ἡ ΓΝΝΛΙΙΙΝΙΙΜΙ ΚΙ ΙΝΗΝΙΙΝΙ ΜΡΜΟΙΣ ΤΠΥ ΙΝΗΙΜΠΠ(Υ ΜΠΡΙΛΜΙΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα) ων, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκθαρθαρω- θῇ, καὶ προσθέτει ὅτι τόσον οἱ λαϊκοὶ ὅσον καὶ οἱ κληρικοὶ κατείχοντο γενικῶς ὑπὸ ἁἆμα- θείας. Ἡ Σχολὴ ἱδρυθεῖσα εἰς κῆ- πον ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν Μαχαιρᾶ εἶχεν ἀφιερωθῆ ὑπὸ τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ εἰς τὴν Αγίαν Τριάδα «ἵνα πε- ρισκέπῃ καὶ διατηρῇ αὐτὴν ἀπὸ πάσης προσθολῆς ἐναν- τίας, διαθολικῆς τε καὶ ἀν- θρωπίνης καὶ ἵνα δώσῃ αὐτῇ καλἠν αὔξησιν καὶ στερέώσιν καὶ καρποὺς ἀρετῆς τοῖς σπουδάζουσιν ἐν αὐτῇ νέ- οις» εἰς μµνηµόσυνον τῶν γονέων αὐτοῦ. Ταύτην δὲ ἐν- επιστεύετο καὶ συνίστα εἰς πάντας μὲν τοὺς Μητροπολἰ- τας τῆς νήσου, ἰδίᾳ δὲ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ καὶ ἐκείνων, εἰς τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν «εἰς τὸ διατηρεῖν καὶ ὑπερα- σπίζεσθαι τὴν ἱερὰν Σχολὴν ταύτην ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ὡς ἴδιον ἀφιέρωμα τῷ θεῷ ἆ- γωὠνιζόµενοι ὑπὲρ τῆς διηνε- κοῦς συστάσεως τῆς Σχολῆς ταύτης, ἂν ἤθελέ το καλέσει καὶ μέχρις αἵματος», ἐξεστό- μει δὲ κατάρας ἑναντίον παν- τός, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιθου- λευθῆ τὴν Σχολήν. ᾿Εξεθέσαμεν κάπως λεπτο- µερέστερον τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς ὑπὸ τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Κυπρια- νοῦ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὡς εἶπον, ἡ ἱδρυτικὴ περὶ αὖ- τῆς πρᾶξις ἀντικατοπτρίζει ὅ- λον τὸ πνεῦμα τοῦ μετ ὁλί- γον ᾿Εθνομάρτυρος ᾿Ἱεράρχου καὶ παρουσιάζει τὸ πρόγραµ- µα πνευματικῆς αὐτοῦ δράσε- ως, τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτίσει πολὺ πρὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὸν θρόνον καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε θέσει ἀμέσως σχεδὸν εἰς ἐφ- αρμογὴν ἅμα τῇ ἀναρρήσει του εἷς αὐτόν, ὡς λέγει καὶ ὁ ἴδιος. Αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ τὸν κυριώτατον χα- ρακτηρισμὸν τοῦ ἀνδρός. Ἐν τῇ πράξει ταύτῃ ὁμιλεῖ καὶ περὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, τὴν καλλιέργειαν τῆς ὁποίας τονίζει ὡς ἓν τῶν κυ: ρίων σκοπῶν τῆς Σχολῆς. Ποίαν πατρίδα ἐννοεῖ δια τῶν λόγων τούτων δὲν διασαφίζε- ται ἐν τῇ ἵδρυτικῇ πράξει. Δὲν εἶναι δύσκολον ὅμως τοῦτο ἆᾱ- µέσως νὰ διακρίνώµεν ἔκ τινος ἄλλου σημείου ἀνήκοντος εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον Κυπρια- νόν. Εἶναι τοῦτο ἡ λίαν ἐνδια- φέρουσα ἐπιγραφὴ ἡ ἀναγε- γραμμένη ἐπὶ εἰκόνος τοῦ ᾿Αγ. Χαραλάμπους ἐν τῷ Μετοχίῳ Μαχαιρᾷ Λευκωσίας, στυλο- γραφηθείσης τῷ 1813 ὑπ αὖ- τοῦ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κύ- προς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν συνδυασμῷ ἐμνημονεύετο ὡς «αὐχοῦσα» διὰ τὸν φρουρὸν αὐτῶν Άγιον Χαράλαμπον. 'Ἡ μνεία τῆς Κύπρου ἐν τοιαύτῃ συσχετίσει εἰς τοιούτους Χρό- νους καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πολιτι- κὸν καθεστὼς πρέπει νὰ ὑπῆρ-, ιἐκρύπτοντο ἔεν ἡ ἔκφρασις τῶν ἀγνῶν ἐ- θνικῶν αἰσθημάτων, ὑφ᾽ ὢν κατείχετο ὁ “Ἱεράρχης, τοῦ ὁ- ποίου τὸ θλέμμα το ἑστραμ- µένον πρὸς τὴν Ελλάδα ὥς κοινὴν πάντων µητέρα καὶ τροφόν. Τὸν πόνον του διὰ τὰς δεινὰς περιστάσεις τῆς πατρί- δος ἀφήνει ὁ Κυπριανὸς νὰ ἐκ- φύγῃ εἰς ἔκφρασιν συγκεκρι- µένην καὶ ἐν ἑτέρῳ ἐγγράφῳ κατακεχὠρισμµένην εἰς τὸν Κά- δικα τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς Α΄, (σελ. 181 κ. ἑ.) εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰς δυστυχίας καὶ τὴν κατάρρευσιν τῆς Μο- νῆς Μαχαιρᾶ, περὶ τῆς ὁποίας πάντοτε καὶ ὡς ᾿Αρχιεπίσκο- πος ἐμερίμνα, ἰδίᾳ περὶ τῆς οἱ- κονομικῆς αὐτῆς ἀνορθώσεως. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούὐτῷ προσ- θέτει τὰ ἑξῆς λίαν ἐνδιαφέ- ροντα: «Αλλὰ φεῦ! 'Ο ζυγὸς τῆς θαρθαρικῆς τυραννίδος, αἱ ἀξιοδάκρυτοι συμφοραὶ τῆς πατρίδος καὶ δυστυχίαι καὶ αἱ περιστάσεις αἱ καιρικαί, κατ- έστησαν αὐτὴν τὴν περιώνυµον µονήν, τὴν πρώην ἀρίζηλον καὶ περίόλεπτον, ὡς θέαμα καὶ πτῶμα ἐλεεινόν». Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ᾿Αρχιεπι- σκόπου Κυπριανοῦ ἐξετείνετο καὶ εἰς ἄλλα κοινωνικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἔργα. Εἶναι γνωστὸν ἕως σήμερον τὸ λεγό- µενον «νερὸν τοῦ δεσπότη» ἐν Στροθόλῳ, ἔργον αὐτοῦ λίαν σημαντικὸν διὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, οὐσιώδους δὲ σηµα- σίας καὶ µέχρι τῶν σημερινῶν ἀκόμη χρόνων. 'Ὡσαύτως ἀξι-] ομνηµόνευτον ὑπῆρξε τὸ ἐνδια- φέρον του διὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων σχολῶν ἐν τῇ νήσῳ, ὡς ἡ ἐν Λεμεσῷ ἡ ὡς πρὸς τὸ πρόγραµµα προσαρμοσθεῖσα πρὸς τὸ φιλολογικὸν Γυμνάσι- ον Σμύρνης καὶ Κυδωνιῶν. ᾽Αλλὰ τὴν ππροσοχήν του ἔστρεψεν ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κυπριανὸς ἰδιαιτέρως εἰς τὴν πατρίδα του Στρόδολον, τοῦ ὁποίου τὸν κύριον ναὸν τὸν ἀφιερωμένον εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Χρυσελεοῦσαν, τὸν ἵδρυ- θέντα ἐπὶ Οὕγου Δ΄ τὸν 14. αἰ., ἐπεσκεύασε ριζικῶς μετὰ τοῦ ἀνεψιοῦ του Χατζισάόόα, τῆς ὅλης ἐργασίας ἀρξαμένης ἀπὸ τοῦ 1810, συμπληρωθείσης δὲ τῷ 1817, ὡς δεικνύει καὶ ἡ σήμερον σῳζομένη αὐτόθι ἑ- πιγραφή, ἃς ἡ ἀρχὴ ἔχει οὕτω, Λιτὴν προσφορὰν δέξαι μµικρἀν µητράνανδρε κόρη τὴν ἐκ θά- θρων οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ σου, ἣν προσφέρει Κυπριανὸς Αρ: Χιεπίσκοπος Κύπρου ἐκ τῶν σῶν τὰ σὰ λαθὼν κλπ». Μετὰ | τοῦ αὐτοῦ ἀνεψιοῦ του Χατζι- σάθθα ἔκτισεν ἐπὶ τῶν ἐρειπί- ων ἀρχαιοτέρας ἐκκλησίας τὴν ἐκκλησίαν τοῦ 'ΑΥ. Γεωργίου ἐν Στροθόλῳ, ἐδώρησεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν Χρυσελεούσης { ΝΕὉΧΤΟΙΗ Φινηίνη καὶ τῶν Αἰόνα. | Κκύπ ἱ ἱ τὸ καὶ σήμερον σῳζόμενον ξυ- λόγλυπτον εἰκονοστάσιον, τὸν ξυλόγλυπτον ἄμθωνα, ἱερὰ σκεύη, ἑξαπτέρυγα, ἀρτοφόρι- ον κ. ἄ. Γονυπετὴς ὁ Κυπρια-͵ νὸς καὶ ὁ Χατζισάθόας παρι- στάνονται εἰς εἰκόνα κρατοῦν- τες ξυλόγλυπτον σύμπλεγμα τοῦ τέµπλου, πλοῖον, ἐνῷ εἶκο- νίζεται ἡ θεοτόκος ᾿Ελεοῦσα τοῦ Στροθόλου, μετὰ τῆς ἐἑ- πιγραφῆς «Ὁ θείῳ ἐλέει ΙΚύ- πρου Κυπριανὸς καὶ ὁ Χατζι- σάθθας Κυριακοῦ προσκυνη- τής». Εἰς πίνακα δὲ λίαν ἐν- διαφέροντα παριστάνονται ἀμ- Φότεροι οἱ δωρηταὶ προσφέ- ροντες τὴν ὑπ) αὐτῶν οἰκοδο- μηθεῖσαν ἐκκλησίαν εἰς τὴν Ελεοῦσαν μετὰ τῆς αὐτῆς ἑ- πιγραφῆς. Ὡς πνευματικὸς δὲ ἡγέτης τοῦ λαοῦ ἐθεώρησεν ὁ ᾿Αρχι: επίσκοπος Κυπριανὸς περαιτέ- ρῶ ὑποχρέωσίν του νὰ διαφω- τίσῃ τοῦτον δι ἐγκυκλίων ἐπὶ δύο οὐσιωδῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν αὐτὸν τότε ἐν πολλῇ ἀνησυχίᾳ. 'ΠἩ µία τού- των ἀναφέρεται εἰς τὰς ἔπι- δρομὰς τῶν ἀκρίδων, αἱ ὁποῖ- αι κατέστρεφον τὰ πάντα ἐν τῇ νήσῳ καὶ διὰ τοῦτο καὶ οὐ- δὲν φυτὸν διέφευγε τὸν ὄλε- θρον, ὥστε πλεῖστοι κάτοικοι ἐξεπατρίζοντο καὶ ὁ πληθυ- σμός, ὃ ὁποῖος εἶχεν ἤδη πολὺ ἐλαττωθῆ, ὠλιγόστευεν ἀκόμη περισσότερον. Ἡ ἐπικρατοῦσα πρόληψις ὅτι αἱ ἀκρίδες δέν ἀποθνήσκουν φονευόµεναι, ἆλ- λὰ τοὐναντίον πολλαπλασιά- ζονται, συνετέλει τὰ μέγιστα εἲς τὴν χειροτέρευσιν τῆς κα- ταστάσεως. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐξήγει εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του ὅτι αἱ ἀκρίδες Φονευόμεναι δὲν ἀνίστανται, ἀλλ᾽ αἳ ἀνιστά- µεναι εἶναι αἱ ζῶσαι αἱ κατα- τρώγουσαι τὰς σάρκας τῶν φονευθεισῶν, παρώτρυνε τὸν λαὀν νὰ μὴ ἀναμένῃ τὴν σω- τηρίαν του µμοιρολατρικώς, ἀλλ᾽ ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἴδιος νά ἀναλάθῃ τὸν κατ᾽ αὐτῶν ἀγῶ- να, Τὸ πρᾶγμα ἐνδιαφέρει ὄχι µόνον, διότι ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κυπριανὸς ἀντιμετωπίζει ζη: τήµατα οὐσιώδους σημασίας διά τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῶν κατοίκων τῆς νήσου, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποδύεται εἰς ἀγῶνα κα- τὰ τῶν προλήψεων τοῦ λαοῦ, ὑπὸ τῶν ὁποίων δυστυχκῶς συ- χνότατα οὗτος πάσχει, καὶ ὥς φωτισμένη διάνοια αὐτὸς τὸν παροτρύνει νὰ θλέπῃ τὰ πράγ- µατα μὲ τὸν φακὸν τῆς πραγ- µατικότητος καὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεως, οὐχὶ δὲ μὲ τὸν φακὸν τῶν φθοροποιῶν προλήψεων., Ἡ. δευτέρα ἐγκύκλιος τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ ᾱ- ναφέρεται εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐλευθεροτεκτόνων, ἡ ὁποί- α εἶχε τότε ἀρχίσει νά διαδί- δεται ἐν τῇ νήσῳ, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἀκόμη ἱδρυθῇ στοά. Ταύτην ὁ Κυπριανὸς κα: ταδικάζει, ἡ δὲ τοιαύτη κατα- δίκη ἡρμηνεύθη ὑπό τινων ὡς ὀφειλομένη εἰς ἐπέμόασιν τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν πρὸς µα- ταίωσιν τῆς δράσεως τῶν φΦι- λικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρήθη ὃτι ὑπὸ τὴν κίνησιν τῶν ἐλευθεροτεκτόνων. Οὐδε- µία ἔνδειξις περὶ τοιαύτης ὃ- ποθέσεως ὑπάρχει, τοὐναντίον γνωρίζοµεν ὅτι οἱ φιλικοὶ εἰς Κύπρον ἦλθον ὀλίγα μόλις ἔ- τη πρὸ τῆς ἑλληνικῆς ἐπανα: στάσεως καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 1815, ὅτε χρονολογεῖται ἡ ἐγ- κύκλιος, εἴμεθα δὲ θέδαιοι ὅτι παρουσιάζετο τότε πράγματι κίνησις τῶν ᾿Ελευθεροτεκτό- νων (Βλ. Β. Κυριαζην, Κυπρ. Χρον. Ζ᾽ σ. 40 κ. ἑ,) ἐν τῇ νήσῳ. Ἡ προστασία τοῦ ποι- µνίου ἀπὸ τοιούτων ὀργανώ- σεων ῆτο ζήτημα τῆς πνευµα- τικῆς δικαιοδοσίας τοῦ “Ἱεράρ- χου καὶ δὲν δύναται νὰ συσχε- τισθῇ πρὸς τὰ πολιτικά ζητή- µατα τὰ διαδραματιζόµενα τό- τε ἐν τῇ ᾿Οθωμανικῇ Αὐτοκρα- τορίᾳ καὶ τὰ μετ’ ὀλίγα ἔτη διαδραματισθέντα. Ὁμιλεῖ ἄλλως τε σαφῶς ὅτι οἱ ἐλευ- θεροτέκτονες-“φαρμασόνοι- ἤ- σαν ἐχθροὶ τῆς ΚΧριστιανικῆς πίστεως καὶ ὅτι ἡ κίνησις αὔὕ- τη περιέλαθε καὶ ᾿Οθωμανοὺς ἐν τῇ νήσῳ. Ὅτι ἀναφέρει ὅτι οὗτοι ἦσαν ἐχθροὶ καὶ τοῦ όα- σιλέως--δηλ. τοῦ Σουλτάνου-- οὐδόλως ἐνισχύει ἀντίθετον ἄ- ποψιν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἡγεμόνες πάντοτε ἐθεώρουν ὑπόπτους καὶ ἐπικινδύνους πά- σας τὰς μυστικὰς ὀργανώσεις. Τοῦτο εἴδομεν καὶ εἰς τὴν σύγ- χρονόν µας ἐποχήν. αοκωφῥω ΙΝΤΠΡΙΗΗ ΕΡΕΛΛΙ:Π ΗΛΗΝΝΙ ΗΙ μὶς “Αν. Φραγκίσνον Καλλι- τν μὰ αμ ο ον «οονίας ἵδούθη ἐσχάτως τὸ Ἐν- στιτοῦτον Ορθοδόξου 'Ελληνικῆς Μαθήσεως. Τοῦτο. ποὸς τὺ πα- οὖν στεγάκετα εἲς τὸ σγολικὸν στίριων τῆς Νοινότητος Ἠαννε- λασιοῦῖ τοῦ Αγ. Φοαγγίσνοι Κιλ- Μιφασγίας. Τὰ Ἰναστιτοῦτον σγο- πὺν ἔχει νὰ διδάξῃ τὴν Γληνι: κὴν νεολαίαν τῆς ᾽Αμεοινῆς τὴν πίστιν τῶν πατέφων µας. νὰ, τὴν Ῥαταστήσιη ἵκανὴῆν νό, διλοίνῃ τὰ ᾠευδῆ. στοιχεῖα τῶν Ξένων που: παγανδῶν κα νὰ ια ωτίΏῃ. τοῖς μηδεμίαν ὕνῶσιν Έχοντας μυς: ἠνεῖς γιά Ἑένωνς πεοὶ τῆς Ανάτυ: Ὀληκῆς ΟὈμθοδόξου, Ἰνλησία-. Τὸ | Ἱνστιτοῦτον ἀριθμεῖ ποὸς τὸ πι: Γωὸν τὸ µαθητάς, ἐλαπίετα ὅπως ὅτι ταγέως ὁ ἀθμᾶς τῶν µαθη- Γτῶν θὰ ἀνέλθῃ εἲς δικοσίους, Τὸ Γδιδακτικὸν πιασιωπιχὺν το ]ν- Γστιταύτον. ποὺς τὸ πασών, ἄπωτε: Γλεῖται ἐν τοῦ Εαγρα, Ασγιμ. Τ[ο- {Κωνσταντίνο Ἀπιθίτσινα, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ τΟ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σώὠφρόνιος ὁ Β”’, ΠΝΜΝΙ ΙΙ ΠΠ ΜΙΚΗ Ι ϱ ΙΡΧΙΠΚΠΟΣ υΦΡΗ {ἢ Ἡ (1865 - 1900) Τοῦ κ. Κ. 1. ΜΥΡΙΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ. ᾿Εγεννήθη «Πρόδρομος» ἐν τῷ τρὸς Χατζῆ Φοινίου καὶ μητρὸς Χριστίνης! στήσαντα ἐξηράνθησαν. ἐκ Προδρόμου. τῷ 1832. ὡδηγήθη εἰς τὴν: ἐγγὺς Μονἠν τῆς Τριοδιτίσσης ὑπὸ τοῦ πρὸς μητρὸς θείου αὖ- τοῦ Χαραλάμπους Σκευοφύ- λακος τῆς Μονῆς. ᾿Εκεῖ δὲ ἔμα θε καὶ τὰ πρῶτα γράµµατα. Τῷ 1843 ἐχειροτονήθη δΔιά- κονος ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Χαρίτωνος ἐν τῇ Μονῇ ΧἈρυσορροϊατίσσης, ἥτις τότε ἐχρησίμευε καὶ ὡς Μητρόπο- λις Πάφου. Τῷ 1845 ἀπῆλθεν εἰς ᾽Αττά- λειαν, ὅπου προσελήφθη ὥς Διάκονος τοῦ Πισιδίας Γερασί- µου, φοιτῶν καὶ εἰς τὴν ἐκεῖ Σχολήν. τῷ 1847 µετέθη εἰς Σ μύρ- νην προσληφθεὶς ὡς Διάκονος ἐν τῷ ἙΕλληνικῷ Βοσοκοµείῳ, καὶ φοιτῶν εἰς τὴν Εὐαγγελι- κὴν Σχολήν, ἔνθα καὶ ἐπί τι- να χρόνον ἐδίδαξε. Τῷ 1853 µετέόη εἰς ᾿Αθήνας καὶ ἐφοίτησεν εἰς τὸ Β΄ Γυ- µνάσιον Γυμνασιαρχοῦντος τοῦ Νικολάου Χορτάκη. Τῷ 1854 ἐφοίτησεν εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν ἐπὶ τριετί- αν. Κατὰ τὸ διάστηµα τοῦτο ἐθοηθεῖτο οἰκονομικῶς ὑπὸ τοῦ ἐν Σ μµύρνῃ Ι. Σκυλίτση. τῷ 1857 ἐνεγράφη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ [ΠΠανε- πιστηµίου, ὧὢν τρόφιµος τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ΠΚύπρου Μα- καρίου, ἱερουργῶν συνάµα καὶ ὡς Διάκονος ἐν τῷ Ναῷ: ᾽Αγίου Νικολάου Πειραιῶς. Τῷ 1861 ἐπὶ τῇ συμπληρώ- σει τῶν σπουδῶν αὐτοῦ κλη- θεὶς εἰς Κύπρον, ἀνέλαθε τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐν Λευκωσίᾳ Ἑλληνικῆς Σχολῆς. Διαμένων δὲ ἐν τῇ ᾿Αρχιεπισκοπῇ ἐχρη- σίµευε καὶ ὥς ἱεροκῆρυξ καὶ ὡς Γραμματεὺς τοῦ ᾿Αρχιεπι- σκόπου διὰ τὴν ἐπίσημον αὖ- τοῦ ἀλληλογραφίαν. Τῷ 1861 ἐζητήθη ὡς Μητρο- πολίτης Κυρηνείας, τῷ δὲ 1864 ὡς Κιτίου, ἀλλὰ δὲν ἁπ- εδέχθη. Τῷ 1865 θανόντος τοῦ ᾿Αρχι- Επισκόπου Μακαρίου, ὁ Σω- Φρόνιος ἐξελέγη παμψηφεὶ ὡς διάδοχος αὐτοῦ τὴν 24ην ᾿Ο- κτωθρίου. Τὴν 26ην προεχειρί- σθη εἰς πρεσθύτερον καὶ τὴν ὀδην εἰς ᾿Αρχιερέα. Καὶ οὕτω ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ ᾿Αρχιεπισκο- πικοῦ θρόνου, στοιχῶν τοῖς ἵ- χνεσι τοῦ προκατόχου αὐτοῦ. Ὁ Σωὠφρόνιος ἦτο ἀνὴρ σο- θαρός, σωνετὸς τῇ σκέψει καὶ τῇ ἐκφράσει. Τύπος σεθασµί- ου “Ἱεράρχου, κατανυκτικὸς ἐν τῇ λειτουργία καὶ µεγαλο- πρεπὴς ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὖ- τοῦ παραστάσει. Διετήρει μακρὰν ἀἆλληλο- γραφίαν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μετὰ Συλλόγων, Σωματείων καὶ ἐ- ξόχων προσώπων. .Ἐμερίμνησε περὶ τῶν κοι- νῶν, περὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας. Πρὸς τοῦτο ἆἅπ- έστειλεν ὡς ὑπότροφον αὐτοῦ εἰς τὴν Θρολογικὴν Σχολήν τῶν Ἱεροσολύμων τὸν ὕστερον διάδοχον αὐτοῦ Κύριλλον τὸν Β΄. Επίσης ἄλλους εἰς ᾿Α- θήνας καὶ οἵτινες ὡς ἐπιστήμονες, καὶ ὡς πολ'τικοὶ ἄνδρες ἐτίμησαν τὴν πατρίδα. Τὰ μάλιστα. εἰργάσθη ὃ ἆ καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος ἐν τῃ νήσῳ θοηθήσας πρὸς τοῦ- το τὸν δραστήριον Διοικητὴν : τῆς όπρου Σαἴΐτ Πασᾶν 1868 ᾽Αλλ) ἐκτὸς τῆς ἀκρίδος ἡι ρος ὑφίστατο σωχνὲ. καὶ χι ιτὰς συνσπείας τῆς ο ο δρίως, συν γενεῖς αὐτοῦ, ᾿ χωρίῳ! Τοιαύτη ὑπῆρξε τῷ 1879 διαρ- Μυριανθούσης| κέσασα ἐπὶ τριετίτ., ὁπότε τὰ, κατὰ Μάϊον τοῦ 1822 ἐκ πα-' σπαρέντα γεννήµ΄ττα «ὐδύλως | Παναγιώτου ἐκ ἐθλάστησαν, ἢ σμικρὸν ὅλα- Ἐκ Γτούτου µεγάλη ἔλλειψις σίτου, καὶ δυστυχία καθ’ ἅπασαν τήν νῆσον ἐπεκράτησεν. Διὰ τὴν κατάστασιν ἐγένον- το συσκέψεις τοῦ ἐν Αευκωσίᾳ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ. Συμ- θουλίου. Κατά ταύτας δὲ ἄπε- Φφασίσθη ἡ ἀποστολὴ πενταµε- λοῶς πρεσθείας εἰς Κωνσταν- τινούπολιν. Αὕτη ἀπετελέσθη ἐκ. δύο Ελλήνων, τοῦ ᾿Αντ. Τριανταφυλλίδου καὶ Χριστο- μανῶν τοῦ Περδἐφ ἐφένδη καὶ τοῦ Χατζῆ ᾽Αλὶ ἐφένδη, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ᾿Αρχιεπι- σκόπου Σὠφρονίου. Ἡ Κυπριακὴ πρεσθεία ἀφι- χθεῖσα εἰς Κωνσταντινούπολιν κατὰ ᾿Ιούλιον τοῦ 1880 ὑπέ- θαλε πρὸς τὸν Μέγαν Βεζύ- ρην τὰ αἰτήματα αὐτῆς. Εὗρε δὲ εἰς ταῦτα προθυµότατον προστάτην καὶ θοηθὸν τὸν φι- λοπάτριδα καὶ ἄλλοτε Μέγαν Βεζύρην Μεχμὲτ Πασᾶν (ἐκ Μακούντας τῆς Πάφου) ὅστις κατέθαλε µεγάλας προσπαθεί- ας, καὶ παρέσχεν τελεσφόρον ὑποστήριξιν εἰς τὴν πρεσθείαν ἐνεργῶν τὰ δέοντα παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις. Καὶ οὕτω, κατορ- θώθη ὥστε ἡ Κύπρος ἀποσπα- σθεῖσα τῆς Διοικήσεως τῆς Ρόδου, νὰ ἀποτελέσῃ ἔκτοτε ἶ- δίαν διοίκησιν. Πρὸς δὲ νὰ δο- θῇ εἲς τοὺς γεώργοὺς σπόρος ἐκ τῆς ἐν τῇ νήσῳ ἀποθήκης τῆς δεκατίας. Τοῦτο καὶ ἐγέ- νετο δοθέντος κατὰ μῆνα ᾿Ο- κτώθριον 20.000 κιλῶν σίτου πρὸς 40 γρόσια τὸ κιλόν, 60. 000 κριθῆς πρὸς 20 γρόσια καὶ 5.000 ὀρόθους πρὸς 238 γρόσια, ἀποδοτέα μετὰ τριετίαν. ὍὉ Σωὠφρόνιο µετέθη τὸ λιν τῷ 1872 διὰ τὸ Βουλγαρι- κὀν Ζήτημα. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις λίαν ἐξετιμή- θη ὑπό τε τοῦ κλήρου καὶ τῶν ποτε τὸ ὄνομά του μεταξὺ τῶν κὀν Θρόνον. ᾽Αλλὰ τῇ ἐνερ- γείαᾳ ἄλλων διεγράφη. Τὸ σπουδαιότερον γεγονὸς ἐπὶ τῆς ᾿Αρχιερατείας τοῦ Σώφρο- νίου το ἡ µεταπολίτευσις ἐν Κύπρῳ διὰ τῆς ᾽Αγγλικῆς κα- τοχῆς τῷ 1878, ὁπότε ὡς Ἔ- θνάρχης προσφωνῶν τὸν πρῶ- τον Αγγλον ᾽Αρμοστὴν Σὲρ Γάρνετ Οὐωλσέλεῦ ὑπεδήλω- σεν αὐτῷ καὶ τοὺς περὶ ᾿Ενώ- σεως ἐθνικοὺς πόθους τῶν Ἑλ- λήνων τῆς Κύπρου. ᾽Αγγλοχκρατία. Τὰ περὶ τῆς Εκκλησίας τῆς Κύπρου καὶ τῶν ᾿Αρχιεπισκό- πων αὐτῆς, ἀναφέρονται κυρί- ως εἰς τὴν Τουρκοκρατίον. σκόπου Σωὠφρονίου ἐπῆ]θεν ἡ µεταπολίτευσις, σωμπληρῶ συντόμως τὴν περαιτέρω ὃρᾶ- σιν αὐτοῦ, ὡς Εθνάρχου καὶ ἐπὶ ᾿Ανγλοκρατίας. Οὕτω εὖ- θὺς ἐξ ἀρχῆς συνεργαζόμενος μετὰ τῆς “ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἰδία. τοῦ Κιτίου Κυπριανοῦ, καὶ ἄλλων κληρικῶν, ὡς τοῦ Κωρίλλου τοῦ ὕστερον διαδό- πκῶν, πολιτικῶν ὑπέθαλε πρὸς τὴν ᾽Αγγλικὴν ἸΚυθέρνησιν ὅ- ποµνήιιατα περὶ πάντων ζητημάτων. ᾿Ιδιαιτέρως δὲ ὰ ὁ- πέµενεν ὁ ἴδιος ὅπως κανογι-] σθῶσιν αἱ σχέσεις πολιτείας καὶ Γκκλησίας, πρὸς καταπο- ελέμησιν τῆς ἀρχαιοκαπηλίας ἐν Κόπρῳ καὶ προστασίαν τῶν ἀρχαοτήτων, εἴσηγήθη εἰς τὴν' Κυθέρνησιν τὴν ἵδρυσιν Λο σείοιυ ἐν τῇ νήσῳ, ὅπερ καὶ (ἐγένετο, εξ νέες εἲς τὴν ον αετ τω ςὰ φάκη Γαθριήλ, καὶ δύο Ὄθω-| δεύτερον εἰς Κωώνσταντινούπο-' ὁμογενῶν, οὕτως ὥστε νὰ τεθῇ. ὑποψηφίων διὰ τὸν Οἰκουμενι-. ᾽Αλλ” ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ᾿Αρχιεπι- χου αὐτοῦ, καὶ διαπρεπῶν λα-᾿ τῶν ! ΚΥΡΙΑΚΗ, 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 19ῦ1 | ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΊἩ ΙΡΙΠΙΝΠΗΙ ΚΗΙΙΗ [. ΙπΙ ΙΙ Τοῦ κ. Αι «Ἡ παροῦσα ὁμιλία, γενομένη πρὸς τοὺς ἱερεῖς Δευκωσίας., ἀναφέρεται θεξαίως εἰς ἅ- παντας τοὺς ἱερεῖς τῆς Αρ: χιεπισκοπικῆς µπεριφερείας ο κά μα ἐφ᾽ ὦ καὶ ἐξεδόθη εἰς ἰδιαί- τερον τεῦχος, ἵνα διανεµηθῇ πρὸς ἅπαντας τούτους πρὸς ἰδίαν µελέτην». Τοῦτον τὸν σύντοµμον πρόλο- ἴψον φέρει ἓν τευχίδιον ἐκδοθὲν τῷ 1917 καὶ περιέχον ὁμιλίαν [τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιεπισκόπου ΓΚυρίλλου τοῦ Γ΄ πρὸς τοὺς :ἐφημερίους τῆς πόλεως Λευ- Γκωσιας περὶ τοῦ ὑψηλοῦ ἔργου τῆς ἱερωσύνης, ᾿Επειδὴ δ ἕ- ἵνεκα τῆς µικρότητος τοῦ σχή- -µατος αὐτοῦ καὶ τοῦ στενωτά- του κύκλου τῆς διανομῆς εἶναι πολὺ ἀμφίόολον ἂν εἶναι δυ- «νατὸν νὰ εὑρεθῇ σήµερον ἀν- ἱτίτυπον αὐτοῦ, πολὺ περισσό- ἵἱτερον µετά τινα ἔτη, διὰ τοῦ: [πο ἐθεωρήσαμεν ἐπάναγκες νὰ Ιδηµοσιευθῇ πρὸς γνῶσιν παν- Ἱτὸς τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς ὑπό- Γμνησιν τοῦ :ὑψίστης ἀποστολῆς αὐτοῦ. Γι Ὁ Κύριος ἐνετείλατο τοῖς |μαθηταῖς αὑτοῦ. «Συναγάγετε [τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μὴ τι ἀπόληται» (]ω. ς᾿ 12). “Ίνα λοιπὸν μηδὲ τὸ πνευ- ματικὸν τοῦτο κλάσμα τοῦ παρελθόντος ἀπόληται, ἔπαν- Γεκδίδομεν αὐτὸ διὰ τοῦ «Ἔκ- (κλησ, Βήματος». | ΙΟΜΙ4ΙΑ ΤΗΣ Α. Μ. ΤΟΥ ΙΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΡΟΣ (ΤΟΥΣ ΕΦΗΜΕΡΙΟΥΣ ΤΗΣ Γ ΠΟΛΕΩΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. Καίτοι ἐγγράφως προήγου- ἵμένως πιροσ]γόρευσα ὑμᾶς ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰς ὃ ἐκλήθην ὑψηλὸν ἀξίωμα ἀναρρήσεώς µου, :ἐθεώρήσα ὅμως πρέπον ὅτι μοὶ βπεβάλλετο νὰ προσαγορεύσω ὃ- μᾶς καὶ διὰ ζώσης, καλέσας ὃ- μᾶς σήμερον ἐνταῦθα. Θέλω µά- λιστα νὰ ἐγκαινιάσω διὰ τούτου σήμερον σύστημα. καθ᾽ ὃ οἳ ἵε- ερεῖς κατὰ ἑθδομάδα ἢ 15ήμερον θὰ προσέρχωνται παρὰ τῷ ᾿Αρ' χηνγῷ αὐτῶν οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς τυπικὴν καὶ προσωπικὴν ἐπί- ἔσχεγψιν ἀλλ ὅπως, ἐπιλαμβανό- 'µενοι τῆς εὐκαιρίας, ἐκθέτωσι Γτὰς παρατηρουµένας ὑπ αὐτῶν [ὲν τῷ ποιµνίῳ των ἐλλείψεις ααὶ ὁποδεικνύωσιν ἢ ἑητῶσιν ὁ- Γδηγίας περὶ τοῦ πρακτεου, ἵνα ἡ σιοθητὴ διόρθωσις ἐπιτευχθῇ. Πὸ συσκέπτεσθαι καὶ συνεργεῖν [εἶναι ἀναγκαῖον. Αὐτὸς ὁ Σω: [τήρ, καίΐτοι παντοδύναµος καὶ μὴ Ιχρήξων τῆς θοηθείας τινός, ἐν Γτούτοις ἐκάλεσεν ὡς θοηθοὺς ἰμαὶ συνεργοὺς πρῶτον τοὺς ᾽Α- Γποστόλους, εἶτα τοὺς Ο’. καὶ µε- Γτὰ τοῦτο ἀκόμη ἔλεγε πρὸς τοὺς Γμαθητάς του «ὁ μὲν θερισμὸς Γπολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι- δεή- Ἴθητε οὖν τοῦ Κυρίου τοῦ θερι- Γσμοῦ. ὅπως ἐκδάλῃ ἐργάτας εἲς τὸν θερισμὸν αὑτοῦ» (Ματθ. θ᾽ 87---ὅδ). Πὸ σύστημα τοῦτο τὸ θεωρῶ ἐκκλησιαστικὸν καὶ θεοφιλὲς, δύναται δὲ νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἄπιο- τελέσµατα. Οχι µόνον τυπική ἐπίσκεψις, ἀλλ ὑποβολὴ σκέψε- ων πρὸς διόρθωσιν τῶν μπακῶς ἐχόντων. Ἡ κλῆσις,. ἔν ἡ ἐκλήθητε, [εἶναι ὑψηλοτέρα πάσης ἄλλης. Τὸ ἔργον, ὅπερ ἐνεπιστεύθη ἡ- μῖν ὁ Σωτήρ, εἶναι συνέχεια τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἳ ἱερεῖς συνεχίζουσι τὸ ἔρ- γον τοῦ Σωτῆρος. διότι οὗτοι ἀπαρτίξουσι τὴν ᾿Εμκλησίαν ἐν στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ, αὕτη δὲ εἶναι ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς αἰῶνας πα- ρατεινόµενος κατὰ τὴν ἔκφρασιν Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας Δ4ιὸ καὶ ὁ Κύριος λέγει: «Πορευθέν- τες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη θαπτίξοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνο- μα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Αγίου Πνεύματος, διδά- σκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅ- σα ἐνετειλάμην ὑμῖν. καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 19---30). Εἴπομεν ὅτι ἡ ἱεραρχία εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος ἤτοι τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπιου. Ἰοῦτο ἔχει δύο ἵὄψεις, τὴν ἀνθρωπίνην καὶ τὴν θείαν. τὸ ἀνθρώπινον καὶ τὸ θεῖον µέρος. τὸ ἓν εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἕτερον ἐκ τοῦ ἀνθρώ- που. ΤΡΙΠΛΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΕ- ΓΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΟΣΥΝΗΣ. Ιον. Περι ρίων. τελέσεως δΝίυστη- ᾿0 ἱερεὺς ἐπιτελεῖ τὸ διπλοῦν | τοῦτο ἔργον ὑπὸ τρεῖς μορφὰς 1ον τελεῖ ἸἩυστήρια. 3ον διδά- σκει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ Όον ἱποιμαίνει τὴν λογικὴν ποίµνην. Πάντες γνωρίξομεν. πῶς νὰ ἐπιτελῶμεν ὁπωσδήποτε τὰ υ- στήρια. ᾿Αλλὰ τοῦτο δὲν ἀρπεῖ: πρέπει νὰ ἐπιτελῶμεν ταῦτα, κα: θὼς ἐθεσμοθετήθησαν ὑπὴ τοῦ 2 ωτῆρος καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τοι ἀνελλιπῶς καὶ μὴ κολοξοῦν- τες ταῦτα ὣς καὶ μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πολλῆς τῆς σεμνότη- ἴτος. τὴν κ αἱ Ἐπί παραδείγµατος ὁ εἲς λειτουργίαν προσερχόµενος μέλλων γἀ τελέση τὴν ἀναί- µακτον θυσίαν δέον νὰ ἡ παρε- σκευασµένος, νηφάλιος. καθάρει- ος καὶ ἐν γένει νὰ μὴ δεικνύῃ Ἡ πραττῃ τι καὶ γένηται ὁπωσδή- ξόμενος σκανδαλίζηται, Ο εἰς τὸ τοιοῦτον μυστήριον χωρῶν ἵ- ερευς πβόκειται νὰ βαστάσῃ εἰς τὰς παλάµμας αὑτοῦ αὐτὸν τὸν Χοιστόν, αὐτὸ τὸ φρικτὸν τοῦ Χοιστοῦ σῶμα καὶ αἷμα. τασθῶμεν τὸ μέγα τοῦτο καὶ φο- βερὸν καὶ ἀναλογισθῶμεν. πόσον πρέπει νὰ ἡᾗ τις παρεσκευασµέ- ἴνοςν γηφάλιος. ἤπιος κλπ. οὐχὶ κλήρου περὶ τῆς ποτε παραίτιος, ἵνα ὁ ἐκκλήῆσια- φαν- ' ΧΑΡΑΛ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ δὲ νὰ φωνάζῃ μὲ τὸν ἕνα, νἀ ὁμιλῇ μὲ τὸν ἄλλον νὰ µεμψιμοι- οῇ καὶ τὰ τοιαῦτα. Τοῦτο σιάν- τως θὰ σκανδαλίσῃ τοὺς ὁρῶν- τας. 'Ὁ ἱερεὺς ὀφείλει νὰ ἡ ὄχι µόνον καθάρειος τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν περι- εθολήν' καὶ λέγων ὅτι ὁ ἱερεὺς Ἰδέον νὰ ἐνδύηται κοσµίως Χαν Γκαθαρείως. δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ ᾗ καὶ καλλωπιστής, ὄχι, ἆλ- Γλὰ διὰ τῆς εὐπρεποῦς σπεριθο- λῆς του νὰ δίδῃ νὰ νοηθῇ ὅτι [συναισθάνεται τὴν Ἱερότητα τοῦ ἱμυστηρίου, εἰς ὃ θὰ ὑπουργήσῃ' [Βεβαίως τὸ ἑλλωιὲς τῆς µισθο: Ιδοσίας δὲν πρέπει νἁ εἶναι λόγος δι ὅσους ἤθελον νὰ εὕρωσι σερο- Γφάσεις ἐν τῇ ἀκόσμῳ αὐτῶν πε Γριδολῇ: καὶ γλίσχρως ἀμειδόμε- Ἰγός τις, δύναται, ὅταν θέλῃ, νὰ Γἐνθυθῇ κοσµίως. Οἱ ἀρχαῖοι «πρόγονοι ἡμῶν ἔλεγον φιλοκα” Ἰλοῦμεν μετ εὐτελείας», Ἡ: ]ρέσκοντο δηλ- νὰ ὧσι φιλόνα- [λοι μὲ φθήνιαν. Διὰ νὰ ἐνδυδῇ ἵτις κοσµίως, ἀρκοῦν καὶ τὰ Εαμέάκινα, οὐδ' εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδυθῇ τις µετάξινα ἢ ὅλο- σηρικά. Τὸ νὰ εἶσθε καθάρειοι μὴ τὸ θεωρήσητε ὡς μικρὸν τι καὶ ἄνευ σηµασίας. Τὸ τοιοῦτον παρατηρεῖται ἀπὸ πολλούς. Αὖὐ- τὸς δὲ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συ- γιστᾷ: «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν πάντα γενέσθω» (Α΄ ἸΚορ. εδ, 40). Εὔσχημοι λοιπόν, σε- [μνοὶ καὶ καθάρειοι ὀφείλομεν γὰ Ιπαριστάµεθα κατὰ τὴν φρυιτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν. το Οχι δὲ µόνον ἐν τῷ µυστη- Γρίῳ τούτῳ εἶναι ἤ θέσις τοῦ ἔε- Ἰρέως, ἀλλ᾽ οὗτος ὀφείλει νὰ εἰσ- ἐρχήται εἰς πᾶσαν σχέσιν τοῦ Χριστιανοῦ, ἵνα ὡς πατήρ πνευ- μµατικὸς συμθουλεύσῃ, νουθετή- ση, ἐλέγξῃ καὶ διορθώσῃ, κα: θὼς λέγει ὁ ᾽Απόστολος Παῦλος πρὸς Τιµόθεον. «Παράγγελλε ταῦτα καὶ δίδασκε. µῆδείς σου τῆς νεότητος κπαταφρονείτω, ἀλλὰ τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἓν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγά- πῃ, ἐν πίστει, ἐν ἁἀγνεία..'.. μῆ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσµατος, ὃ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρε: σξυτερίου» (Α΄ Τιμ. δ' 11). Πρὸ παντὸς ὀφείλετε νὰ φροντίζητε, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρ- χωσι φριλονικίαι καὶ ἔριδες εἰς τὰ ἀνδρόγυνα, αἵτινες καταλή- γουσιν εἰς διαζύγια καὶ ἑτέρας παρεκτροπάς. 'Ὁ ἱερεὺς ὃ εὖλο- γήσας τὸν γάµον ὀφείλει νὰ πα- ρακολουθῇ αὐτὸν ἐν τῇ ἐξελίξει τον. ᾿Αρά γε ἡ συζυγία ἐκείνη βαΐνει καλῶς ἡ ὑπόσχεσις περὶ ἁμοιέαίας ἀγάπης καὶ ἐν ἅἆθμο: γίᾳ καὶ ἀγνείᾳ διαξιώσεως ἑκτε- λεῖται ὁ ἱερεὺς ἔχων ἀγνότητα καρδίας καὶ διαθέσεως δύναται νὰ πλήηροφορῆται τὴν πολιτείαν τῶν ἀνδρογύνων καὶ νὰ ἐξελέγχῃ ταύτην καὶ νὰ κατευθύνῃ εἰς τὸ ἀγαθόν: Ἐξομολόγησις. Ἔχετε ἀκόμη ἓν ὅπλον ἴσχν- οὸν εἰς χεῖράς σας. Νοῶ τὸ µυ: στήριον τῆς ἐξομολογήσεως. 1 σημασία τῆς ἐξομολογήσεως δὲν κατανοεῖται ἀρκούντως, διότι δεν ἐξασκεῖται δεόντως καὶ καθ ὅ- λην τὴν ἔκτασιν τοῦ περιεχοµέ- νου της. 'Ο ἐξομολογούμενος ἆᾱ- νοίγει ἐμπρὸς τοῦ ἱεθέως τὰ ᾱ- ὄυτα τῆς ψυχῆς του καὶ ὁ ἔε- ρεύς. διαγιγνώσκων τὴν ψΨυχι- κὴν νόσον δύναται νὰ ἐνσταλάξῃ τὸ θεραπευτικὀν «φάρµακον, τὸ ἰαματικὸν θάλσαµον. Πρόκειται περὶ ἐκείνου, ὅπερ λέγει ὅ Σω: τὴρ πρὸς τοὺς µαθητάς του. «Ιδοὺ δίδωµι ὑμῖν τὴν ἐξουσί- αν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σχορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύ- ναµιν τοῦ ἐχθροῦ.... ᾿Εξομολο- γοῦμαί σοι. Πάτερ. κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἄπέ- χρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συγετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ γηπίοις» {Δουμ. 19-21). λαἱ «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἑξε- λέξατο ὃ Θεός. ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνη» (Α΄ Κορ. α 27). Ὅταν παρουσιασθῇ ὁ Χριστι- ανὸς μὲ θεθαρηµένην τὴν συνεί- δήσιν καὶ μὲ τὴν ἀπόγνωσιν µέ- χθι θανάτου, τότε ὅ ἱερεὺς μὲ τὸ κατάλληλον κλειδίον δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὴν καρδίαν του. Δύνα- ται μὲ τρόπον κπατάλληλον, μὲ ἐρωτήσεις ἁρμοδίας ἐπὶ τοῦ οἳ- κογενειακοῦ του δίου, τοῦ ἐπαγ- γἑλματός του, τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς του νὰ ἀποσπάσῃ ὁμολογίας. ἐφ᾽ ὦν θέλει στη: ρίξει τὰς κρίσεις του περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ψυχικοῦ νοσήµα” τος. θέλει δώσει τὰς ἀναλόγους συμθουλὰς πρὸς διόρθωσιν τῶν Γμακῶς ἐχόντων. Διὰ τῆς ἐξομολογήσεως εἰσερ- χόµεθα εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ Χριστι- ανοῦ καὶ εἶναι αὕτη τὸ µέσον, δι οὗ θὰ ἐπιφέρωμεν τὴν διόρθω- σιν. Τὸ κήρυγμα ἀπευθυνόμενον εἰς 200 ἢ 80Ο δύναται νὰ ἆφο- ϱᾷ ἁμαρτήματα µόνον 5 ἢ 10. ᾽Αλλ' ἓν τῇ ἐξομολογήσει ἡ νου- θεσία καὶ διδασκαλία ἀφορᾷ ἕ- καστον ἐξομολογούμενον. Θὰ εἷ- ναι δὲ µεγάλη ἡἢ ἁμοιδὴ τοῦ πνευματικοῦ ἐκείνου. ὅστις ἤθε- λε κατορθώσει πλανηθέντα τινὰ νὰ τὸν σώσῃ: διότι, ὣς ὃ 'Απ. Ἰάκωβος λέγει, «ὁ ἐπιστρέψας :ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὖὐ- τοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (ᾖακ. ε᾿ 20). Ο ἱερεὺς διὰ τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων ἐ- πικαλεῖται ἐπὶ τοὺς μετέχοντας τούτων τὴν ἄνωθεν χάριν. Περὶ τῆς διὰ τῶν μυστηρίων µεταδιδοµένης χάριτος. : Ἔκαστον µυστήριον ἔχει δύο όψεις, τὴν θείαν καὶ τὴν ἄνθρω- πίνην. ᾿Η θεία ὄψις τοῦ µυστη- ρίου εἶναι ἡ δι αὐτοῦ παρεχοµέ- ”] χάρις, ἥτις ἀναλόγως τοῦ μυστηρίου εἶναι ἁγιαστική. σώ- ξουσα. ἐκτρέφουσα, καθοσιοῦσα τς ἳ . καθ ὠρισμένην τάξιν καὶ τὰ .. ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑΙ | Ε, (ἆθονρα --- ντ. Ραΐπος: Αὺ- | τοὶ δὲν ὑπέκυψαν. Γ. Εἰς ὡραίαν µετάφρασιν τοῦ ΙΔ. Βαλληνδρᾶ καὶ μὲ πρόλο- [Ύο τοῦ ᾿Αρχιμανδρίτου “Ἱερω- ἱνύμου Κοτσώνη ἐξεδόθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπὸ τῆς «Δα- Γμασκοῦ» τὸ περίφημο Φιδλίο μαββγαὶ δὲν ὑπέκυψαν», ποὺ εἷ- Ίναι τὸ ἡμερολόγιο τοῦ ἸΚαθο- λικοῦ ἱερέως Ἐ'. ἄδθογβε (ψευ- δώνυμο) ἐπιμελημένο ἀπὸ τὴν ντ, ΡΑΙΙΠΕΙ. Θέμα τοῦ θιθλίου εἶναι ἡ ἡ- ρωϊκὴ ἀντίσταση τῶν Χριστια- νῶν στὴν ἐρυθροκρατουμένη Εὐρώπη καὶ ἰδίως στὴν Σ.ο8ι- ετικὴ Ένωση, ὅπως τὴν ἔζησε ὁ πατὴρ «εοΥΡ6, σὰν µέλος τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν Ναζί, ἐνταγμένος στοὺς παρτι- ζάνους ποὺ δροῦσαν στὶς Βαλ- κανικὲς χῶρες καὶ στὴν Κεν- τρικὴ Εὐρώπη στὴν ἀρχή, µέ- σα στὴ Ρωσία δὲ ἀργότερα, στὰ μετόπισθεν τῶν Γερμανῶν. Τὸ ἡμερολόγιο αὐτὸ εἶναι ἕνα ζωντανὸ ἀφήγημα στὸ ὁποῖ- ον παράλληλα μὲ τὶς ἀφάντα- στες περιπέτειες τοῦ συγγρα- φέως του, ποὺ ἐργάστηκε φα- νερἀ καὶ μυστικὰ στὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἀθεῖστικῆς προπα- γάνδας τῶν Ἠαζὶ στὴν ἀρχὴ καὶ τοῦ ἀθέου σοθιετικοῦ κα- θεστῶτος ὕστερα, παρακολου- θεῖ κανένας ὅλη τὴν πολύπλο- κη. πολιτικὴ κατάσταση διαρ- κοῦντος τοῦ τελευταίου πολέ- µου καὶ κυρίως γύρω στὰ χρό- για 1941--1945 τόσο στὶς κα- τεχόµενες ἀπὸ τοὺς ἄΧιτλερι- κοὺς χῶρες ὅσο καὶ στὶς Σο- θιετοκρατούµενες περιοχές. Μέσα ἀπὸ τὶς ἀληθινὰ πρω- τότυπες καὶ γεμᾶτες ἀπὸ ἠθι- κἡ ὑγεία καὶ ὀμορφιὰ σελίδες τοῦ ἡμερολογίου αὐτοῦ ἕεπη- δᾶ, νικήτρια καὶ τροπαιοῦχος, ἡ ζωντανὴ Χριστιανικὴ ψυχή, ποὺ ξέρει ν᾿ ἀγωνίζεται καὶ νὰ θυσιάζεται γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὰ ἀνώτερα ἰδανικά. Η ἀνάγνωση τοῦ θιθλίου αὐτοῦ, συγκινεῖ θαθειὰ κάθε Χριστιανό, καὶ γενικἁἀ κάθε θρησκευόµενο ἄνθρωπο, καὶ τοῦ δίνει μιὰ ζωηρή εἰκόνα τῶν ἀγώνων τῶν ὁμοδόξων ἆ- δελφῶν µας τῆς Σοθιετικῆς Ρωσίας, ποὺ δροῦν κι’ ἀγωνί- ζονται παρ᾽ ὅλα τὰ τερτίπια καὶ τὶς “μπλόφφες» περὶ ἀνε- ξιθρησκείας καὶ περὶ ἐπισήμου Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας (ποὺ εἷ- ναι ὄργανο στὰ χέρια τοῦ ἐρυ- θροῦ κράτους, ποὺ ἀπαγορεύ- ει κάθε κατήχηση καὶ θρη- σκευτικἡ διδασκαλία στὰ παι- διὰ καὶ τοὺς νέους). Δ. Α. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ᾿Αρχεῖον Ἑ κκλησιαστικοῦ ᾖανονικοῦ Δικαίου: ᾿Ετέθη εἰς κυκλοφορίαν τὸ 2ον τεῦχος τρ. ἔτους τῆς τε- τραµηνιαίας νοµοκανονικῆς ἐ- πιθεωρήσεως «Αρχεῖον Ἐκκλησιαστικοῦ καὶ καὶ Κανονικοῦ Δι: καίου» (Διευθυντής Δρ. Παναγ. Ι. Παναγιω- τάκος) μὲ πλουσιωτάτην, ὡς πάντοτε, ὕλην, ἀπὸ τὴν ὁ- ποίαν σηµειώνομεν τὴν ὡραί- αν συμθολὴν περὶ τῶν κατά τὴν παῦσιν τοῦ ἀειμνήστου Ἐθνάρχου καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωώνσταν- τίνου Ε’. τοῦ Βα- λιάδου (ἐκ τοῦ προσωπι- κοῦ ᾿Αρχείου τοῦ Πατριάρχου, διατηρουµένου ὑπὸ τοῦ ἀἆνε- ψιοῦ του πανοσ. ἀρχιμανδρί- τουκ. Κωνστ. Βαλιά- ὃ ο 0, ἱερατ. προϊσταμένου τοῦ ἐν Λωζάννῃ Ἱ. Ναοῦ τοῦ Αγίου Γερασίμου), ἐνδιαφέ- ρον ἄρθρον τοῦ Δρος Παν. .. Παναγιωτάκου, Τινὰ περὶ Μικτῶν Γάμων κα- τὰ τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑλλάδι δίκαι- ον, ὦ ς καὶ µελέτας τῶν Σε6. Μητροπολίτου πρ. Λήμνου κ. Βασιλείου, ᾿Αρχιερατικά Γράμματα, κ. Φιλ. Παπαξήμα, Βάπτισμα καὶ ᾿Ονοματισμὸς παρὰ τῇ Καθολικῇ Ἔκκλη- σίᾳ,κ. Τάσου Γριτσο- πούλου, Οἱ Ναοὶ τῆς Δη- µητσάνης, ἐκτεταμένην Ἐκ- κλησιαστικὴν Νομολογίαν, Χρονικά, Κριτικὸν καὶ Βιθλι- ογραφικὸν Δελτίον. τοιαῦτα. 'ΗἩ µετάδοσις τῆς θείας χάριτος ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῆς ἀρτίας τελέσεως τοῦ μυστηρίου. διὸ καὶ ἡ δέουσα προσοχὴ δέον νὰ καταθάλληται ὑπὸ τοῦ τελοῦν- τος τὸ µυστήριον Ἱἱερέως, ἵνα ἀκεραίως τοῦτο τελῆται. Ἑκτὸς τούτου, ὅταν προσηκόν- τως τελῆται τὸ µυστήριον, ὅταν αἳ εὐχαὶ ἀναγινώσκωνται κατ ἔννοιαν καὶ μὲ τόνον καὶ χρω: µατισµόν. ἐνασκεῖται ἐπιθολὴ ἐ- πὶ τοὺς ἀκούοντας καὶ τὸ ἀπο- τέλεσμα εἶναι ὅτι μορφοῦται ἕἔ- δαφος κατάλληλον ἐν ταῖς ψυ: χαῖς αὐτῶν. ἵνα ἐνοφθαλμισθῇ ἡ παρεχοµένη χάρις. Ποῦτο θὰ κατορθωθῇ, ἐὰν μετὰ συστολῆς. εὐλαθείας καὶ εὐσχημοσύνης τε- λῶνται τὰ Μυστήρια. 'Ὑπάρχουν θοηθητινκὰ θιθλία. ἵνα κατανοή- σητε τὰς εὐχὰς καὶ κατ ἔννοιαν ἀναγινώσκητε οὕτως. ὥστε. ἓν- νοούµεναι ὑπὸ τῶν ἀκροατῶν. νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν. Λάδετε ὑπ ὄψιν τὸ τοῦ Κυρίου «μὴ θαττολογήσητε». ὕπερ σηµαίνει μὴ λέγετε λόγους ἐν ταῖς προσευχαῖς. χωρὶς νὰ ἐν- νοῆτε αὐτούς. Νομίζω, ὅτι θὰ παρετηρήσατε πάντες ὅτι ὅταν οἱ λόγοι προ: φέρωνται καθαρά, τὸ ἀκροατή: θιον ἀκροάξεται μετὰ προσοχῆς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι προφα- γές. Εἶναι πλάνη ὅτι τὸ κήρυγμα µόνον ὠφελεῖ. 'Ἡ ἐκτέλεσις τῶν μυστηρίων εἶναι οὐ µόνον µετα: δοτικὴ χάριτος, ἀλλὰ καὶ διδα- σκαλίας:. Τὰ εἰρηνικά, αἳ εὖὐχαί, τὰ ἀναγνώσματα καὶ αἳ ὡδαὶ τῆς Εκκλησίας ἐκτὸς τῆς τελετουβ’ γικῆς ἔχουσι καὶ διδακτική» ση” µασίαν. 'Ἡ καλὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν ἀναπληροῖ ἐν μέρει τὴν ἔλλειψιν τοῦ κηρύγματος. (Συνεχίζεται) δαν “Ὁ. Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος εἰς τῆς [ ΙΙΝΗΠΜΙ ΠΝΙΗΝ ή ΜΜ [ΙΙΙ Τετάρτης Όδης Ἀωκαριώτατος Ῥὴν 11 πμ. τῆς παο. Ἰουλίου. ὁ ᾿Αωχιεπίσκοπος χ. Μωκάοιος σον- οδευόμενος ὑπὸ τοῦ. Ιοωτοσυγ- γέλλον. τῆς ᾿Αοχιεπισκοπῆς γ. Καλλινίκοι ἐπεσκέφθη τὴν »ατα- σκήνωσιν μαθητοιῶν τῶν. Κατη-] χητικῶν Σχολείων τῆς ᾿Αοχιεπι- σκοπῆς εἰς Άγιον Νικόλαον τῆς Στέγης παρὰ τὴν Κανοπετοιάν. Τὸν Μαναριώτατον ὑπεδέχθησαν εἷς τὴν εἴσοδον τῆς κχατασκηνώ- σεως, ἅπασαι αἱ µαθήτοιαι μετὰ τῶν στελεχῶν χα τῆς Λιευθυντοί- ας τῆς χατασκηνώσεως, ΚαθηγΥη- τρίας ὃ. Κοκκίνου. Τὸν Μωκασιώ- αν ᾿Αρχιεπισκοπτῆς τὴν. ἹΚατασκήνωσιν τῶν ΚΝατηχητικῶν εἰς Νακοπετριάν, ΝΙΗΠΙΝ τατον πυοσεή ώνησε µία µαθήτοια ποοσφέρασα εἰς αὐτὸν αν ἀνθοδέσμην. ο Μακαριώτατος άπήντησε εὐχαριστῶν, Μετά ταῦ- τα ὃ Μακαριώτατος ἐπεσχέφθη ὁμάδι λίγα λόγια καὶ τὴν ἱνανοποίησίν τοι διὰ τὴν κα: θαριότητα γα τὴν τάξιν ἡ ὁποία ἐπεκοάτει. Τὴν μεσημθορίαν παθ- ενάθησε εἲς τὸ γεῦμα τῶν γατα- σκηνωτριῶν. ὁμιλῆσας εἷς αὐτὰς περὶ τῆς σημασίας τοῦ ἔργου τῶν Κατηγητικῶν καὶ ἐξάρας τὴν γοι- στιανικὴν ἐργασίαν ἣ ὁποία ἔπιτε- λεῖται εἷς τὴν κατασκήνωσιν, ΚΙΝ ΠΜΠΙΗΙ ΙΙ ΙΙΙ [ὶ ΝΜΙ ΗΝ Πῦ ΠΗΜΙἡ αμα τῇ ἐπανύδῳ. τῶν µαάθη- τοιῶν ἐν τῆς Κατασκηνώσεως εἰς Αγιον Νικόλαςν τὴν δἱ παρ. Ἱ- ουλίου, ἀνεχγώρησαν δι Άγιον Νιγνόλαον τῆς Στέγης ὁμὰς δέχα περίπου ἐμπαιδευτιῶν οἵτινες παρέμειναν ἐχεῖ ἀπολαμθάνοντες τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐξοχῆς καὶ τῆς χριστιανινῆς ἀγάπης τῆς ἐπὶ τὺ αὐτὸ χωιστιανικῆς διαµονῆς, μέ- γοι τῆς Ἡἱ Δὐγούστοι. Τὴν 19 τοῦ μηνὸς ἀνεχώρησαν διὰ τὴν κατασκήνωσιν τοῦ Αγ. Νικολάου τῆς Στέγης 106 µαθη- ι ταὶ τῶν χατηχητικῶν Ἀγολείων τῆς ᾽Αρχιεπισκοπῆς. Οὗτοι θὰ πα- ραμείνουν ἐνταῦθα ἐπὶ τοεῖς ἐθδο- µάδας, Οἱ μαθηταὶ διαιοοῦνται εἲς 4 ὁμάδας ἐπὶ κεφαλῆς ἑκάστης ὁμάδος ὑπάρχουν ὑπεύθνυνα στελέ- χη τῆς γράμμα της πατασκηνώσεως εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου ποὸς τὸ ποόγοαµ- μα τῆς πυυηγηθείσης ἐνταῦθα κα «τασκηνώσεως τῶν μαθητοιῶν περὶ οἳ ἐγοάφαμεν εἰς ποογενέστερον Ύή)λον. µας. Διειθώντης τῆς γα τασρηνώσεως εἶναι ὁ ναθηγητὴς 2. ΑΙιχ. Μαοαθεύτης. Οὗτος ὡς χι τὰ λοιπά στελέχη τῆς κατα- :σρηνώσεως (20 πεοίπωι) ποοσιέ- ἴφουν τὰς ὑπηρεαίας των ἐντελῶς δωοσάν. ΣΗΜ, Ε. Β, Ηδη ἤρχισε ἄνεγει- Γρόμενον εἰς Ἅγιον ΠΒικόλαον τῆς Στέγης «δαπάναις τῆς ἱπερᾶς ᾿Αρχι- επισκοπῆς ὡραῖον κτίριον τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς θέρους θά χρησι- μοποιῆται ἀντὶ τῶν σκηνῶν διά τὴν [αν τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς. Τὸ κτίριον τοῦτο 1θά δύναται νὰ περιλαμδάνῃ ἀνέτως περὶ τὰ 100 παιδιά. χατασκηνώσεως. Τὸ πού- | ο το σοωωκσσκββῥοο-οο--ωο-ιοος ος «ο. τω ΠΙΣΝΠΙΗ Κατὰ τὴν ποώτην τοῦ Αὐγούστου ἐπεσκέφθησαν τὸν Μωκαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον οἱ εἲς Κύπρον ἀπεσταλμένοι τῶν Φωντηοητικῶν ᾽Αγγλικῶν ἐφημε- οίδων. «Ντέῖλη ᾿ἘἨξπρὲς» καὶ «Ντέϊῖλυ Μέϊλ» κ.κ. Ντὲρκ καὶ Εϊμς, τῆς ἀνεξαρτήτου φιλελεὺ- θέρας ἐφημεοίδος «Ἀιοὺς---Κου- γιχλ» κ. Κάμερον καὶ ὁ εἰς Κύ- ποον ἀπεσταλμένος τῆς ᾽Αμεριχα- γικῆς ἐπιθεωρήσεως «Κοίστιαν--- δἀῑενς ἸΜόνιτορ». ΠΝΛΙΜΙ ΙΓΝΙ ΜΗΚΕΙΝ Τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην 4ην Αὐγούστου. ἐπέστρεψε ἡ ἐξ 110 χυρασίων ποώτη Πωδικῆς Ἠξοχῆς Λευκωσίας. Τὰ γοράσια παρέμειναν εἷς τὴν ἐξο- γῆν ἐπὶ 94 ἡμέρας. ᾿Ἡκολούθησε τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν θην Αὐγούστου ἡ ἐξ 110 ἀγοφιῶν δει- τέρα ἀποστολὴ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Χαραλάμπους Μανδοιώτη. Κά ἡ ἐξ ἀγοριῶν δευτέρα αὕτη ἀποστολὴ θὰ παοαμείνῃ εἷς τὴν ἐξοχὴν ὡσαύτως ἐπὶ 4 ἡμέρας. νο ο ΜΜΝΙΕΡΛΙΙΚΙΙ ΜΗΙΙΠΙΝ ΚΙ ΙΠΝΙΙ Ὁ Μακαριώτατος ᾽Αογιεπίσκο: πος Κήπθον χ. Μακάσιος ἐλειτούο- γησε μαὶ ἐκήοιξε τὸν θεῖον λόγον τὴν μὲν Παρασκευὴν ϐ Αὐγοῦ- στου εἲς Άγιον. Ἰωάννην Αία- λούντας, τὴν δὲ Κυριακὴν ὃ Αὖ- γούστον εἲἷς Τσέοι. 5 ἤμερον δὲ Κυοριωὴν 1 Αὐγούστου, ἑορτῆν τῆς Ἀοιμήσεως τῆς Οευτύχου, θὰ λειτονογήσῃ καὶ κηούξη τὸν θεῖον λόγον εἲς τὴν ἑουτάζουσαν ᾿Ἱερὰν λΙονὴν Τοουδιτίσσης. 'Ο. Θεοφιλέστατος Χωρεπίσκο- πος δαλαμῖνως χ. Γεννάδιος ἔλει- τούργησε καὶ ἐνήουξε τών θεῖον λόγον τὴν παρε) θοῖσαν Ἐνοιωνὴν ὰ. Αὐγούστον εἲς Νέον Κωρίον Κυθοαίας. ο. Πωνιεοώτατος. Μητοοπο)ί- της Ἀνθρηνείας κ. Κυποιανὸς σή: μεοον Κυριακὴν 15 Αὐγούστονυ, Ἑοωτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θε0-: τόκους : ν ον Ἡω δι τουογίαν χαὶ θὰ ηούξη τὸν θεῖον λύνον ἓν τῷ Ἱ. Να Μεταμου- Ύ«ὤσεως Καγυπετοιᾶς: ον ΗΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊοθεσίαν. Υἱοβετῶν: Μίνης Κωνσταντίνου Γσαρτσά- της Αγίων ᾿Ομολογητῶν νῦν ἐν Ὀεληγικῷ Κόγκω. Υοθετούμενοι: Κωνσταντῖνος ΚΝ. Κόντος ετῶν Ν, Ἰωάννης ΚΝ. Κόντος ἐτῶν 3 ἁπιά ότευοι ἐν Εελγικοῦ Βόγνουν Οἴσνδήποτε πῳύσωπαν ννωοί- τον. ἔνστάσιν διὰ τὴν ἄνω υἶοθε- σίαν γε].εἴτιι νὰ ὑποθάλῃ ταύτην πωὺς τὺν Δογιεπίσχυπον. ἄνα- νοάφον καὶ τοὺς λόγους ἓν- στάσεως, ἐντὸς 10 τῆς σήμερον. Ἐν τῇ Ἱ. Αογιεπισχοπῇῃ Κύπουν τῇ 12η Αὐγούστου 1903, Ἓκ τῆς Ἱ, ᾿Αρχιεπισκοπῆς Κύπρου σ τῆς ἡμερῶν Πν Α ἩΝΗΜΗΜ ἑθδομάδα ἀποστολὴ τῆς | θὰ τελέση τὴν θείαν λει-! ἡ Μς [θὰ ΙΦΗΗΝΛΝ ΙΦΙΙΕΙ [ν ΘΕΜΗΣ ΣΗΛΛΣ ΧΛΚΙΙ γετο ἐν τῇ “Ἱ. Οεολογικῇ Σγολῇ, Χάλκης ἢ καθοσίωώσις τῶν ἔφετει- ' τῶν ἀποφοίτων αὐτῆς. Τῆς τελε- τῆς προέστη ἡ Α. Θ. Παναγιό- | της Οἰκουμενικὸς Πατοιάρχης | ὅστις ἀνῆλθεν εἲς τὴν δχολὴν τὸ ἀπόγευμα τῆς προτεραίας γορο- | στατήσας κιὶ κατὰ τὸν ἑσπερινόν. ἐτελέσθη ἢ θεία Τὴν ἑπομένην λειτουογία. ὑπὸ τοῦ Πατριάοχου ὑπὸ τῶν Ἀεθα περιστοιχουμένου ἈΤητοουπολιτῶν σμιωτάτων κχων Ἰωκώθουν. 11ο ηπονήσων ΓΔωροθέους Πλουπύλεως Γεννα- Οεοδωορουπόλεως Λεοντίου, δίου, Μρηνουπόλεως Κωνσταντίνου καὶ ) Μις τὴν τελετὴν ἄλλων κληοιρῶν. τῆς χαθοσιώσεως παρέστησαν καὶ πολλοὶ ἐπίσημαι. Α]ετὰ τὴν θείαν Κειτουογίαν ὁ Πωατοιάρχης πεφι0).ηθεῖς µανδύαν, ἐπιτοαχήλιον γα ὠμόφορον ἐξῆλ- θε τοῦ Ἱ. Ἠήμµατος καὶ ἀνῆλθεν εἲς τὸν ἀρχιερατιχὸν θοώνον τῶν Σεὐασμιωτάτων ἀοθγιερέων τῶν λοιπῶν ἐπισήμων καταλαθόν- των τὰς οἰγείας αὐτῶν θέσεις, Εὐθὺς δ) σμένη εἰδικὴ ἀγολονθία τῆς γα θοσιώσεως χαάθ᾽ Ἡν οἱ ἀπόή οἵτοι ἔπολον τὸ “εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ᾱ- μηθενύγιωνοὶ ἓν συνεχείᾳ ποοσε()- γησε τοὺς ἀποφοίτους ὁ δ εθασμι- ὥτατος σχολάοχης χαὶ ἀπήντησε εἰς εξ αὐτῶν, ον τέλει ὁ Πατοι- ἄφχης αθωσίωσε τοὺς ἄποι οἵ- τους ἀπευθύνας εἲς αὐτοῖς πατοι- κὰς σιιθονλάς. ἱ ων σ- ΠΡ ΠΡΙΒΛΙΝΙΙΡΙ ΤΙ ΗΝ ΤΝ ΠΗΙΜΙΙ Ἡ Ἰευὰ ἵσίας τῆς Σύνοδος τῆς Ελλάδος ἓν τῇ ποοσπι- εθείᾳ τὴς νὰ λύσαι διάφουρα ἐκλλη- σιαστικά τητήματα γοήζοντα Κι- θερνητικοῦ ἔνδικέροντος, 2ατήο- Ἱπαιτουπὴν ἓν τῶν 3 Όνοδι- χῶν δπνέδοων. Σεθασµ. Ἀητου- (πολιτῶν, Καασσανδοείας, κ. Κα: νίκου, Ἀ[εσσηνίας 2. Κονσοστόμοιυ χα Ααὐίσσης 2. λωφοθέονς, ἥτις ἔπισγειθεῖσι τὺν. Ωοὐεδσον Κνθεωνήσεως Ἀτοτάργην ττισε Αλεξ. Παπάγον, ἀνέπτνυξε εἲς αὖ- Ιπὸν τὰ ἄνω ἔγλ)ησιιστικὰ πητη- ἵματα, Οὗτος διεθεθαίωσε τὴν δν- εχοδινὴν Ἠπιτουπὴν ὅτι θὰ µεωι- πνήσῃ διὰ τὴν κατὰ τὰς ἀπόιρεις τῆς Ἠλλλησίας οὔθμισιν τούτών, ο νο - ΛΜΙΛΙΙ ΜΙΡΙΠΙ ΙΙ ΠΠ ΠΙΝΙΦΡΝΗ Καθ ἃ που οουήμεθος ὁ δε θαάσμιώτάτος ΑΝ ητοοπολίτης Φε ίπ- ἵμος ὁμιρῖ ἐνάστην Ἀνοιὴν ὁ τοῦ Ὦ αδισώγιζο τι θμοῦ Καθάζμως ἐπὶ «θοησνευτινοῦ θέματος, π]ων Αονάμεων τὰς σχηνᾶὰς ἀπευθύνας εἲς ἑκάστην : ον λ]- | τῆς 3 1 παμε να ο, κα ὡραί-: ] | ἐκφοάσας | ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΒΗΜΑ ] ΜΗ Πρὸς τὸν εὐσεθῆ ναὶ πριαχὸν Ἀσέν. γῆς εἰς τὰ Γνω λαόν. μεις ραν 11 π.μ», ἐν τῷ Ἱ. ριον. Ἐν τῇ πήρήρηα ΠΞΙΠΕΙΓΒ ΤΗ ΠΕΙΠΙΕΤΙΠΗΙΓ Ππ/μ(α[π/π[ΠΙπ[Β/Π/ΠΙΠΙ 1 τ 3 : 2 : [] : | : : ο] ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ ΠΠ ΜΗ ΜΠΙΙ ΜΜ ΕΕ ΚΙ φιλόξρησκον Ἡ. Ἑλληνικὴ Κυδέρνησις ἔχουσα πλήρη ἐ σιν τῶν μεγάλων εὐθυνῶν της ἔναντι τῆς ἱστορίας, καὶ ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἤδη τὴν ἀμετάκλητον αὐτῆς ἀπόφασιν περὶ προσφυ:- ωµένα Ἔθνη. Τὴν Παρασκευήν, ο ην τρέχ. μηνὸς Αὐγούστου, ᾗ Ἑλληνικὴ παρὰ τῷ Ο.Η.Ε. γράψη τὸ Κυπριακὸν θέµα πρὸς συξήτηοιν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν ᾿Ἠνωμένων Κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν παλλαϊκὰ Συλλαλητήρια θὰ συγκροτηθῶσι καθ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἵνα δοθῇ εἰς τὸν ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκ- δηλώση τὴν συμπαράστασίν του πρὸς τὸν Κυπριακὸν ἐνταῦθα κατόπιν τῶν γνωστῶν θέρων µέτρων τῆς Κυριάρχου Δυνάμεως, οὐδὲν ἕτερον δυνάµεθα νὰ πράξωµεν, εἰμὴ νά δεηθῶμεν τοῦ Κορί- ου, ὅπως ἐνισχόση τὴν ὑπὲρ ἡμῶν προσπάθειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυθερνήσεως, φώτίσῃ δὲ. τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης. “Ὃθεν εἰς ΠΑΞΔΗΜΟΝ ΔΕΗΣΙΝ καλοῦμεν σύμ- παντα τὸν εὐσεθῆ καὶ φιλόπατριν ακὸν λαὸν τὴν προσεχῆ Κυριακήν, 22αν τρέχοντος, ὥ- ναῷ Φανερωμένης Λευκωσίας, καὶ πατρικῶς προτρεπόµεθα ἵνα πάντες προσέλθωσι καὶ ἑνώσωσι μεθ᾽ ἡμῶν τὴν φώνήν τῶν πρὸς τὸν Κύ- Διάπυρος ἐν Χριστῷ Εὐχέτης ο ΓκΥπρο ᾿Αρχιεπισκοπῇ Κύπρου τῇ 12ῃ Αὐγούστου 1954. πρι] 5 ολ Ρϱ Ἑλληνιχνὸν Μυ- ἐπίγνω- ἐξήγγειλεν ᾿Αντιπροσωπεία θὰ ἐγ- εἰς τὴν ν ᾿Εθνῶν. ὄνελευ- Ἑλληνικὸν Κυπρι- Υ ΜΑΚΑΡΙΟΣ [Π[Ξ[ΡΙΠΙΠΙΠ/ΦΙΠΙΠΙΡΙΦΙΗΙΠΙΠΙΠΠΠ/ΠΙΠΙΠΙΗ ΕΙΝ ΙΧΙΙΠΗ ΙΤ ΠμΙΙ Ιή ᾽Αογαιολο γή. ἀποστολὴ τελοῦ- σα ὑπὸ τὸν ἔφουον ουζαντινῶν ἀσχαιοτήτων χ: Εεκενανίδην ἄν- εχάοε ες τὴν περιογην τῶν Πωεσπῶν (Μεγάλης καὶ Μιροᾶς Πρέσπας) ἀνεντιμήτου ἀξίας θν- ζαντινὰς, ἀργαιότητας, τὰς ὑποί- ας ἐμελέτησε καὶ ἑωτογούς ᾖσε. 'Η ἀπυστολὴ διεξήγαγε τὸ ἔογον της εἰς {ω ἡμέοας ἀναοοιχηθεῖσα κυοιολεχτιχῶς ἐπὶ ἀποτόμων γαὶ πινηλων θοάχων τῆς Μεγάλης Πρέσπας. ΜἩ ἀποστολὴ ἐπεσκέφθη κατ᾽ ἀογὰς τὴν ἐκκ]ησίων τῆς Ἱάνα- γίως τῆς Ἠλεούσης εὑρισκομένην ἐπὶ θράχοι. Αὕτη διατηρεῖται ἄοι- στα, Αἱ τοιχογφαφίαι της φιλοτε- γνηθεῖσωι ὑπὸ τοῦ ἀγνώστου µέ- χοι τοῖδε ζωγράφου Ἰωαννικίου ἵται διάφοσα κελλία ἀσκητῶν. πολο ύθως ἥ ἀποστολὴ Την σσ 11 ἸἹουλίου ἐγέ- ττ τὸ 1410 ποοκαλοῦσι τὸν θαάῦμα- σμὺν διὰ τὴν ἐξαισετικῆν τέχνην, καὶ των. τὴν ξωηρότητα τῶν Χρωμά- Ἐπὶ ὐράχου. ᾠὡσωύτως σώτων- .Α- ἠρεύνησε τὸν ναὸν τῆς Αναλήψεως εἷς τὸν [ὁποῖον διατηροῦντα ἀξιόλογα Ον- ζαντινὰ γλαπτὰ ἐξωρετικῆς ϐν- ζαντινῆς τέχνης. Πουγματικὴ ὅμως ὕπως τὴν ἐχαρακτήοισε ὁ ν. ΙΠε- εκανίδης ὑπῆσξεν ᾗ µελέτη τῶν Γεἰνόνων τοῦ Αγ. Νινολάον καὶ ἐπῆς Παναγίας, αἳ ὁποῖαι εἶνω τω: γοαισμέναι. εἲς τὰς πορυςος Ἱθοάχων τῆς Μεγάλης Ποέσπας. Αἲ. εἰχύνες αὐτα... διατηροῦντα Δέοςι τὰ, ὀνόματι τῶν ἀᾳτερωτῶν καὶ, άογαυ εἶτα ἑφάλη ἡ νενοµι- | τάκινθος «θα 2οῦ ν Κάοις ἱ τούτον 1 ἅπο πων να Νεαπόλεως 2. Νονσύστυ- | 3 ] πο νο ! Γθαυμασίως γωυὶς νὰ ἠποστοῦν οἳ- δεµίαν ἀλλοίωσιν. Αἲ εἰκόνες αὖ- : κ - / πο τι ᾳ έοουσι χοονολογίαάν 1219 ησμ- ὁμ μανουὴῦ. καὶ Κωνσπιντίνου. Ἀθα- γάση. , α να ἳ Ἱδικατέοας σημασίας ἀξιον. εἰ- ον ον . -- για τὸ ἐπίθετον Δοάγάσης τῶν ᾱ- χο: -α ΓοΩΝν ἀποκάλαινν Γ1941. παταστραφείσα Ἰποχάλιῄις, φ εοωτῶν, διότι τὸ ἐπώνον τοῦ- το ἔφερε χιὰ ὁ τελεντοῖος Ελλην αὐτοχοόάτωςρ Κωνσταντῖνος Τ[α]αι- ολόγος Ἠν τῶν µέχοι τοῦδε, πάντως. ὑπαργύντων στοιχείων δὲν δύναται νὰ ἐξενεγθῃ οἵαδηπο- τε γνώµη περὶ τῆς σγέσεως τῆς ὑπαργούσης μεταξὺ τοῦ ὡς ἄνω μνημονενομένου. ἀφιερωτοῦ. Κων- σταντίνου Ἀραγάση αποὺς τὸν µόο- τυρα αὐτονοάτορα. Κωνσταντῖνον 1Ταλαιολύγουν: Πασά τὸ χωρίον [ύλη ἀνεκά- λε ἡΠ ἀποστολὴ ἐρείπια τρικὀγ- χου Εκκλησίας κεκοσµημένης ἐ- Ἑωτερικῶς. διὰ θαυμασίων περα- μουργημάτων, πιθανῶς τοῦ ὤνος ᾿Ἠπίσης ἐπὶ τῆς νησίδος Αγ. ᾽Αγίλλειος τῆς Μικρᾶς Πρέσπας ἀνευρέθησαν εἰς μικρὰν ἥμικατε- στοαμμένην ἐχκλησίαν τοῦ Αγ. Γεωσγίου τοιγογραφίαι τοῦ. 1ὔοι : διατηροὔῦνται ἰ αἰώνος., -αἱ ὁποῖαι θαυμασίως. Αὐται ἀποδίδονται εἲς τὸν αὐτὸν ζωγοάφον, τὸν φιλοτε- χνήσαντα τὰς τοιγογοαφίας τῆς Καστοσίας. Ἠπὶ τῆς αὐτῆς νησί- ὅος ὑπάοχει ἡ ὑπὸ τῶν Ἱταλῶν τὸ! Μονή τῆς Ποσαύρας. Ανευρέθησαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς νησίδος καὶ ἐρείπια βασι- λικῆς τῶν Αγίων ᾽᾿Αποστόλων. Ῥὰς τὰ ἐρείπια τῆς ἐχχλκησίας αἲ- τῆς σώςκονται κίονες τοίκλιτοι κά θὼς καὶ τυιοῦτοι μὲ ἑἐγχαράντους σταυσοὺς ὡς καὶ µία θαυμασία τοιγογοαφία. τοῦ. Αν Νικολάοι τοῦ. 3 αἰώνος. π ἀποστολὴ ἠρεύνησε καὶ τὴν Ἱστοορικὴν ἐν 'ησίαν τοῦ. Ἁγίου Τεομανοῦ τοῦ 15 αἰώνος εἰς τὴν ῥ- ποίαν ὑπάωγουν τοία ἀλεπάλληλα στοώμµατα τοιγαγοσφιῶν δια ό- ἐποχῶν. -ὙὉὙ- -- ΜΗΛΙΣΙΝΡΙΙ ΤθΙ ΠΝΙΠ ΗΤΦΙ] ΕΣ Τί ἰ. ΙΡΗΙΜΠΙΙ ΓθΙΝΟΝ 'Υπὸ τοῦ Μακαριωτάτου Ἱατοι-. ᾿Τεφοσολύμων ». Τιμοθέου ιἀπενεμήθη εἷς τὸν Μακαριώτάτον ᾿Αοχιεπίσχοπον ᾿Αθηνῶν ὁ ΑΤεγα- λόστανοος τοῦ Παναγίου Τάφου. Ῥὸν Μεγαλόστωνρον ἐπέδωχε τῷ Μαναριωτάτῳ Αογιεπισχόπῳ ὁ ἓν 'Ἠλλάδι Έξαοχος τοῦ Τ]ανα- γίου Τάφων ᾿Αογιμανδοίτης κ. Ὕ: γατόσπιν ναταλλήλων χαὶ συγνινητικῶν. απφοσᾳ ὠνήσεων καὶ ντι ὠνγήσεων. - | ΒΙΠΜΠΠΙΜΙ 110ΛΙ, θΕΣΙΛΟΠΙΝΗ ΕΠ ΤΗΝ ΤΝΗΗΟΙΝ ΤΙΝ Π. ΤΡΙ ΝΑΙ ΠΚΙΣΙΡ! ᾱ απ] ηοος ου πεθις ἡ Ἠνκ]ησίας ὕπως τὴν Καθ) Ἴ- εοὰ ὃ ὕνοδος τῆς Ελλάδος ἐνέκοινε 0ε- τῆς | οὐοηικην 7ο τοῦ Γονεπιστις, µίοι. Οεσσαλονίνης ἀντιπουσωπεύ- σονν εἲς τὴν εἷς Εθανστον ὃ ονό- Ίεησιν τοῦ Οἱλουμενικοῦ. πο Ἰίου τῶν Ἰογλλησιῶν οἱ αθηη- ταὶ. αὐτῆς νε δηαν ΑΠοώιτης, Ῥυάνας καὶ ἂν Σαιτώς. ᾱᾱν---- ΠΡ} ΚΙ ΜΕΝ) ΨΗΦΙΙΒΙ Π) ΜΙΜΙΝΙΝΟΙΛΛΙΝ ἓν Κωνσταντι Ενα ντινο) οψικὸν ΠΕ ας Κατ ειδήσεις νονπό τοις τὸ νατιτοῦτον Γάνέλαθε την ἀποκάλιν χα στε ἑ οῥσιν ααη(ιδώτῶν τῶν δτε νι τας Ἆιι Νις ασροπον τον ῶν Αν η ίας της λ[ανῆς τῆς σαμί). Ποὺς τὸν εοίσλετια. ὃν Ἱνωνσταντι: Ανεθντης τοῦ στ. Οὐτσευ ασ ντι νο) ων τοῦ της κοπο ὁ νο Ἵναστιτια τον τες ἐπιτε λείο πδίω1) νεοὶ τα ὔων μὶ κα. πνοστον οἱ μετα ηθῃ εἷς μουσεία, δὲ ετποι η τδουτίς ροταντινὴς τένις Ἐνστιτωί τον, ἔγωλλσι Εις θιάσιες οὗτοι αὐτονς διασώσαν ἠωίστης ΓΩεολονίας ἑατοιθην ΠΙΟ [ ΜΗΛΙΙ ΠΙΟ] Π ΛΙΠΗ Π]φονοίᾳ. τῆς Ἱερᾶς ᾿Αθγιεπι- σχοπῆς ᾿Αμευικῆς διωθγανώθη ἐφέτος ἀπὸ τῆς ὃ[ης---θθης Ἴου- γίου ἡ ἐθδομάς τοῦ. ᾿Αποστόλου Πωύλου.. Κάθὶ ὅλην τὴν ἑθδομά- δα. ταύτην ἐγένοντο κηρύγματα ἁμιλίαι κά διαλέξεις. Πῖς τὰς ἔοο-] τὰς κλῆους εὑρέως. συμμετέσχον ὃ τε καὶ ὁ λαός. ο 5Σεύασµι- ὠτατος ᾿Ἀογιεπίσκοπος Ῥορείου καὶ Νοτίου. Αμερινῆς χ. ΑΙιγαΗ) ἐξαπέλοσε ἐμανευσμένην ἐγκύκ]ι- ον ἓν τῃ ὁποίᾳ ἀνελύετο ἡ σχοπι- μότης τῆς ἑοωτῆς -- Π) ΜΙΡ ΤΗΣ ΜΗ ΜΗΝ Ηηοσς ὀρούμεθα ὅτι ἡ Οεαο- κ χο τοῦ. Γανεπιστηνίον ᾿Αθηνῶν, ἀνεγήρυξε, ματὰ τὴν τε- Μευταίων αὐτῆς συνεδρίαν, τὸν. Η. Δμητούπυλον Διδάντυουα τῆς ἐλκοίνασα την ὑπὸ τούτου ἠποθ)ηθεῖσαν ἐναίσιμον ὃι- ὑπὸ, τὴν τίτλον Ἡ θρωπολογία τοῦ Νενάκον Ἀθαάνας µ σίοι . π---π----- - ΦΡΠΠΜΗΡΙΙ ΠΗΗΝΙΙΜΙΣ 1] Καθ ᾱ π]ησος οοούμεθι ἡ οὐ Αογιεπισχοπὴ πωυσπαθείᾳ της νὰ ση τὸ θζήσλευτινὸν μετισὺ τῆς ὃν στησε εἰδιγὰ ἡ Ωοντεστήὀτει Αποτοζαῦν Τε ᾽Αμεοῆς ἓν τῇ ἀναζωοσπονή- αν μου ενίας, φοοντιστήύτα, πνειιατιἠς τὰ συνέ- τὸ, ζωῆς ΐ ὃε ΕΕ ΩΝΤιστ ή αὐτὰ. την ἀνάπιασιν τῆς αγ ῆτ γχοπὰς δὲ τούτων εἶναι να σεο.- ευ ήσουν τες ζωστίς ναί πλ στα τὰς ἀξιοσυστάτους συν ηθείες τῆς πῳοσενγῆς χι τῆς με) έτης τῶν Ε οαῶν γαὶ τοῦ Ενδεμ ταῦν τος πως σι τον τἷς τὴν αν) στηωοεκῖν των τῆς Ὦνκ]ησίης οι εεὔτις ο οὐντιστήονες ολο ιτο οτι σαν μοναδικός σπιτι εἷς ο ὐασιγρτόννας ΧΤητοοῖτ στον μὲ Έλι 3[σ/μήπΙπ/σ[ΙΦΙΡΙΠΙΩΙ9 ορεαᾶ π[οιοααπαπΠ/ΠΙΙΠπΠΕ απππβΩιαπιαπΙπ[παπΙΠΙ/ΙσΙμΙΒΙΡΙΙΡΙΙΩΙΩ. 1» αἰ- ἰ ἄν τἩ συναίσθημες : 0 ΜΜ. ᾿Αθηνῶν Αὐτοκράτορα τῆς Αἰθιοπίας Χαϊλε ᾿Αρχιεπτίσκοπος κ. Σπυρίδων ἐπιδίδων εἰς τὴν Α, Μ, Σελασιὲ ΝΥΡΙΑΝΙΗΙ, 10 χρυσοῦν ἐπιστήθιον Σταυρὸν, / Γι Ὅην δ την ᾿Τουλίου ὃ σχοπος ᾿Αθηνῶν . Γοδευόμενος ὑπὸ ᾿Αοχιεπί- Ἀπυρίδων συν- τῶν. μελῶν τῆς) Ἱερᾶς Σνυνόδου ἐπεσκέφθη τὸν Αὐτοκοάτορα τῆς Αἰθιοπίαως εἰς Μ Μέναρον τῆς ὑδοῦ. 'Εσρώδου πο. ᾽Αττικοῦ. ὅποι ἐφιλοξενήθη καὶ ἄνήρτησε ἰδιοχείοως ἐπὶ τοῦ στήθους του σταυρὸν ἐπιστήθιον, ὡς δῶφον καὶ εὐλογίαν τῆς Ἐκ: Ἀλησίας τῆς Ἠλλάδος ποὺς τὸν | Αὐτοχράτορα. Κατὰ τὴν ἀνάρτη- σιν τοῦ στανροῦ ποοσφωνῶν τὸν Ἡ ἐνωντίον τῆς θρησκείας ἔχ- ,στοατεία εἷς Μόσχαν συνεχίζεται | ἐντονώτεφρον, τῶν διαφόρων Ἰλωσ- σιρῶν ἐφημερίδων »αθημεοινῶς σχεδὸν ἐπιτιθεμένων κατὰ τῆς χοιστιανικῆς θρησκείας καὶ τῶν θφησκευτικῶν ἐνδηλώσεων τοῦ λαοῦ., ὗ ὁποίος εἶναι «ύσει θοη- σκευτιλος. οὕτω ἡ ἐᾳ ημεοὶς «Τροῦντ» ὅω- γάνον τῶν ἑαγτικῶν συνδικάτων τητεί ὅπως ἡ Ἡ θαυματουργὺς πηγὴ Σκλύννοθυ, παρὰ τὴν Ιόσγαν, πκεισθῃ. Κωτῇ τὴν αὐτῆν ἔφημε- ρίδα χιμάδες πιστῶν καὶ περιέρ- γων ὄχι µόνον ἁπλῶν ἀλλὰ γεὶ μελῶν τῆς σοθιετικῆς ἀριστοκρατί ας ἐπισκέπτονται τὴν ἱερὰν αὐτὴν πηγὴν ἐπὶ πολυτελῶν ὐτοκινή- των. Βἰδικῶς ἡ ἐφημερὶς ἀνέφερε ὡς ἐπισκεφθέντας τὴν θαάύματουρ- γὸν πηγην ἕνα ὑπάλληλον τοῦ κεν- τρικοῦ. ἑργαστηοίου. ἐρευνῶν τοῦ Πωνεπιστημίου τῆς Μόσχας καὶ ἐτῆν σύζυγόν τον, τὸν ἀρχιμηχανι- κὸν ἑνὸς τῶν μεγαλυτέρων ἐ0γο- στασίων τῆς Μόσχας καὶ τὸν ὄο- ηθὸν διευθυντὴν ἑνὸς ἐπιστημονι- κοῦ Ἰνστιτούτου, Μωμοὰς οὐράς, κατὰ τὴν αὐτὴν ἑφημερίδα, σχη- [ΜΗΝ ΙΙ ΠΗΦΗΗ Τι ΙΙ ΠΜ ΙΙΙ ΠΝΗΙ τὸν ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1951 ΜΛΚΙΠΙΙ ΤῆΝ (ΠΡ ΙΙ ΙΝ ΜΟΝΟΙ ΤΝ ΗΝ Πή ΗΝ Ἡ Ἱευὰ Σύνοδος τῆς Ἱννκνλη- σίας τῆς Ἓλ]άδος ἓν τῇ τελευ- ταία αὐτῆς συνεδοίᾳ τῆς Όδῆς παφελθύντος ἸΙουνίοι διέκοψε τὰς ἐργασίας της κατά τὺ εἰωθός, ἕ- γεχά τοῦ θέῴους. Ἡ Ἱερὰ ΣΣ ύνο- ὃος θά ἐπαναλάύη τὰς ἐργασίας της. ὡς πάντοτε, τὸν προσεχῆ Σε- πτέμθοιον. υ---------- ΧΙΝΙΝΙΡΙΙ 1ΗΙΦΗΗ ΠΝΟΗ Τὴν νύχτα τῆς Ίης πρὸς τὴν δαν Αὐγούστου ἀπέθαγε εἰς ᾿Αθή- γας ὁ ᾽Αοχιμανδοίτης Σεραφεὶμ Παπιωκώστας µία µεγάλη μον] τῆς Ἑλκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ' ἀείμνηστος Σεραφεὶμ ον στως ἐγεννήθη εἰς Φουορνὰ Εὐρι- τανίας τὸ 159», ᾽᾿Αφϕοῦ ἐτελείωσε τὸ σχολαάρχεῖον εἰς τὸ χωρίον του, μετὰ µιχράν τινα διακοπήν, σὺν- επλήρωσε τὰς ἐγκυμλίους σποι- Ιδάς του εἲς ᾿Αθήνας ἔνθα καὶ ἐ- ἱσπούδασε Οεολογίαν ἐν τῷ Ἑ- [θνικζ Πανεπιστημίῳ. 1εοὶ τὸ Αὐτοκφάτυρα ὁ Μακαριώτατος ἐ-]19νυύ εἰσῆλθε ὡς µέλος εἷς τὴν [σῆφε τὴν εὐσέθειαν αὐτοῦ. πρὺς /'Αδελφότητα Θεολόγων ἡ «Ζωή» τὴν Ἠκκλησίων κά τὴν ἀποστο- |χειροτονηθεὶς διάκονος. Τὸ 1954 Γλὴν του ὡς Κοιστιανοῦ Αὐτονρά- |ὁ τότε ᾿Αρχιεπίσχοπος ᾿Αθηνῶν (τορος. Χρυσόστομος τὸν ἐχειροτόνησε | Εὐγαριστῶν ὁ Αὐτοκράτωρ ᾱ- πρεσθύτερον καὶ προαγαγὠν αὖ- (πήντησε διά λόγων εὐσεθείας καὶ τον εἰς ᾿Αρχιμανδρίτην τὸν διώρι- [ἀγάπης πρὸς τὴν πὸ Ἑλληνικὸν Ιτοὺς δεσμοὺς οἱ ὑποῖοι νο φας ον τὰς δύο. Ἠκκλησίως καὶ Αἰθιθοπιχὴν. Ἓθθνος, Ἑλληνικὴν ου --Ὁ- --- Ἱ ΗΝ ΙΒΜ ΠΙ ΠΙΙΙΙ µατίζει ὁ χύσμος παρ τὴν πη- :γὴν μὲ διά(οσα δοχεῖα διὰ νὰ πά- ΟἩ ἵερὸν ὕδωορ καὶ νὰ τὸ µεταςέ- ϱῇ εἰς Μόσχαν. Αλλη ἐφημεοῖς ἡ κΠράύδα» Γπατήγγειλε τὴν θρησκείαν ὡς ἔμ- (μόνον χα ἐπιθλαθὲς γατάλοιπον Γτοῦ. καπιταλισμοῦ», Ἡ δὲ «Φιλο- [ο κἡ» ἐᾳημεοῖς ἐξ γαντίον τῶν ἀγοοτῶν ἐνὸς οώσ- σικοῦ νομοῦ, διότι τηοοῦν τὰς θοη- σμευτικός τελετὰς χαὶ παρωμε)οῦν τὴν ἑργασίαν των. ρε -. ἃξ ἄλλοιν τελευταίως οἱ θοη- σχευτικοὶ γάμοι εἲς τὴν Σοότετι- κὴν Ἵόνωσιν κατέστησαν συχνύ- τεροι, ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν µε- λῶν τοῦ πομμουχιστικοῦ κόμματος, τὰ ὁποῖα, διὰ λόγους προνοίας τε- λοῦν τούτους μυστικῶς Ἡ ἀντιθρησκευτινὴἡ αὐτὴ ἓκ- στοατεία ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὔτι ἡ Σοὐιετικὴ Κυθέρνησις ἔνο- χλεῖτω ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ὄρ- θόδοξοι ᾿Εκκλησίω ατωνλίκον- ται εἷς πᾶσαν εὐκαιοίαν Ἱπὸ πι- στῶν καὶ ἓκ τοῦ ὅτι ὑλονὲν ραὶ περισσότεραι νέοι παραγολουθοῦν θρησχευτικάς λειτονογίας. ΗΗΣΙΣ ΤΙ (ΙΗΙΚΙΙ ΜΝΛΓΤΛΙΩΙ ΤΒὴ ΗΜΙΙΣΙΝ ᾿Απὺὸ σήμερον 15 Αὐγούστου μέχοι χαὶ τῆς δοης τοῦ αὐτοῦ µη- γὸς συνέρχεται εἲς ᾿Εύωνστον τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν τῆς ἸΑμε- οικῆς τὸ Γ΄ συνέδριον τοῦ Οἴμου- (μεγικοῦ. Συµθορυλίου τῶν Ἠκκλη- Ισιῶν. ῦὸ συνέδριον θὰ συνέλθῃ. εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀὀοθ Ἠσως, στεον τοῦ Ἡὸ ὔανστον. ᾿ο0 ἀριθμὸς τῶν ἐπισήμων ἀντιποοσώπων τῶν διαφ όθων Ἠκκλκησιῶν θὰ εἶναι 00, Ἠμτὸς Όμως τούτων θὰ µε- τάσγονν καὶ 100 Σ ὐμύουλοι διο- οιζύμεναι ὑπὸ τῆς Κεντοικῆς Ἐ- πιτωυπῆς τοῦ Οἱ. Συμθουλίου τῶν Ἠνκλησιῶν καὶ 100 Σ ύμόοι- λοι τοῦ Ἐμήματος Νεολαίας τοῦ αὐτοῦ Συμύονλίου, 1ου τούτοις θά μετάσχουν καὶ αρ ἐ ἐπίσημοι ἐπισκέπται ἀποστελλόμενοι ὑπὸ τῶν. οἰγείων Ἐκκ]λησιῶν, Γοιοι- τοτρύπως ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνέ- δσων θά φθάσ σῃ τοὺς 1400, Κύριον ποὺς συςήτησιν θέµα θὰ εἶνας «ο Χριστός, ἡ ἘἨλπὶς τοῦ Κόσμων ο πάς καὶ ἡ ἔν- νο τῆς Ἀριστιαγικῆς Γὐπὸ την ἓν τῇ παρούσῃι ἱπῆν ἔσχατολογικὴν αὐτῆς ἐκδηή- Λῶωσιν. κα η σύψνοισις τῆς Ἐ)- ἰπίδος ταύτης πρὸς ἄλ)ας ἔφ ημέ- ἴροχις Ελπίδας τοῦ χόσμον τούτου, τωῇ θέματος. ὑπάσγουν καὶ ' Εξ. δευτε- ρεύσντι θέµατα ποὺς μελμέτην καὶ συςήτησιν ὡς. .. ἑνότης ἡμῶν ἓν Χοιστῷ καὶ ὁ γωρισμὸς ἡμῶν ὡς :Ἐγκλησιῶν, Εὐαγγελισμὸς ἢἡ ἳἹ- Γβοαποστο)τ Χνλωτ, | οι σύγεὂφοι ϱὁ ἔγουν τὴν εὖ- Γπποιαν να επισκες θοῦν τὰ ἀξιο- θδεστις τον. δικάνουῦ, τὺ ὑποῖον εἶναι πλησίον τοῦ. θηινστον, νὰ ἀκρύσουν τὴν ημωνιλὴν Ὃν- Ίλιστοαν τοῦ Σικάνοι γαὶ νὰ ἔπι- σχεα θοῦν την ἔχθεσιν Χοιστιανι- κῆς Τέχνης ἓν τῷ Ἱνατιτούτῳ Ὁ- ρων Ῥεγνῶν τοὰ. Σικάγου, ΟΞΗΝ. Ε. Β, Το Α΄ συνέδριον τοῦ Οἷκ., Συµέου) ίου Ἐκκλησιῶν σων- ἤλθε εἰς Αμστερδαμ της ᾿Ολ}ανδίας Ὢ Αύριος ὡς Θεὸς καὶ τῶν ττο 1948 εἶγε δὲ ὡς θέµα ἡμῶν δα ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τΝ1 ΕΗΝΙΜΤΙΗΗ ΠΡΙ Βατηστίσθη ὑπὸ τῆς Ἱ, Ἄογεε: Γπισροπῆς Αθηνών τὸ ὑπὸ τοῦ Γωας εί Δοογίας τῶν ἓν Φνλα- χαΐςσ, πωοταθὲν εμας κγνλησι- αστικῶν ΕΓαραστατδιν τῶν ἓν Α θἨννας να εραςεῖ Φυλοκῶν γιὰ Ανεζισος τή κζνν Ἀιεπιεστημά των. Έρις τοῦτο πο µως τὰς ἠπημσαίας ποοση έωουν των εή ημέωιοι τῆς ᾠγιεπισχυσπικῆς χα μμ Ενα πινὰτ Λας γιεπισχαπῆς. ) που εωξίεως τοῦτο ὑπὸ τῆς ΑΝΑΟΟΔΗ ΤΑΛΗΣ συνέχεια Ῥνην Εωτάναι νσιη Ἡ . τὸν ο ωιον τῶν Νωιστιανί η. λΙετα- ον Ασπώτη ο τις θρησν ετεκ πως: ες τὸ χιαὶ ἕη ηθος γαὶ . ἠΜέστιι να λονται 1 έ πόιι πανό, ------δ-- Ωω [0 ΝΕ ΗΛΙΟ βΗΙΛΙ(θὴ 'Ὑπὸ τοῦ. Συνδέσμοι Ἑλληνί δων Θεολόγων ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Γραςείοι. Λιακονί- ας τῶν ἐν Φυλακαῖς τὰ ἀπωτοί- µενα ποόσωπα ἐν τῶν ἐν ᾽Αθήνις διαμενόντων μελῶν του διὰ τὴν θοήθειαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ηαραστατῶν τῶν ἐν ᾿Αθήναις καὶ 1Πειοαιεῖ Γυναικείων Φυλαωκῶν καὶ τοῦ ᾽Αναμορφωτ'κοῦ ᾿Ἱδούμα- τος θηλέων. Ηδη τὴν Δευτέραν τοῦ Ἠνεύματος {4 παρελθ. µέκη τοῦ. Συνδέσμοι ἓ σαν τὸ ὐ Ἄναμορᾳ ὠτικὸν. Ἵδουμα θηλέων συνοδευόμενα ὑπὸ τοῦ Ἱὸκ- χλησιαστικοῦ Γ[αραστάτου τοῖ Ἱ- δρύματος ἀἶδεσ. κ. Κωνστιντίνον Ανδρουλ άκη. Μετὰ τὴν θείαν λει- τουργίαν ἢ ὁποία ἐτελέσθη εἲς τὸν Ναὸν τοῦ ἱδρύματος αἱ «Συµπα- ῥαστάτιδες» θεολόγοι ἐπελή(θη- σαν τοῦ θεαρέστοι ἔργου τὸ ὁποί- ον διεξήγαγον μετά πολλῆς τυχίας, ο Αγ. Τουνίοι ἐπεσχέφθη- ο ἔπι- Ἠλπίδος | κιαὶ | Π1ἠν ὅπως τοῦ. νυοίο τούτον! | σε ντικ ες ἵ ΕΕΣ ΠΚΗΙΙΙ Η7 ΠΕΜ Λημοσιογφαιμαὶ π].ηθοᾳ οοίαι ἄναα έρουν ὅτι σήμερον ἓν Άμεοι- ῃ ὑπάσγχουν τοεῖς ᾿Οωρθόδοξοι Ρωσσιραὶ Ενγλησίαι ἀνεξάρτη- ετοι ἀλλήλων. Ἐν τούτων μόνον [ή μία ἔχουσα 50 περίπου ἑνορίας ἀνασνωοίζετια ὑπὸ τοῦ Εατοιαρ- γείου τῆς Μόσχας. Ποὺς την ν- Ἀλησίαν ταύτην ἀπεστάλη ὁ Μη- τροποβίτης τοῦ Ἀράσνονταρ Ἱλυ- πογένης ὡς ἀρχηγὼς τῆς Τ[ωτοι- αὐγικῆς Ῥωσικῆς ᾿Εκκλησίας εἷς την ξαργχος τοῦ ᾽Αμεοινὴν καὶ : Πα τριασγείου τῆς λύσχας, Αἲ δύο ἄλλαι Ῥωσσικαὶ σίαι ἐν Ἐκ] η: ! ᾿Αμεοιμῇ μὴ εὐρισκόμεγαι εις ἔπικοινοννίων μετὰ τοῦ Γ[ατοι- αυγείου τῆς Ἀ]όσχας χαλὰς σχέσεις καὶ τι ὑπὸ τῶν ἄλλων ον ησιῶν. ο - μὴ [ήΣ ΗΜΗΣΙΝ ΗΙ ΠΙΙΟΝΙ Μ Ἴ. - » σα ΄ Κατ εἰδήσεις δηµοσιευθείσιις τον Ξένων τύπον συνεγίσετιαι σι οδυᾶς ὁ, διυγμὸς τῆς Ἐννκλη-! διατηροῦν ἄἀναγνωφίζου- ᾿Οωσθοδόξων εἷς σίας ὃν Πολωνίας ὑπὸ τῆς Ἀομμον- | νιστιχῆς Κνὐρονήσεως Βαταθάλλανται πωωασπάθειαν, ὕπως, Ἡ Ορθήδοτως της [Γολωνίας. ἴ τοῦὸς ἐν τυῦ τοι ργείοις ὑπασθῇ ἈΙόσγι Ἔσ πὸ τῶν ση ὕνο ας Οἰκοενικοῦ ἀποσπασθῃ τούτων 2ιὴ ε ολ ]αν! ἓν κατ ἐχδωθεῖσαν, λονδίνο ΕΤ ονῶν πώ Αευλὴν Ὠίθλον, εἲς τὴν ὑποίαν πει νααα σται καὶ εἷς τοῦὸε πωατοῦντοι Νικωδινάλίος, 1 ο ἵς απ ἀνίσθησιιν. ὁ θοη- τὴν Γ[α- σον) ια θη- διωυμὰς ηνία νς μέτοι σαν νι .. ἐπίσνοποι Λιμ 101 τρ: τ. Ἠκκλκησίων, καὶ ͵ ἐξάρας ! συνδέουν εστοάτευσε ἑ- ! Ἠγεκησία | εξαρτωένη µέγχοι ΕΠ | Γτατὸς λευϊτης, ὁ ἰς τὸ Πατουυγεῖον τῆς) (ν Φα μας σε ἱεροχκήρυκα τοῦ Μητροπολιτι- κοῦ Ναοῦ ᾿Αθηνῶν. Εὶς τὴν θέσιν ταύτην παρέμεινε ἐπὶ δδετίαν, μέ- «.χρι τοῦ 1949 ὅτε ἀπεχώρησε ἕνε- χα θαρείας ἀάσθενείας, Ὡς ἱερο- χηουξ ὃ ἀείμνηστος Σεραφεὶμ δι- εχρίθη διὰ τὴν ὀαθύτητα καὶ τὸ πλούσιον κοινωνικὸν περιεχόµενον τῶν Κηρνυγµάτων τοι. ᾽Αλλ’ ὁ µ. 5δεοαφεὶμ. δὲν περι- ὠοίσθη εἲς τὴν ποοφορικὴν διδα- σχαλίαν τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ κήρυγμα µόνον, ἀλλ ἀνέπτοξε καὶ πλοι- σίαν συγγοαφικὴν δρᾶσιν, Τὰ συγγοάµµατά τοῦ, συμποσού- μενα εἲς ἱκανοὺς τύόµους, διακοί- γονται διὰ τὴν θαθύτητα καὶ τὸ διδακτικόν των περιεχόµενον. Ἐν τούτων ἀναφέοοσμεν τὰ ἀκόλουθα: «'Ἡ ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ ΓΚυοίου» ελὶ παραθολαὶ τοῦ Κι- ρίου» «Τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου» «Ὁ Κύριος ὡς νέοςν «Ἠθικὴ καὶ ἡγεία» «'Ἡ μετάνοια» «Ἐγκόλπιον τῆς Λειτουογίάς» οΝεταξὺ τῶν δύο πολέμων» «Τὸ ζήτημα τῆς τεγνογονίας» «Γήσέθιος Ματθό- πονλος» }. ᾱ, Εὶς τὴν ᾿Αδελ(ότητα Θεολόγων «ΖΦηὴ» τῆς ὁποίας ἀπὸ τοῦ 1959 διετέλεσε προϊστάμενος, τὸ «Ἑκ- Ἀλησιαστικὺν Ρῆμα» ἐχφράζει εἷ- λικοινῆ συλλυπητήρια. Ὅ--ἴὔ-« ΡΙΝΙΒ) ΜΗΙΗ ή) ΜΙΙΦΠΠΙΙ ΙΗΝΗΙ Κατόπιν μακρᾶς ἀσθενείας ἕξε- «δήµησε εἷς Κύριον τὴν 6 Αὐγού- στου εἰς Ἠλικίαν 84 ἐτῶν εἰς τὸ παρὰ τὴν Λευκωσίαν Μετόχιον τῆς Μονῆς Κύκκου ὃ ἱερομόναχος Σωφθόνιος µέλος τοῦ διοικητικοῦ συμθουλίου τῆς Ἱ Μονῆς Κύκκου, Τῆς κηδείας του ἥτις ἐγένετο τὴν ἐπαύριον προέστη ὁ Μακαριώτα- τος ᾿Αοχιεπίσκοπος }. Μακάριος. Σωφρόνιος Κυκκώτης, τὶς ὁ ἐκλιπών- Ὁ ἀείμνηστος Σωφρόνιος κατὰ κόσμον Σάΐθας ἐγεννήθη εἰς Κάμπον Ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εἰσῆλθε εἰς τὴν Μονὴν Κύκκου ὡς δόκιµος ᾿Αργότερον χει- Γροτονηθεὶς διάκονος τὸ πρῶτον καὶ Γεἴτα πρεσθύτερος ὑπηρέτησε τὴν Λο- νήν του εἷς διαφόρους ὑπηρεσίας, καὶ ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι τοῦ θανάτου του ὡς µέλος τοῦ διοικητικοῦ συµθου- λίου τῆς Μονῆς. Τὴν ἀδελφότητα τῆς Ες Μονῆς Κύκκου συλλυπούµεθα θερ: μῶς, ΕΝΤΙ ΙΗΗΙ Την ην Αὐγούστον ἐξ ξεδήµησε πρὸς Κύριον, πλήρης ἡμερῶν, γχφηστὸς καὶ εὐσεθῆὴς λενῖτης ὁ Πωωτοποεσθύτερος Νικόλαος ΓΚτωσίδης διωτελέσας ἐπὶ σειρὰν Γετῶν ΠἩοωθιερεὺς. τοῦ Ἱ. Ἀαοῦ ΙΑγ.. Μάµαντος εἷς λόοφου. Ἡ κηδεία τοῦ. γερασοῦ λενίτου ἐγέ- ἔνετο τὴν ἐπαύοιον Ῥοὺς. οἰγείοις του : θεός εἰς Μόοφου. συλλΑπούµμεθα νκοιμήθη ἓν Κυρίως τὴν Τοι- 10 το. μηνὸς Αὐγούστου, σε- Σὶαπα- Κωνσταντῖ- Γεωοσγίου, ἐκ Πωραλμνίους ἵ- (πηφετήσας πιστῶς τὸν Κύριον ἐπὶ ετην λος ἔτη πυλλὰ ἓν τῇ κοινότητι, ἓν ἢ ὑπ Αὐτοῦ. ἐτάχθη ποιµήν, Εὶς τοὺς. οἰκείους τοι. ἐκφράκομεν τὰ εἰλιλο νο ας συ λυπητήσια, ᾿Ὑπεύθυνος: Χρ. ᾿Αγαπίου. | «Τύποι ς, «ΑΒΑΓΕΝΜΝΜΗΣΙΣ» Λευκωσία Γ Ἱσαακίου. Κομνηνοῦ 2 Λευκωσία. ΚΥΡΙΛΙΝΗ, 15 ΑΥΡΓΟΥΣΡΟΥ 101 ΛΟΥ:Δ ΝΤΑΓΚΛΑΣ ο ΧΙΤΟΩΟΝ 1δον. Λίγο-λίγο ἄρχισε ν᾿ ἀκούει τὸ ρυθμικὸ πλατάγισµα τῶν ἑξήντα κουπιῶν. Ὑπάκουαν στὰ ἀδυσώπητα µμεταλλικά κτυπήµατα τοῦ σφυριοῦ τοῦ λοστρόµου πάνω στὸ τεράστιο ἀμόνι, ποὺ λὲς καὶ μετροῦσε τὴ σκλαδιά τους., Πλίκ! Κλάκ! Κλίκι Κλάκ! Ἡ πατρίδα... ἡ ζωή.. ἡ ᾱ- γάπη ἔκαναν ἕνα ἀδιάκοπο γύρο μὲς στὸ μυαλό του. Θᾶ- θελε νᾶχε µπορέσει νὰ µιλή- σει μιά ὥρα μὲ τὸν Τούλλιο, τὸ στενώὠώτερό του φίλο. ο Γούλλιος δὲν εἶχε κἀν μάθει αὐτὸ ποὺ τοῦὔχε συμθεῖ. Λυπό- ταν ἐπίσης ποὺ δὲν εἶχε ἔανα- πάει νὰ ἰδεῖ ἄλλη μιὰ φορά τὴ µητέρα του. Κι ἔπρεπε νὰ φιλήσει τὴ Διάνα. Ἰαὶ στενο- χωριόταν ποὺ εἶχε ἰδεῖ τὴν ἁ- δερφή του ἔτσι τσακισµένη ἀπ᾿ τὴ λύπη της... Κλικ] Κλάκ! Κλίκ! Κλάκ] Γυρίζοντας, παρατήρησε πὼς ὁ Δημήτριος ἧταν καθι- σµένος στὰ σκοτεινά, κοντὰ στὴ σκάλα ποὺ ὁδηγοῦσε στὶς καμπίνες. 'Ἡ παρουσία τοῦ πι- στοῦ δούλου ταν πολὺ ἀνα- κουφιστική. 'Ὁ Μάρκελλος ἆ- ποφάσισε νὰ τοῦ ἀνοίξει κου- θέντα, γιατὶ τὰ ρυθμικά σφυ- ροκοπήµατα κάτω στὴν καρέ- να τῆς γαλέρας εἶχαν ἀρχίσει νὰ τοῦ φέρουν πονοκέφαλο. Τοῦ ἔγνεψε, κι ὁ Δημήτριος ἤρθε κοντὰ καὶ στάθηκε προ- σοχή. 'Ο Μάρκελλος ἔκανε ἆᾱ- νυπόµονα τὴ συνηθισμένη του µικρή χειρονομία, ποὺ εἶχε καταλήξει νὰ σηµαίνει «Πάρε θάρρος! Φέρσου σὰ φίλος!» ΄Ο Δημήτριος χαλάρωσε Άλι- γάκι τὴ στάση του κι ἀκούμ- πησε στὰ κάγκελα πλάϊ στὸν Μάρκελλο, περιμένοντας σιω- πηλὰ καὶ χωρὶς νὰ δείχνει πε: ριέργεια τὰ λόγια τοῦ κυρίου του. -“Δημήτριε, εἶπε ὁ Μάρκελ- λος ἁπλώνοντας τὸ χέρι του γιά νὰ δείξει ὅλο τὸν οὐρανό, πιστεύεις διόλου στοὺς θεούς --'Αν τὸ ἐπιθυμεῖ ὁ κὐριός µου, πιστεύω! ἀπάντησε ἀδιά- φορα αὐτός. --“ὌΟχι, ὄχι] εἶπε ὁ Μάρκελ- λος θυμωμένος. Μίλα εἰλικρι- νά! Μἠ σὲ νοιάζει κεῖνο ποὺ ἐγὼ πιστεύω. [Πές µου τί σκέ- πτεσαι ἐσὺ γιὰ τοὺς θεούς. Τοὺς κάνεις ποτὲ προσευχές -Ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, κύριε, ἀπάντησε ὁ Δημήτριος, ἡ µητέρα µου μᾶς ἔμαθε νὰ παρακαλοῦμε τοὺς θεούς. 3Η- ταν πολὺ θρήσκα γυναίκα. Στὀὸν ἀνθόκηπό µας εἴχαμε ἕ α ὡραῖο ἄγαλμα τοῦ Π]ριά- που. ᾽Ακόμα θυμᾶμαι τὴ µη- τέρα µου γονατιστὴ μπροστά του, μιὰ θαυμάσια ἀνοιξιάτι- κη µέρα, μ’ ἕνα σκαλιστηράκι στὄνα χέρι της κι’ ἕνα καλα- θάκι μὲ φυτὰ στὸ ἄλλο. Πί- στευε πὼς ὁ Πρίαπος κάνει τὰ φυτὰ νὰ θλασταίνουν Ὑρήγο- ρα... ἱ.αἲ κάθε πρωῖ, ὅταν τ᾽ ἀδέρφια µου κι’ ἐγὼ ἆκολου- θούσαµε τὸ δάσκαλό µας στὸ γραφεῖο, ἡ μητέρα µου προ- σευχόταν στὴν ᾿Αθηνᾶ. ὌἜμεινε ἀμίλητος γιὰ λίγο᾽ ἔπειτα ὅμως, παίρνοντας θάρ- ρος ἀπὸ ἕνα γνέψιµο τοῦ Μάρ: κελλου, ἐξακολούθησε: -“Ὁ πατέρας µου ἔκανε σπονδὲς στοὺς θεούς, τὶς ἡμέ- ρες ποὺ γιόρταζαν, μὰ μοῦ φαίνεται πὼς τὄκανε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὴ μητέρα µου. --“Αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐνδιαφέ- ρον... καὶ πολὺ συγκινητικό, Μὰ δὲν ἀπάντησες ἀκόμα στὴν ἐρώτησή µου, Δημήτριε. Πι- στεύεις στοὺς θεούς... τώρα παρατήρησε ὁ Μάρκελλος. --Οχι, κύριε ὶ -“Θέλεις νὰ πεῖς πὼς δὲν πι- στεύεις ὅτι προσφέρουν καμ- μιὰ ὑπηρεσία στοὺς ἀνθρώ- πους ᾿Η ἀμφιθάλλεις ἑντε- λῶς γιὰ τὴν ὑὕπαρξή τους -“Νομίζω, κύριε, πὼς εἶναι καλύτερο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ νὰ μὴν πιστεύει στὴν ὕπαρξή τους. ἩΗ τελευταία Φο- ρὰ ποὺ προσευχήθηκα ᾖἥταν τὴν ἡμέρα ποὺ διαλύθηκε τὸ σπίτι µας. Καθὼς ἔπαιρναν τὸν πατέρα µου ἆλυσόδετο, γονατίσαµε μὲ τὴν µητέρα µου καὶ προσευχηθήκαµε στὸν Δία, τὸν πατέρα τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων, νὰ προστατέψει τὴ ζωή του. Μὰ ὁ Δίας ἢ δὲ μᾶς ἄκουσε, ἢ, κι’ ἂν μᾶς ἄκουσε, δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ μᾶς 6ο- ηθήσει, ἤ, κ᾿ ἂν εἶχε τὴ δύνα- | µη, ἀρνήθηκε νὰ τὸ κάμει. ο: µίζω πὼς εἶναι καλύτερο νὰ πιστέψουμε πὼς δὲ μᾶς ἄκου- σε, παρὰ πὼς δὲ µπόρεσε ἢ δὲν ἤθελε νὰ μᾶς θοηθήσει... Τὸ ἴδιο ἀπόγεμα, ἡ μητέρα γὙου αὐτοκτόνησε, μὴ µπο- ρώντας πιὰ νὰ ὑποφέρει... ἸΑ- πὸ κείνη τὴν ἡμέρα, κύριε, δὲν ξαναπροσευχήθηκα στοὺς θεούς. Τοὺς κατηγόρησα καὶ τοὺς ὁλαστήμησα ἀρκετὲς Φο- ρές, μὰ χωρὶς πολλὴ ἐλπίδα πὼς θά θύμωναν γιὰ τά λόγια µου. Μοῦ αίνεται πὼς οἱ δλαστήµιες εἶναι πράµα ἀνό- ητο καὶ μάταιο. Ὁ Μάρκελλος γέλασε πι- κρά. Αὐτὴ ἡ πολιτισμένη µορ: φἠ τῆς περιφρόνησης τῶν ϐε- ὢν ξεπερνοῦσε κάθε ἀσέθεια ποὺ εἶχε ἀκούσει ὣς τότε. 'Ο Δημήτριος εἶχε μιλήσει χωρὶς πάθος. Οἱ θεοὶ τὸν ἐνδιέφεραν τόσο λίγο, ποὺ τὂδρισκε κου: τὸ ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς θλα- στηµάει. --Δὲν πιστεύεις, λοιπόν, πὼς ὑπάρχει κάποια ὑπερφυσικὴ διάνοια ποὺ διευθύνει τὸν κό: σµο ρώτησε ὁ κοιτάζοντας τὸν οὐρανό. Μάρκελλος: “Δέν ἔχω ξεκαθαρισµένις ἰδέες οι αὐτὸ τὸ ζήτημα, κὠ ριε, ἀπάντησε ὁ Αημήτριος Οκεπτικά. Εἶναι δύσκολο νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὸν κώσμο χωρὶς ἕνα Δημιουργο, µα οὲε θέλω νὰ πιστευώ πὼς οἱ ἄν- θρωποι ἐμπνέονται τὶς πράξεις τους ἀπὸ ὑπεράνθρωπα ὄντα. Προτιμῶ νὰ πιστεύω πὼς οἱ ἄνθρωποι κάνουν τὶς χτηνωδί- ες τους χωρἰς θεία ὑποστήρι- δη- -Ἔχω µεγάλη διάθεση νὰ συμφωνήσω µαζί σου, Δημή- τριε. Κι ὅμως νομίζω πὼς θἄταν µεγάλη ἀνακούφιση ἄν.. εἰδικὰ σὲ ὢρες Φφόδου, κι ᾱ- µηχανίας... ἄν μποροῦσε νά ἐλπίζει κανεὶς πὼς ὑπάρχει κάπου μιά εὐεργετικὴ Δύνα- µη, μιὰ Δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπικαλεστεῖ. -“Μάλιστα, κύριε, παραδέ- χτηκε ὁ Δημήτριος κοιτάζον- τας ψηλά. Τά ἀστέρια ἄκολου- θοῦν ἕνα κανονισµένο σχέδιο. Πιστεύω πὼς εἶναι τίµια κι εὐαίσθητα. [Πιστεύω στὸν Τί- θερη, καὶ στά θουνά, καὶ στά πρόθατα καὶ στὰ θόδια καὶ στ’ ἄλογα. Αν ὑπάρχουν θεοὶ ποὺ τὰ διευθύνουν, αὐτοὶ οἱ θεοὶ εἶναι τίµιοι καὶ λογικοί. Μὰ ἂν ὑπάρχουν θεοὶ στὸν Όλυμπο που διευθύνουν τὶς: ὑποθέσεις τῶν ἀνθρώπων, οἱ θεοὶ αὐτοὶ εἶναι μοχθηροὶ καὶ τρελοί. 'Ο Δημήτριος εἶχε, φαίνεται, τὴν αἴσθηση πὼς µιλησε ὑπερ- θολικά, γιατὶ ἴσιωσε τὴν πλά- τη του, πῆρε τὴ συνηθισμένη του τυπικη στάση, κι ἔδειξε πὼς ἑτοιμαζόταν νὰ ξαναγυρί- σει στὴν ἐπίφυλακτικότητα ποὺ ταίριαζε σ᾿ ἕνα δοῦλο. Μὰ ὁ Μάρκελλος δὲν εἶχε καμιά διάθεση γιὰ νὰ τὸν ἀφήσει. --Ἴσως νὰ πιστεύεις, εἶπε ἐπίμονα, πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρω- ποι εἶναι τρελοί. (δυνεχίζεται) -- ἡ ΕΚΛΙΣΙΛ ΚΙΠΡΙΙ ΗΙΙ ΤΡΜΜΙΙΝ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν 6’ σελίδα) Ἐν ἔτει 1889 µετέθη εἰς Λον- δῖνον ὡς πρόεδρος τῆς ἄυπρι- ακῆς Ιἱρεσδείας. Ετυχε δὲ µε- γάλων τιμῶν τόσον υπὸ τών Εκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἰδί- ᾳ δὲ ὑπὸ τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Πανταουρίας ὅσον καὶ τῶν πο- λιτικῶν, καὶ ἰδίᾳ παρὰ τοῦ Γλάδστωνος, µετα τοῦ ὁποίου διετήρει ἀλληλογραφίαν. Παρουσιάσθη δὲ καὶ ἐνώπι- ον τῆς Βασιλίσσης Βικτωρίας ἀποφυγὼν καὶ τὸ χειροφίληµα. ᾿Επίσης ἔτυχε τιμῶν και ὐ- πὸ τῶν ἐν Λονοίνῳ ὁμογενῶν. Ἱερούργησε καὶ ἐν τῷ Ἓλλη- νικῷ ναῳ, ὅπου προσῆλθον καὶ ἐπίσημοι ξένοι ἵνα ἴδωσιν αὖ- τὸν φεροντα σκῆπτρον δυνάµει Βυζαντινοῦ προνοµιου’ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὑπέγραφε διὰ κινναθάρεως. Διὰ τὰ δύο ταῦ- τα αἱ φωτογραφίαι αὐτοῦ ἕ- γένοντο περιζήτητοι ὑπὸ τῶν ἐπισήμων πρὸς ἀνάμνησιν.1} Κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἡ πρε- σθεία διῆλθε διὰ της Αἰγύ- πτου, ὅπου ἔτυχεν ἐξαιρετικῶν τιμῶν ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν, καὶ τῆς Κυπριακῆς ᾿Αδελφότητος, Γῇ συνεννοήσει δὲ και τῇ συνορομῇ αὐτῆς, ἱδρύθη ἐν Λευκοσίᾳ τῷ 1693 τὸ Παγκύ- πριον Γυμνάσιον. Τὰ περαιτέρω τῆς δράσεως τοῦ Σωφρονίου ἀνάγονται εἰς τὴν ᾽Αγγλοκρατίαν, καὶ περὶ τούτων ἄλλοτε. Οὕτω διεθίωσε καὶ ὁ Σω- Φρόνιος ἐπὶ 35 έτη ὡς ᾿Αρχιε- πίσκοπος, εὐτυχέστερος τῶν προκατόχων αὐτοῦ μέχρι τοῦ 1900 Μαιου 9 ὁπότε ἀπέθανε, τυχὼν κηδείας µεγαλοπρεπε: στάτης. Τὸν ἐπικήδειον αὐτοῦ ἐξε- φώνησεν ὃ πρώην τρόφιμος καὶ εἶτα διάδοχος αὐτοῦ Ιύ- ριλλος ὁ Β΄ ὅστις σπουδάζων ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ τῶν “Ἱεροσ’ λύµων ἐποίησε τὰ ἑξῆς ποιήµαία ἐξ εὐγνώμοσύνης πρὸς τιµὴν καὶ µνήµην τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου: Α΄ εἰς µέτρον {αμθυιόν: «Ἐν Μυριάνθης μὲν. σµικρᾷ κώμῃ . [ἔφυς Κύπρου ὃδ᾽ ἁπάσης τῆς περιρρύτου ἰχθονόὸς Πατὴρ ἐκλήθης, Σωὠφρόνιε, ὃς εὖ- Γκλεὴς Μουσῶν τε µύστης καὶ νέων διδάσκα- [λος Γεγώς, Θεοῦ τε ρῆμα ρητρεύσας το- [ρῶς Ποιμὴν κατέστης ποιμνίου Χριστωνυµου Πρὸς μὲν πολιτῶν ἔνδικ' εὐλογούμε: ἵνος Πρὸς δ᾽ αὖ μαθητῶν καὶ Σχολῆς πο: [θούμενος Εἴης µακραίων ὅλδιός τε µοι, Πάτερ ᾿Εκκλησίας σέµνωμα καὶ Κύπρου [κλέος Β΄ εἰς μέτρο» ᾿Ηρωελεγεῖον. Χαῖρέ µοι ἀμφιάλου Κύπρου κλεινῆς [μέγα κῦδος Σώφρον᾽ εὖσε- [δέων Ἡ µάλα ἔνδικα ὁδρῶσα καλαύροτα [πνευματικόν σοι Σέµνωμ᾽ ἀρχιθυτῶν Λαὸν ὄᾳρ᾽ ἰθύνης ἐγγυάλιξε πάτρη Τῇ γὰρ καὶ τὸ πάροιθε μὲν ἥρα φέρων | [ἐμόγησας Κηρύξει θ’ ἱερᾷ ἐν τε διδασκαλίῃ Αὐτὰρ νῦν ὄφελος. ποιμαΐνων μεῖζον .οἱ ἔπτλω Νύκτα τε καὶ ἤμαρ τῶν προθάτων ἱπρονοῶν «Οὐλέ τε καὶ µάλα χαῖρε, Θεὸς δέ τοι [ὄλθια δοίη» Όφρα τῶν σάτρη δηριν ἐκσθ᾽ ὄφελος Ἐν τῇ τῶν .“Ἱεροσολύμων Θεολογικῇ Σχολῃ ἰτῇ 8 ᾿Ιουλίου 1871 ὕπογν. ΚΩΝΣΖΤΑΒΤΙΝΟΣ ΠΑ:Ι ΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. 1, ΣΗΝ, εἰκὼν αὐτοῦ ἐλήφθη ἐκ τῆς ἐν Λονδί- ἵνω Φωτογραφίας αὐτοῦ, ΄Ἡ. ἐν τῷ παρόντι φύλ.λῳ | ΟΡΠΗΣΝΙΕΥΤΙΝΗ Φ/ϱ/ΠΙΩΙΙΡΙ Ὕνας ἕνας μὲ λαχτάρα Ν π/ΠΙ/ΠΙΠΙΠΙΩΙΙΠΙΠΙΠΙΠΙΠΙΠΙΠΙΠΙΠΙΜΙΠΙΠΙΡ ᾿Απ' τὰ μάτια τοῦ διαθάτη ἀπόκρωθαν Σ κίνοι καὶ λωγιὲς τὸ μονοπάτι Μο εἶχε γιὰ σκεπὴ τὰ πλατανόφολλα καὶ τὴν πόρτα του ἔφραζαν οἱ θῥάτοι. Σύθαμπα τὸν ὄρθρο καὶ τὸ βράδυ Γιὰ να θυμιάσουν τὰ εἰκονίσματα Καὶ νὰ βάλουν στὸ καντήλι λάδι. Τωρα, ὅταν διαθαίνουµε ἀπ᾿ τὸν πλάτανο, Τίποτ᾽ ἄλλο πιὰ δὲν ϐθ᾽ ἀπομένη Παρὰ µόνο μ.ιὰ κουφάλα ξέσκεπη, ΣΡἄπια, τρύπια καὶ σαρακωμµένη. ἀπ τῆς πίστης τ ἁγιασμένο χάλασµα Μάθε γλυκοχάραµα καὶ δεῖλι Θὰ µυρίζη κάτι--σὰ θυμίαμα, Θὰ φωτίζη κάτι-σὰν καντῆλι. Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ πήγαιναν πΙο/ϱΙαΙ απ ΘΙΡ ΙΙΙ επνο// ΟΙ /οπ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα) δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεὸς,» (Ἑόρ. ΙΓ΄ 4). Σήµερον δυσ- τοχῶς, ποὺ ἀπροκαλύπτως αἱ ὑλιστικαὶ ἀρχαὶ κηρύσσονται, αρνούµεναι τὸν ἱερὸν θεσμὸν του Ὑάμου, τὸ ἀπαίσιον φαινό- μενον τῶν μοιχῶν καὶ µοιχαλί- δων δὲν εἶναι σπάνιον καὶ ἡ οικογενειακἡ ἑστία διέρχεται ἥμερας κρισίµους. Οἱ ἐρχόμενοι εἰς γάμου κοι- γωνίαν λέγονται σύζυγοι, διό- τι τρόπον τινὰ συζεύγνυνται, ἐνώνουν τὰς δυνάμεις των διὰ να σύρουν τὸ οἰκογενειακὸν αρμα ἀπὸ κοινοῦ, ὡς ἐκ τού- του, ἐκ τῆς ἑνώσεως ταύτης ἀπορρέουν ὡρισμένα καθήκον- τα τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ σεθα- σθοῦν καὶ ἐφαρμώσουν διὰ τὴν κοινὴν εὐτυχίαν. Καθῆκον τοῦ ἀνδρὸς εἶναι νὰ διοικῇ, φροντί- ζῃ καὶ ὑπερασπίζεται τὰ τῆς οἰκογενείας του. Η οἰκογένει- α εἶναι µία μικρὰ κοινωνία. Όπως δέ, εἰς κάθε κοινωνί- αν ὑπάρ-ει ἡ διοικοῦσα ἀρχὴ διά νὰ ὁπάρχῃ κανονικἡ λει- τουργία εἰς αὐτήν, οὕτω καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν. Ὁ ἀνὴρ ἀνέκαθεν εἰς ὅλους τοὺς λα- οὓς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς Ἑλληνας εἶχε τὴν ἡγεμονίαν τοῦ οἴκου. Διότι, κατὰ τὴν Χριστιανικὴν διδασκαλίαν εἴἷ- ναι μὲν ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνὴ ἴ- σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἕ- χουν τὴν αὐτὴν ὑψηλὴν ἆἄπο- στολήν, τὴν ἠθικὴν ἀναγέννη- σιν καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυ- χης κατα τὸ «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ», τοῦ ᾿᾽Αποστόλου Παύλουι «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ Γαλ. Υ΄ 28) καὶ «ὅμοιαι εἰσι :πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἀνδρῶν καὶ γυ- Ιναικῶν» ὡς ἔλεγεν ὁ “Ἱεροσο- λύμων Κύριλλος, ἀλλὰ κατὰ τὴν φυσιολογίαν ὁ ἀνὴρ ἐκ φύ- σεως ἔχει ἀνωτέρας σωµατι- κἁς καὶ πνευματικὰς δυνάμεις καὶ διάφορον χαρακτῆρα. ἩΗ γυνὴ εἶναι τρυφερωτέρα καὶ αἰσθηματικωτέρα τοῦ ἀνδρὸς καὶ εὐαισθητοτέρα εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ ἠθικὸν θίον. ᾿Ο ἀνὴρ κρίνει μᾶλλον διὰ τοῦ νοῦ, ἐνῶ ἡ γυνὴ μᾶλλον διὰ τῆς καρδίας. Ἡ καρδία εἶναι εἰς τὴν γυναῖκα τὸ κέντρον, περὶ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ θίος της περιστρέφεται. Αἱ σώ- ματικαὶ καὶ ψυχικαὶ αὐταὶ δια- φοραὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ᾱ- ναγκαῖαι πρὸς ἁμοιθαίαν ἠθι- κἠν ὠφέλειαν καὶ δὲν δύναται νὰ τὰς µεταθάλῃ τίποτε, διότι προσκρούει εἰς αὐτοὺς τοὺς Φφυσικοὺς νόµους τοὺς ὁποίους ἐν τῇ πανσοφίᾳ του ὁ Θεὸς ἔ- θεσεν καὶ ἐχάραξεν ὅρια ἀν- ὑπέρθλητα, ἑντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κινῆται ἕκαστον ὄν. Ὁ ἀνὴρ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἄρχων τοῦ οἴκου καὶ ὀφείλει νὰ φέρῃ ἐπαξίως τὸν τίτλον του ὅτι, «ὁ ἀνὴρ ἐστι κεφαλἠὴ τῆς γυναικός, ὥς ὁ Χρι στὸς τῆς ᾿Εκκλησίας» (Ἔφεσ. ε’ 21). Πλανῶνται λοιπόν, πλάνην μεγάλην ὅσοι συσκοτι- σθέντες ὑπὸ ψευδῶν νεωτέρων ἰδεῶν, ζητοῦν νὰ ἐξομοιώσουν τὴν γυναίκα πρὸς τὸν ἄνδρα. Τὸ προθάδισµα τοῦ ἀνδρὸς εἰς τὴν οἰκογένειαν δὲν καθι- στᾷ τὴν γυναῖκα δούλην αὐτοῦ οὔτε καὶ ἀφαιρεῖ τὰ δικαιώµα- τα αὐτῆς, διότι ὁ ἀνὴρ εἶναι ἁπλὸς ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου καὶ ὄχι κύριος ὍὉ Χριστιανισμὸς μὲ τὴν μεγάλην κοινωνικἠν ᾱ- νατροπὴν ποὺ επέφερε καθώρι- σε τὴν θέσιν τῆς γωναικὸς εἰς τὸν οἶκον. Αὕτη εἶναι θοηθὸς τοῦ ἀνδρὸς ἐν παντὶ καὶ πάντο- τε, ὁ ἀγαθὸς σύντροφος καὶ παρήγορος εἰς τὰς θλίψεις καὶ ἀντιξοότητας τῆς πολυταράχου ζωῆς, ὅταν ἀγωνίζεται τὸν σκληρὸν ἀγῶνα τῆς συντηρή- σεως τῆς οἰκογενείας. Αὕτη θὰ γλυκάνηῃ τὰς πικρίας τοῦ ἀνδρός, θὰ τὸν ξεκουράσῃ, τὸν παρηγορήσῃ καὶ θὰ τοῦ ἐπα- ναφέρῃ εἰς τὰ χείλη τὸ µειδί- αμα καὶ ἐπουλώσῃ τὰ τραύ- µατα. «Λιμήν ἐστιν ἡ γυνἡ καὶ Φάρμµακον εὐθυμίας µέγιστον» λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ἀνὴρ εἶναι ὁ διοικῶν καὶ κυ- θερνῶν τὸν οἶκον νοῦς, ἡ γυ- νὴ εἶναι ἡ διευθόνουσα ψυχή, ἡ καρδία τοῦ οἴκου. ΄Ο ἀνῆρ δὲν εἶναι ὁ σκληρὸς δεσπότης τῆς γυναικὸς τῆς προχριστιανι- νικῆς ἐποχῆς, οὔτε σατράπης τυραννικός, ἀλλ᾽ ὁ πλήρης ἆ- γάπης σύζυγος, ὁ τρυφερὸς καὶ συμπαθὴς προστάτης ὁ εἰλικρινὴς φίλος, ὁστοῦν ἐκ τῶν ὁστῶν του καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός του. «Οἱ ἄνδρες ἆ- Ιγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν καὶ μὴ πικραίνεσθε πρὸς αὖ- τάς». Ὡς ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου Γὁ ἀνὴρ ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, νὰ προστατεύῃ τὸν οἶκον καὶ νὰ ἀντιμετωπίζῃ κάθε δυσκολί- πΙρΙΙΡΙΙΙΡΙΕΙΕΙΡΙΕΙΡΙΡΑΠΙΡΙΕΙΙΡΙΠΙΕΕΠΙΟΙΡΙΙΙΑΙΙαΠΙΠΙ ΣΙ ο ΓΑΜΟΣ ΕΕΣΝΙΟΣ ΘΕΙΟΣ ταν προθύµως ἀποθλέπων εἰς τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ πάντοτε καὶ οὐδέποτε νὰ κάµῃ κατά- χρησιν τῆς ἐξουσίας του εἰς θάρος τῆς συζύγου του, δεδο- µένου ὅτι ἡ ἐξουσία τὴν ὁποί- αν ἔχει εἶναι ἐξουσία ἀγάπης καὶ νὰ ἄρχῃ τοῦ οἴκου μετὰ συνέσεως, συσκεπτόµενος ἐν παντὶ καὶ πάντοτε μετὰ τῆς γυ- ναικός του. Ἐν ἐναντίᾳ περι- πτάσει ὁ ἀνὴρ ἐλέγχεται ὡς ΥΠΕΡΜΛΧΙΣ ΙθΥ [ΕΝΙΥΣ ΗΡΛΙΗΙΡΣ Γοῦ κ. ΧΑΡΗΙ ἀγροῖκος, βάρθαρος καὶ τύ- Ραννος, τραυματίζει τὴν χαρὰν ! καὶ τὴν εἰρήνην εἰς τὸν οἶκον : καὶ γίνεται πρόξενος παντοίων κακῶν καὶ εἶναι ἀνάξιος νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ «ἀνδρός. )Αλλ᾽ ἐὰν ὁ ἀνὴρ ἔχει καθή- κοντα ἀπέναντι τῆς γυναικὸς καὶ ἡ γυνἠ ἔχει τοιαῦτα καὶ πρῶτον ν᾿ ἀγαπᾷ τὸν σύζυγον : καὶ νὰ ὑποτάσσεται εἰς τὴν ᾱ-, γαθὴν θούλησίν του, νὰ ἆνα- γνωρίζη τὴν ἐξουσίαν του καὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν συνεργασίαν καὶ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἆν- δράσιν ὑποτάσσεσοθε ὡς τῷ Κυρίφνὼς ἡ ᾿Εκκλησία ὅπο- τάσσεται εἰς τὸν Χριστὸν «ὥ- σπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖ- κες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντὶ» (Ἔφεσ. ε΄ 14). Ἡ γυνὴ εἶναι ἡ θασίλισσα τοῦ οἴκου. ᾿Απὸ αὐτὴν ἐξαρτᾶ- ται κατὰ µέγα µέρος ἡ εὐτυ- χία ἢ ἡ δυστυχία, ἡ ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ εὐημερία καὶ ἡ ὑπόλη- ψις τῆς οἰκογενείας καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ Θλάψῃ τὸν οἶκον τόσον ὅσον ἡ γυνή. Αὕτη μὲ τὴν μυστηριώδη δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν τὴν ἐπροίκισεν ὁ δημιουργὸς θὰ ἐνδιαφερθῇ δι- ἁ τὴν οἰκονομίαν τοῦ οἴκου, δι αὐτὸ κὠὦν γυναικὶ συνετῇ». Πόσαι οἰκογένειαι, παρ᾽ ὅλην τὴν ἆ- Φθονίαν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ποὺ ἔχουν εἰς τὴν διάθεσίν των, | δὲ στεροῦνται τῆς οἰκογενεια- κῆς γαλήνης καὶ δυστυχοῦν σήμερον Διατί Διότι ἡ σύζυ- γος στερεῖται καὶ φρονήσεως, εἶναι σπάταλος καὶ παρασύρε- ται ἐκ τῆς ἐξωφρενικῆς µόδας καὶ πολυτελείας καὶ ἐμπιστεύ- εται τὴν διεύθυνσιν τοῦ οἴκου εἰς ένας χεῖρας. ᾿Ενῷ ὁἌ- πάρχουν οἰκογένειαι αἱ ὁ- ποῖαι ἄνευ περιουσιῶν καὶ ἀσκόπων ἐξόδων καὶ µα- ταίων ἐπιδείξεων διέρχον- ται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς τῶν ἐν εἰρήνῃ, διότι ἡ σύζυγος εἷ- ναι προικισµένη μὲ τὴν φρόνη- σιν, τὴν θείαν αὐτὴν ἀρετήν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν προσεπάθουν νὰ ἔχουν ὅλαι αἱ γυναῖκες, ᾱ- σφαλῶς ἡ ὄψις τῆς οἰκογενεί- ας θὰ ἤτο ἐντελῶς διαφορετι- κή. «Γυνὴ χρηστὴ πηδάλιον ἐστ᾽ οἰκίας» (Πυθαγόρου). Ἡ δύναµις καὶ ἡ ἐπιρροὴ τῆς γυναικὸς ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ θίου καὶ τῆς καθόλου ζωῆς τοῦ ἀνδρὸς εἶναι τεραστία. Πόσοι «ἄνδρες, δύστροποι, | «μακάριος ὁ μμ] .βραχύτης σκληροὶ καὶ ἄσωτοι δὲν ὀφεί- λουν τὴν σωτηρίαν των εἰς τὴν | ἀγαθὴν καὶ ἐνάρετον σύζυγόν | των! Χάρις εἰς αὐτὴν ἠρνήθη: σαν τὰς κακἀὰς συνηθείας, ἓ- | δημιούργησαν χαρακτῆρα ἆ-ι δαµάντινον καὶ ἔγιναν ἀγαθοὶ | καὶ πρᾶοι, τέλειοι σύζυγοι! «οὐδὲν ἰσχυρότερον γυναικὸς | εὐλαθοῦς καὶ συνετῆς πρὸς τὸ ρυθµίζειν ἄνδρα καὶ διαπλάτ- τειν τὴν ψυχήν, ἐν οἷς θέλῃ» ἐ-] παναλαμθάνει ὁ ἱερὸς Χρυσό- στοµος. 'Ἡ γυνὴ ἅμα θέλει εἷ- ναι ὁ καλλίτερος συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ πιστὸς θοηθὸς τοῦ διαθόλου, εἶπεν κάποιος. Καὶ πράγματι. “Ὅταν εἶναι ἐνάρετος καὶ χρηστὴ δη- μιουργεῖ σκορπίζει τὴν γαλή- νην, τὴν χαρὰν καὶ κρατεῖ ὕ- ψηλὰ τὴν τιμὴν τοῦ οἴκου, ἐ- νῷ ὅταν εἶναι ἐπιπολαία, ἅσυ- νετος σπάταλος καταστρέφει, σκορπίζει τὴν δυστυχίαν καὶ διαλύει τὸν οἶκον. Ἡ χρηστὴ καὶ ἐνάρετος γυ- νὴ καὶ ἡ μητέρα ἔχει νὰ δια- παιδαγωγήσῃ τὰ τέκνα της, νὰ μορφώσῃ αὐτὰ «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», νὰ σπείρῃ εἰς τὰς ψυχάς τών τὸν σπόρον τῆς εὐσεθείας καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ δηµιουργήσῃ τοὺς µεγά- λους ἄνδρας, τοὺς ἥρωας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Εἰἶ- ναι μικρὸν τὸ ἔργον τῆς γυναι- κός Εἶναι ὀλίγα τὰ καθήκον- τα τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸν οἵ- κον ΣΩ γυναῖκες εἰς τὰς χεῖ- ράς σας εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία τοῦ οἴκου, τῆς κοινωνίας ὅλο- κλήρου. Μέγας ὁ προορισμός σας ὡς συζύγου, ὡς µμητρὸς καὶ ὡς οἰκοδεσποίνης, δι᾽ αὖ- τὸ καὶ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος σᾶς θέλει «φιλάνδρους, Φιλο- τέκνους, σώφρονας, ἁγνάς, οἳ- κουρούς, ἀγαθάς, ὑὕὑποτασσο- µένας τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα Γμὴ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ όλασφη- μιν σκέψεως, Γ καὶ διατυπώσεως. Γελληλίζοντο αἱ .ἤλθε ὁ γνωστὸς υμῆται» (Τιτ. Β΄’ 2.). ἱπερὶ µέτρων τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ ᾿ΒβΙπΠ/ΘΙ ΙΡ ΦΑΙΦΑΙΟΡΙΙΙΙΑΙΦΙΙΡΙΡΑΠ ΩΙΑΙΙωθµΩΙΕΙΒΙΡΕΗΕ } ΠΟΙΗΣ1Σ Το ΠΩΚΛΗΣΙ Γῶαντας ὁ πλάταϊιος χιλιόχρονος Δι ἡ κουθάλα του κρυφὸ ἑωκλήσι Ανα διωγµένοι οἱ Χριστιανοί, τὴν πίστι τους Δλέσ᾽ τὸν κούφιο πλάτανο εἶχαν κλείσει. Μὲ θρησκευτικἠ συν κίνησι καὶ εὐλάδεια τὰ χείλη τῶν λα- ᾿ὢν ὅλων τῶν περασμένων εἴκο- σι αἰώνων ὁμνοῦν καὶ δοξολο- ποῦν τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου Γκαι κάθε χρόνο ψάλλουν στὸ :Μονογενῆ Υἱό της: : Μακαρία 1ᾗ κοιλία ἡ ῥαστάσασά σε καὶ Γμαστοὶ οὕς ἐθήλασας. .Γιατὶ µε τὰ τὸ Θεὸ δὲν ὀπάρχει τίποτα στὸν κόσμο ποὺ νά ἀντιπροσω- ἱπεύῃ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἆ- γιότητα ὅσον ἡ Παναγία! Πό- σες φορὲς σὲ μιὰ δύσκολη στι- γμὴ τῆς ζωῆς µας δὲν προφέ- ραμε τὸ “Αγιό Της ὄνομα καὶ πόσες φορὲς δὲν γονατίσαµε µπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Μεγαλόχαρης Μητέρας τῶν Μητέρων γιὰ νὰ τὴν παρακα- λέσουμε νὰ παρηγορήσει τὶς πονεµένες ψυχές µας καὶ νὰ μᾶς θοηθήσει, Εἶναι λοιπὸν ἡ Παναγία ὁ συμπυκνωτὴρ τῶν ἀρετῶν, Γ«κτῶν πονεµένων ἡ χαρά, τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις». Εἶ- ναι «τὸ εὐσκιόφυλλον δένδρον, ὑφ οὗ σκέπονται πιστοί», ἡ σκέπη τοῦ κόσμου ἡ «πλατυτέ- ρα νεφέλης», ᾽Αλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φῶς τῶν ἀρετῶν της, ἀπὸ τὴν ἀκτινο- θολία τοῦ ὁποίου πρέπει νά φωτίζουνται ὅλες οἱ μητέρες, εοὶ σύζυγοι καὶ οἱ παρθένες ἡ Κεχαριτωµένη μεταξὺ τῶν Γυ- ναικῶν δὲν. ἔπαυσε διὰ μέσου τῶν αἰώνων νὰ ἐπιδαψιλεύει τὴν κραταιὴ προστασία Της καὶ ἐπὶ τὸ ἔνδοξον 'Ἑλληνικὸν ἡμῶν ἜἛθνος. Αν ἀνοίξουμε τὶς σελίδες τῆς Ἑλληνικῆς ]- στορίας θὰ δοῦμε ὅτι ἡ πολυ- κύµαντος ζωὴ τοῦ μαρτυρικοῦ µας ἜἛθνους εἶναι ἀρρήκτως ζυνδεδεµένη μὲ τὸ γλυκύτατο ὄνομα τῆς Παναγίας. Ὑ πέἑρ- µαχος τοῦ Γένους Δ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ. τρατηγός, ψυχὴ τῶν στρατιωτῶν, παρηγορήτρια των τραυματιῶν πάντα ἡ Γίανα γία, σ' ὅλους τοὺς ἀγῶνες τοῦ ΕΛ Ληνικοῦ. Ἓθνους, σ᾿ ὅλες τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς θρι- άμδους του. Διώχνει ἀπὸ τὴν πόλη της τοὺς θαρθάρους, ”Α- ραδες, ͵ έρσας, ᾿Αθάρους, καὶ Βουλγάρους καὶ ᾿Εκείνη ἔμψυ- χώνει καὶ ὁδηγεῖ τὸ Εθνος στὴν ᾿Ανάσταση τοῦ 1821 τὴν ἤμερα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, Όταν ὅμως τὸ ὄνομά Της θεθηλώνεται μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς Γήνου, τὴν ἡμέρα τῆς Σε- πτῆς Ίης Κοιμήσεως, ἀπὸ τοὺς νεοδαρθάρους ἐπιδρομεῖς, σύσ- σωμο τὸ Ἑλληνικὸ Έθνος ἐξ- ἔγειρεται καὶ δημιουργεῖται ἡ ἀθάνατη ἐποποιῖα τῆς Πίνδου καὶ τῆς ᾽Αλθανίας, ὅπου ἡ Ἑλ- λὰς ἔγραψε τὶς λαμπρό . ς ρότερε σελίδες τῆς τρισχιλιετοῦς, ς στορίας της, Αλλὰ μήπως καὶ στοὺς σύγ- Ἓρονους ἀγῶνες τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βίτσι δὲν εἶναι ἡ Πα- ναγία ποὺ ἔστεψε τὰ ὅπλα τοῦ Πρωϊκου μαχητοῦ µας ἑναντί- ον τῆς ξενοκινήτου ἀνταρσίας Βλέπουμε λοιπὸν πὼς γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ἡ Παναγία εἴ- ναι ἡ Μεγάλη Μητέρα, ἡ ἐλ- πίδα τῆς αὔριο, ἡ προστάτις τῶν Ἑληνικῶν Δικαίων. μαΔίκαια λοιπὸν ὁλόκληρο τὸ ἔθνος σπεύδει εὐλαθικά νὰ γε- μίσει τὶς ἐκκλησίες της καὶ νὰ της προσφέρει ταπεινὰ τὴ λα- τρεία του καὶ τὴν εὐγνωμοσύ- νη του. Σπεύδει νὰ τὴν εὖχα- ριστήσει γιὰ τὴν πολυποίκιλη Βοήθεια ποὺ τοῦ πρόσφερε σ᾿ ὅλη τὴ δισχιλιετῆ ἱστορία του καὶ να τὴν παρακαλέσει καὶ τωρα νὰ τοῦ παρασταθῆ δοη- θὸς κι ὁδηγὸς στὰ νέα του πεπρωμὲένα. ------ Ἡ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (Ῥυνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδα) φεύγουν καὶ σκηνάς, αἱ ὁποῖ- αι αἰσθητικῶς εἶναι δυνατὸν νά βλάψουν, νὰ προξενήσουν ἀποκρουστικὴν ἐντύπωσιν. Τὸ ὕφος καὶ ὁ τόνος ποικίλλουν κατὰ συγγραφεῖς καὶ κατὰ Γπεριεχόμενον τοῦ ποιήµατος. Γενικῶς τὸ ὕφος καὶ ὁ τόνος ἔχουν µίαν ἀξιοσημείωτον φυ- σικότητα καὶ σπανίως εἶναι τε- χνητά. Ἡ προσωὠπικότης τοῦ ποιητοῦ εἶναι ἐκδηλοτέρα εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν αἰσθημά- των. Ὁ ᾿Ισραηλίτης ὡς ᾿Ανα- τολίτης, εἶναι μᾶλλον Φφύσις συναισθηματική, διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὰ ποιήματά του ζωγρα- φίζει ζωηρῶς τὰ συναισθήµα- τά του μὲ πάθος καὶ δύναμιν, ποὺ συναρπάζουν τὸν ἀναγνώ- στην, ὁ ὁποῖος συγχαίρει καὶ συγκλαίει μετὰ τοῦ ποιητοῦ καὶ τὸν παρακολουθεῖ εἰς τὰς Γψυχικάς του μεταπτώσεις, ποὺ ΓΙ συχναὶ παρουσιάζονται εἰς τοὺς θρηνώδεις ψαλμούς. Ἡ τῆς διατυπώσεως καὶ τὰ δημιουργούµενα κενὰ τῆς σκέψεως εἶναι ἴδια καὶ τῆς ᾿Εσραηλιτικῆς ποιήσεως, ἡ ὁ- ποία ᾿δὲν σαλεύει εἲς τὸν ᾱ- θραυστον εἶρμὸν τῆς λογικῆς σκέψεως ὡς ὁ πεζὸς λόγος. Κύριον χαρακτηριστικὸν τῆς ᾿Ισραηλιτικῆς ποιήσεως εἶναι ὡς ἀνωτέρω ἐἑτόνισα, τὸ ὅτι κάθε στίχος ἀποτελεῖ ἑνότητα µόνος του. Τὸ '᾿Εθραϊκὸν ποί- ημα καὶ τῶν βραδυτέρων ἀκό- µη χρόνων δὲν εἶναι ἑνιαῖον τι ὅλον ὀργανικῶς συνδεόµενον, οὐδὲ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμεν. Πολλοὶ βεθαί- ως στίχοι ἀποτελοῦν τὸ ποίη- μα ἁλλ᾽ ἕκαστος εἶναι μονὰς μὲ ἑνότητα ἐσωτερικὴν πλή- ρη. Πολὺ εὔστοχα ἐλέχθη ὅτι κάθε ποίηµα εἶναι ἕνα νῆμα μὲ πολλοὺς µαργαρίτας. Ε- τσι, ἐνῷ οἱ στίχοι χαλαρώτε- ρόν πως συνδέονται άναµετα- Σύ των, τὰ µέρη τοῦ. στιχου τοὐναντίον εἶναι εἰς ἀδιάσπα- στον ἑνότητα συνδεδεμένα. Ρέ- θαια ἡ τοιαύτη κατάτµησις τοῦ. ποιήµατος βλάπτει τὴν τέχνην, ἀλλὰ πάλιν ὁ ἀδιά- ἕσπαστος στίχος δεικνύει δύνα- συγκεντρώσεως Δεδομένου δὲ ὅτι τὰ µέρη τοῦ στίχου, ὡς εἴδομεν, ἐψάλλοντο κατ’ ἁντι- φωνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρ- σκέψεις, προ- παραλληλι- σμὸς τῶν μελῶν, γνωστὸς ἤδη ἀπὸ τοῦ. Αγγλου Τον (1753). Καὶ φυσικά αἱ ἔννοιαι παραλληλίζονται εἴτε κατ ἀν- τίθεσιν (ἀντιθετικὸς παραλλη- λισμός), εἴτε κατὰ συνωνυµιαν (συνωνυμικὸς παραλληλι- σµός), εἴτε κατα προσθή- κην. (προσθετικὸς παραλληλι- σµός). , , Τοῦ πρώτου παράδειγµα ψαλμὸς 1,6: «Γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων καὶ ὁδὸς ἀσεθῶν ἀπολεῖται», Τοῦ δεύτερου παράδειγµα ψαλμὸς 2,4: ««Ὁ κατοικῶν ἐν Οὐρανοῖς ἐκγελάσε- [ται αὐτοὺς «καὶ ὁ Κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς, Τοῦ τρίτου παράδειγµα αλμὸς 2,9: ο ν πλτεῖς αὐτοὺς ἐν 'ράδδῳ σιδηρᾷ «ὡς σκεῦος κεραµέως συντρίψεις αὖὐ- [τούς. ἸΑλλ᾽ ὁ παραλληλισμὸς δὲν εἶναι κυρίως τῆς ποιήσεως γνώρισμα, δὲν εἶναι ρυθμός ἀλλ᾽ εἶναι τοῦ λόγου ἐξωτε- ρικὸν σχῆμα, προῆλθε δὲ ὡς ἐξήγησα ἀπὸ τὴν ἀντιφωνίαν. Καὶ τώρα ἀνακύπτει τὸ μέγα πρόθληµα τῆς ὑπάρξεως ρυθ- μικοῦ. µέτρου, εἴτε προσῴδια- κοῦ εἴτε τονικοῦ. Ηδη ὁ ἙἛ- θραῖος ἱστορικὸς Ιώσηπος (α΄ αἰ. μ.ΧἉ.), ὁ Εὐσέδιος, ὁ Ἱερώνυμος καὶ ἄλλοι ὁμιλοῦν Ἑ θραϊκῆς ποιήσεως χωρὶς νὰ ο τὸ αύστημα. Πιθανὸν δὲν εἷ-ι κατὰ τὸ περιεχόµενον καὶ κα- Χον τι συγκεκριµένον ὑπ ὄψιν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ φαντα- σθοῦν τὴν ἑθραϊκὴν µποίησιν χωρὶς μετρικὸν σύστημα. Πρά- γµατι δὲ µία ποίησις ἕκτελου- µένη μὲ μουσικὴν ὑπόκρουσιν καὶ χορὸν δὲν δύναται νὰ μὴ ἔχῃ ᾿ρυθμόν, µέτρον. Ὁ καθο- ρισμὸς αὐτοῦ εἶναι ἔργον τῶν νεωτέρων χρόνων καὶ ἰδία τοῦ Γερμανιστοῦ Φίδνους. Κατὰ τὰ µέχρι τοῦδε δεδο- µένα τῶν ἐρευνῶν, τὸ µέτρον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς μακρᾶς καὶ βραχείας συλλαθῆς ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ τόνου, ἐπὶ τῆς τονιζο- µένης καὶ ἀτονίστου συλλαθῆς ὥστε τὸ ποίηµα ἐν τῇ ἀπαγγε- λίᾳ νὰ ἀποκτᾷ 'ρυθμόν. ᾿Επὶ τῇ βάσει τούτου καθωρίσθη- σαν τονικἀὰ µέτρα καὶ διῃρέ- θησαν οἱ στίχοι κατὰ τά νέα δεδοµένα. Καΐτοι ὑπάρχουν ἆ- κόμη πολλοὶ οἱ ἀντιλέγοντες καὶ πολλὰ ἀκόμη μένουν ἀν- ερµήνευτα, ἡ ὕπαρξις τονικοῦ µέτρου εἰς τὴν ἑθραϊκὴν ποί- ἠσιν φαίνεται νὰ εἶναι Φεθαία. ᾿Επάνω ὅμως ἀπὸ ὅλα αὖ- τὰ τὰ γνωρίσματα θέλω νὰ ἐξάρω τὴν φρεσκάδα ποὺ δει- κνύει ἡ ποίησις αὐτή, διότι δὲν εἶναι τεχνητή, δὲν εἶναι ἐ- πιτηδευµένη ἀλλὰ πηγαία, δι αὐτὸ καὶ ἀθίαστα ἐκδηλώνε- ται. Τὰ ποιήµατα δὲν προέρ- χονται ἀπὸ τὴν δύστοκον γρα- φίδα ποιητῶν --ἐλάχιστα τέ- τοια παραδείγµατα εἶναι εἰς τὴν Π.Δ.- ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ποι- ητικἡ φλέδα καὶ ψυχἠ τοῦ λα- οὔ. Τὰ ἀνωτέρω καὶ μερικὰ ἄλ- λα στοιχεῖα ποὺ παρέλειψα ἆ- ποτελοῦν τὰ ἐξωτερικὰ γνωρί- σµατα τῆς ποιήσεως. Αλλ’ ὅ- σον σπουδαῖα καὶ ἂν εἶναι, αὐτὰ εἶναι ἐξωτερικά, περιφε- ρειακὰ στοιχεῖα καὶ δὲν συνι- στοῦν µόνα αὐτὰ τὴν ποίησιν οὐδὲ ἀπὸ αὐτὰ μπορεί να Ὑνῶ- ρίσῃ κανεὶς τὴν Ἑδραϊκὴν ποίησιν. Τὴν ψυχἠν της ποιή: σεως ἀποτελεῖ κάτι τὸ ἁστάθ- µητον, τὸ ἀσύλληπτον, ὅ,τι ὁ- νομάζομεν ποιητικον δαιµόνι- ον, τοῦ ὁποίου τὴν γοητείαν, τὸ θέλγητρον αἰσθάνεται μό- νον ὅστις ἔρχεται εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μὲ τὰ ποιήµατα καὶ πίνει ἀπὸ τὰ γάργαρα νε- ρὰ τῆς ποιήσεως, ἄλλως, μὲ περιγραφὰς καὶ ἀναλύσεις δὲν μπορεῖ νὰ συλλάδῃ τὴν οὐσίαν καὶ νὰ νοιώσῃ τὸ κάλ- λος τῆς τέχνης. Ὁμοιάζει τό- τε πρὸς ἐκεῖνον, ποῦ ἀκούει µόνον τοὺς ἤχους μιᾶς µακρυ” νῆς καµπάνας χωρὶς να δύνα- ται νὰ συλλάδῃ τὴν ἁρμονίαν των. Αλλά καὶ ἐκεῖνος που ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ ποιητικά δημιουργήματα εἶναι ἀδύνα- τον μὲ λόγους, ἄρθρα καὶ ᾱ- ναλύσεις νὰ παραστήσῃ τὸ κάλλος τῆς ποιήσεως. Οµοιά- ζει καὶ αὐτός, ὅπως πολὺ σω- στὰ ἀπὸ ἄλλους παρετηρήθη, πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατε- θηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ ἆλλ άδυ- νατεῖ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι του λόγου τεχνίτης, νὰ παραστή- σῃ τὸ θαῦμα ποὺ εἶδε ἐκεῖ γύ- ρω του, μὲ τὸν καταπράσινον κάµπον κάτω, τοὺς ποταµους, τὰ χωριά, καὶ τὴν θάλασσαν πέρα ἐκεῖ μακρυὰ καὶ να με: ταδώσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἀπόλαυσιν τὴν αἰσθητικήν, ποὺ ὁ ἴδιος ἔζησε. Πρέπει καὶ ἄλλοι ἐκεῖ ἐπάνω ν᾿ ἀναθοῦν πρέπει καὶ οἱ ἄλλοι νά ἀτενί- σουν τὰ δημιουργήματα. Δὲν θέλω νὰ κλείσω τὸ ἄρ- θρον αὐτὸ χωρὶς νὰ σημειώ: σω ὅτι ἡ Εδραϊκὴ ποίησις δι- ακρίνεται ὄχι µόνον διὰ τὴν τεχνοτροπίαν, τὴν κατασκευἠν καὶ πλοκὴν τοῦ στίχου, τὴν δύναμιν διατυπώσεως καὶ συν- θέσεως, ἀλλά κυρίως διὰ τὸ πνευματικὸν περιεχόµενον, ποὺ γεμίζει τοὺς ποιητικοὺς τύπους καὶ κάµνει ὥστε τὰ ποιήµατα αὐτὰ κλασσικὰ καὶ ἀθάνατα νὰ παραμείνουν καὶ 9 [ΙΝΙ ΕΛΜΕ ΤΠ 1θον. Ἡ «φιλία εἶναι ἡ πηγη συµπα- θειῶν τοιαύτης φύσεως. ᾽Αλλὰ ποῦ πατευθύγεται τὸ οεὔμα αὐτὸ καὶ ποῦ χύνετω, Διατὶ χύνεται εἰς κο- χ/ άκουσαν πίσσαν, µέσα εἲς μίαν τεραστίαν χαὶ ϱ λυγεφὰν ἄόνσσον μαύρων ἡδυγῶν, Όπου θεληματικὰ μεταμορφώνεται -αὶ συγχέεται, διεστοαμµένον καὶ ἔχπτωτον τῆς οὐρανίας λάμψεώς του ἸἨμπο- φοῦμεν ἐνίοτε ν᾿ ἀγαποῦμε τὴν ὁ- δύνην, Αλλὰ προφυλάξου ἀπὸ τὴν διάθοράν, ὦ ψυχή µου, ὑπὸ τὴν σχέπην τοῦ Θεοῦ µου, τοῦ Ωεοῦ τῶν πατέρων µας, πυὺ εἶναι ἄξιος νὰ ἐξυμγῆτω καὶ νά δοξά- ζετω εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώ- γων, Προφυλάξου ἀπὸ τὴν δια- φθοράν ! ᾽Ακόμη καὶ σήμερον δὲν εἶμαι ἀδιάφορος ποὸς τὴν εὐσπλαγχνί- ἄν. ᾽Αλλὰ τότε εἰς τὸ θέατφον συμμετεῖχα εἰς τὴν χαρὰν τῶν ἐραστῶν, ὅταν ὁ ἕνας ἀπελάμόα- γε τὺν ἄλλον µέσα εἰς τὴν αἰσχί- γην, μολονότι ἐπρόνειτο περὶ ἆ- πλῶν ἐπινοήσεων καὶ φανταστι- κῶν σκηνῶν. Όταν δὲ οἱ ἐφα- σταὶ ἐχάνοντο ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλ- λον, αἰσθανγόμουν µίαν ὀδυνηρὰν συγχίνησιν καὶ ἡ συγκίνησις αὐτὶ μὲ κατεγοήτευε, Σήμερον οἰχτεί- ρω. ἐχεῖνον, ποὺ ἀπολαμθάγει µέ- σα εἰς τὴν κραιπάλην, περισσό- ρον, παρὰ ἐκεῖνον, ποὺ φαντάζε- ται τὸν ἑαυτόν του δυστυχῆ, ἔπει- δη μαστίζεται ἀπὺ ἐπικίνδυνον φιληδογίαν καὶ χάνει τὸ ϐλεδυρόν του ἴνδαλμα. Αὐτὸς ὁ οἶκτος εἷ- ναι ἀναμφιθόλως πραγµατικώτε- ρος, ἀλλὰ τότε ὁ πύνος δὲν γεννᾷ ἡδονήν. Τὸ νὰ λυπῆταν κανεὶς ἕνα δυστυχῆ, σηµαίνει, ὅτι ἱκανοποιεῖ τὴν χοιστιανικὴν ἀγάπην. Αλλ’ ὁ εἰλικοινῆὴς φιλεύσπλαγχνος θὰ ἐποθοῦσε νὰ μὴν τοῦ παρέχεται εὐκαιρία οἰκτιομοῦ. ᾿Ράν,-- αὐτὸ εἶναι μιὰ Φφάντα- στατι-ἠ ὑπόθεσις,- ᾖτο ὀννατὸν νὰ ὑπάρξῃ καλοκαγαθία κακόθου- λος, θὰ ᾖτο ὀνυνατὸν νὰ συµθῇ, ὥστε ἕνας ἄνθρωπος. ἐμπνεόμε- γος ἀπὸ διαθέσεις ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς εὐσπλαγχνικάς, νὰ ἐπιθυμῇῃ τὴν ὕπαρξδιν ὀυστυχισμέ- γὠν. θνητῶν, διὰ Υ ἀσκήσῃ ἐπ) αὐτῶν τὴν εὐσπλαγχνίαν του. “ῷ- στε ἡ ὀδύνη εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπι- δοκιµασθῇ. ᾿Βὰν Σύ, ὦ Θεὲ καὶ Κύριέ µου, ποὺ ἀγαπᾶᾷς τὰς ψυ- χάς, παρέχης τὴν εὐσπλαγχνίαν Σου ἀπείρως ἁγγοτέραν καὶ εἶλι- κοινεστέραν, τοῦτο γίνεται, ὃι- ότι κανένας πόνος, λύπη ἢ στενα- γμὸς ἠμπορεῖ νὰ Σοῦ µεταδώσῃ τὰς πληγάς του. Ποῖος θνητὸς θὰ ἧτο δι᾽ αὐτὸ ἱκανός ᾽Αλλὰ τότε, δυστυχἠς, ὕπως Ἱ- µουν, ἀγαωποῦσα τὴν ὀδυνηρὰν συγκίνησιν καὶ ἐπεδίωκα τὴν πα- ρουσίάν της. Ἠΐς τὴν θέων τῆς δυστυχίας τῶν ἄλλων, δυστυχίας φανταστικῆς καὶ γνησίως θεα- τοιχῆς, ἡ δρᾶσις τοῦ ἠθοποιοῦ μ᾿ εὐχαριστοῦσε καὶ μ’ ἐγοήτευε κά τὰ τὸ µέτρον, κατὰ τὸ ὑποῖον μ’ ἔκανε νά χύνω περισσότερα δά- κχούα. Καὶ μήπως αὐτὸ εἶναι πε- ρίεργον ΙΠτωχὸν πρόθατον ἐγώ, παραπλανηθὲν ἀπὸ τὸ µποίμνιόν Σου καὶ διαφυγὸν τὴν ἐπίθλεψίν Σου, δὲν ἐκηλιδώθημα ἀπὸ µίαν ἐπογείδιστον ψυχικην ἀσθένειαν Ἐντεῦθεν ὁ ἔρως µου πρὸς τὴν ὁ- δύνην, ὄχι ὅμως πρὸς ἐχείνην, ποὺ θὰ μοῦ κατάφερε δαρείας πληγάς. διότι δὲν ἤθελα νὰ πά- σχῶ ἀπὺ ἐκεῖνο ποὺ ἔθλεπα εὖχα- ρίστως εἰς τὸ θέατρον, ἀλλά πρὸς τὴν ὀδύνην, ποὺ ἁπλῶς ἐγαργάλι- ζε τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ψυχῆς µου. Καὶ ὅπως συµθαίνει, ὅταν ξυνώμε- θα μὲ τὰ γύχια, ἡ τοιαύτη ἐπα- φἒἠ δὲν παρῆγε εἰς ἐμένα µικρο- τέραν «φλόγωσιν, οἰδήματα καὶ θρωμερὸ πύον. Αὐτὴ ἦταν ἡ τωή µου, ὦ Θεέ µου, ἀλλ ἧταν αὐτὴ ζωή: Καὶ ἡ πιστή εὐσπλαγχνία ὅου περιεφέρετο ἀπὺ μακρυὰ ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεφαλήν µου. Εὶς ποῖα ᾱ- νομήµατα δὲν διέσπειρα καὶ δὲν ἐξεμηδένισα τὴν ψυχήν µου! Σ) ἐγκατέλειπα. ὦ Θεέ µου, καὶ ἀχπο- λουθοῦσα μίαν ἱερόσυλον περιέρ- γειαν, ποὺ μ’ ἔσπρωχνε εἰς τὴν ἄθυσσον τῆς ἀπιστίας καὶ εἰς τε- λείαν χαθυπόταξιν εἰς τοὺς ὅαί- µονας, εἰς τὸν δωμὸν τῶν ὑποίων προσέφερα, ὡς θυμίαμα, τὰς θδελυρὰς πράξεις µου. Καὶ τὸ μαστίγιόν Σου δὲν ἔπαυσε νὰ μὲ µαστιγώνῃ- Δὲν ἐτόλμησα ἐν πλή- ρει ἱεροτελεστίᾳ µέσα εἲς αὐτὸν τὸν περίδολον τοῦ ναοῦ Σου, νὰ ζητήσω θερμῶς θανασίµους καρ- ποὺς καὶ νὰ διαπραγματευθῶ τὸ µέσον μὲ τὸ ὁποῖον θά μοῦ ἦτο δυ- νατὸν νὰ τοὺς ἀποκτήσω Βαρεῖα σε, να ὑπῆρξεν ἡ τιμωρία Σου, ἀλλὰ καὶ πάλι ὄχι ἀνάλογος μὲ τὴν ἆ- µαρτίαν µου, ὦ Θεέ µου, ἄπειρη εὐσπλαγχνία µου, καταφύγιόν μου εἰς ὕλους τοὺς φοθεροὺς χιν- δύνους, ἐν µέσῳ τῶν ὑποίων πε- ριέφερα τὸ σαρχίον µου, ὑπερὴ- Φάνος, μὲ τὺ µέτωπον ὑψηλά. ᾿Α- πεμακρυνόμουν καθημερινῶς πε- ρισσότερον ἀπὸ ένα, ἀγαποῦσα τὰς ὁδούς µου καὶ ὄχι τὰς ἰδικάς Σου καὶ τὴν ἐλευθερίαν λιποτά- κτου δούλου Σου, (Συνεχίζεται) - τὰ τὴν µορφήν. ᾽Ακόμα µμιὰ παρατήρήησις: Μἠ νοµισθῃῆ ὅτι τὰ λοιπὰ βι- θλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στεροῦνται ποιητικῆς χροιᾶς. Ιδίως ἡ διηγηµατογραφία ἐγ- γίζει τὰ ὅρια μιᾶς πραγµατι- κῆς ποιήσεως. ᾿Εὰν ἡ ποίησις εἶναι ἡ διὰ λέξεων τεχνητὴ καὶ ὡραία καὶ εὐχάριστος εἰς τὴν ἀκοὴν ἔκφρασις καὶ δια- τύπωσις σκέψεων καὶ αἰσθη- µάτων, τὰ γνωρίσματα αὐτὰ τὰ φέρει καὶ ἡ ᾿Ισραηλιτικὴ διηγηµατογραφία. Τόσον ρυθ- μικὸς εἶναι ὁ λόγος της, τό- σον ἡ ἔκφρασις ὡραία, τόσον ἡ διατύπωσις θαυµασία, ὥστε δὲν ἔλειψαν νεώτεραι ἀπόπει- ραι νὰ ἀναλύσουν καὶ τῆς δι- ηγήσεως τοὺς στίχους εἷς το- γικἁ µέτρα. ᾽Αλλ᾽ ἐὰν τοῦτο εἶναι πράγματι τολµηρόν, δὲν δύναται κανείς, ὅταν ἀναγνώ- σῃ τὰς διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ διήγησις εἰς τὸν ᾿Ισραὴλ ἐ- πλησίασε τὴν σφαῖραν τῆς ποιήσεως. Άλμα οφ. ολο δηλ - ΕΤΟΣ Α΄᾽. ΑΡ. 16 αν Ἐτησία συνοροµῆ ΣΕλ. ὃ Τιμή Φύλλον ρ, 2. ΓΡΑΦΕΙΑ: ᾿Ισαακίου Κομνηνοῦ, 2. ΛΕΥΚΩΣΙΑ: ΚΥΠΡΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ σσ ρ ΤΕΝ ην ΜᾶΙ “”»- ές | ΞΕΚΚΛΗΣ ΤΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ «0 αν. ἴδην ΕΚΑΣΤΟΥ ΜΗΝΟΣ Υπο ΣΥΝΣΑΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΊΡΟΠΗΣ ασ α /σ7ςορ. ΚΥΡΙΑΚΗ Ί5 ΥΠΩΥΣΒΥ (84 ΄Η. Ιοίµησις τῆς Θεοτόκου Π ΠΙΣΤΙΣ ο Επεῖνο Τὸ ὁπδιον χαρακτηρίςει τὴν ἐποχήν µας εἶναι η ἀαπιστια. ἡ ἄμφιθολία, ἡ ἀποφυγὴ ἀναλήφεως εὐθυνῶν. ϱ ἄνθρωπος ἔπαυσε νὰ πιστεύῃ εἰς ἀξίας, εἷς πρόσωπα. εἰς πράγματα. Ἡ ἕλλειψις ἐμπιστοσύνης εἶναι χαραχκτηρι- στικἠ. Ἡ παχυποφίᾳ θασιλεύει εἰς τὰς μεταξὺ τῶν ἀνθρώ- πων τῆς ὄυγχρόνου χοινωνίας σχέσεις. Τὸ ἀρχαϊῖον λατινι- πὸν ρητὸν Ηοπιο Ποπιϊπές Ίαρις φαίνεται νὰ εὑρίσκῃ τὴν πλή- ρη διπαίωσιν καὶ ἐφαρμογήν του. Ὡς ἐκ τούτου ἤ ἠθικὴ σῆ- ψις τῆς Ἀδινωνίος µας ὀσημέραι αὐξάνει ὁδηγοῦσα ἐραδέως ἴσως ἀλλ ἀσφαλῶς τὸν πολιτισµόν µας εἰς παρκχμὴν χαὶ ἐξαφανισμόν. Η γωνία περὶ τῆς αὗριον καὶ ὁ φόξος ἐπιχειμένου τρί- του φοξεροῦ παγχόσμἰου πολέμου ἐμφωλεύουν εἰς τὰς φυ- χὰς τῶν ἀνβρώπων προχαλοῦντα πλείστας φυχικὰς ταρα- χάς. Ἡ απώθησις τοῦ δρησκευτικοῦ συναισθήματος ἡ κατα- φρόνησις τῆς αξίας τοῦ ἁγίου, δημιουργεῖ εἰς τὰς κατὰ τὸ μᾶλλον ἣ ἧττον προηγµένας χώρας νευροπαθεῖς χαὶ φυχι- χὼς ἀνισφρρέπους ἀνθρώπους. Καὶ τοῦτο διότι ἡ πίστις εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ζωῆς, ἡ πίστις εἰς τὸν Φε- εν, τον πατερα καὶ δημιουργὸν πάντων περιφρονεῖται: περι- φρόνεῖτοαι παὶ ἐχριξώνεται ἀπὸ τὰς φυχὰς τῶν ἀνθρώπων ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήµης δῆδεν, ἐν ὀνόματι τοῦ συγχρένου μηχανικοῦ πολιτισμοῦ µας. Καὶ οἳ ἄνθρωποι, θύματα μωρᾶς φιλόδοξίας καὶ τοῦ «ἐχμοντερνισμοῦ» των, ἀποθάλλουν τὴν πιστιν χωρὶς νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ ἰσοδύναμέν τι πρὸς αυτήν. Ἡ οὕτω ἀἁπωξουμένη εἰς τὸ ὑποσυνείδητον πίστις ᾱ- Φινόυσα πενον τὸν χῶρον, ὅν πρὸ μικροῦ κπατελάμθανε ἐν τῷ πύχλῳ τῶν φυχικῶν φαινομένων καθίσταται, μετ ὀλίγον. ἀντὶ ὁδηγές, ἐφιάλτης, ἐρινὺς καταδιώκουσα τὸν δυστυχῆ ἄνθρωπον. , ᾿Απόρροια δὲ πάντων τούτων εἶναι ἤ λοιπὴ χαγνοδαιµο- Νις η παρατηρουµένη εἰς τὴν σύγχρονον ποινωνίαν. Ὁ ἆτο- µισµός, ὁ ὠφελιμισμὸς καὶ ή συσσώρευσις κατὰ τὸ δυνατὸν µεγαλυτέρων περδῶν δι’ ὀλιγωτέρας ἐργασίας καὶ εἰς θάρος τῶν ἄλλων. Διὰ τοῦτο γναὶ αἳ ποινωνικαὶ ἀντιθέσεις εἶναι ὀξύτεραι σήμερον καὶ ἡ πάλη τῶν τάξεων δραματικωτέρα. Ἡ προσοχη του κόσμου εἶναι ἐστραμμένη πρὸς τὴν γῆν. Η πίστις Εἰς ἄλλην πέραν τῆς γηϊΐνης ζωὴν ἔχει ἐχλείφει καὶ οἱ ἄνδρωποι πρὀσπαθοῦν ἕκαστος νὰ ἀπολαύσῃ τὴν πα- ροῦσαν ζωήν, νὰ θησαυρίση ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ ἀναδειχθῆ εἰς θάρος τῶν ἄλλων πολλάκις καὶ νὰ προσελχύσῃη εἰς ἑαυτὸν τὸ ἐνδιαφέρον παὶ τὴν προσοχἠν τῶν ἄλλων. Άλλοις λό- γοις τὰ ἴδανικὰ τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου πληροῦνται ἐπὶ τῆς γῆς. «Ὅπου γάρ ἔστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν ἐπεῖ ἔσται καὶ ἢ παρσδία ὑμῶν». Πράγματι’ ἀφοῦ τὸ ὕψιστον ἀγαθὸν εἶναι ἢ παροῦσα ξωή, ἀφοῦ ἡ ζωὴ τελειώνει ἓν τῷ τάφῳ καὶ ἀξίαι πλην τῶν ὑλικῶν δὲν ὑπάρχουν. Καὶ εἰς ταύτας ἐπιζητεῖ τὰ εὕρῃ τὴν ἱπανοποίησίν του. χωρὶς ὅμως χαὶ νὰ τὸ χατορ- Βώνη. ο Ες τὴν τοιαύτην χατάστασιν ἔφθασε ὃ ἄνθρωπος διότι ὑπερμέτρως ἀνέπτυξε τὸ λογικόν, εἰς µόνον τὸ ὁποῖον ἐμπι- στεύεται ὡς ὁδηγὸν εἰς τὴν ζωήν του, Εἰς τὰς πράξεις καὶ ἑνεργείας του. Κάθε τι ὅμως τὸ ὁποῖον ὑπερθαίνει τὸν λό- γον. εἶναι ὑπὲρ τὰς λογιχὰς δυνατότητας τοῦ ἀνορώπου δὲν εἶναι καὶ παράλογον. Δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ πρό ψµατι εἶναι ὑπὲρ λόγον. Διότι ἃς µμῆ παραγνωρίζοµεν ὅτι ὁ ἄνθρω- πος δὲν εἶναι µένον λογικόν’' ὅτι ὁ φυχιχκός του χόσµος δὲν ἔκφράξεται διὰ µόνου τοῦ λογιχοῦ. Παρὰ τὸ λογιχὸν καὶ πλή- ρως ἰσοδύναμα πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ ὀουλητιχὸν χαὶ συναι- σθδηµατιχόν. ΕΒαὶ ὅπως ὑπάρχουν πράγµατα αἰσθητὰ τὸ ὁ- ποῖα ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ οἰχειοποιηδῇ διὰ τοῦ λόγου µόνον ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἄλλων φυχιχῶν λειτουργιῶν, τῆς θουλήσεως καὶ τοῦ συναισθήματος οἷον αἱ χαλαὶ λεγόμεναι τέχναι, οὕτω ὑπάρχουν χαὶ πράγµατα πνευματικά. ὑπεραι- σθητὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος οἰχειοῦται δι’ ὅλων τῶν φυχιχῶν λειτουργιῶν. Εν τοιοῦτον εἶναι καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἁγίου, ἡ 8ρη- σκευτιχῆ πἰστις, ἥτις εἶναι ἀπόρροια τῆς δρησκευτικότητος. Ταύτης αἲἱ ρίξαι, διακηρύσσει ὁ μεγαλύτερος φυχίατρος ὁ ἀππβ, ὁ θεμελιωτῆς τῆς ἀναλυτικῆς φυχολογίας, εἶναι ἐξ ἴσου ἀρχικαὶ ὡς αἳ τῶν ὁρμεμφύτων, ος λοιπὸν οἰασδήποτε ἄλλης ὁρμῆς ἤ ἁπῶώθῃσις δημιουργεῖ ἀνωμαλίαν, νεύρωσιν, οὕτω καὶ ή ἀπώθησις τῆς θρησκευτικότητος δημιουργεῖ νεύ- ρωσιν. πολοθώνει τὸν φυχιχὸν Εἰον καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν 8λι- έερὰν κατάστασιν τῆς ἀνθρωπότητος τῆς ὁποίας πεῖραν λαμ- θάνομεν χκαθ' ἡμέραν. Τὴν πραγματικότητα τῆς δρησχκείας καὶ ἀναγχαιότη- τα τῆς πίστεως χαταδειχνύουν οὐ µένον οἱ φυχίατροι καὶ οἱ φυχολόγοι οἵτινες ὀρμῶνται ἔχ τῶν ναθημερινῶν παρατη- ρήσεων τῶν φυχιατριχῶν πλινιχῶν καὶ φυχολογικῶν ἔργα- στηρίων, ἄλλα καὶ οἱ θιολόγοι καὶ οἱ φιλόσοφοι οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένοντο οἱ αἴτιοι παταχρηµνίσεως τῆς δρη- σπευτικῆς πἰστεως. ᾿Οπόσην δὲ σηµασίαν ἔχει ἤ πίστις ἡἤ Βρησκευτικὴ εἰς τὰς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων σχέσεις χαταδει- Ἀνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς τὰς χώρας αἲ ὁποῖαι ἀπέ- ἔαλον τὰ δρησκευτικὰ ἐν τῆς ἀγωγῆς τῶν παίδων σπουδαία παρατηρεῖται χίνησις ἐκ μέρους ἐχππροσωπων ὅλων τῶν τᾶ- ζεων πρὸς ἐπαναφθορὰν τοῦ µαθήµατος τούτου εἰς τὴν ἐκ- παίδευσιν ὡς τοῦ μόνου µέσου ἀναχοπῆς τῆς ὑπὸ τὴν εὑρυτά- την αὑτῆς ἔννοδιαν προϊούσης εἰς τὰς χώρας ταύῦτας δια- φθορᾶς. ᾽Αλλ᾽ ἐὰν εἰς τὸν πρακτιχκὸν Είον τοικύτη καταφαί- νεταχι ἤ ἀξία τῆς πίστεως καὶ οἳ ἄνθρωποι τόσον τὴν νητοῦν εἰς τὰς μεταξύ των σχέσεις, εἰς τὸν πνευματικὸν Είον εἶναι ἀπείρως µεγαλυτέρα. εὑρύνουσα τὸν πνευμαχτιχκὸν ὁρίξοντα καὶ ἐπεχτείνουσα πέραν τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἰδανικὰ τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Ακριθῶς δὲ γιαὶ τὴν εἰς τοῦτο σηµασίαν τῆς πἰ- στεως ἀναγνωρίζων ὁ Ὠτίεβει ἐπιφανῆς θιολόγος καὶ φιλό- σόοφος τῶν τελευταίων χρόνων ἐνενδοιάστως ἀποφαίνεται ὅτι «ἡ ξασιλεία τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸ θαθύτατον νόηµα οὐχ ἔστιν ἔχ τοῦ κόσμου τούτου». --- ή ΕΛΗΣΙΝΤΙΚΙ ΠΑΙ ΠΝΕΜΛΙΙΙ ΛΡΛΣΙΣ ΤΟΥ ΛΡΧΙΗΙΣΠΟΥ ΚΠΡΛΗΙ ΣΠΥΡΙΔΑΚΙ, Γυμµνασιάρχου Παγκυπρίου Γυωμνασίου., ἤδη κυριάρχαι κατασταθέντες, συνάρσει θείᾳ ἐθάλομεν εἰς ἔρ- γον τὸν ἀγαθόν µας σκοπὀν». Σ κοπὸν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς ἔταξε κυ- ρίως τὴν δηµιουργίαν χαρα- κτήρων καὶ τὴν διδασκαλίαν τῆς πατρίου πίστεως «ὁποῦ μὲ τὸ µέσον τῆς µαθήσεως προ: θαΐνοντες, ὡς λέγει, εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν νὰ γίνωνται ἄνδρες θεοσεθεῖς, «Φρόνιμοι, πολιτικοί, χρηστοήθεις, δίκαι- οι, φιλοπάτριδες, Φιλέμποροι». Τὸ τελευταῖον συνεδύαζε μὲ τὸν προσπορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζην συστατικῶν, διότι ἐθεώρει ὅτι τὸ πρακτικὸν µέρος τῆς κ. τοῦ Τοῦ κ. Γ΄ (τελευταῖον) Εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ Κυπρι- ανὸς εἶχε πρόγραµµα ἐκ τῶν προτέρων, τοῦ ὁποίου τὴν πρα- Ὑματοποίησιν ἐπεδίωξεν ἅμα τῇ ἀνόδῳ του, καὶ τὸ πρό- γραμμα τοῦτο πρέπει νὰ εἶχε συλλάθει εὑρισκόμενος ἐν Βλαχία, ὅπου ζῶν, ὡς εἴδομεν, παρέθαλλε τὴν πρόοδον τῶν ἄλλων µπολιτεῶν πρὸς τὴν καθυστέρησιν τῆς ἰδικῆς του πατρίδος. Περὶ τούτου ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ἐν τῇ ἱδρυτικῇ τῆς Σχολῆς πράξει, ἐν ἣ τονίζει ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν προήχθη τόσον ἐκ τῆς παραθολῆς τῶν ἄλλων νήσων καὶ τόπων, ὅπως καὶ ἐκ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἤκουσε κατὰ τῶν ἵυ- εξαρτί ς Ιδία τῆς δικαιοσύνης. τόπους πρίων περιερχόµενος Καὶ καὶ ἑξένας ἐπαρχίας. προσθέτει: κατηγορίας αὐτοῖς ὡὠσὶν ἀκη- κοότες, καὶ ἔἕκτοτε τὸν ζῆλον τοῦτον ἐνδόμυχον τρέφοντες, ζωῆς δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ἄν- εξάρτητον τῆς ἀρετῆς καὶ ἵ- Παραλ- λήλως δὲ πρὸς τὴν ψυχικἠν «Αὐτὰς λέγω τὰς διάπλασιν ἔτασσε σκοπον τῆς .Σχολῆς τὴν καλλιέργειαν καὶ ͵ ᾖ τῆς γλώσσης τῶν νέ- ἴήσιν, Ἡ βμδμισιώ επς οὗ Ἶ υκὴ ποίησις τὴν ὁποίαν (Συνέχεια εἰς τὴν δ᾽ σελίδα) 'Ἡ. Κοίµησις τῆς Θεοτόκου ἱἔργον Φωτίου Πόντογλου]| Ἱ ΠΩ ΤΗ ΠΝΙΗ ΗΛΕΙΗΙ Ὑπὸ ΒΑΣ. ΒΕΛΛΑ, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστηµίου. Γ΄ (τελεωταῖον). Βέθαια ἕως ὅτου δηµιουρ- γηθοῦν αὐτὰ ὅλα τὰ εἴδη ἐ- πέρασε ἕνας χρόνος καὶ κάθε ἕνα ἔχει τὴν ἱστορίαν καὶ πολ- λὰ κατὰ τὴν τέχνην καὶ τὸ διάγραµµα ὑπέστησαν τὴν ἐ- πίδρασιν τῆς κοσμικῆς ποιή- σεως. Δὲν εἶναι ὅμως σκοπός µου νὰ τὰ παρακολουθήσω ἐ- δῶ εἰς τὴν ἱστορικήν τών ἐξέ- λιξιν. Μόνον θέλω νὰ τονίσω ὅτι ἡ θρησκεία καὶ ἰδιαιτέρως ἡ λατρεία ἔδωκε τὴν ὤθησιν πρὸς γένεσιν καὶ ἀνάπτυξιν αὐτῶν. ᾽Αλλὰ καὶ ἡ θρησκεία δι αὐτῶν ἐξυπηρετήθη κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ θρη- σκευτικῆς ποιήσεως, ὁ νοὺῦς µας φέρεται εἰς τὸ βιθλίον τῶν ψαλμῶν ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἆρκε- τὰ βιθλία περιέχουν θρησκευ- τικἠν ποίησιν. ᾿Εδῶ ἀναμφιθό- λως, ἂν τὴν θρησκευτικἠν ποίησιν δὲν τὴν πάρωμεν στε- νὰ ὡς λειτουργικὴν µποίησιν ἀλλὰ τὴν ἐκλάθωμεν εὐρύτε- ρα, πρέπει ἀναμφιθόλως νὰ κατατάξωµεν τὴν προφητικὴν ποίησιν. Δὲν εἶναι καὶ πάρα πολὺ μακρυνὸς χρόνος ποὺ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τὰ 907, ἂν ὄχι καὶ ὅλα, τῶν συγγραμµά- των τῶν προφητῶν εἶναι γραμ- µένα εἰς ποίησιν. Μεγάλαι ἐ- πὶ τοῦ σηµείου τούτου ἐργασί- αι ἀνέδειξαν τοὺς προφήτας ὡς μεγάλους ποιητάς, μὲ θαυ- µμαστὸν ποιητικὸν τάλαντον, ποὺ παρήγαγον ἔργα ἀσόγ- κριτα ἀπὸ ἀπόψεως ποιητικῆς τέχνης. Ετσι µανθάνοµεν σή- µερον νὰ σπουδάζωµεν καὶ ᾱ- ναλύωμεν τὸν ᾿Ησαῖαν, τὸν [- ερεµίαν, τὸν ᾽Αμὼς κλπ. ὡς ποιητάς, καὶ ὁ λόγος των ἔ- τσι ἐπῆρε τὴν πρέπουσαν ἀξί- αν καὶ τὸ μεστὸν καὶ Φλογε- ρόν των κήρυγμα ἐπενδύθη τὸν ὡραιότερο ποιητικὸὀ µαν- δύα. Ὑπάρχουν εἰς τὰ συγ- γράµµατα τῶν προφητῶν τε- µάχια τῷ ὄντι κλασσικά, ποὺ ὑπερτεροῦν κατὰ πολὺ στοίχους ψαλμούς, οὐδεὶς δὲ συγγραφεὺς ψαλμῶν µμπορεῖ νὰ παραθληθῇ κατὰ τὴν λυ- ρικἠν ποίησιν πρὸς τὸν Ἱερε- µίαν. Καὶ δὲν ἦτο ἄλλως δυ- νατὸν νὰ γίνῃ παρὰ ἡ ἐνεργὸς προφητικἡ ψυχή, μὲ τὴν ἔντο- νον θίωώσιν τῶν ὑψίστων θρη- σκευτικῶν ἀληθειῶν τῶν ἂν- θρώπων αὐτῶν, ποὺ προέρχον- ται ἀπὸ ἕνα λαόν, εἰς τὸν ὁ- ποῖον ποτὲ δὲν ἐστείρευωσε ἡ | φλέόα τῆς ποιήσεως, νὰ πά- ρῃ τὰ φτερὰ τῆς ποιήσεως διὰ νὰ ἀποτυπώσῃ ἕνα πλούσιον πράγματι εἰς βιώματα, ἐννοί- ας καὶ συναισθήματα κόσμον. Οἱ προφῆται ἀπομιμοῦνται πολλάκις τά γνωστὰ εἴδη, τε- λετουργικὰ εἴδη, ἀκολουθοῦν τὸν σκελετὸν αὐτῶν, τὸν ὁποῖ- ον περιθάλλουν μὲ σάρκας καὶ νεῦρα καὶ τοῦ δίδουν πνεῦ- | µα ζωῆς, μὲ τὴν θερμουργὸν | πνοὴν τῆς μεγάλης των καρ- διᾶς. Ετσι ἀπομιμοῦνται τὸν ' ὕμνον. τὸν θρῆνον, τοὺς ψαλ- μοὺς µετανοίας κλπ. Δημιουρ- γοῦν ὅμως καὶ αὐτοὶ ἴδια εἴδη ὡς τοὺς µονολόγους, τὴν παρ- αίνεσιν, τὴν ἀπειλήν, καθα- ρῶς προφητικά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναλύσω τὴν προφητικὴν αὐτὴν ποίησιν, ἔπι- θυμῶ ὅμως νὰ τονίσω ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι θρησκευτικἠ καὶ ἐκ τῆς θρησκείας ἀνετράφη καὶ ἐμεγάλωσε καὶ ὅτι ἐδῶ ἀκριθῶς ἔχομε τὰ ὡραιότερα ποιητικὰ δημιουργήματα. Μία ἄλλη τέλος κατηγορἰα μπορεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν θρη- σκευτικἠν ποίησιν, ἡ διδακτι- προσωπεύουν κυρίως τὸ βιθλί- ον τῶν Παροιμιῶν καὶ ὁ Ἰ[η- σοῦς τοῦ Σειράχ. Εἰς στίχους ἀπομονωμένους, οἱ ὁποῖοι κα- τόπιν δύνανται νὰ στρέφωνται περὶ ἕνα κεντρικὸν πρόόλημα, ἀποτυποῦνται γνῶμαι καὶ συµ- θουλαί, ἠθικαὶ καὶ θρησκευτι- καί, ἐκ τῆς πείρας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρµέναι. Εἰς τὸ εἷ- δος αὐτὸ καὶ ἄλλοι λαοί, ἰδί- ως οἱ Αἰγύπτιοι, ἔχουν νὰ ἐπι- δείξουν ἀξιόλογα ἔργα. Ἡ ὅλη θρησκεὐτικὴ µποίη- σις εἶναι λυρική. Δρᾶμα δὲν ἐδημιουργήθη ἢ τοὐλάχιστον δὲν διεσώθη. Ὁ ᾿Ιὼ6δ καὶ τὸ Ασμα ἁσμάτων δὲν εἶναι δρά µατα. Δρᾶμα εἶναι ὁ ᾿Ιὼδ κατὰ τοῦτο, ὅτι “«αρουσιάζει τὸ δρᾶμα τὸ παιζόµενον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ᾿Ιώ6δ. ᾿Επικὴ ἐπίσης ποίησις δὲν ἐδημιουρ- γήθη οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ δη- μιουργηθῇ, διότι ὁ μονοθεῖ- σμὸς καὶ ἰδία ἡ πνευµατικἡ θρησκεία τῶν προφητῶν δὲν ἄφηνε νὰ βλαστήση ἡ ψυχἠ τοῦ ἔπους, τὰ μυθολογικἀ καὶ τὰ ἄλλα παρεμφερῆ στοιχεῖα. Ἡ ποίησις αὐτὴ ἐξειλίχθη µέσα εἰς πολλοὺς αἰῶνας. Παρῆλθεν Ἡἡ ἐποχὴ ποὺ συνε- ζητεῖτο ἐὰν ὀπῆρχε Ἠποίησις πρὸ τῆς Βαθυλωνίου αἰχμσλώ- σίας (586 π.Χ.). Σήµερον τὴν ἀκμὴν αὐτῆς θέτοµεν ἆ- κριθῶς εἰς τὴν πρὸ τῆς αἴχμα- λωσίας ἐποχήν. Διὰ τοῦς2 καὶ ἡ παράδοσις ὄχι ἄνευ λόγου ἀναφέρει τὸν Δαυϊῖδ καὶ 3 ολο- μῶντα ὡς συγγραφεῖς µεγά- λου τµήµατος τῆς ποιήσεως. Ἡ κριτικἠὴ ἀνάλυσις δεικνύε' ὅτι πολλὰ τεμάχια ἀνάγονται εἰς πολὺ ἀρχαίους χρόνοι,ς. ᾽Αλλὰ καὶ μετὰ τὴν Βαθυλώ- γιον αἰχμαλωσίαν Ἠἡ ποίησις δὲν ἐστείρευσε καὶ ἕ ἔχο- ἀντι- ! ἔτσ. μεν ἔργα µέχρι τῶν χρύνων τῆς Δ. Ἡ ποιητικἠὴ Φλέθα τοῦ λαοῦ τοῦ ᾿Ισραήλ, ὁ ὁποῖ- ος ἐγεννήθη. ποιητὴς οὐδέποτε ἐστείρευσεν. Τὰ ἐξωτερικὰά γνωρίσματα τῆς ποιήσεως τῆς ΠΠ. Δ. µπο- ροῦν νὰ συνοψισθοῦν εἰς τὰ ἑξῆς: Οἱ ποιηταὶ χρησιµοποι- οὖν πολλὲς φορὲς λέξεις αρ- χαίας καὶ σπανίας καὶ ᾧρή- σεις ἀρχαιοπρεπεῖς διὰ νὰ δώσουν κάποιον τόνον ἀσυνή- θη εἰς τὸν λόγον. Μεταχειρί- ζονται εἰκόνας πολλὰς παρµέ- νας ἀπὸ τὴν φύσιν καὶ τὴν κα- θηµερινἠν ζωήν. Εἶναι πλούσι- οι πράγματι εἰς εἰκόνας τὰς ὁποίας, εὐστόχως ἐκλέγουν καὶ εἰς τὴν κατάλληλον σιν τὰς τοποθετοῦν.Αἱ εἰκόνες δὲν ἐκτυλίσσονται ἐν λεπτωµε- ρείᾳ, ἆλλ᾽ ἐναλλάσονται }ορ- γά, πρᾶγμα ποὺ προσδίδει εἰς τὸ ποίηµα τὴν µεγαλυτέραν ζωηρότητα. Σπανίως αἱ εἰκό- νες εἶναι τολμηραὶ καὶ ὑπερ-. Ιθειὰ ὁ ᾿Ισραηλίτης [δι αὐτὸ καὶ τοῦ εἶναι μιὰ πη- [γὴ ἐμπνεύσεως. Πρὸς ζωηρο- » σντι-, Φυσικαίΐ, σχεδὸν ὅλαι ἔχουν τὴν. φυσικότητα καὶ τὴν ἐπι- θλητικὴν ἁπλότητα, καὶ λαμ- θάνονται, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐκ τῆς ζωῆς καὶ τῆς φύσεως, τὴν ὡραιότητα τῆς ὁποίας βα- ἐννόησε, τέραν παράστασιν οἱ ποιηταὶ προσωποποιοῦν ἄψυχα ἆἄντι- κείµενα, ὄχι ὅμως καὶ τόσον συνήθως. ᾿ἘΕκλέγουν τὰς λέ- ἵξεις των, ὥστε νὰ σχηµατίζων- ἵται παρηχήσεις καὶ παρονο- µασίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀρέ- σκεται ὁ Σημίτης. Παρεισά- ΓΎουν ἐνίοτε πνευµατώδη λογο- Γπαίγνια, παίζοντες μὲ τὰς λέ- Γξεις. Ο εἰρωνικὸς τόνος, ὅταν Γεἶναι ἀναγκαῖος εἶναι ἁπαλός. ΙΠροσέχουν νὰ ἀποφύγουν τὸ Γὐὑπερθολικόν. ὣς ἐπίσης ἆπο- εδυνέγεια εἲς τὴν γ΄. σελίδα) θέ- | ΠΡΙ! ΠΡΙΡΙΗ ΚΙΝΕΙ Μία ὁμὰς ἐκλεκτῶν Γευμανῶν Γἐπιστημόνων πφοσῆλθεν εἰς τὴν '᾿Ορθοδοξίαν.. Οὗτοι. προέθησαν τεῖς τὸ διάύηµα τοῦτο κατόπιν µε- λέτης τῶν εἲς τὴν γερμανικὴν γλῶσσαν ἐκδοθέντων ἔργων τοῦ ΙΑτοστογιέφσκι καὶ μεοικῶν ἄλλων :ὀρθοδόξων Ἑλλήνων καὶ Ρώσσων φιλοσόςων, Οὗτοι ἀφοῦ ἀπέντη- ἴσαν καὶ πολλοὺς ἄλλους γερµα- γοὺς ὀπαδοὺς ἐζήτησαν ἀπὺ τῆς ἐν Γερμανίᾳ Λευκορωσικῆς ὋὈρ- θοδόξου. Ἠκκλησίας, νὰ ἐγνρίνῃ ἵτὸν διοοισμὺὸν ἑνὺς ἱερέως πρὺς [ἐξυπηρέτησιν τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τῆς οὕτω ἱδρυθείσης γευμαγικῆς ᾿Οορθοδόξου Κοινό- τητος. Μετὸ τὰς σχετικἁὰς διατι- πώσεις εἷς τούτων ἐχειροτονήθη ἱερεῖς, ο ΜΗΝΕΣ ΗΝΗΓΡΙΙΗ ΠΜ [ΜΛΙΙΝΜΙ Ι ΦΗΠΝΙΙ Δημοσιογοαφικαὶ εἶδήσεις ἐν Ῥώμης ἀναφέρουν ὅτι συνήλθε εἷς Φλωφεντίαν Διεθνὲς συνέδοιον εἷ- Γοήνης καὶ χοιστιανικοῦ Πολιτι- Γσμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαθον µέρος π)ιεῖσται προσωπικότητες ἐν δια- φόρων χωρῶν τοῦ κόσμου. Μίς τῶν ὁμιλητῶν ἀναφερόμενος εἲς τὴν σύγχρονον πνευματικὴν ποίσιν εἶπε ὅτι «ἡ παροῦσα κρίσις ᾿δέον νὰ θεωφηθῇ ὁ ποὀδροµος νέου πολιτισμοῦ κτισµένου ὑπὸ τὸ φὣς τῆς ἀποκαλύψεως, Δὲν ποέ- πει ἐν τούτοις νὰ τὸ ἐλπίζωμεν ἄνευ τοῦ σταυροῦ, Διά νὰ τὸ ἔπι- τύχώμεν, ὀφείλομεν ν᾿ ἀποθάλω- μεν ἔσωθεν ναὶ ἔξωθεν ἡμῶν πᾶν τὸ βάρθαρον». Οἱ σύνεδροι ἐπισκοπήσαντες τὴν τελευταίαν ἑκατοντωετηρίδα κατέ- ληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ παροῦσα κορίσις εἶναι µία δοχιµα- σία τῆς ἀνθοωπύτητος καὶ συγ- Χχούνως προάγγελος μιᾶς καλυτέ- ραάς αὔριον τεθεμελιωμένης ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίοι. -υὔ--ᾱ«Ἓκ---- ΙΗΠΙ [Ρ) ΤΙΝ ΤΙ Μ. ΡΦΙΙΙ Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς Ίδης ἕ- κατονταετηρίδος ἀπὸ τοῦ µαρτυ- ρικοῦ. θανάτου τοῦ Αγ. Γονιφα- τίου ἔλαθον χώφαν ἐν Ολλανδία μεγαλοπρεπεῖς τελεταί. Εὶς τὴν ἐν τῇ προτεσταντικῇ πόχει ἈἉτό- κοὺµ. δοθεῖσαν τελετῆν παρέστη καὶ Ἡ ῥασίλισσα τῆς ᾿Ολλανδίας Τζουλιάνα, 'Ο “Αγ. Ἠονιφάτιος, ὡς γνω- στὀν, ὑπῆρξεν ἱεραπόστολος τῶν πέραν τοῦ ποτἀαμοῦ Ελόα ΓΤερµα- νγῶν. Οὗτος εἶναν ὁ ἱδρυτῆς τοῦ περιφήµου µοναστηρίου Φούλδα, εἷς τὸ ὁποῖον καὶ ἑτάφη. Πωρόμοιοι τελεταὶ ἐγένοντο καὶ εἰς Γερμωνίαν μὲ πέντρον τὴν ᾱ- ενω μνημογευθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ Γάγ. Ἰδονιφατίοι ἱδρυθεῖσαν μονὴν Γφούλδα. ---- ΙΙΝΙΡΙΙ ΤΝ ΗΝΛΙΣΙΝ ΤΗ ΣΚΙ) Καθ’ ἃ ἀναγινώσκομεν εἲς τὸν Ἐένον. περιοδικὸν τύπον τὸ γεχι- χὺν δυμθούλιον τῆς Εκκλησίας τῆς Ὀκωτίας συνελθὺν κατὰ τὸν παο. ᾿Αποίλιον μετὰ τὸ πέρας τῶν ἑωγασιῶν του ἐξέδωκε ἀνακοινῶ- θὲν εἰς τὸ ὁποῖον συγοψίζον τὴν πίστιν τῆς Σκωτικῆς Εκκλησίας γαὶ ἔκαράζον τὴν εὐχὴν περὶ ἓ- γώσεως τῶν διϊσταμένων Ἐκκλη: σιῶν λέγει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἀκό- λουιθα: κἩ κωτικὴ Ἰνκλησία πιστεύει εἰς τὴν Μίαν Αγίων, Κα: θολικὴν ναὶ ᾿Αποστολικὴν Ἐκκλη- σίαν κι ἀναγνωρίζει ἓν θάπτι- σµι εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶνι διάκη- ρύσσει καὶ διαθεθαιοι τὴν στε γὴν γαὶ ἄρρηκτον συγγένειαν μὲ Γπᾶσαν Ἐκγλησίαν, ἡ ὑποία παφά- «δέχεται τὰς θεμελιώδεις ἀληθες [ας, ἀλλὰ εὑρίσκεται χωρισμένη Ἰόγῳ τῆς μὴ ουθµίσεως τῆς ὑπο- θέσεως τῆς κανονικῆς διατάξεως τῆς ἱερωσύνης. Γ. Διὰ τὴν πφοσέγγισιν πρὸς τὰς ᾽ἄλλας Ἠνκλησίας «ἄτινες ἔχουν ἐπὸν Χοιστὸν ἐπὶ χεφακῆς μαὶ εὖ- ρίσνονται διηρηµέναι, ἔχφραζει τὴν εὐχὴν ἡ Ἑκωτικὴ ᾿ακκλησία, ὕπως ἵδῃ μακοὰν τὴν διαίρεσιν καὶ ἐπέλθῃ µία ἔνωσις εἰς τὴν τωὴν τῆς κκλησίας τοῦ Χοιστοῦ ἵνα ἓν πλήοῃ ποοθυµίᾳ καὶ συν- εωασίᾳ διὰ τῆς ἑνότητος ὑπάσξι ἡ πλήρης ἁθμονίᾳ.» σὔὔῴ“------- ΝΑ ΜΗΙΦΗΣ 1 ΜΝΣ ΙΡΦῆ ΙΤ ΜΙΝΙ Νυνεστήθη ἐν ἸΑγγλίᾳ. Ἔπι- τουπή, πεοιλαμύάνουσα θεολύγους πιισῶν τῶν ἓν ᾽Αγγλίς Ὅμολο- πιῶν καὶ τῶν ΕΠι0λικῶν Ἕταιρει- ὧν παὸς γειµένου σαν. Ἡ ᾿Επιτροπὴ ἔχουσα ἐπὶ κε: φαλῆς τὸν καλῶς γνωστὺν ἑθμη- γευτήν κ. Ἀτόντ ἐλπίσει νὰ περα- τώσῃ τὸ ἔωγον της τὸ 105. Γρίζη ἡ ἁμοιθαία ἀγάπη καὶ πί- Γῆς, γέαν ἓχ τοῦ πρωτοτύπου. µετάφρασιν τῆς ἁγίας | : ες Εραφῆς εἲς τὴν ᾽Αγγ)λικὴν γλῶσ- Ἡ κρυψίνοια ἐξαφανίδουν ιά ἐπὶ Γπαντὸς τὴν ἐνδόμυχον ᾿ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ) Π ἐλπὶς τοῦ Χόσμου. , ΜΕΣΑ εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος προσκεκολλημένος εἰς τὴν ὕλην καὶ τὴν γῆν πιαραπαίει, μὴ ἔχων σταθερόν τινα ὁδηγὸν διὰ τὴν ξδωήν. εἶναι παρήγορον ὅτι ὀργανισμὸς σπουδαῖος καὶ διε- θνοῦς κύρους. οἷος τὸ Παγκόσμιον Συμέούλιον τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἔχει ὧς κύριον θέµα του τὸν ᾿Γησοῦν Χριστὸν ὡς ἐλπίδα τοῦ κό- σµου. Ἰέσα εἰς τὴν σημερινὴν ἀναταραχὴν καὶ τὴν κατακρήµνι- σιν ἀξιῶν αἴἵτινες ἐθεωροῦντο µέχρι τοῦδε στοιχεῖα βασικὰ τῆς ποινωνικῆς ὀργανώσεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι παρήγορον τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖον μᾶς στέλλει τὸ Οἰκουμενικὸν Συμέούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν διὰ τοῦ θέµατος τῆς Β΄ Γενικῆς Συνελεύσεώς του, περὶ ἧς γράφοµεν εἰς ἄλλην στήλην. Πράγματι εἰς τὰς θλίψεις καὶ τὸν φόθον ὃ ὁποῖος κπυριαρχεῖ µέσα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀν- θρώτιων, µόνον ἐκεῖνος ὅστις εἶπε «δεῦτε πρός µε πάντες οἳ κοπι- ὤντες καὶ πεφορτιοµένοι καγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11,28) ὀύναται νὰ εἶναι ἐλπὶς ἀσφαλής, σταθερὰ καὶ μόνιμος. Διότι καὶ ἡ ὁλικὴ ἰσχὺς ἐξασθενεῖ καὶ οἳ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, πρὸς οὓς τυχὸν θὰ ἀπέθλεπε ἡ ἀνθρωπότης, ἐξαφανίξονται καὶ αἱ ἑλπίδες, τὰς ὁποίας ἐπ᾽ αὐτῶν δυνατὸν νὰ ἐστήριξε, µάταιαι καὶ φροῦδοι ἀπο- δεικνύονται. «ΠΜὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὖν ἔστι σωτηρία» (ψ.145,38) παραγγέλει ὁ ψαλµωδός, διότι ἄνθρωποι ὄντες καὶ οὗτοι, ὁμοιοπαθεῖς πρὸς ἡμᾶς. δὲν δύνανται νὰ μᾶς παράσχουν βοήθειαν. ἐφ᾽ ὅσον καὶ οὗτοι ὑπόκεινται εἰς τὴν φθορὰν καὶ δὲν εἶναι ἀνενδεεῖς. Τούναντίο «Μακάριος, πράγματι ἐπεῖνος, οὗ ὃ Θεὸς ᾽᾿]ακὼό6 βοηθὸς αὐτοῦ ᾗ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ (ψ. 145.65), διότι εὗρε ὁδηγὸν ᾱ- σφαλῆ καὶ «ἐλπίδα σωτηρίας» (Α᾽ Θεσο. 6.8). 1000. ἔτη ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἱ, λὐγουστίνου. ΚΑΤ’ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ἐκ ῬΒώμης θὰ ἑορτασθῇ Μεγαλοπρε- τῶς ἡ 16 ἑκατονταετηρὶς τῆς γεννήσεως τοῦ ἵ. Αὐγουστίνου. Εἰ- ναι δὲ πράγματι ἐκπλήρωσις ὄφειλομένης τιμῆς πρὸς τὸν μέγα τοῦ- τον πατέρα τῆς ᾿Εκκλησίας ὃ ἑορτασμὸς τῆς 16 ἑκατονταετηρίδος τῆς γεννήσεώς του. Ο ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἀνεδείχθη πράγµα- τι ὃ μέγιστος τῶν χριστιανῶν φιλοσόφων τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς ἀγαστὴν ὀμόνοιαν τὴν Χρι- στιανικὴν ἀποκάλυψιν καὶ τὴν Πλατωνικὴν φιλοσοφίαν. ᾿Επὶ τοῦ ἔργου του ὠκοδόμησαν πάντες οἳ μεταγενέστεροι του, Λατίνοι ἐἰδίᾳ, ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς. Φύσις 6αθέως μυστικιστικὴ ἐδέχθη ξωηρὰν τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ᾿Απ. ἨἩαύλου ἀλλὰ καὶ τοῦ γεοπλατωνικοῦ μυστικισμοῦ. 'Ἡ μεταστροφή του εἰς τὸν Χριστὸν μετὰ τρικυµιώδη δίον ἀφῆκε ὡσαύτως ἀνεξίτηλα τὰ ἴχνη της εἰς τὸ ἔργον του. 'Ἡ σηµασία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου εἶναι µεγα- Λλυτέρα διὰ τὰς δύο ᾿Εκκλησίας τῆς Δύσεως: τὴν Ῥωμαϊκὴν καὶ τὴν Προτεσταντικήν. ᾽Αμϕοτέρων ἡ διδασκαλία- --καΐτοι το- σοῦτον διϊσταμένη-- ἔχει ὡς θάσιν τὸ ἔργον τοῦ 'Αγ. Αὐγουστί- νου. Καἱ ἡ ἁόρατος ᾿Ερκλησία, ἤ κοινωνία τῶν Αγίων, ὣς πι- στεύεται αὕτη ὑπὸ τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ ἡ Εκκλησία, ὡς ὁρατὸν κπαθίδρυµα νομιιῶς ὠργανωμένη ὡς ὑπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς Εκκλησίας διδάσκεται. εὑρίσκονται εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἕ. Αὐγουστίνου. ᾽ Αλλὰ καὶ αἳ περὶ σωτηρίας ἀντιλήψεις τῶν δύ ἓκ- κλησιῶν ἄκρως ἀντικειμέναι ἀλλήλαις ἀπὸ τοῦ ἵ. Αὐγουστίνου πάλιν πηγάξουν. Γενικώτερον ὅμως ἤ ἐπίδρασις τοῦ ἵ. Αὐγου- στίνου ἐκτείνεται ἐφ᾽ ὅλης τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῆς Δύσεως, ὥς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ πλήθους τῶν περὶ αὐτοῦ δηµοσιευοµένων ὑπό τε τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν ἕργων. Τιμῶντες καὶ ἡμεῖς τὸ φωτεινὸν τοῦτο Πνεῦμα τοῦ δυτικοῦ χοιστιανικοῦ κόσμου εὐχόμεθα ὅπως ἡ διδασκαλία του, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ συνετέλεσε εἰς τὴν διαµόρφωσιν τῆς διδασκαλίας τοῦ διῃοηµμένου Δυτικοῦ χοιστιανισμοῦ, γίνη ἀφετηρία ἑνώσεως τῶν δσταµένων ᾿Εκκλησιῶν τῆς Δύσεως: Ἡ προστασία τοῦ παιδιοῦ. ΒΕΒΑΙΩΣ δὲν ὑπῆρξέ ποτε ἐποχὴ καθ’ ἣν τὸ παιδὶ δὲν ἐτύγχανεν προστασίας. ᾽Αλλ’᾽ ἤδη δι ὅσων ἡ Γαλλικὴ ἐθνοσυνέ- λευσις ἐνομοθέτησε ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν παιδίων, προνοοῦ- σα διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν παιδοκτόνων ἢ τῶν ἄλλως πως βασανι- ζόντων τὰ κάτω τῶν 16 ἐτῶν παιδία, ἀναλαμθάνεται ἐπίσημος καὶ θετικἠ μέριμνα ὑπὲρ τῶν παιδίων. Βεθαίως αὐτὴ αὕτη ἡ ἀνάγκτη προσφυγῆς εἰς µέτρα νομοθετικὰἀ πρὸς προστασίαν τῶν παιδίων καταδεικνύει ὁποῖον στάδιον θλιθερᾶς καταπτώσεως δι- έρχεται ἡ σύγχρονος κοινωνία. ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς ἀθώας παι- δωὰς ὑπάρξεις ἢ καὶ ἔτι χεῖρον κακοποιοῦσα καὶ ἀποκτείνουσα αὐτάς. 'ΗἩ Χριστιανικὴ ᾿Εκκλησία, ἤ ὁποία καλεῖ πάντας νὰ γί- νουν ὥς παιδιὰ κατὰ τὴν ψυχήν, ἂν θέλωσι νὰ κληρονομήσωσι τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, συμφώνως πρὸς τὸ τοῦ Κυρίου «ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὗ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιδ” .Ἀ), ἀμέριστον τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν στοργὴν αὐτῆς ἕἔστρεψε πρὸς τὰ παιδία εὖλο- γοῦσα τὴν γέννησιν αὐτῶν καὶ ἁγιάζουσα καὶ καθοδηγοῦσα τὰ πρῶτα αὐτῶν βήματα. Αλλ᾽ εἰς τὴν προσπάθειάν της ἡ Ἔκκλη- σία πρὸς προστασίαν καὶ ὀρθὴν διαπαιδαγώγῆσιν τῶν παιδίων χθειάζεται τὴν συµπαράστασιν τῆς οἰκογενείας, τοῦ σχολείου καὶ τῆς κοινωνίας ἓν γένει, ἧς ἄνευ οὐδὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ. Διότι ὅντι διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Εκκλησίας θὰ οἰκοδομῆται θὰ χατα- κρημνίζηται ὑπὸ τῶν ἄλλων. Ι [ΠΛΙΣ ΒΕΣΜΘΣ ΘΕΙΔΣ Τοῦ κ. ΒΙΚΟΔΑΟΥ ΑΘ. ΠΕΤΣΑ, Θεολόγου. δυστυχίαν παντὸς εἴδους. 'Ἡ ᾱ- πιστία εἶναι ἔγκλημα ὁδελυ- ρώτατον κατὰ τοῦ ἱεροῦ ϐ6ε- σμοῦ τοῦ γάμου, εἶναι ἁμάρ- τηµα ἀσύγγνωστον τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἐκ θεμελίων καὶ δια- λύει τὴν ἱερὰν ἕνωσιν τοῦ γά- µου καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἠθικὴν ἐξαθλίωσιν. Ὁ καταπατῶν τὴν συζυγικἠν πίστιν καὶ ἀγνείαν εἶναι µοιχός, ὀδελυρός, κατα- στροφεὺς τῆς ἱερότητος τοῦ γάμου, πρόξενος παντοίων κα- κῶν καὶ παραθάτης τοῦ ὅρκου τὸν ὁποῖον ὤμοσεν ἑνώπιον τοῦ Θεοῦ. 'Η ἐκκλησία διὰ τῆς ἑθδόμης ἐντολῆς «οὐ μοιχεύ- σεις» καταδικάζει τὴν ἀπιστί- αν καὶ ὁ ΓΚύριο ταλανίζει τοὺς μοιχοὺς καὶ τὰς µοιχαλί- δας καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀνό- σιον ἐπιθυμίαν, «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ θλέπων γυναῖ- κα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. Ε΄ 28). Ὁ γάμος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕ- νγωώσις τῶν δύο φύλων, ἀλλά δεσμὸς ἱερός, µυστήριον μέγα καὶ πρέπει νὰ παραμένῃ τίµι- ος καὶ ἡ κο ἁμίαντος, ὡς λέγει ὁ τῶν ᾿Εθνῶν ᾽᾿Απόστο- «τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καὶ ἡ καὶ ἡ κοίτη ἁμίαντος πόρνους σελίδα) Γ΄. (τελευταῖον) Σκοπὸς τοῦ γάμου δὲν εἶναι µόνον ἡ τεκνοποίησις, ἡ διατή- ρῃσις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καὶ ἡ εὐδαιμονία καὶ τῶν δύο φύλων καὶ ἡ ἀλληλοθοή- θεια καὶ διὰ νὰ πραγµατοποιη- θῶσιν, οἱ ἐρχόμενοι εἰς γάμου κοινωνίαν- ἀνὴρ καὶ γυνὴ-- πρέπει νὰ συνδέωνται ἐλευθέ- ρως πρὸς συµθδίωσιν ὑπὸ τὰς εὐλογίας τῆς ἐκκλησίας, οὕτως ὥστε νὰ ἀποτελέσουν τὴν οἱ- κογένειαν ὡς ἓν ὅλον, ὡς λέ- γει ἡ ᾽Αγία Γραφή: «καὶ ἔσον- ται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Γεν. Β΄ 22). Μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν δύο ἑτεροφύλων προσῶ- πων ἐπιτυγχάνεται ἡ αὐτάρ: κεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ συγ- κροτεῖται ἡ οἰκογένεια. Τὴν ἕνωσιν δέ, πρέπει νὰ χαρακτη- στις ἡ θάσις καὶ τὸ θεµέλιον τῆς οἰκογενειακῆς ᾿εὐτυχίας καὶ ὁ πνευματικὸς θῶραξ τῆς οἰκογενειακῆς τιμῆς καὶ ζω- Ἡ ἕἔλλειψις ἁμοιθαίας εἰλι- κρινείας ἡ καχυποψία καὶ ἆμοι- θαίαν πεποίθησιν, ἡ ὁποία ᾱ- ποτελεῖ τὴν θάσιν τῆς πραγµα- τικῆς ἀγάπης καὶ δημιουργουν (δυνέχεια εἷς τὴν γ΄.