μακαριωτάτου καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ διαθεθαιώση τὸν Κυπριακὸν λαὸν ὅτι ὁ Πανεπιστη- μιαχὸς Χόσμος εἶναι συµπαραστά- της του εἲς τὸν ἱερόν του ἀγῶνα. ϐ ΑΝΤΙΒΡΗΙΚΕΥΠΙΚΟΣ ΜΟΓΜΟΙ ΗΣ ΤΗΝ ΠΟΛΟΝΙΙΝ Μεταδίδεται ἐκ Δονδίνου ὅτι, ὃ ἐν ΒἩαρσοθίᾳ πρεσθευτὴς τῆς ᾽Αγγλίας ἀπέρριψε διαμαοτυρίαν υτῆς Πολωνικῆς κομμουνιστικῆς Κυθερνήσεως ἐναντίον τῆς κατά τὸν παρελθόντα μῆνα εἲς τὴν Ώου- τλῆν τῶν Κοινοτήτων λαθούήσης Γχώραν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἓν Ι1ο- τλονία θρησκευτικοῦ διωγμοῦ. Ὡς γνωστόν, ὁ ὙΥπογραμµα- Ιτεὺς τοῦ 'Ὑπονργείου τῶν Ἐξωτε- Γρικῶν τῆς Αγγλίας, κ. Ντόντς ΙΠάρκερ, εἰς Ἐκθεσίν του τὀτε εἷ- ἴχε καυστηριάσει τὴν 1Πολωνικῆν ΓἈνθέρνησιν διὰ τὰ ἀντιθρησγευτι- πά της µέτρα κατὰ τῆς Καθολι- - Ἐκκλησίας. ώβμρο ΙΘΗΙΚΟΝ ΤΥΚΕΛΡΙΘΗ ΧΡΙΠΙΛΗΟΗ ΚΑΙ ΙΘΥΛΛΙΒΝ Συνῆλθε εἰς Οὐάσιγκτων ἀπὸ δ---11 Νοεμθρίου τὸ «ἘΕθνικὸν Συγέδριον Χριστιανῶν καὶ Ἰου- δαίων». Ἐκ µέρους τῆς ᾿Αρχιεπι- σκοπῆς ᾿Αμερικῆς , παρέστη ὁ ᾿Αρχιμ. Νίκων Πατρινᾶκος, διευ- θυντής τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Μπρούκλιν. «Σκοπὸς τοῦ «Ἐθνικοῦ Συνεδρί- ου Χριστιανῶν καὶ Ἰουδαίων» εἷ- ναι ἡ «ἀλληλοκατανόησις καὶ συν- εργασία πρὸς ἐπιθίωσιν τοῦ χοι- γωγικοῦ καὶ ἠθικοῦ καθεστῶτος τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ ὡς οὗτος ἐκφράξεται ἐν ᾽Αμερικῇ καὶ Κα ναδᾷ καὶ ἑομηνεύετω ὑπὸ τοῦ Ἰ- { { |ἐπὶ τῇ θάσει τῆς Ἁγ. Τραφῆς. Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. «Φ-.. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΩΝ Κατ’ ἐντολὴν τοῦ Μακαρ. ἸΑο- χιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν κ. Σπυρί- δώνος καταρτίζεται πίναξ τῶν ἱεροκηρύκων τῆς Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ πλήρη στοιχεῖα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, σον ΠΡΧΗ ΗΠΙΗΙΜΙ ΦΙΦΙΙ: (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα). τεῖ, οὔτε μπορεῖ νὰ ἀμφισθητήση αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονός. 1[ρο- χωρεῖ σὲ ἕνα ἄλλο πολὺ σούαρὸ σημεῖο, ᾿ἹἘρωτοῦν: ἡ ἔκφραση Χριστιανικὴ φιλοσοφία ἔχει νόη- μα λέγει τίποτε Δὲν ρωτοῦν ἂν ὑπῆρξαν Χριστιανοὶ φιλόσοφοι, ἀλλὰ ἂν ὑπάρχουν φιλόσοφοι Χρι- στιανοί,. Όπως λέμε δηλαδὴ φι- λόσοφοι ἰδεαλιστές, «φιλόσοφοι ἐμπειρικοί, ἐρωτοῦν ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ φιλόσοφοι Χριστια- νοί, καὶ νὰ ἔχῃ κάποιο νόηµα ὁ ὄὅρος, νὰ ὑποδηλώνη δηλαδη ὡρι- σµένη φιλοσοφικὴ στάση. Πιὸ πέ- ρᾳ, ἂν ἡ σχολαστικὴ φιλοσοφία εἶναι πραγματικὰ φιλοσοφία. Οἱ κυριώτερες ἀπαντήσεις ποὺ δόθηκαν στὸ ἐρώτημα, ἔτσι 6αλ- µένο εἶναι αἱ ἀκόλουθες. ᾽Αρκετοὶ ἱστορικοὶ τῆς φιλοσοφίας διαπι- στώνουν ὅτι δὲν ὑπῆρξε φιλοσο- φία στὸ Μεσαίωνα, φυσικὰ οὔτε Γπαὶ στὸ Ἠυςάντιο. ΡῬάκη ἕλληνι- (κῶν φιλοσοφιῶν, χοµµάτια πότε ἀπὸ τὸν Πλάτωνα πύτε ἀπὸ τὺν ᾿Αριστοτέλη, ἀδέξια ραμμένα στὸ σῶμα τῆς Θεολογίας, αὐτὸ σχεδὸν εἶναι, λέγουν, ὅτι μᾶς ἔδωσαν. Ἀξγ. συναντοῦμε στὸ λεσαίωνα :καμμιὰ φιλοσοφία θεμελιακὰ Χρι- στιανικἡ καὶ ἀληθινὰ δημιουργική. Ὁ Χριστιανισμός, προσθέτουν, δὲν ἐπλούτισε καθόλου τῇ φιλοσο- φικὴ κληρονοµία τῆς ἀνθρωπόύτη- τος. (Συνεχίζεται) -----ὁ---- ἵΏ ΙΙΔΙΙΝ. ἵν ΗΜΙΡΙΗ (Φυνέχεια ἀπὸ τὴν 6’ σελίδα), νης τῶν Ελληνικῶν οἰἴκογε- νειῶν δύναται νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸν µεγάλον αὐτὸν κοινωνικὸν κίνδυνον. Διὰ καταλλήλων κη- ρυγµάτων θὰ ὑποδεικνύῃ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῶν πολυτέκνων καὶ τὴν µέριμναν Αὐτοῦ ἐπὶ τὴν διαθίωσιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν παιδιῶν τῆς εὐσεθοῦς καὶ Χριστιανικῆς οἰκογενείας. Αλλ᾽ ἔχων, ὡς εἴπομεν, τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν οἰκογενειῶν δύναται ὁ ἱερεὺς νὰ συμθουλεύῃ τὰ δέοντα εἰς τὸν ἄνδρα ἵνα οὗτος μετὰ τῆς οἰκογενείας του διάγῃ δίον Χριστιανικὸν καὶ ἑλληνικόν. Εὐτυχῶς ὁ κλῆρός µας καθί- σταται ὁλονὲν μᾶλλον καὶ μᾶλλον μορφωμένος μὲ ὅα- θεῖαν ἐπίγνωσιν τῶν ἱερῶν καὶ ἐθνικῶν αὐτοῦ καθηκόν- των. -δρλν--- ουδαῖκο---Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ ! ΛΡΧΙΕΡβΙΙΚΗΙ ΛΕΠΟΥΡΓΙΝΙ ΚΙ ΚΗΡΥΓΠΗΛΙΙ Αὔριον Ι]αρασχευήν, ὁ Θεοψφι- “λέστατος Χωρεπίσχοπος Σαλαμῖ- γος χ. Γεννάδιος θὰ χοροστατήσῃ νατὰ τὴν ἀκολουθίαν τῶν χαιθετι- σμῶν τῆς Θεοτόκου κα θὰ ἆνα- γγώσῃ τούτους ἐν τῷ ἱ. καθεδρι- νῷ ναῷ τοῦ Αγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ τὴν Κυριακὴν τῆς Ορθοδοξίας θὰ λειτουργήσῃ καὶ νηρύξῃ ἐν τῷ αὐτῷ ἵ. ναῷ. Ὁ. ἱεροχκήρυξ τῆς ᾽Αοχιεπισχο- πῆς ᾖἵερολογιώτατος Χ. Φώτιος Κωνσταντινίδης τὴν προσεχῆ Ἱ[α- ρασχευὴν κατὰ τὴν ἀπολουθίαν τῶν χαιρετισμῶν θὰ ὁμιλήσῃ ἐν τῷ ἱεοῷ Ναῷ Χφρυσελεούσης Στροθόλου τὴν δὲ προσεχῆ Ἰν- ς ο Ἡ δ ς ριακὴν τῆς ᾿Ορθοδοξίας θὰ λει- τονργήσῃ καὶ κηρύξῃ ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ Αγίας Παρασκευής Κάτω Λακατάµιας. Τὴν προσεχή Κυριακὴν τῆς Ορθοδοξίας, ὁ ἱεροχήρυξ τῆς ᾿Αρχιεπισχκοπῆς κ. Ν. Πέτσας θὰ κηρύξῃ ἐν τῷ ἵ. ναῷ Φανερωμένης Λευκωσίας καὶ ὁ Σ. ΓΚ. ᾿Ανδρέου ἐν τῷ ἱ. ναῷ Παναγίας Τράγωνα Λευκωσίας. Φρησπευτικαὶ ᾿Ὁμιλίαι Ὁ. ἱεροκήρυξ κ. Ν. Πέτσας, μεθαύριον Σάθθατον καὶ ὥραν τ.δ0 μ.μ. θὰ ὁμιλήσῃ εἷς τὸ ΌΈρηή- σνευτικὸν ἵδρυμα «Ἐύαγγελισμὸς» Παλλουριωτίσσης. -Ὑὔἧῄᾖᾱ-“ᾖϐ------ | ΜΝΗΜΗΣ Πῇ ΠΠΗΞΗΡ ΤΡ ΙΙΙ 1θ ΤΗΠΜΦΡΙΘΗ ΤΝ ΜΠΕ ΙΙΝΙΣ ΛΙ Κατηρτίσθη τριμελὴς ἘἜπιτρο- πὴ ἐκ Καθηγητῶν τῆς Θεολογι- κῆς Σχολῆς Χάλκης, ἵνα µελετή- ση τὺ ἐν παιρῷ ὑποθληθὲν σχετι- κὸν προσχέδιον καὶ καταρτίσῃ τὸν ὁοιστικὸν κανογισμὸν περὶ δηµο- σίᾳ ὑποστηρίξεως τῶν Διατριθῶν τῶν Τελειοφοίτων τῆς Σχολῆς. ου-Ὅἤὐ-ᾱ-- ΙΙ ΥΠΌ. ΚΑΘΙΡΗΜΗΙΟ ΛΡΧΙΕΡΕΟΗ | ΧΗΡΟΙΘΝΙΙΙ ᾽Αποπάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ᾱ- πεστάλη ἐγχύχλιος πρὸς τοὺς Ἱε- ράρχας, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ γνώµη αὐτῶν ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας πε- οἱ τῆς ἀναχειροτονίας τῶν ὑπὸ καθηρηµένων ἀρχιερέων Χειροτο- γηθέντων ἱερέων. ο ΧΙΤΩΝ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν γ΄’ σελίδα). Ακόμα καὶ στὶς πιὸ εὐνοῖ- κὲς περιστάσεις, ὅπως ὅταν πρόκειται κανεὶς νὰ καταπρα- ὕνει ἕνα φίλο του ποὺ ἔχει Γπροσθληθεῖ, μιὰ ταπεινωτικὴ δικαιολογία μπορεῖ νὰ κάμει µεγάλο κακό. Αν ὁ φίλος δὲν τὸ θεωρεῖ ἀπαραίτητο νά μείνει φίλος, ἡ φιλία του δέν ἀξίζει νὰ διατηρηθεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Γαΐου, θᾶταν καταστροφὴ νὰ ζητήσει κανεὶς συγνώμη. Γιατὶ ἐδῶ δὲν ἔχει κανεὶς νὰ κάνει μ᾿ ἕνα καθωσ- πρέπει ἄνθρωπο, μά μ᾿ ἕνα γεννημένο ἁἀπατεώνα. 'ΗἩ συ- γνώμη σου θὰ σηµαίνει πὼς περιμένεις νὰ Φφανεῖ ὁ Γάϊος γενναιόδωρος. Γιὰ τὸν Γάϊο, ἡ γενναιοδωρία εἶναι σημεῖο ἆ- δυναµίας. Μὲ τὸ νὰ τοῦ ζη- τεῖς νὰ φανεῖ γενναιόδωρος θᾶναι σὰν νὰ τὸν προσθάλεις γιὰ δεύτερη φορά. ὍὉ Γάϊος ἔχει λόγους νά εἶναι πολὺ εὖ- αίσθητος στὸ ζήτημα τῆς δύ- ναµής του. Ποτὲ µὴν παίρνεις ἀμυντικὴ θέση ἀπέναντι σ᾿ ἕ- ναν ἄνθρωπο ποὺ τρέμει γιὰ τὴν ἴδια του τὴν ἀσοάλεια. Νά, μιά εὐκαιρία, συλλογίζε- ται, νὰ δείξω ἐπὶ τέλους τὴ δύναμή µου. -'Ἴσως ἔχετε δίκιο. πατέ- ρα, παραδέχτηκε ὁ Μάρκελ- λος. - -'Ἴσως Καὶ βέδαια ἔχω δίκιο! (Συνεχίζεται) οστπτττ-π-τος Ὑπεύθυνος: Χρ. ᾽Αγαπίου. Τόποις «ΑΒΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ» ᾿Ἱσσακίου Κομνηνοῦ 2 Λευκωσία, ῥ ! ΕΤΟΣ ΑΛ’. ΑΡ, 5 Ἐτησία συνδρομὴ Σελ. 5 Τιμὴ Φύλλου 1ρ. 2. ῃ |- ο. κ .»γ | τε ας { πο ος λος μμ : } ο, .. ΩΩ, Τομ. . ο πστνσαωνς προς ο. Ὡς τοσο ΑΜΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΚΗΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΕΔΙΔΕΤΑΙ Υπο ΣΥΝΤΑΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ { ο.” Ὄὐρμνς ον. αφ «δις, ὃ ἷς Ὀνώοβά 6! «1. ον αι ο ἅς ορ ἳ | αν ακώζ2”, ν, πο σσ σος πα ασ --ᾱ” - ΕΡΑΦΕΙΑ ΙΣΑΑΚΜΙΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ 2-- ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΚΥΠΡΟΥ. Αρετ- ---π- ΠΕΜΠΤΗ η ΜΑΡΤΙΟΥ 1954 Σωφρονίου ᾿Αρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων, Θεοδώρας Βασιλίσσης. ἵ ΛΙΝΛΗΙ ΤΠ ΙΡΡΕΥΧΗ] Π περίόδος τῆς «Πεγόλης Ἰ εσσαρακοστῆς εἶναι περίς- δες καθάρσοεως καὶ ἠβικῆς προπαραόὀκενῆς διὰ τὴν ὑποδς- χὴν τῶν µεγόλων ἡμερῶν τοῦ πόθους καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἡ προπαρασευὴ αὕτη ἀποθλέπουσα εἰς τὴν ἐξύφωσιν τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τοῦ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου τοῦ θείου θαύμα- τος ἐπιτελεῖται δι ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν µέσων: διὰ τῆς παθάρσεως τοῦ σώματος µκαὶ τῆς φυχῆς. Διὰ τῆς νη- στείας ὃ ἄνθρωπος περιστέλλει τὰς ὑλικὰς ἐπιθυμίας καὶ δαμάξει τὰ πάθη του διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἄγαθοερ- γίας ἐξυφώνει τὴν ἠθιχὴν φῦσιν του παὶ ἐγγίζει περισσό- τερον τὸ δεῖςον. Εἰς τὸ σημερινὸν ἄρθρον µας δὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐπτίμησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς σημασίας τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ Εἶναι τὸ µέσον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρω- πος ἐπιχκοινωνεῖ μὲ τὸν Φεόν. Ὑπερθξαίνων τὸν ὑλικὸν χῶ- ρόν ἐξυφοῦται, διὰ τῆς ἐνθέοευ πνευματικῆς ἀνατάσεως, εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἠθιχῆς τελειότητος. ᾽Απολυτροῦται ἀπὸ τὰ πάδη καὶ τὰς γηϊῖνας µερίµνας του καὶ βυθίξεται εἰς µίαν εὐδαίμονο χατάστασιν θείας µακαριότητος, κατὰ τὴν διάρ- χειαν τῆς ὁποίας αἰσθάνεται τὴν φυχήν του νὰ πλημμυρίζῃ ἀπὸ γαλήνην καὶ νὰ ἐναρμονίζηται πλήρως μὲ τὸν ρυθμὸν τῆς περιξαλλούσης αὐτὸν δημιουργίας. Ἐννοεῖται, ὅτι ἤ προσευχὴ διὰ νὰ ἐπιτυγχάνηῃ τοῦ σχο- ποῦ της πρέπει νὰ συνοδεύηται ὑπὸ βαθείος πἰότεως χοὶ ἀπαρεγχλίτου αυνεπείας μεταξὺ τῶν πνευματικῶν γαὶ ὑλι- κῶν ἡμῶν ἐνεργειῶν γχαὶ ἐχδηλώσεων. Προσευχὴ ἄνευ πἰ- στεως εἶναι ἄνξησις ἄγονες ὄἄνευ χαρποφορίας. 'Ὁ μὴ πι- στεύων δὲν δύναται νὰ ὑπερθῃ τὴν τυπιχὴν ἔκφρασιν μιᾶς προσευχῆς καὶ νὰ µεταρσιωδῃ πρὸς τὸ δεῖον. Παρσμένει ὀθῦλος τῆς ἀμφιόσλίας καὶ τῆς ἀπιστίας του καὶ δὲν εἶναι ἵπανὸς νὰ ἀνέλξη εἰς τὰ ἀνώτερα ἐπίπεδα τῆς φυχιχκῆς γοιὶ πνευματικῆς ἀνατάσεως, ἤ ὁπδία ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἐἔπο- φὴν μὲ τὸ δεῖον. Τὴν προσευχὴν πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν ὄχι ὡς μίαν ἁπλῆν µμηχανικὴν ἀπαγγελίαν τυποποιηµένων φράσεων, ἀλλ᾽ ὡς µίαν μυστηριώδη ἐξύψωσιν, µίαν ἀἄπορ- Ρρόφησιν τοῦ ουνειδότος, µέσα εἰς τὴν ἐνατένισιν μιᾶς δυ- νάµεως, ἤ ὁποία διαπερᾶ γκαὶ διασκελίδει τὸν χόσµον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ζῶμεν. “Ὁ ἄνθρωπος προσφέρει δι’ αὐτῆς τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸν Θεόν. «Ἱσταται ἔμπροσθέν του», ὡς εἶπε χαρακτηρι- στικῶς ὁ µέγας βιολόγος ᾽Αλέξης Καρέλ, «ὅπως ὁ λευκὸς χάρτης ἔμπροσθεν τοῦ ζωγράφου. ὅπως τὸ ἀνατέργαστον µάρµαρον ἔμπροσθεν τοῦ γλύπτου», Διὰ τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ τὴν ἐπέμόασιν τῆς δείας χάριτος. Ἐκθβέτει εἰς τὸν Φεὸν τὰς ὀνάγχκας τευ καὶ ἐχείνας τῶν συνανθρώπων του καὶ παρακαλεῖ τὴν ἐ- πέµόασίν Του. Ἐὰν ἡ φυχὴῆ τοῦ προσευχοµένου εἶναι τῷ ὄντι λευχἡ χαὶ ἁγνή, ἡ θεία χάρις ἀποτυποῦται ἐπ᾽ αὐτῆς, ὅπως ὁ χρωστὴρ τοῦ ἑωγρόφου ἐπὶ τοῦ λεικοῦ χάρτευ. Ἡ προσευχή, συνοδευοµένη ὑπὸ τῆς πίστεως, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ µετανχινῃ ὅρῃ. Ἡ δύναμις τοῦ πνευματικοῦ παρόγοντος εἶναι, τῷ ὄντι, ἀπέραντος. Καθ ἕν χρόνον - λινᾶς δὲν δυνάµεδα εἰμὴ εἰς λίαν περιωρισµένην νλίµαχκα νὰ διασχελίσωµεν τὸν χῶρον καὶ τὸν χρόνον, πνευµατι- κῶς ἔχόμεν τὴν ἱκανότητα νὰ ταξιδεύωµεν ἐλευδέρως µέ- σα εἰς τὸν χῶρον καὶ τὸν χρόνον, καὶ, πινεύμενοι ἐξ ἴσου εὐκερῶς ἕμπροσθεν χαὶ ὄπισθεν, νὰ φβάνωμεν διὰ τοῦ ἠδι- ποὺ συνειδότος µας τόσον εἰς τὴν ἀφετηρίαν καὶ πηγὴν τοῦ παλοῦ ὥὅσον παὶ εἰς τοὺς πλέον ἁἀπομεμαχρυσμένους σχοποὺς τῆς δημιουργίας. Διὰ τῆς προσευχῆς τὸ ἔργον τοῦτο ἀποξαίνει εὐχερέ- στερον. ο ἄνθρωπος μέ γνώµόνα τὴν ἠθιχὴν πίστιν καὶ τὴν προσήλωσιν πρὸς τὰ εὐγενῆ ἰδεώδη τῆς ἀνθρωπότη- τος, ἐμθαπτίζει διὰ τῆς προσευχῆς τὴν φυχήν του εἰς τὸ δεῖον πῦρ τῆς δημιουργίας, καὶ ἐνορχηστρώνει τὰς ἀγαθὰς δυνάµεις τῆς καρδίας του μὲ τὴν Δύναμιν τοῦ ὡραίσδυ γαὶ τοῦ ναλοῦ, ἥτις ρυδµίξει τοὺς ἀθανάτους νόµους τῆς φύσεως. Ας φροντίσωμεν λοιπόν, ἰδιαιτέρως χατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ χρησιµοποιήσωμεν τὸ θδεῖον τοῦτο µέσον--τὴν προσευχἠν-- διὰ τὸν ἐξαγνισμὸν τῆς φυχῆς µας, τὴν πε- ραιτέρω ἐνίσχυσιν τῆς ἠξικῆς µας βουλήσεως, καὶ τὴν ἑν- αρμόνισιν τῆς δυνάμεως µας μὲ τὴν πλαστουργὸν δύναμιν τῆς δημιουργίας. ΛΡΧΗ ΧΡΙΠΙΙΗΙΗΙ ΦφΙΙΦΙῇ, Τοῦ κ. Β. ΤΑΤΑΚΗ Α΄ Γπάρχει πραγματικὰ Ἀριστιανικὴ Τὸν περασμένο αἰῶνα οἱ ἕλλη- [ φιλοσοφία Τὸ ἐρώτημα ἔδωσε γιχὲς σπουδὲς σημείωσαν µεγάλη ἀφοομὴ σὲ μανρὰ συζήτηση. Μπῆ- ἐπίδοση. Στὴν ὑπερθολή της ἡ /χάν ἐπὶ τάπητος πολλὰ ζητήματα, κίνηση αὐτὴ παραγνώρισε τὴν διατυπώθηκαν ἐνδιαφέρουσες ἀπό- πνευματική κληρονοµία ποῖ δη-΄ψεις, πολύτιμες γιὰ τὴ διευκρίνι- µιούργησεν ἡ ΧἈριστιανικὴ παρά- ὅοση καὶ ἐξακολουθοῦσε, μὲ τὴν προκατάληψη τοῦ Ντεκάρτ, νὰ ὀλέπῃ μὲ χάποια περιφρόνηση τὸ «ιλοσοφινὸ---θὰ ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ µόνο μὲ τὴ «ιλοσοφία---ἔργο τῶν μεσαωνικῶν χρόνων, τὴ σχολαστι- χὴ «φιλοσοφία. Ανάλογη στάση τηροῦσαν καὶ φιλοσοφικὲς, ἀπό- δεις ποῦ εἶχαν µεγάλη ἀπήχηση, ὕπως ὁ ὑλισμὺς καὶ ἣ Θετικὴ αι- λοσοφία τοῦ Κόντ (ζοπι{ε). Πα- ράλληλα ὅμως ὁ ἴδιος αὐτὸς αἰ- ὤνας εἶναι μιὰ µεγάλη, Ἡ μεγαλύ- τερη ἴσως, ἐποχὴ ἱστορικῶν ἔπι- δόσεων. Τιὰ πρώτη φορά, σὲ τό: ση ἕκταση καὶ τύσο ἔντονα, ὁ ἱστοριχὸς νοῖς ἀποπειράθηκε μὲ ἴση ἀντιγειμενικότητα νὰ συλλά- ϐἨ καὶ νά φωτίσῃ μὲ τὸ Ἀριτικὸ ναὶ ἐρευνητιχό του θάδισμα ὅλο τὸ παρελθόν, σὲ ὅλους τοὺς το- μεῖς. Ετσι στράφηκε μὲ ἰδιαίτε- ρη προσοχὴ στὴν ἔρευνα καὶ μελέ- τη καὶ τῆς σχολαστικῆς καὶ εν: κὰ τῆς Χριστιανικῆς φιλοσοφίας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γενιλὸ γιὰ ἱστο- ρινὲς ἔφευνες ἐνδιααέρον Ἡ στοο- φὴ αὐτὴ πρὸς τὴ Χοιστιανικῆ φι- λασοφία ἔχει θέθωα καὶ ἰδιαίτερα κίνητοα. Νά φέρη λόγου χάρη στὺ πφοσλήνιο τῆς πγευματικῆς τωῆς τὸν. μεταηνσικὸ ἄνθρωπο, αὔτον, ποὺ ὃ ἐπιστημονισμὸς τῆς Θετι- κῆς «ιλοσοφίας παραμέριζεν, ἓν- τελῶς. ᾽Αλλὰ δὲν θὰ σταμµατήσώ: μεν τώρα σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, γιατὶ ἡ ἀνάπτυξή του θά μᾶς ἔφερνε ἔ- Ἑω ἀπὸ τὸ θέµα µας. , Ὅ Ὅτων πλήθυναν οἱ ἱστορικὲς ἐργασίες ποὺ ἀναφέρονταν στη μεσαιωνικὴ καὶ γενικά τη Χοι-! στιανικὴ αιλοσοφία τότε διατυπώ: θηκε τὸ ἀκόλουθο ἐοώτημα Υ- | Ιση, καὶ τῶν δύο ὅρων ποῦ περιέ- ἴγει ἡ ἔκφραση Χοιστιανικὴ φιλο- | ᾿σοφία καὶ ποῦ ἐπιτρέπουν νὰ δω- :θῇ στὸ ἐρώτημα ἀπάντηση ὄχι ἱστενὰ ἀποκλειστική, ὅπως ἄλλοτε. . Ἠπειδὴ ἡ παροῦσα ἐργασία ᾱ- ᾿γαφέρεται σὺ θέµατα Χοιστιανιγῆς (καὶ Ῥνζαντινῆς (πάλι Χριστιανι- κῆς δηλαδὴ) φιλοσοφίας, θεώρη- ἴσα χαλὺὸ νὰ παρουσιάσω συνοπτι- ἵκὰ τὸ πολὺ ἐνδιαφέρον αὐτὸ θέµα. Ὁ ἀναγνώστης ἔτσι θὰ παφακο- (λουθοῦσε πιὸ κατατοπισµένος τὰ Ἰθέματα ποῦ ἀκολουθοῦν. Πολύτι- ἵμη θοήθεια γιὰ συνοπτικὴἡ ἔκθεση Γποὺ θὰ δώσω θρῆκα στὸ ἔργο τοῦ [Ῥθεππα (ἱβοπ, 1 εβδρηῖξ ἆᾳ Ἰα ἱρΠΙοξορμίο πιδάϊόναιε (1). Τὰ Ιδύο πρῶτα κεφάλαια του εἶναι ᾿ἀφιερωμένα στὸ θέµα µας. Καὶ Ιστὸ τέλος τοῦ πρώτου τόμου πα- Γρατίθεται ἀναλυτικὴ πλούσια ϐι- Γθλιογοαφία, στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ Γάνατρέξῃ, Όποιος θὰ ἤθελε ἰἴδιαί- ἱτερα νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέµα. Ας ἔρθωμε τώρα στὸ ἐρώτημα Ιποῦ. διατυπώθηκε. Ἡ ἔκφραση πριστιανικὴ φιλοσοφία «φαίνεται (πολὺ φυσική. Ἡ συζήτηση ὅμως ποῦ ἔγινε ἔδειξε ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τὴν ὀρίσωμε. Δὲν εἷ- ἵνα δυνατὺὸ φισικὰ νὰ ἀμφισθη- τηθῇ ὅτι εἴχαμε φιλοσοφική κίνη- ση στὸ Ιιζάντιο, στὸ Δυτινὸ Με- ἱσαίωνα στοὺς Αραθες καὶ τοὺς 'Ἰουδαίους, (τὴν ἴδια δνυσνολία Ἱπροθάλλουν καὶ αἱ ἐκφράσεις Μω- Γαμεθανικὴ καὶ ἸΙουδαϊκὴ φιλοσο- Γρ, καὶ ὕτι ἄσκησαν ἐπίδραση νῆ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη. Τὸ ἐρώ- ἵτημα. ποῦ μπῆχε οὔτε ἀμφισθη: (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) 1. Ῥαγί., 1902, ᾱ. τη. ΑΛ. Ν. Ὁ ΙΧ ΚΠΣ ΙΕ ΤΗΝ ΡΗΛΝ ΠΗΙΡΥΡΠΝΗ Ηἰ 1, 1. ΙΟ, Π. ΗΡΙΜΙΣ ΠΘΗΝΩΝ τῆς Ἑλλάδος τοῦ Κυρίου δε- ηθῶμεν». ᾿διαιτέραν αἴσθησιν ἐἔπρο- κάλεσεν εἰς τὸ ἐκκλησίασμα τὸ ἐγκώμιον τοῦ Μακ. ᾿Αρχιε- πισκόπου. Κατὰ τὸ κήρυγµά του ὁ Κύπριος Πρωθιεράρχης ἀνε- φέρθη εἰς τὸν ἑνωτικὸν ἀγῶνα τῆς Κύπρου, ἐπευφημήθη δὲ ζωηρῶς ὑπὸ τοῦ ἑντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος προέδη εἰς ζωηρὰς ἐκ- δηλώσεις ὑπὲρ τῆς Ενώσεως. Κατά τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ ναοῦ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύ- πρου ἔτυχεν ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ὑπὸ τοῦ συγκεντρω- µένου εἰς τὴν ὁδὸν Αἰόλου πλήθους. Τὴν ὃδην Φεθρουαρίου ἡ Α. Μ. ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ἐτέλεσε τὴν λειτουργίαν καὶ ἐκήρυξε τὸν θεῖον λόγον εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς Αγίας Εἰ- ρήνης ᾿Αθηνῶν. Ἡ λειτουργία τὴν ὁποίαν παρηκολούθησαν πλέον τῶν 3000 πιστῶν ἐτελέ- σθη μὲ ἀπαράμιλλον σεµνο- πρέπειαν καὶ λαμπρότητα. «Ἡ Α. Μακαριότης ἐπλαισι- οὔτο ὑπὸ τοῦ ἱερατείου τοῦ ναοῦ καὶ Κυπρίων Κληρικῶν εὑρισκομένων εἰς ᾿Αθήνας. ἱΚατὰ τὴν λειτουργίαν καὶ εἰς τὴν Μεγάλην Συναπτὴν ἀνεπέμφθη, ἐν κατανυκτικῇ ἆ- τµοσφαίρᾳ καὶ ἡ κάτωθι εὖ- χή: «Ὑπὲρ τῆς 'Ενώσεως τῆς Κύπρου μετὰ τῆς μητρὸς αὖ- 'Ἡ Α. Μ. ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Μακάριος κηρύσσων τὸν θεῖον λόγον ἐν τῷ ἵ. ναῷ Αγ. Εἰρήνης ᾿Αθηνῶν. ΕΞΠΠΗΝΙΣ ΤΥ ΧΗΠΙΝΝΙΥ Τοῦ κ. Α. Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α’ Ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Σαμµαρείτιδα ὅτι ὁ ϐΘε- ὁς εἶναι πνεῦμα καὶ ἑπο- µένως οἱ πιστεύοντες εἰς αὖ- τὸν πρέπει νὰ τὸν λατρεύουν πνευματικά, καθώριζε μὲν τὸν οὐσιώδη Χαρακτῆρα τῆς νέας θρησκείας ἀλλὰ καὶ προέλενε συγχρόνως ὅτι οἱ ὁπαδοί του δὲν θὰ ἐνέμεναν Ἠπιστοὶ εἰς τὸ δόγµα τῆς ἀπολύτου πνευ- µατικότητος. Καὶ πράγματι δὲν ἐπέρασαν πολλοὶ αἰῶνες ἀπὸ τὴν κήρυξιν τοῦ Χριστια- νισμοῦ ὅτε θλέπομεν αὐτὸν νὰ περιθάλλεται μὲ τελετὰς καὶ τύπους, οἱ ὁποῖοι κατ ἀρχὴν δὲν εἶχαν καµµίαν σχέσιν μὲ τὴν πνευµατικὴν ὑπόστασίν του. ᾿Επολλαπλασιάζοντο δὲ συνεχῶς οἱ τύποι αὐτοὶ μέχρι περίπου τῶν µέσων χρόνων τῆς Βυζαντινῆς περιόδου. Ὡς γνωστὸν ὁ Χριστὸς µίαν καὶ µόνην προσευχἠν ὥρισε, τὸ ᾱ- ληθῶς θαυμάσιον «Πάτερ ἡ- μῶν» ἐλαχίστους δὲ τύπους καθιέρωσεν, ἐν τούτοις ὅμως κατέστη ἀναγκαῖος ὁ πολλα- πλασιασμὸς τῶν τύπων καὶ τελετῶν διὰ λόγους ἵστορι- κούς. Οἱ πρῶτοι ποὺ ἐπίστευσαν εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χρι- στοῦ Ἓλληνες, Ρωμαῖοι καὶ 'Εθραῖοι εἶχαν ἤδη ἐπὶ χιλι- άδας ἐτῶν ἄλλας θρησκείας, αἱ ὁποῖαι φυσικὰ εἶχαν ἆνα- πτύξει θαθείας ρίζας εἰς τὴν συνείδησίν των καὶ οἱ ἀναπό- σπαστοι ἀπὸ αὐτὰς τελετουρ- γικοὶ τύποι εἶχαν συνδεθῆ στε- νῶς μαζὶ μὲ τὸν κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν 6ίον των. Δὲν ἥτο δυνατὸν νὰ ἐκδηλώσουν οἱ ἄν- θρώποι ἐκεῖνοι τὸ θρήσκευτι- κὸν συναίσθηµα κατ ἄλλον τρόπον παρὰ µόνον μὲ τύπους, διὰ τοῦτο ἂν καὶ ἐδέχθησαν τὸν Χριστιανισμόν, δὲν τοὺς ᾖτο εὔκολον καὶ ν᾿ ἀρνηθοῦν ἀμέσως θρησκευτικἁς συνηθεί- ας, μὲ τὰς ὁποίας ἀνετράφη- σαν καὶ ἔζησαν πολλοὺς αἲ- ὤνας. Εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν ἐκείνων ἐγίνετο σφοδρὰ πάλη μεταξὺ τῆς ὑλιστικότη- τος τῶν παλαιῶν θρησκειών, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ν ἀρνη- θοῦν, καὶ τῆς πνευµατικοτη: τος τῆς νέας͵ τὴν ὁποίαν ἐκα- λοῦντο νὰ δεχθοῦν, ᾿Εδῶ εὖ- ρίσκεται ἡ ἐξήγησις τοῦ ἱστο- ρικοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Χριστι- ανισμὸς κατ άρχας διεδόθη εὐκολώτερα εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰς µορφωμµένας τάξεις τῆς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς φιλοσοφίας εἶχαν Χάσει κάθε πεποίθησιν εἰς τὴν χρησιµότη- τα τῶν παλαιῶν θρησκειῶν, παρὰ εἰς τοὺς χωρικούς, εἰς τοὺς ὁποίους το ἀκατανόη- τος διὰ τὴν θεωρητικότητα καὶ τὰς ἀφηρημένας καὶ τὰς Παράδειγμα τοιαύτης ἐμμο- νῆς εἰς τὸ πάτριον θρήσκευ- µα «ἀναφέρομεν τοὺς κατοί- κους τῆς σημερινῆς Μάνης, οἳ ὁποῖοι μόλις περὶ τὸ τέλος τοῦ ἐνάτου αἰῶνος ᾖἔγιναν Χριστιανοί. Καὶ ἐνίκησε μὲν ὁ Χριστιανισμὸς κατόπιν μακρῶν καὶ σφοδρῶν ἀγώνων τρὸς τὰς παλαιὰς θρησκείας, ἀλλ᾽ ἡ νίκη του δὲν το ἀπόλυτος, ἦτο νίκη συμθιθασμοῦ μὲ ἆ- µοιθαίας ὑποχωρήσεις. Αἱ μὲν παλαιαὶ θρησκεῖαι ὑπεχώρη- σαν εἰς τὰ δόγµατα τῆς νέας, ἡ δὲ νέα ὑπεχώρησεν εἰς τὰς τελετὰς καὶ τὰς τυπικἁὰς ἐκδη- λώσεις τοῦ θρησκευτικοῦ ἐκεί- νων βίου. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον Ἕλληνες, Ρωμαῖοι καὶ Ἑ ὁραῖοι γενόµενοι Χριστιανοὶ δὲν ἄφηναν καὶ ὅλας τὰς πα- λαιὰς θρησκευτικὰς συνηθεί- ας μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι αἱ συνήθειαι αὐταὶ υἱοθετοῦντο τρόπον τινα καὶ ἐπολιτογρα- φοῦντο ἀπὸ τὴν νέαν θρησκεί- αν. ᾿Ελάμόανον τὸ χρῖσμα αὖ- τῆς ὥστε νὰ παρουσιάζωνται μὲ ἔνδυμα χριστιανικὸν διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς αὐτὰς συµ- θολικῶν ἐννοιῶν. Εἰς τὴν λα- τρείαν τῆς ᾿Ἑ δραϊκῆς θρησκεί- ας, ὅταν ὁ ἱερεὺς σκυμµένος εἰς τὴν γῆν ἀνέπεμπεν εἰς τὸν ᾿Τεχωθᾶ μυστικὰς δεήσεις, ἔ- κανε συγχρόνως καὶ θυμίαμα εὐῶδες εἰς χρυσοῦν θυμµιατή- ριον ἐμπρὸς εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, τοῦ ὁποίου ἡ μὲν εὐω- δία ἐσκορπίζετο παντοῦ, αἱ δὲ ἀνερχόμεναι τολίπαι τοῦ κα- πνοῦ συνώδευαν τὰς δεήσεις σὰν νὰ ἤθελαν νὰ φθάσουν µα- ζί των μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Όταν δὲ ὁ νεοφώτιστος ἀπὸ “Εθραῖος Χριστιανὸς ἆἄ- κουε καὶ εἰς τὸν χριστιανικὸν ναὸν τὸν ἴδιον ὕμνον τοῦ Δα- 6ἱδ «Κατευθυνθήτω ἡ προσευ- χή µου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου» χωρὶς νὰ θέλῃ ὁ νοῦς του μµετεφέρετο εἰς τὴν θρη- σκείαν ποὺ ἄφησε καὶ ἡ συνεί- δησίς του δὲν θὰ ἔμενεν ἵκα- νοποιηµένη, ἂν δὲν αἰσθάνετο καὶ ἐδῶ τὸ θεῖον ἄρωμα τοῦ θυμιάµατος νὰ Ἠπροσφέρεται εἰς τὸν ἐξ ἀποκαλύψεως Θε- ὁν «εἰς ὀσμὴν εὐώδίας πνευµα- τικῆς ὅπως ἀντικαταπέμψῃ τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δω- ρεὰν τοῦ Αγίου Πνεύματος». Αλλ’ ἐδῶ δὲν πρὀκειται νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰἷς τὰς συνη- θείας τῆς 'Εόραϊκῆς λατρείας ποὺ παρεδέχθη ἡ χριστιανικἡ ᾿ἘΕκκλησία. Τὸ θέµα ἡμῶν θὰ περιορισθῇ εἰς μερικὰς µόνον δοξασίας καὶ συνηθείας, τὰς ὁποίας παρέλαθεν ὁ Χριστια- νισμὸς ἀπὸ τὴν ἀρχαίαν Ἓλ- ληνικὴν θρησκείαν καὶ μµυθο- λογίαν. (Συνεχίζεται) μεταφυσικὰς ἑννοίας του.' ΜΗ , Π ΠΙ ᾿᾽Ανηγγέλθη ὃ θάνατος τῆς Ἓάρρας Τσάκκο, δευθυντρίας τοῦ Κολλεγίου Ἱωποκπονν τῶν Ἰνδιῶν, καὶ συµπροέδρου, μετὰ τεσσάρων ἄλλων {(μεταξὺ τῶν ὑποίων καὶ ὁ Σεθ. Μητροπολίτης Θυατείρων Χ. ᾿Αθηναγόρας) τοῦ Οἰκουμενι- ποῦ Συμθουλίου τῶν ᾿Ἐκκλησιῶν. Ἡ µμεταστᾶσα ἀγῆκε εἰς τὴν «᾿Ορθόδοξον Συριακὴν Ἐκκλη- σίαν τοῦ Αγίου Θωμᾶ» τοῦ Μα- λαμπὰρ τῶν Δυτικῶν Ἰνδιῶν καὶ ἧτο γνωστὴ εἰς ὅλον τὸν χριστια- νικὸν κόσμον, ὡς ἐξαιρετικὴ χοι- στιαγή, Φιλόσοφος, παιδαγωγὸς καὶ θεολόγος, διὸ καὶ ἐξελέγη πρὸ διετίας Πρόεδρος τοῦ Οἰἴκου- μεγικοῦ Συµδουλίου τῶν Ἐκκλη- σιῶν, ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Χριστι- ανικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ᾿'Ασίας. Ἐν τῷ προσώπῳ τῆς Τσάκχο ἡ Οἰκουμενικὴ κίνησις χάνει µίαν σπουδαίαν προσωπικότητα ἡ ὁποία πολὺ συνέθαλε εἰς τὴν χίνησιν αὐ- τήν. --ᾱ-- ΕΙΝ ΙΣΒΡΙΚΟΝ ΕΚΛΙΡΙΛΣΙΙΚΟΗ ΒΙΒΛΙΟΝ ν τῶν τριῶν ἀντιτύπων τῆς Ἄταθερᾶς Τελετουργικῆς, ἡ ὁποία πιστεύεται, ὅτι εἶναι τὸ ἀρχαιότε- ϱον ἐν τῷ κόσμῳ ἔντυπον θιθλίον, ἡγοράσθη ὑπὸ τῆς Βιθλιοθήκης Πιέρποντ Μόργκαν, ἀντὶ 100.000 περίπου δολλαρίων. Πιστεύεται, ὅτι τὸ θιθλίον ἐξετυπώθη περὶ τὸ 1460 µ. Χ. ὑπὺ τοῦ ἐφευρέτου τῆς τυπογραφίας Γουτεμθεργίου. πρ Π ΛΙΗΙΝΗΣ ΣΓΚΗΗΠΡΟΗΣ ΤΙ ΕΜΡΙΑΣ 10 ΦΙλΟΝ Ὅπως κατ᾽ ἔτος ἡ Ἑταιρία τῶν Φίλων ἐν τῇ προσπαθείᾳ της γὰ θοηθήσῃ τοὺς νέους νὰ χατα- νοήσουν πληρέστερον τὸν χόσμον µέσα εἰς τὸν ὁποῖον ζοῦν, ὄργα- γώγει καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τρεῖς συγκεντρώσεις, εἰς Γερµα- γίαν, Γιουγχοσλαθίαν καὶ Ἕλδε- τίαν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ γενικὸν θέµα τῆς συζητήσεως θὰ εἶναν «Τὰ μεγάλα ἐπίκαιρα Διεθνῆ προ- θλήματω». Εἰς τὰς συγκεντρώσεις αὐτὰς μετέχουν γέοι ἀνεξαρτήτως φυ- λῆς καὶ δόγµατος ἐξ ὕλου τοῦ κόσμου. Βΐς ἑκάστην τῶν συγκεν- τρώσεων τούτων συμμετέχουν 30 περίπου γέοι, οἱ ὁποῖοι διαιοούµε- γοι εἰς ὁμάδας ἀναλαμθάνουν τὴν µελέτην ἑνὸς εἰδικωτέρου τµήµα- τος τοῦ γενικοῦ θέµατος. “Ὁ σκο- πὸς ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται διὰ τῶν συζητήσεων τούτων εἶναι νὰ δοη- θοῦν οἱ νέοι οἵτινες μετέχουν εἰς τὰς συγκεντρώσεις αὐτὰς εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἀληθῶν αἰτίων τῆς ὑφισταμένης ἀνθρωπίνης δια- µάχης καὶ στενοχωρίας (βασά- γὠγ) καὶ μὲ πνεῦμα συναδελφω- σύγης νὰ ἐξεύρουν τρόπους κατ- ευνασμοῦ τῆς συγχρόνου ἐντάσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν. Αν καὶ τὸ ἔργον τῶν «Φίλων» εἶναι μικρὸν πρὸ τῶν μεγάλων προθληµάτων τοῦ κόσμου εἶναι ὕμως ἕνα σύμόθολον τοῦ βαθέος ἐνδιαφέροντός των διὰ τὴν εἰρή- γην καὶ τὴν κατανόησιν μεταξὺ ὕὅλων τῶν ἀνθρώπων. ο----- ΗΤΟ ΤΠ ΦΙΤΗΤΟ ΤΠ] ΜΙΠΙΟΙ [ΙΙΡΙΦΗΙΙ ΙΙ ἩὙπὸ τῶν φοιτητῶν τοῦ Θεο- λογικοῦ Οἰκοτροφείου ᾿Αθηνῶν ἠρξατο ἐκδιδόμενον μηνιαῖον δελ- τίον ὑπὸ τὸν τίτλον «᾿Ανάστασις», ὅπερ, συντασσύµενον ἐξ ὁλοκλή- ρου ὑπ᾿ αὐτῶν, ἀποθλέπει εἰς τὴν μετὰ τῶν ἄλλων νέων καὶ δὴ τῶν φοιτητῶν καὶ τῶν παλαιοτέρων τροφίµων τοῦ Οἰκοτροφείου, πνευ- ματικὴν ἐπικοινωχνίαν. ᾿Εκυκλοφό- ρησεν ἤδη τὸ διὰ τὸν μῆνα Ἰα- νουάριον 1964 πρῶτον φύλλον. ὥκω--σο-αικαωαῥῥηο-ω-τοςλοωυκωτα, ή ΝΙΠΠΗ Τ ΗΜΙΝ Π ΗΛ Η ΤΝ Η ΜΟΙ ΝΗΣΙ ᾿Αποφάσει τῆς Ἱερᾶς Σονό- δου τῆς ᾿Ἰκκλησίας τῆς Ελλά- δος, εἰς τὴν ἐν Βδανστον τῶν 'Ἠνωμένων Πολιτειῶν Β΄ Τενι- κὴν ἈΣυνέλευσιν τοῦ Οἰκουμενι- κοῦ. Συμθουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐκπροσωπήσωσιν αὐτὴν οἱ Σε6θ. Μητροπολῖταν Φθιώτιδος κ. ᾽Αμθρόσιος, Θεσσαλονίκης κ. Παντελεήμων καὶ Καλαθρύτων καὶ Αἰγιαλείας κ. ᾿Αγαθόνικος, οἱ χαθηγηταὶ τῆς Θεολογικῆς Σχο- λῆς τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν κ.κ. Αμ. Αλιθιζᾶτος, Π. Μπρα- τσιώτης, Βασ. Ῥέλλας, Ἰω. Καρ- µίρης, ΠΠ. Τρεμπέλας, Γερασ. Χο- νιδάρης, ων. Μπόνης καὶ Βασ. Ἰωαννίδης, τρεῖς τακτικοὶ καθη- γηταὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης καὶ ὁ Πανοσ. ᾿Αρχιμ. Ἱερώνυμος Κοτσώνης. “ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ]) ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΥΖΑΝ.- ΤΙΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΕΙΣ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ή ΣΝ ᾿Αθήναις Χριστιανικὴ ἝἜγωσις ᾿Εκπαιδευτικῶν Αειτουργῶν εἶχε τὴν εὐτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ εἰσηγηθῇ, ὅπως εἷ- σαχθῇ εἰ τὰ σχολεῖα τῆς Ἰέσης ᾿Εκπαιδεύσεως ἡ διδασκαλία τῶν κειμένων τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς ἓν γένει Βυξαντινῆς πνευματικῆς κληρονοµίας ἡμῶν. Τὸ 'Ὑπονργεῖον τῆς Παιδείας, ἐνεργοῦν, ὣς ἔδει, υἱοθέτησε τὴν εἰσήγησιν καὶ ἔλαέξεν ἀναλόγους ἀποφάσεις. Τοιουτοτρόπως ἐπανορθοῦται µία σοθαρὰ παράλειψις, ἡ ὁποία ἑστέρει τὴν Ἑλληνικὴν Παιδείαν τοῦ ἄνεκτι- µῆτου σινευματικοῦ θησαυροῦ τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῶν συγγραφέων τῆς Βυξαντινῆς περιόδου. Εἶναι πράγµατι ἑλ- λιὴς ἡ µόρφωσις, τὴν ὁποίαν λαμέάνει ὁ Ἕλλη», ἄνευ τῆς γνώ- σεως τῆς πνευματικῆς δημιουργίας τοῦ ΧἈριστιανικοῦ Βυξαντίου, διὰ τῆς ὁποίας συνετελέσθη ἦ συναδέλφωσις Ελληνικοῦ καὶ Χρι- στιανικοῦ πνεύματος καὶ ἐσφυρηλατήθη ὁ Ἑλληνοχρισειανικὸς πολιτισμός Ο ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΕΛΛΗΝΙ- ΚΟΝ ΦΩΣ» ΣΥΝΕΠΛΗΡΩΘΗ τελευταίως πενταετία ἀπὸ τῆς ἱδρύ- σεως τοῦ ἓν ᾿Αθήναις Συλλόγου «Ἠλληνικὸν Φῶς», τελοῦντος ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν προστασίαν τῆς 4. Μ. τοῦ Βασιλέως Παύλου. , Ὁ Λλαμπρὸς οὗτος «Σύλλογος, ἐμπνεόμενος ὑπὸ ἀνωτέρου πνεύματος ἀνθρωπίνης, ποινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ σταθερῶς στηριξόμενος ἐπὶ τῶν ὑιψμηλῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν», προσέφερεν ἀθορύέως ἀλλὰ καὶ συατηματικῶς πολυτίµους ὑπήηρε- σίας εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ξωῆς τοῦ Ἓθνους, ᾿Εγκαρδίως εὐχόμεθα ἀπρόσκοπτον τὴν συνέχισιν τῆς πολν- πλεύρου πνευματικῆς, κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς ὁράσεως αὐτοῦ. ΤΙΝΙ ΤΡΟΠΩ ΔΕΟΝ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΘΗΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΟΜΙ.ΩΝ ἐνώπιον ἐκκλησιαστικοῦ συνεδρίου ἐν 4ονδίνῳ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος τῆς Ὑόρκης Δρ. Κύριλλος Γκάρµπετ εἶπε: «4ὲν φρονῶ, ὅτι θὰ νικήσωµεν τὸν Κομμουνισμὸν διὰ τῆς Είας ἢ τῆς παταμηνύσεως. Θὰ τὸν νικήσωµεν, ἐὰν οἳ χριστιανοὶ κατα- φοήσουν τὴν πίστιν των καὶ ἐμμείνουν εἰς αὐτὴν ἀντὶ πάσης θυσἰ- ας. ᾿Αόρισοτος καὶ χλιαρὰ πίστις δὲν ἀποτελεῖ ἄμυναν κατὰ τῆς δογματικῆς πίστεως τῶν κπομμουνιστῶν». Οἳ χριστιανοί, προσέθεσεν ὁ ᾿ Αρχιεπίσκοπος, πρέπει νὰ κα- ταδείξουν, ὅτι ὑποστηρίξουν ἐνθέρμως τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύ- γην. Ὁ Κομμουνισμὸς ἐξαπλοῦται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει πενία. Οἳ χοιστιανοὶ θὰ συνέέαλλον εἰς τὴν ἀναχαίτισίν του, ἐὰν κατεδείκνυ- ον ὅτι ᾗ θρησκεία των τοὺς κατέστησε πολεµίους τῆς κακῆς στε- γάσεως, τῆς παρατεινοµένης ἀνεργίας καὶ τῆς μεγάλης ἀντιθέ- σεως μεταξὺ πλούτου καὶ πενίας. Αἱ συμθουλαὶ καὶ ὑποδείξεις τοῦ ᾿ Αρχιεπισκόπου Υόρκης εἶναι ἄξιαι τάσης πιροσοχῆς. Δεικνύουν τὸν µόνον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει καὶ δύναται νὰ καταπολεμηθῇ ὃ κομμοννιοµός. ΟΚΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΩΓΜΟΣ ΕΙΣ τὸ αὐτὸ συνέδριον ὁ ᾿Επίσκοπος τοῦ ἨΝτέρπυ Αρ: Ῥώλινσον ὑπέθαλεν ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων 2 υµθέουλίου τῆς ᾽Αγγλίας, ἐν τῇ ὁποία ἀνέφερεν, ὅτι αἳ πλήροφο- ρίαι, τὰς ὁποίας τὸ Συμβούλιον ἔλαθεν ἀπὸ κομμουνιστικὰς χώ- ρας, ἐμφαίνουν, ὅτι αἳ κομμουνιστικαὶ Κυθερνήσεις πράττουν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ καταστρέψουν τὸν χριστιανισµόν. Εἶναι καὶ ἄλλοθεν γνωστὴ ἡ θλιθερὰ αὕτη ὅσον καὶ µαταία προσπάθεια τῶν κομμουνιστικῶν Ἰζυθερνήσεων. ΤΑΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΖΥΓΙΟΝ ΑΠΟ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, μᾶλλον δ' ἀπὸ τῆς ἐμφανί- σεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν κόσμον, δηµιουργικἠὴ ἀρχὴ τῆς οἶκο- γενείας καὶ τῆς κοινωνίας εἶναι ὁ γάμος, ἤτοι ἤ νόμιμος σύξευ- ξις ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς πρὸς τεκνογονίαν διὰ τὴν διαιώνισιν τοῦ ἀνθρωπιίνου γένους. Ὁ Χριστιανισμὸς καθηγίασε τὸν γάµον. Κατὰ τὸν ἁπόστολον Παὔλον, ὃ γάμος «μυστήριον µέγα ἐστίν». Οἱ εἰς γάμου κοινωνίαν ἐρχόμενοι εὐλογοῦνται ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας δι’ ἱερᾶς τελετῆς, ἕ- φοῦνται εἰς σάρκα µίαν, ἵνα μὴ χωρισθῶσι μέχρι τέλους τοῦ θίου των, κατὰ τὴν θείαν ἐντολὴν «οὓς ὅ Θεὸς συνέξευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριξέτω». Δυστυχῶς, ἓν τοῖς καθ) ἡμᾶς χρόνοις, ἢ θεία αὕτη ἐντολὴ ἀθετεῖται κατὰ τρόπον, προκαλοῦὔντα σοέξαρὰς ἀνησυχίας, ἐκθέ- τοντα εἰς κίνδυνον αὐτὸν τὸν θεσμὸν τῆς οἰκογενείας. Εϊναι φαι- νόµενον ἀξιοθρήνητον, ὅτι τὰ διαξύγια καθίστανται διαρκῶς πο- λυαριθµότερα. ᾿Εκκλησία, Πολιτεία, Κοινωνία, καλοῦνται εἰς συνεργασίαν πρὸς περιφρούρησιν τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰπογενεί- ας, ἐφ᾽ οὗ καὶ µόνου δύναται νὰ στηριχθῇ ἠθική, εὔκοσμος καὶ εὐτυχὴς κοινωνία. ΠΝΕ ΙΙΙ ΠΜ) ΠΙ Τοῦ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΤΣΑ, Θεολόγου, Ὁ ἄνθρωπος ἐνωρίτατα ἡ- σθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξῶ- τερικεύσῃ τὰ πληροῦντα τὴν ψυχήν του αἰσθήματα πρὸς τον Θεόν, λατρείας, ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης διὰ διαφόρων αἰσθητῶν σηµείων καὶ πράξε: ων, µία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ κατασκευή, χρῆσις καὶ τι- µητικἡὴ. προσκύνησις τῶν ἵε- ρῶν εἰκόνων. Προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου, πολλοὶ τῶν χρι- στιανῶν καὶ δὴ τῶν ἀμαθῶν παρεξήγησαν τὴν ὕπαρξιν αὖ- τῶν καὶ ἀπέδιδον λατρείαν εἰς αὐτάς, ἥτις µόνον εἰς τὸν Τριαδικὸν Θεὸν ἁρμόζει καὶ οὕτω προέκυψεν ἡ εἴκονομα- χικἡ ἔρις, ἡ ὁποία ἐπὶ αἰῶνας ἀνεστάτωσε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγινε αἰτία νὰ συνέλθῃ ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν Μικαίᾳ τὸ 787, ἤ- τις ἐπανέφερε τὰς ἁγίας εἷ- κόνας εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς χρήσεως καὶ τὴν ὠφέλειαν αὐτῶν. Βραδύτερον δέ, τὸ 843 καθωρίσθη ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει τοπικῆς Συνόδου ἡ πρώτη Πυριακὴ τῆς πρὸ τοῦ Πάσχα μεγάλης τεσσαρακοστῆς (τῆς ᾿Όρθοδο- ξίας), ὡς ἡμέρα τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάµδθου τῆς ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν πολλῶν καὶ ποι- κίλων ἐχθρῶν της, τῶν ὁποί- ων ἐκάμφθησαν αἱ µάχαιραι, υνετρίδησαν τὰ θέλη ται ἐ- θραύσθησαν τὰ δόρατα. Ὅτι δὲ ἡ χρῆσις ἱερῶν εἷ- κόνων εἶναι ἔθος ἀρχαιότατον, τοῦτο φαίνεται ἐκ τῶν διαφό- ρων ἱστορικῶν μαρτυριῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς αὐτὴν τὴν πρώ- την Χριστιανικὴν περίοδον, ὡς καὶ τὰ κεχαραγµένα μνημεῖα καὶ τὰς τοιχογραφίας τὰς εἰς τοὺς κοιµητηρίους θαλάμους τῶν κατακομθῶν εὑρισκομέ- νας. Οὕτω ὁ Τερτυλλιανὸς (160-245 μ. Χ.) λέγει, ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἐζωγράφι- ζον ποιμένα φέροντα ἐπὶ τῶν ὤμων πρόδατον, εἰς ἀνάμνη- σιν τοῦ καλοῦ ποιµένος τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὸ Φάθος τῶν ἁγίων Ποτηρίων καὶ τῶν κοι- νῶν ποτηρίὠν, πολλά τῶν ὁ- ποίων σώζονται µέχρι σήµε- ρον εἰς τὸ Μουσεῖον τοῦ Βα- τικανοῦ. Οἱ δὲ Εὐσέδιος, Σω- ζομενὸς καὶ ὁ Φιλοστόργιος ὁμιλοῦν περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖον εἷς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης, ἔστη- σεν ἡ αἱμορροοῦσα γυνὴ εἰς τὴν Καισάρειαν τοῦ Φιλίππου. «τὰς εἰκόνας Παύλου καὶ Πέ- τρου καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Χρι- στοῦ διὰ χρωμάτων ἐν γρα- φαῖς σωζομένας ἱστορήσα- μεν». ᾿Επίσης ὁ Εὐσέθιος καὶ Προκόπιος ἱστοροῦν, ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἵδρυσε ναούς, (Συνέχεια εἰς τὴν δ’ σελίδα)

Τίτλος Θέμα Σελίδα
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ 4p
Η Α.Μ. ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Μακάριος 4p
Η ΥΨΗΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ 4p
ΑΠΟ ΤΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ 3-4p
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΜΑΧΑΙΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΝ 3-4p
ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ 3p
ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΗΘΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΩΓΗ ΑΝΕΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕΩΣ 3p
ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΚ ΜΙΑΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 2,4p
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ Ναυτιλία 2p
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ 2p
ΤΟ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ 2,4p
ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ 1p
ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ 1p
ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ 1p
ΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΑΥΤΩΝ 1,4p
ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 1,4p
Η Α.Μ. Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΝ ΤΩ Ι. ΝΑΩ ΑΓ. ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 1p
Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 1p