ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 ΔΟΥ Δ ΒΤΑΓΚΛΑΣ ο κ! ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1954 τον δν ο Πολυ ἐνδιαφέρουσα ἵπτο- ρία, εἶπε ὀνειροπόλα ὁ Μάρ- κέλλος, ποὺ δὰν τὴν εἶκε ᾱ- κούσει ποτε μ αὐτὸ τον τού: πο. -“παί, ἔγνεψε ὁ Μάνιος, ἐν. διαφέρουσα ἱστορία. Αά τὸ πιὸ παράξενο ἀπ᾿ ὅλα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ εἶχαν αὐ- τὲς οἱ ἀτελείωτες μάχες γ.ὰ τὴν ἀρχαία πόλη τῆς | άζας, Επειτα ἀπὸ κάθε εἰσθολή, ἕ- µμενε πάντα στὴν πόλη ἕνχ µέ- ρος ἅπ' αὐτοὺς τοὺς Σένους στρατούς. Μερικοὶ λιπο-αχτοῦ σαν, ἄλλοι ῆταν ἀνάπηροι ιεχὶ δὲν αποροῦσαν νὰ νγύρισουν στὴν πατρίδα τους. Ἔμενον στὴ Γάζα, ἄνθρωποι ἄπ᾿ τὶς πιὸ διαφορετικὲς ράτσες, καὶ συνέχιζαν τὶς ἔχθρες τους καὶ τοὺς καθγάδες τους. ὍὉ πλοίαρχος κούνησε τὸ κεφάλι του κι ἔκαμε μιά γκρι μάτσα. -“Πολλοὶ θά σᾶς διηγηθοῦν, ἐξακολούθησε, γιὰ τὶς ἀδιά- κοπες φιλονικίες καὶ συγκρού- σεις ποὺ γίνονται σὲ λιμάνια ὅπως ἡ Ρόδος καὶ ἡ ᾽Αλεξάν- ὄρεια, ὅταν μαζεύονται ἄν- θρωποι μὲ κάθε λογῆς χρώ- µατα καὶ γλῶσσες. Μερικοὶ λένε πὼς ἡ χειρότερη κόλαση᾽ στὶς ἀκτές µας εἶναι ἡ Γιάφα. Μὰ ἐγὼ ἐπιμένω πὼς ἡ Γάζα εἶναι τὸ τελευταῖο µέρος τοῦ κόσμου, ὅπου ἕνας λογικὸς ἄνθρωπος θᾶθελε νὰ ζήσει. τι Ίσως θἄᾶπορεπε νὰ ἔεκα-: θαριστεῖ πάλι ἡ Γάζα, εἶπε ὁ Μάρκελλος. -“Εντελῶς ἀδύνατοι| Χαία Γάζα ἰσχύει αὐτὴ τὴ χώρα, μέχρι καὶ τὴ Δαμασκὸ ἀκόμα, ᾽Ακόμα κι ἂν ὁ Αὐτοκράτορας ἔστελνε τὶς διαθέσιµες ρωμαϊκὲς λεγε-͵ ὤνες καὶ διάταζε νὰ γίνει ἡ. μεγαλύτερη σφαγὴ τῆς ἴστο- ρίας, ἡ νίκη του δὲ θᾶταν µό-΄ νιµη. Εἶναι ἀδύνατο νά νική- σει κανεὶς τοὺς Σύρους. Κι) ὅσο γιὰ τοὺς Εδθραίους ᾿Ακόμα κι ἂν σκοτώσεις ἕναν Εθραῖο καὶ τὸν θάψεις, αὖ- τὸς θὰ ἀναπηδήσει ζωντανός! Μάλιστα, µάλιστα, μὴ γελᾶ- τε! Θὰ πεταχτεῖ ἔξω καὶ θὰ κοιτάξει νὰ σᾶς πουλήσῃ τὴν κι αὐτὸ ποὺ λέγω γιὰ τὴν ἀρ-' γιὰ ὅλη: κοωθέρτα ὅπου τὸν εἴχατε τυ- λίξει | -“Μὰἀ καλά, ρώτησε ὁ Μάρ: κελλος ἀνυπόμονος νὰ μάθει περισσότερα γιὰ τὴ δική του δουλειά, τὸ δικό µας τὸ φρού- ριο δὲν κρατάει τὴν τάξη στὴ Μίνωα -- ἢ μᾶλλον στὴ Γάζα --Καθόλου! Δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν πόλη. Δὲν εἶναι Χτισμένο µέσα στὴν πόλη, μά ἀνατολικά της, µακριά, σὲ μιὰ θλιθερὴ ἐρημιά, κι ή φρουρὰ ἀποτελεῖται τυ- πικῶς ἀπὸ μιὰ λεγεώνα, δὲ θά βρεῖτε παρά καμιά πεντα: κοσαριὰ ἀξιωματικοὺς ͵ καὶ ἄντρες. Βρίσκονται ἐκεῖ γιὰ νὰ τροµάζουν λίγο τοὺς ΕΒΕ: δουΐνους τῆς ἐρήμου. Ὅπλι- σµένα ἀποσπάσματα συνοδεὺ: ουν πάντα τὰ καραθάνια, για νὰ μὴν τὰ ρηµάζουν οἱ λη: στές. Ὢ, εἶναι φορὲς -' Όχ' καὶ πολὺ συχνά -- ποὺ ἕνα καραθάνι φεύγει καὶ δὲν ἕα- ναγυρίζει ποτέ. , ὙΠ όσο συχνά δηλαδή ρῶ: τησε ὁ Μάρκελλος και Χα: σµουρήθηκε, προσπαθώντας νὰ παραστήσει τον ἀδιάφορο. --ᾱμ.... νὰ σκεφτώ, μουρ: µούρισε ὁ Μάνιος , μισοκλεί- νοντας τῶνα του µότι καὶ μξ: τρώντας μὲ τᾶ ροζιασµένα του) δάχτυλα. ποὺ μᾶς πέρασε, « παρὰ µόνο τὲσσερεις τέτοιες περιπτώσεις. . : Μόνο τέσσερεις! ἐπανέλα- θε ὁ Μάρκελλος σκεπτικι’ Φαντάζομαι πὼς σ᾿ αὐτὲς τὶς περιστάσεις αἰχμαλωτίζεται καὶ τὸ ἀπόσπασμα συνοδείας. Ξεφυσικά! ἔκαμε ὁ Μάνιος σέρνοντας τὴ φωνη του. -- Κι οἱ Βεδουΐνοι παίρνουνε σκλάθους . Οχι! Οἱ Βεδουϊνοι δὲν [χρειάζονται σκλάθους. Οἱ σκλάθοι θὰ τοὺς ἦταν μεγάλη ἐνόχληση. 'Ο Βεδουϊῖνος, χιλί- αρχε, εἶναι ἀγριάνθρωπος. Πονηρὸς σἀὰν την ἀλεποῦ, Ὁ- πουλος σἀν τὸ τσακάλι. Ώταν θέλει νὰ κτυπήσει, Ύλιστραει ἀπὸ πίσω σου καὶ σ᾿ τὴν καρ- φώνει πισώπλατα. ος Μὰ καλά, ἡ φρουρἀὰ δὲν 'ἐκδικεῖται γι αὐτὲς τὶς δολο- Γφονίες φώναξε ὁ .λος, τοὺς (Συνεχίζεται) πο -- 0 ΘΕΟΛΗΓΙΚΕΣ ΓΝΘΣΕΙΙ 11 ΚΑΛΒΙΥ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν β’. σελίδα) του γνώσεις ὁ Παλαμᾶς µνη- µονεύει στὰ «Πρῶτα Κριτικά» τὸ ἑξῆς παράξενο γεγονός. Κάποιος καθηγητὴς τῆς θεο- λογίας στὸ ᾿Ιόνιο Πανεπιστή- µιο κατάφευγε γιά νὰ τοῦ παρασκευάζη ἀπὸ θραδὶς τὸ µάθηµα ποὺ θὰ δί- δασκε τὴν ἐπομένη. Κι ὁ Κάλ- ὄθος παραχωροῦσε τὴ συνδρο- µή του ἐντελῶς ἀνιδιότελα καὶ μὲ τὴν πιὸ µεγάλη ἐχεμύθεια. Αλλο. δεῖγμα τῆς ἐμθρι- θείας τοῦ Κάλόου στὸν θεολο- | γικὸ κλάδο, στὸ ὁποῖο µάλι- στα διαφαίνονται κι οἱ ὀρθό- δοξες ἀντιλήψεις του, εἶναι ἡ «Θεολογικὴ ἐπίκρισίς» του ἐν- άντια στὸν ᾽Αντώνιο Δάνδολο, ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν «Πα- τρίδα” τῆς Κερκύρας τὸ 1849. ὍὉ Πάπας Πίος ὁ Θ΄ εἶχεν ἐκ- δώσει τότε μίαν ἐγκύκλιο στοὺς ἀνατολικούς, παραινε- τικὴ γιὰ ἕνωση. Ὁ Δάνδολος, θέλοντας ν᾿ ἀνασκευάση τὶς παπικὲς ἀξιώσεις, κυκλοφόρη- σε τὸ φυλλάδιό του '“Οεπηϊ Φυ]1”. εισίο]ῖσα ἆἱ Ῥίο ΙΧ αριί ΟµἱοεπαΙ. (Συνθήματα πάνω στὴν ἐγκύκλιο Πίου τοῦ Θ΄’ πρὸς τοὺς ἀνατολικούς). Στὸ φυλλάδιο αὐτὸ ὑπήρχανε ὥρι- σµένες δοξασίες ἀντίθετες πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἐκκλησι- αστικῶν παραδόσεων. Κάποιος ἀνώνυμος Λατῖνος ζήτησε νὰ ἐπικρίνη σὲ τόνο μᾶλλον φιλι- κὸ τὶς ἐσφαλμένες ἀπόψεις τοῦ Δάνδολου. ᾿Εκεῖνος θύμωσε καὶ συνέταξε γι ἀπάντηση πολυσέλιδη µελέτη, στὴν ὁποί- α προσπαθώντας ν᾿ ἀντικρού- ση τὸν ἀνώνυμο, ὑπέπεσε σὲ κακοδοξίες μεγαλύτερες ἀπ τὶς προηγούμενες. Ὁ Κάλδος παίρνει τότε µέρος στὴ διένε- ξη κι ἀνασκευάζει σὲ πλάτος τὶς διάφορες ἀνακρίθειες καὶ κακοδοξίες ποὺ περιέχονταν στὴ µελέτη τοῦ Δάνδολου, γιατὶ- κατὰ τὰ γραφόμενα του--.. Κρίνοµεν χρέος ἡμῶν ἀπαραίτητον νὰ ἐξελέγξωμεν (τὰς κακοδοξίας), διότι καθὸ, τέκνα γνήσια τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας καὶ ζηλωταὶ τῶν πατρικῶν παραδόσεων, ἀδυνα- τοῦμεν νὰ σιωπῶμεν, ὅταν οἱ ἐξ ἡμῶν ἐπιχειροῦσι προφάσει ὑπερασπίσεως ν᾿ ἀνατρέπωσι τὰ δόγµατα τῆς ἁμωμήτου ἡ- μῶν πίστεως, καὶ τοὺς μὲν ἆ- πλουστέρους καὶ ἀστηρίκτους σκανδαλίζουσιν, ἐχθροὺς τῆς ἐκκλησίας παρ- έχουσιν ἴσως ἀφορμὴν νὰ κι- νῶσι κατ’ αὐτῆς στόµα θλάσ- Φηµον, καὶ συκοφαντοῦντες νὰ : ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὴν τὰς ὃδο- ξασίας τῶν ἀναδεχθέντων τὴν, ὑπεράσπισιν αὐτῆς. Εἰναι δὲ ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος θιθλίῳ ἐναντίον εἰς τὰ δόγµατα καὶ τὰς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας ταῦτα...” Μ᾽ αὐτὴ τὴ θεολογική του ἔ- πίκριση παρουσιάζεται ὁ Κάλ- θος ἀμύντορας στερρὸς τῶν πατρικῶν παραδόσεών, ὑπερ: ορθόδοξος μπορούσαμε ἄνεπι- Φύλακτα νὰ προσθέσουμε. Ἐν: ισχύεται λοιπὸν ἡ ἄποψη πῶς ᾗ προσχώρησή του στὸν προ: τεσταντισμὸ πρέπει νὰ ἄναζη: τηθῇ κάπου ὑστερώτερα. Τὸ 1852, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὸ περιθάλλο του ὁ Κάλ- θος, ἐγκαταλείπει τὴν Κέρκυ- ρα γιὰ νὰ ἐγκατασταθῆ ὁρι- στὸν Ἱάλόο, ' εἰς δὲ τοὺς ͵ εοτικἀ στὴν ᾿᾽Αγγλία. Πλανᾶ- ται ἐκεῖ ἡ σκιὰ τῶν νεανικῶν του χρόνων. Σὰν πλῆθος µαν- τήλια τοῦ νεύουν καὶ τὸν κα- λοῦνε σιµά τους γλυκὲς καὶ μελαγχολικὲς ἀναμνήσεις... Ξεχωρίζουν δύο τάφοι κρατοῦνε, ὁ ἕνας τὴ σύντροφο (τοῦ πρώτου του γάμου, ὁ ἄλ-. ἵλος μιὰ πρώϊΐμη παιδούλα, Γκαρπὸ μοναδικὸ τῆς ἕνώσής ἴτους.. Ἡ ἔριδά του μὲ τὸ Φώ- σκολο κι ἡ ἀτσαλένια του ὁ- ἱπομονὴ ν᾿ ἀποκρούση τὸν πει- ρασμὸ καὶ γ ἀφίνη ἀναπάντη- τες τὶς μομφὲς καὶ κατηγορίες τοῦ παλιοῦ εὐεργέτη καὶ δα- σκάλου του. Μιά στάση ἄνδρο- πρεπής, ποὺ τώρα ὕστερα ἀπὸ χρόνια τὴ θαυμάζει καὶ γεµί- ᾿νοποίηση. Τὸ σπουδαιότερο ὅ- µως εἶναι, πὼς στὴν ᾽Αγγλία «εἶχε νοιώσει τὴν ἐλευθερία στὴν κυριολεξία της. Νά, πῶς τὴν τραγουδεῖ: ᾿Αδειάζει ἐπὶ τὰς ὄχθας κλεινοῦ Ταμησοῦ δύναμιν καὶ δὄξαν πλοῦτον ἀναρίθμητον τὸ ἁμαλθεῖον. ᾿Εκεῖ τὸ αἰόλιον φύσημα μ’ ἔφερεν' ἡ ἀκτῖνες μ’. ἔθρεψαν, μ᾿ἐθεράπευσαν τῆς ὑπεργλυκυτάτης ἐλευθερίας. τοῦ καὶ καὶ Τὴν Οπαχ]οξίε Ααραρία ΊΝα- απ παντρεύτηκε ὁ Κάλόος μὲ τὴν ἄφιξή του στὴ γηραιὰν ᾽Αλόθιῶνα. Εἶναι ἀκριθῶς ἀπὸ τότε (18653) ποὺ δηλώνεται καθαρὰ σὰ διαμαρτυρόμενος. Μἀ ἤτανε ἄρά γε λόγοι τυπι- κοί Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς πα- ράλληλα μὲ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου στὸ «Φροντιστήριο τῆς γυναίκας του, ξανάρχισε νὰ ἐπιδίδεται στὶς μεταφράσεις ἱθρησκευτικῶν θιόλίών γιὰ λο- γαριασμὸ προσήηλυτιστικῶν ἑ- ταιρειῶν. Δὲν ἔπαυε ταυτόχρο- να ν᾿ ἀσχολῆται μὲ θεολογικὲς µελέτες καὶ νὰ λαμθάνη µέρος σὲ θρησκευτικὲς συζητήσεις. Τώρα, ὅπως καὶ στὴν πρώτη περίοδο τῆς διαμονῆς του στὴν ᾽Αγγλία, θεωρόταν σοφὸς καὶ σεθαστὴ ἤτανε πάντα ἡ γνώ- εµη του. Τὸ πιθανώτερο εἶναι, πὼς ἡ ἔνταξη τοῦ Κάλόου στὸν προ- ἱπεσταντισμὸ ἦταν ἐνσυνείδητη. Καὶ μπορεῖ σὲ τοῦτο νἁ δοθῆ ψυχολογικἡὴ ἑρμηνεία. Μεγά- λος ποιητὴς ὁ Κάλόος, ποὺ χειροκρότησε ὁ ξένος τύπος ιτὴν πρώτη ἐμφάνιση τῶν Ὢ- Ιδῶν του, καταφρονέθηκε στὸν τόπο του καὶ σταυρώθηκε, ὅ- 'σον κανένας ἄλλος, στὴν ἀφά- νεια. ᾿Αρνηθήκανε τὶς ὑπηρεσί- ες του στὴν ἐλεύθερη πατρίδα. Στὴν Κέρκυρα δὲ μπόρεσε ν᾿ ἀποχτήση Φιλικὸ κύκλο. Ἡ Μοῦσα τὸν ἀρνήθηκε. Καὶ σὰν ἀετὸς μὲ τσακισµένα τὰ φτε- ρὰ ξαναπέταξε στὴν ἀφετηρία τοῦ πετάγµατός του, διαµαρ: τυρόµενος γιὰ τὴν κακία καὶ ἀχαριστία τῶν πατριωτῶν του. Μὰ αὐτὲς θέθαια εἶναι ἆ- πλὲς προσωπικὲς εἰκασίες. “Ο-' πως εἴπαμε στὴν ἀρχή, πολὺ µέρος τῆς ζωῆς τοῦ Κάλόου σκεπάζει ἀκόμη ἡ λήθη. Ισως ᾿πετύχουνε νὰ δώσουνε θετικώ: τερη. ἀπάντηση στὸ ζήτημα τῶν. θρησκευτικῶν γνώσεων καὶ πεποιθήσεών του νεώτερες ἔρευνες. γεμάτη: βράχους καὶ τσουκνίδες. Αν! Τουτη τὴ Χρονιὰ΄ δὲν ἄκουσα: Μάρκελ- |! ποὺ ! ζει τὴ ψυχή του γλυκειά ἵκα-' ο ος επ κ ροΙ μα κε ὃ ο! ϱ/Ε/ΡΠΙΟΙΡΙΙΟΙΙΡΙΒΙΩΙΦΙΡΙΦΙΡΙΩΙΑΙΠΠΙΦΙ9 ΘΡΙΗΙΣΙΙΗΥΤΙΝΗ ΠΟΠΗ ΣΣ [| [8] Τ 5. αρ : ΕΝ ΤΑΙΣ. ΝΥΞΙ.... : [5] ᾳ Ἰαθειὰ προχώρησε ἡ νωχτιά, [8] δ καὶ μέσ᾽ στὸν οἶκο τοῦ Θιοῦ µου εν οὔτε ψυχὴ δὲν εἶναι πιά, ε 8 τὴ ᾿Ακίνητη εἰν” ἡ σιγαλιά, 5 τόσο ποὺ ἀκούω καὶ τὴν ἀνάσα 5 Ε ἕνα σκοπὸ λυπητερόὀ. ἕνα κλαψιάρικο πουλἰ. Εν ἡ ψυχἠ ὁαρειὰ ἀπ᾿ ἀκούω τὶς σκέψεις µου, νὰ πέφτουν σὰ σταγόνες στὴν ἄπειρη ἔκταση τοῦ τοῦ καντηλιοῦ μπρὸς στὸ σταυρό. Εξω φυσᾶ ὁ 6οριᾶς στά πεῦκα Μέσ στὰ σκοτάδια κάποιο ὀρνίθι μεσάνυχτα στριγγολαλεῖ, καὶ μιὰ θραχνἠ σκουξιὰν ἀφήνει γιὰ τὴν εἰρήνη ποὺ μᾶς λείπει, Στὴν ἄκρη ἐδῶῷ γονατισµένος “αντίκρυ µου εἶν ὁ Σταυρώμένος-- . στὴ µισοσκότεινη γωνιά, ᾽Αντίκρυ µου εἴν᾽ ὁ Σταυρωμµένος τ κι ἀπ᾿ τὶς πληγές του ὤ, πῶς πονᾶ ! 8] Μιὰ προσευχἠ εἶν᾽ ὁ λογισμός µου γιὰ τὴν εἰρήνη ὅλου τοῦ κόσμου ΕΜΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ τὴ λύπη Π([ΕΙΡΙΠΠΙΩΙΙΠ/ΠΙΠΙΡΙΡΙΡΗΙΓ) πι [ΦΙΩΠΗΙΩΙ πια μιὰ-μιά, 9 μύρου εν ἀπείρου. α [ 8 Γ. ΒΕΡΙΤΗΣ [ Πιισ]ο[ο[ο/σΙϱ/ϱΙϱΙΠΙΡΙΩσΙπσπσ/αΙΠΙΩηρΙϱΙαΙσισησΙρ]σ]ρ/σ/πρσ/πιαμΠεΙσΙο]π]ο ΑΠΟΡΙΑΙ Ε | Αξιότιμε κύριε διευθωντὰ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Βήματος: | Σᾶς παρακαλῶ ἀφοῦ ὑπάρ- χει στήλη ᾽᾿Απορίας ᾿Ἐφημερί- [ων καὶ δίδονται ἀπαντήσεις εἰς ἀπορίας ἱερέων μὲ διαφω- :τίσετε διὰ τὰ κάτωθι: ο Ὦ) Εἰς τὴν προθεωρίαν τοῦ ετυπικοῦ περὶ ἀπολύσεως ἐν γένει εἶδον νὰ γράφῃ ὅτι αἱ ᾿Θεομητορικαὶ εἑορταὶ ἡ τοῦ ᾿ΙΕὐαγγελισμοῦ καὶ ἡ τῆς Ὕπα- ἱπαντῆς, ἔχουσιν ἰδιαίτερα χα- ρακτηριστικὰ ἐν τῇ ἀπολύσει, ᾿ἅτινα παρενείρονται ἐν τῇ ᾽Α- ναστασίµῳ ᾿Απολύσει ὅταν ετόχωσιν ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ. Τὸ ιτῆς Ὑπαπαντῆς χαρακτηριστι- :κὸν εἶναι «ὁ ἐν ἀγκάλαις τοῦ δικαίου Συμεὼν ῥασταχθῆναι Γκαταδεξάμενος...” ἀλλά τῆς '25ης Μαρτίου ποῖον εἶναι 2) ᾿Επίσης εἰς τὸν 87ον ἰφαλμὸν δηλαδὴ στὸν ἐξάψαλ- ἵμον σὲ κάποιο ἐδάφιον λέγει. ᾿Μἠ τοις νεκροῖς ποιήσεις θαυ- µάσια ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι [καὶ ἐξομολογήσονταί σοι ᾱ- «φοῦ ὁμιλεῖ περὶ νεκρῶν διατί [νὰ λέγει οἱ ἰατροὶ ἀναστή- σουσι Ἐλπίζω ὅτι θὰ δοθῇ ἁπάν- τησις στὴν ἀἁπορία µου. Διατελῶ μετὰ τιμῆς Παπᾶ Χριστοφῆς Ίρύφωνος Ἐν Μαζωτῷ τῇ 12.9.1954. ᾽Απάντησις: 1) Γεγονὸς τυγχάνει ὅτι ἐν τῇ προθεωρίᾳ τοῦ Τυπικοῦ καίτοι γίνεται λόγος περὶ ἴδι- αιτέρων Χχαρακτηριστικῶν ἐν τῇ ᾽Απολύσει τῶν δύο Θεομη- τορικῶν ἑορτῶν, τῆς τοῦ Εὺ- αγγελισμοῦ καὶ τῆς Ὕπαπαν- τῆς, ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρε- ται εἰς τὸ οἰκεῖον µέρος τὸ χα- ρακτηριστικὸν τοῦτο τῆς ἄπο- λύσεως τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦτο τῆς ᾱ- πολύσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὖ- αγγελισμοῦ, εὑρισκόμενον ἐν τῷ ὑπὸ τῆς “ἱερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ελλάδος ἐκδιδομένῳ ᾿ἘΕγκολπίῳ Ἐκ: κλησιαστικῷ Ημερολογίῳ, ἕἔ- χει ὡς ἑξῆς: “Ὁ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέ- ραν σωτηρίαν ἐκ Πνεύματος ᾽Αγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρ: θένου σαρκωθῆναι καταδεξά- µενος Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θε- ὃς κ.λ.π. ὡς συνήθως. 2) ᾿Εὰν τὸν στῖχον τοῦτον ἐκ- λάθωμεν ὡς ὀρθῶς ἔχοντα, ὡς παρὰ τοῖς Ο΄ φέρεται, τότε ᾱ- κριθῶς, ὁ ποιητής εὑρισκόμε- νος εἰς δεινὴν συμφορὰν (νό- σον, ἴσως τοιαύτην, οἷον λέ- πραν, ἡ ὁποία ἔφερε εἰς αὐτὸν τὴν µόνωσιν καὶ ἐγκατάλειψιίν πάντων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπελπι- σίαν ἕνεκα τοῦ ἀνιάτου αὐτῆς) ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ τὸν 6ο- ηθήσῃ τώρα ὅτε ζῇ, διότι ὅ- ταν ἀποθάνῃ δὲν εἶναι ὄυνα- τὸν νὰ τύὐχῃ οὐδεμιᾶς θοηθεί- ας’ καὶ τοῦτο διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ὁ ποιητὴς παραδέχεται τὴν παλαιὰν ᾿Γσραηλιτικὴν ἀν- τίληψιν καθ᾽ ἣν ἡ θαυμαστὴ ἐ- νέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἐκτείνε- ται εἰς τὸν Αδην, ὅστις διὰ τοῦτο καλεῖται «γῆ ἐπιλελη: σµένη», ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ ψαλμῳδοῦ ὅτι οἱ ἰατροὶ δὲν δύνανται νὰ ἄνα- στήσωσι νεκροὺς καὶ συνεπῶς δι ὅσων ἐνταῦθα λέγει ὁ ποι- ητής, παρακαλεῖ τὸν Θεὸν νὰ τὸν Θοηθήση ἐν ὅσῳ εὑρίσκε- ται ἀκόμη ἐν τῇ ζωῇ ἀφοῦ εἴ- ναι ἀδύνατον νὰ τόὀχῃ θοηθεί- ας μετὰ θάνατον. Καὶ ταῦτα μὲν ὅταν θεωρηθῇ ὡς ὀρθῶς ἔχον τὸ κείµενον τῶν καὶ ἑρμηνευθῇ κατὰ λέξιν. Αλλ ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν φαίνεται παραδεκτὴ οὔτε ὑπὸ τῶν πα- λαιοτέρων (Τῶν πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας) οὔτε ὑπὸ τῶν νε ὠτέρων ἑρμηνευτῶν. Καὶ οἱ μὲν Παλαιότεροι, οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ἀλληγορικῶς ἑρμηνεύοντες τὸν ὅλον ψαλ- μὸν νοµίζουσιν ὅτι τὰ ἐν τῷ ψαλμῷ τούτῳ λεγόμενα ἀἆνα- φέρονται εἰς τὰ πάθη τοῦ Κυ- ρίου, εἰδικῶς δέ, ὅτι τὰ ἐν τῷ 11 τούτῳ στ. λεγόμενα ἀναφέ- ρονται εἰς τὴν εἰς Αδου κά- θοδον τοῦ Κυρίου. Οὕτω ὁ Μ. [Αθανάσιος ἑρμηνεύων τὸν στ. ᾽τοῦτον λέγει «Τὰς αἰτίας ἡ- μᾶς διδάσκει τῆς εἰς τὸν θά- Ίγατον αὐτοῦ καθόδου µονονου- χὶ λέγων. ᾿Επειδὴ οὔτε νεκ- ροῖς δυνατόν, φησί, ποιήσασθαι θαυμάσια, οὔτε ἰατροῖς ἀνα-, : - ΦΗΜΕΙΙΟΝ στῆσαι, ἵνα ἐξομολογήσωνται σοι, οὔτε μὴν οἱ ἐν τῇ ἅπω- λεία δυνατοὶ ἦσαν γνῶναί σου τὴν ἀλήθειαν' τούτου χάριν, -ὦ, Πάτερ, καὶ τοῖς ἐν Αδου Γκαταλελόγισομαι ἵνα ἀναστάν- (τες οἱ ἐν τῇ ἐπιλελησμένῃ Υῇ καὶ τῶν θαυμασίων σου πεῖ- ἴραν λάθοιεν καὶ διηγήσονται (οἱ πάλαι ἐν τῷ σκότει τὴν ᾱ- λήθειάν σου (3. Ῥ. .29,381). :Ὁ δὲ Εὐσέδιος ὁ Καισαρεί- ας λέγει «Τὰ γὰρ αἴτια τῆς Ἰμέχρι τοῦ θανάτου καθόδου αὐτοῦ διὰ τῶν προκειµένων Ιτηλαυγῶς παρέστησεν» (31. 'Ρ.α 23, 1064). Εἰς ἑρμηνεία δὲ τοῦ ψαλμοῦ τούτου ᾱ- ποδιδοµένην εἰς τὸν Ἱἵ. Χρυ- σόστοµμον δίδεται ἡ ἑξῆς άλεξιν ἐνταῦθα πρὸς τὸν Πατέ- ρα πεποίηται, ἡμῖν γνωρίσαι τὰς αἰτίας βουλόμενος ὢν ἕνε- κεν ἀναγκαία ἣν αὐτοῦ ἡ πρὸς τοὺς νεκροὺς κατάδασις» (Μ. Ῥ.α. 55, Τ45). ἸΑλλ” ἐνῶ ἆλ- ληγορικῶς οὕτως ἡρμήνευον οἱ παλαιότεροι τὸ χωρίον τοῦ- το, οἱ νεώτεροι ἑρμηνευταὶ θε- ὠροῦντες ὅτι ἄνευ λόγου πα- ρεµθάλλονται οἱ ἰατροὶ εἰς τὸ 6 µέρος τοῦ στίχου τούτου καὶ ὅτι τὸ σωζόμενον ἑθραί- κὸν πρωτότυπον ἔχει ἄλλως, συμφώνως πρὸς τὸ Μασοριτι- κὸν (ἑδραϊκὸν κείµενον) καὶ Γἀάναγινώσκουσι τὸν στ. ὡς ἑ- ἱξῆς «Μἠ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις Ιθαυμάσια ἢ αἱ σκιαὶ τῶν νε- Γκρῶν ἀἁναστήσονται καὶ ἐξο- καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστηµίου ᾿Αθηνῶν κ. Βέλλαν εἶναι ἡ ἕ- ξῆς: «Ἐφ ὅσον οἱ νεκροὶ δὲν τυγχάνουν θοηθείας ἐκ τοῦ Θεοῦ δὲν δύνανται νὰ δοξο- λογήσουν τὸν Θεν. Δοξολογί- τῶν ζώντων. Διὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ποιητοῦ, ἐφ ὅσον οὗτος εἶναι ζῶν». ---- ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν 6’ σελίδα) μα πάσης κοινωνικῆς προνοί- ας, τὸ ὁποῖον συμπίπτει μὲ τὴν παρακολούθησιν τῶν ἐπι- ταγῶν τοῦ ἐμπράκτου Χριστι- ανισμοῦ. Τὸ δεύτερον κεφάλαι- ον πραγματεύεται περὶ τοῦ νο- ήµατος τῆς ἀποστολῆς τοῦ κοι- νωνικοῦ ἐργάτου, τὸ τρίτον μὲ τὴν συμθολὴν τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἱεραποστολῆς εἰς τὴν κοινωνικὴν πρὀνοιαν, τὸ τέταρτον κεφάλαιον μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἰατροῦ καὶ τῆς ἰα- τρικῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀγάπης καὶ τὸ πέµπτον ἀἆνα- πτύσσει τὸ θέµα «Ἡ ἀγάπη ὡς θασικὴ προῦπόθεσις τῆς ᾿Εκκλησιῶν καὶ τῶν Χριστια- νικῶν Οργανώσεων εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς προνοίας. ὍὉ συγ- γραφεὺς χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν µελέτην του 0 πλουσιωτάτην Ἑλληνικὴν καὶ ξένην διόλιο- γραφίαν, τῆς ὁποίας τὰ 6ἔασι- τέλος. :. Ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ νέα µελέτη τοῦ κ. Σαθράμη δια- κρίνεται διὰ τὸ ἐπιστημονικόν της πνεῦμα, καὶ τὴν συστηµα- τικὴν κατάταξιν τοῦ πλουσιω- τάτου ὑλικοῦ. Ἐεκινᾶ ἀπὸ τὴν ὀρθὴν γραμμὴν ὅτι ὁ Χριστιανι σμὸς εἶναι ᾽Αγάπη καὶ ὅτι ἡ ᾿Αγάπη εἶναι ἡ θάσις πάσης προνοιακῆς ἐργασίας καὶ ἑ- ξετάζει ὅλα τὰ συναφῆ προ- ὀλήματα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Χρι- στιανικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς πλουσίας ἐν τῇ πράξει σχετι- κῆς Χριστιανικῆς ἐργασίας. /᾿Αναπτύσσει μὲ σπανίαν δύνα- ἵμιν τὸ νόηµα τῆς σημερινῆς ἱπρονοίας, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν άψυχον «φιλανθρωπίαν» τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκθέτει διά Ιμακρῶν ὅτι ἡ Πρόνοια πρέπει [νὰ ἐξασκῆται μὲ ἀγάπην καὶ Ιμὲ σεθασμὸν τῆς προσωπικό- ἵπητος τοῦ θοηθουµένου, διὰ νὰ Ιεῖναι εἰς θέσιν νὰ τὸν ἀνορθώ- Ισῃ ὄχι µόνον ὑλικῶς, ἀλλά ἱκαὶ ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς, ᾿ὥστε νὰ καταστήσῃ καὶ τοῦ- τον χρήσιμον καὶ ἀποδοτικὸν (κοινώωνικὸν ἐργάτην. Δ. Α. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ἑρμηνεία τοῦ στ. τούτου. «Δι- | πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς θοήθειαν | κοινωνικῆς προνοίας», ἀναφε-, εαν σα κ ς ρόµενος εἰς τὴν εὐθύνην τῶν ι τοῦ νε ρα Αὐνούστου. Τὴν ὅοι κώτερα ἔργα παραθέτει εἲς τὸ ͵ | | | ο πι. γω ιο νωώπος της ἐδιωοισμύνος ἀπὺ τὸν / ος ον σύ γωυνοι Γνέστον τὸν νττ ὶἐ] ἔι Α΄, Ἱ, ο Αασησι ο Ῥ ρα] Κο ὐπήοςς τὰ οὐμονέστεσον ποια τοῦ. Νοιστονος πωαντι πις Ὀσροί, Ὁ. φοόνχε ἐγεννήθη τὸ Γὐήο εἷς τὸ Ἰμινουκ. Ὁ. πατήω, του Εὐσεύῆ ὡς μηστικὸς «σύμθονλος χιὰ δικαστής εἲς τὴν { | πάν (αοΐλα-- ἀπέθανεν ὅταν ὁ μεχοὺς Αὔπαυστος ἥτα ἱμακίας πόλης ὑατὰ, τῶν, Εαοὶ οἶον ὅ- μῶς τοῦτο Εεδόθη εἲς τὸν Αὔπγου- στων µία ἐπιμελημένη καὶ συστι- πατινη. νατ’ οἶνοων ὑκπαίδευσις, ἕως ὅτον. εἰσῆλθεν ος τὰς πῳο- χὠφημένας τάξεις τοῦ Γυμνασίου. ΕΝΜ1ὸ τὴν ἀντίκηφινε ποὺ τὸν διέ- Γστίμμον τῆς κοϊνε, χατώωθώσε νὰ τελειώσῃ τὰς Γιπινασιώσἁὰς σπουδὰς ἑντὸς ἕνὸς ἔτους γαὶ εἲς ἡλκίαν μόλις 14. ἑτῶν εἰσιρθεν εἲς τὸ Γανεπι- Ἰδνμιντ. Αἰσθανό- µεγος ἤδη ἀπὺ τότε ἰδιατέραν γλίσιν πυὸς τὸ ἱερατικὸν ἀξίωμα, ἑσπούδασεν ἐχεῖνα ἀγοιθῶς τὰ μαθήματα, τὰ ὑπυῖα θά τὸν ἐθο- Ἠηθοῦσαν εἰς τν πυαγμάτωσιν ποῦ. εουῦ. αὐτοῦ πύθου. λληνι- γα Εύραϊνὰ-- τὰς γλώσσας δη) αδη τῆς ᾽ἁγίας Σοαφήσ--έι- Ἰοσυσφίαν τῶν μετα υσινῶν καὶ ἠθινῶν.. προύλημάτων, γεγικὴν ἐν] ησιαστικὴν ἱστορίαν, ἵ- μα, καὶ Ἱατορίαν τῶν Οετικῶν ἐπιστημῶν, μολογήσονταί σοι (--δοξολο- γήσουσί σε). Ὅτε ἡ ἔν- νοια τοῦ χωρίου κατὰ τὸν! . θεολογίάν καὶ οητορικήν. Ἀλετα- γοαφεὶς ἀθγότεοον εἷς τὸ Ι{ανε- πιστήµιον τῆς 1οἱρεῖμ ἐπῆοε τὸ ὑίπλωμα τοῦ παιδαγώγοῦ. Ἡ µε- τάθασίς του εἰς τὺ µαπερανς ἆ- ποτελεῖ τὸν πρῶτον μµεγά)λον σταθμὸν τῆς τωῆς του καὶ µετ- ἐθάλεν ὁριστικῶς «τὴν τωὴν χαὶ τὴν ναρδίαν του», Καΐτοι ὑνωρὶς εἶγχων ἐλδηλωθη αἱ Όση: αγευτικαί τυν κλίσεις καὶ αἱ ἕμ- «ντο: διοικητικαὶ ἵνανύτητές του, ἡ ἀσίιαστος ὕμως δομὴῇ πρὺς δουᾷσιν γαὶ ποὸ παντὺς Ἡ µεγάλη «ιλοδοξία τον. διὰ, μίν ὃημιουυ: γικὴν ζωὴν τοῦ προκάλεσαν, εἰς μίαν. χωΐσιμον χαμπὴν τῆς τωῆς τοῦ, μίαν απ ολογικὴν Ἀοίσιν ναὶ τοῦ ἑνέννησαν πο)λλὰς ἅμηι- ῥολίας διὰ τὴν χοιστιανικὴν πί- στιν γαὶ ἀξιοπιστίαν τῆς Αγίας Γραφςῆς. Δύγω τῆς θέσεως ὅμως. εἲς τὴν ὑποίαν ἤτο τύτε τοποθε- τηµόνος, ᾖτο ὑπογοεωμένος νά νηούττῃ ἀπὺ τοῦ ἄμόωνος τὴν ᾱ- γαγεννητιχὴν δύναμιν τῆς χοιστι- ανικῆς πίστεως, τὴν ὑποίαν ὁ ἵ- διος ἔνοιωθε τόσον «λονισμένην μέσα εἲς τὴν ᾠυχήν του. Μίαν ἡμέρανι καθώς πφοσηύχετο μὲ θέρµην, διὰ νὰ λάμψη τὸ φῶς τοῦ. οὐρανοῦ εἰς τὰς φυγὸς τῶν ἀγροατῶν του, ἔλαμφε Ἑαφνικά ὁλόλαμποον καὶ µέσα εἲς τὴν ἴδι- χήἠν του φυχήν. Ἡ περίοδος τῶν ἀμφιθολιῶν' ἔσθυσε διὰ παντός. Ἡ ὑλονληοσωτικὴ ἐπιστοοφή του εἶχε συντελεσθῆ. Κα ἀπὸ τότε [ἀργίζει διὰ τὸν Αὔγουστον Φράν- διορθοῦσι τὸ κείµενον τῶν Ο΄ 1. ᾗ τωῇ τῆς ἀληθινῆς δημιουο- γίας, τὴν ὁποίαν τόσον πολὺ εἷ- Ύε «ιλοδοξήσει κά τὴν ὁποίαν Ἀνέπνεεν ἡ πρὺς τὸν πλησίον εἷ- λιχοινὴς ἁγάπη καὶ μάλιστα πρὸς τὴν πωδικὴν ἡλικίαν. Ἡ ἀμέσως κατόπιν γνωριμία τοι. μὲ τὸν Φίλιππον ᾿Ἰάκωθον «ρεπον (1990-1100). ἐκ τῶν πρωτεογατῶν τοῦ πιετιστιχκοῦ Ίι- γήµατος εἰς τὴν Εεοµανίαν, ἆπο- τελεῖ ἕνα μεγάλον σταθμὸν εἲς τὴν ζωὴν τοῦ Φράνκε καὶ τοῦ ἤ- χοιξε τὸν δούµον διὰ τὴν τελικὴν : ν ον ἳ ποαγµάτωσιν τῶν μεγάλων. καὶ α ἀκούεται µόνον ἐκ μέρους | | | ι εὐγεγῶν σχεδίων του. Ὁ ΡΗ. Ώροποι ᾖτο πάστωο εἷς τὴν. πό- ιν Θιαδεῦαχς ναὶ ἀργότερα εροκήρυξ εἰς τὴν Δοέστην γαὶ τὸ Ώερολῖνον. Μία θαθεῖα γαὶ δημιονογικὴ φιλία ἀνεπτύχθη µε- ταξὺ τῶν δύο ἀνδοῶν καὶ ἔκτοτε ἀπετέλεσων «μίαν ἀδιάσπαστον διανοητικὴν καὶ πνευματικῆν ἓνό- τητά». Ὁ Ώροπεν ἦτο ὁ «πατήρ» τῶν Πιετιστῶν εἲς τὸ παθασῶς θοησχευτικὀν µέρος. Ὁ Έπταηκεα ἔγινεν ὁ ἐνπαιδευτιχὸς καὶ ἱεωι- ποστολιχὸς Ἠἡγέτης τοῦ πιετιστι- χοῦ κινήματος. ο. Τὺ ἐνδισφέρον τοῦ Ἐτατκε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἡ ἀπόύ- φιασίς του νὰ ὀφιερώσῃ τὴν τον του εἷς οὐτὴῆν δὲν ἦτο ἀποοσδό- χητος. .Ἡ πόλις ἄοΐμα ὕπου ἐπέ- ρσεν τὴν παιδικὴν καὶ ἐφηθικὴν ἡλιχίαν του ᾖτο τὸ κέντρον τῶν ἐνπαιδευτικῶν μεταρρυθμίσεων το δουνὸ- Ἠρνέστου τοῦ Εύσε- θρῦς ναὶ ἣ πεταθουθιιστινὴ αὐτὴ ἀτιιόσααιοα τῆς ἄοΐια ἐπέδρασε θαθέως εἲς τὴν «λογερὰν ἠχην ατινὴν ὅμως ἀπόφασιν τὸν ἐπῆρεν ἀμέσως μετὰ τὴν τελικὴν ἔπι- στοοᾳἠν του εἲς τὸν. Κριστιανι- σιών. «ὕταν µία ἀστείρευτος πη: 1ἡ ἀγάπης ποὺς τὸν Θεὺν καὶ τὸν σλησίον ἐξεπήγασεν ὁἀπὺ τὴν νοδιάν του». ὅπως ὅ ἴδιος ὅμο: τουεῖ. Ἠπατάλόοθε κιὰ ἐπίστευσε, ἐχαυλι- ῥαθειά, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ τοῦ. ἀν- σιπθῦ γιὰ τῆς δυστυχίας ῥοώπου ἐγγειτω εἰς τὴν λησιν τῆς ἀνωγῆς τῆς νεότητος ηαὰ τὴν υνησίον χοιστιανικὴν ἓν- σαδονσν, Κε ἔντοτε ἔθεσεν ὡς ἄνηστων σνοπὸν τῆς τωῆς του τῶν εὐνενή α«ιλοδοξίαν τρωαστίν δύναναν τὸν τῆς , ο ση ο Ἅγιος ᾱ φ γειαν γιὰ τὴ σγολεῖον, Μία ἑ- πίσχεήδς τοῦ. ποὺς τὸν ποώθνε: αέε τοῦ. ἸΑπῤούογου γιὰ ὁπαδὸν : τοῦ ΕΠετισμοῦ ἁσπαππος ἸΝΙπ]κ]ον, ὃ ὁποῖος ἰδιατέθως, ἐνδιεσέωστο δή τὰ σγοτεῖο ὑπόσων παιδιών. ὕδωσεν ἀπάντησιν εἷς ἐσωτερικὰ ! ἁ μοτοτο τοῦ Ετηηκο, ὡς ποὺς τν γοτοβνυναν, ποὺ ἔπρεπε νὰ ώση εἷσ τή πορασπαθείας του διὰ, τὴν ἀναγέννησιν τῆς ἑνπαι- δρήσεωσ, νε ομάσθη ὄοχεταὺς ασνας αὸ την πάστους, Ἀ) Ππ]ς]οι.. νησι γωγεῖον Κωατόσιν αγνά Αιδσνων εἶτ ἕνα ἀπύσων παιδιών. διεθρθσίωνεν. ὅτι τὸ γηπισώσεῖτ ο ον αὐτὸ ὑπῆοξε τὸ ῥάθουν ἐπόνω: ες τὺ ὑποῖον ἐστήωριξεν ὅτι εἰς ο αν πἲ αν ς : τὴν ὑπόλοιπον τωήν του «ὁ Οεὸς 5 /. πα] τος πα . 3 8 ἐπετέλεσε δι αὐτοῦ», ᾽Απὸ τὴν ὀλιγόμηνον αὐτὴν πεῖραν καὶ ἓρ- , , . , γασίαν ἐπήγασεν ᾗ ἀκλόνητος πε- σποθησίς του, ὅτι ἡ ναλυτέρευσις Εικ νίέεσ τρ, Δοῦσι οτι πολ! πραμέ- : γὰ ἀποδείξῃ ! Χοι- | ατιωνῆς ἀνωονῆς εἲς τὴν οἴκοτι υ ΗΛ ΦΡΜΝΕ το ανθοιπίνο όνος α ξαωτηε ια Ελ εν πε ο ες Της μιά εἶτ την στὸν σι ο Γι τοτ ανα τον κ... - λα Ἡ ἂν Τὸ, κπιπδνυτινα δούμποτας Τὰ ἀπ, δημιο γησς ὁ Ερ]κο, Πεπυ: δν νο ο τη ισθοὔνν ις: τοῦ ς εξ ὧσηι- Ἠαστήσιιν ἃ τον σι οδοᾶν ἐπιθμμίαν τον θὰ ούττετοα νάθι εὐνοαιοίασ, πυ το Εἶορ πουν ἕνα σισιν Εν Εν ὡς αστήησε πώντων ορ Ὦνο, δι ΠΕΝ ο ήσις γα µόλαστα εἷς τὰ στωµά κ ἕωνατο ο) εμένα ο Οταν πο πάστοο, εἲς τὸ (απ να, τα απτωγὰ παιδιά τῆς ὀνηοοίες τι. συν θίαν νο ἕὐγων- τι αθε ΠΓέμπτην ἀπόγευπο, εἷς τὸ «σπίτι τον. ἐδίδετο ἠωσί, Γὸὰ ἐχαλοῦαε µέσα εἷς τὸ ὕπρυ τοῖς 1 θήνεν ἑφωτήσεις διὰ τὴν Χοι- στά τχὴν. πίστιν καὶ κατήγησιν. ἅποτε ἀνενόλοῃςο τὴν οπίστευτον αν νοιον Εν κοστόσησιν αὐτῶν τῶν παι- διῶν, Μσχέςθη λοιπόν νὰ δίδῃ τὸ, δίδαντοα. ες ἁσγετὰ, παιδιά, σά νὰ πηγαίνουν εἲς τὸ σγολεῖ- ον. 1 ἄνεράλυεν ἅτι ἔπιωοναν τὰ γοήµατα γωοὶς τὰ, πηναίνουν εἷς τὸ σγαλεῖον, Τότε. ἐτοπηθέτησεν εἷς τὸ σπίτι του ενα μἱχοῦ γιθώτιον «διὰ τὰς Ἰνάνκας τῶν απτωχῶν ναὶ ἔωοι- πτε» εἲς αὐτὸ εἰσῃοοὰς γαὶ ἓν τοῦ. ὑστερήματός τον. πολλάνις. Οταν τὸ ὕνοιδεν εὐρῆνε τὸ πο- σὸν τῶν ἑπτὰ λι0ῶν, Εὔὐγασιστη- Ερήγουα, ὅπως ͵ 3 ͵ ον : μενος ανες ΩΝἨσσν στ ελ ὐτὸ εἶναι ) ἔγα οτίµιον γε ἅλοιον (ο τ]]- οπου. ζαπίζα]). Πωέπει νὰ ράμω χάτι ἀξιόλογον μὲ αὐτύ. Θὰ ἵ- δρύσω, ὅνα, σγολκεῖον. δι. ἄπορα πιαδιά». Έτσι ἴδυνσεν ὁ Εταπ]κε Ἡ ἐπιτυγία τοῦ. σγολείου. αὐτοῦ Ἴτο τόσον μενόλη ὥστε πυλὶ σιν- τύπως χα οἱ πλούσιοι Κάτριχοι πιρενά)ουν νὰ δεγθῃ τὰ παιδιά των. αξ πληοριοπήν, Όταν ὁ ἁοι- θης τῶν παιδιών πάξήθη ποὺ τὰ ἐγώθισεν εἰς δύο: ἕνα σγυ- λεῖον ἀπόσων γα ἕνα ἀστιχὸν σγολεῖων, Αποζηηἒιι. χοτὰ τὸ 191, Ἡ ἵδύουσις τυᾶς λατινιρῆς σγο)ῆς ὅποι παρείγετο ἀνωτέοα πόραώσις γαὶ χατὰ τὸ 1939 Ἡ λοτονρπία υᾶς παιδαγωγικῆς ᾽Αγαδημίας (Ῥαεάαποσίαπι), μὲ οἴκοτωος εἴον διὰ τοὺς ἰοὺς τῶν εὐνενῶν. ᾿Αονότεοαςν ὀνεγνοοί- σθη αὔτη ἔπ'στήπως ἀπὸ τὸν Ῥα- πιλέα τῆς Ποωσσίας κ ἑτέθη ὑπὸ τὺν. θᾳσιλικὴην ποοστασίαν του, Ῥὸ ἴδιον ἔτος ἕνας φίλος τοῦ Ἰγαη]κο ἔθεσεν εἲς τὴν διάθεσίν του. τὸ ποσὸν τῶν 600 ταλήρων. μὸ τὸ ὁποῖον ἵδρυσε τὰ πεοίφημα Ἑμτρτε «ὐοαονοτοοςεῖα» του ἕνα δι ἁγόοια να ἕνα διὰ κο οἴτσια--- τὰ ὑποῖα ἀπετέλεσαν τὸ θεμελιῶδες απφάτηπον διὰ τὴν ἕ- χαοστιν τῆς μεγάλης κινήσεως, διὰ τὴν ἐνναθίδονσιν ὀρᾳανοτοο- «είων εἷς τὴν ποοτεσταντικῆν Τερµανίαν. Ένας μεγάλος. ἀοιθ- μὸς ἱδούθη ἀμέσως κατόπιν. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων τῶν όοφα- χοτροφείων τοῦ. Ἐταηκο. Ῥιωτοχούγως ὁ Έταηχκε ἵδρυσε γαὶ ἕνα συσσίτιον ὕποι ἐσιτίζοντο δωρεόν οἳ ἄποθοι σπουδασταὶ τῶν Πανεπιστημίων. εἷς τοὺς ὅὃ- πωίθνς ἀνέθεσε καὶ τὴν διδασχα- ων πα ἐπιμελητείαν εἲς τὰ σχολεῖα καὶ ὀρφανοτοοφεἴά του. ΤΕ αινρὰ αὐτὴ ὁμὰς τῶν αοιτη: τῶν ἐξελίσθη, μετὸ, παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν εἲς τὸ Φου] Παὰ Ῥγασσσηίονασι, τὸ ὁποῖον ἐξεπέ- δευε διδισνάλους διὰ τὰ χοινὰ σχολεῖα γαὶ εἲς τὸ Βεπιήπαγίαπα αοἰοσίαηι διά τοὺς διδασκάλους τῶν λατινοῶν λεγομένων. σγο: (περίπου τῶν σημερινών Κά ἔτσι ὁ Ἐταπκα ῶν Ταιδα- λείων. Τυμνοσίων). ἔνινε κιὰ ὃ ἱδουτῆς τ κωγικῶν ᾽Ακαδημιον εἲς τὴν Γερμανίαν. ἀλλὰ χυρίως ὑ ἔμ- πνευστὴς ἑνὸς νέου. ζωογόνοῦ εν πιαδευτιχοῦ. κινήματος, που ἄνε- γέννησε ανθιολεκτικῶς την πα τοίδα του. 4, Αἲ. ἐνέογειαί του διὰ τὴν ἴδοισιν ἐνπιωδευτικῶν ἱδουμάτων δὲν στωμιτοῦν ἕως ἐδῶ, Μ διά- δοσις τοῦ αιετιστινοῦ. πινημότος ναὶ ἢἡ προσέλεΌσις νέων ὁπαδῶν. αατέστησεν «ἰσθητην την ἄναγ νην μας α λολογίάσε ἱκανῆς γὰ νωνοπο ᾖση τὴν «μην Ἰά τάς τνευιατι ὃς ἀνάγκας τῶν Εύσε- τὸ Ἱταή Ἰδούει ἕνα ἴδου- θιστῶν. - οἱ μες γα νων--“ρηοπηστύ]ον. ἶ ὑποῖοι. διέτοεγον τὴν χώραν γαὶ διέδιδον τὰς ἰδέας τοῦ πιετισµου υαὶ χιοίως τὰς νέας παιδαγῶγι: νὰς ἀντιλήμεις. Τὸ Γττῦ δὲ. ᾱ- γέλαθε τὴν δ:εύθυνσιν τοῦ εἶδοῦ- πάτος τῆς Αγίας Γούσης. το ῥποῖον εἶνεν ἱδούσει ὁ Οαπβίθ]η. οιὰ τοῦ ὑποίον σχοπὺς το Ἡ ἔχ- ἔδρσι: χα διάδοσις τῆς Αγίας Έρως ῆς, Νόνην ὅπως ὑπὸ τὴν δν: εήθννσιν τοῦ Ἐγαπκα ἐγνώσισε τὸ ἑσδρυμα αὐτὸ ἠπέρας δάξης. Ἐεέ- διδε νά διέδιδε όγι µόνον. ΤΗΝ ἑΑνίαν Τοµς ην. ἀλλὰ να υλλά- δια. μὲ τὰς νέας πιαδαγωγικὰς ἰδέας, ὁμιλίας κα λόγους. ων αὐτῶν ἀπέδιδε ἕ- πώ σι γα σταθερὸν εἰσόδημα εἲς τὰ, ἓν- πιιδευτιό τον ἱδούματα, Κάοις τὴν ἀκατάθ)ητον δημ ουομνότητά τοῦ καὶ εἷς τὰς ππεοονθοώπους Μιιολογουμένως πουσπαθείας τον ἐντὸς μικοοῦ πγετινῶς γουνιλοῦ διαστήάτος ἀνεστήγθη Ένα πολὺ µεγάλο ἓν- ἑπιαδευτινὸ αυκοὐτηνες αὲ ἐπέ- ἔθπιισιν εἲς ὕλα τὰ σύγγοονά του Μονο ατοὔνάταν Όταν ὁ μπνεισιέγος Ἰδωντής των ἀπέ- θνήανε τὸ | ο πεοισσότεοα τῶν απ ποαιδιῶν ἐα οίτουν εἷς τὰ, δι- Κα οσις σγολεἷὰ του ὕπον. εἴογά- ἵτὸ διδάσνοντες πιαδνΩ- αἱ. δὲ τὰ δωρεὰν συσσίτια ἐσιτίζοντο ντο ς μας, τῶν δονάτων, του μι αποροινῶς 3. σπουδαστα τῶν | Αντ όπιων στο Ὦν γιὰ 580 παι- διά. Ἀετὰ παωύλενσιν δύο καὶ -.άρι ἰώνων τὰ ἵδωήπατα αὐτά. τὰ, ὅπως α έμονν ἀκόπη τὸ ὄνοιες τοῦ. Ἑταηκο, εἶναι, ἐν τῶν χαλυ- ζοῦ πε οστά σετο, ποσνε νεα νὺ | ππουδσττωιόν το καὶ τοὺς ἅπ-. των καὶ τὴν ὀνησυγητι- ) τὸ Τρ τὸ παῶτον σγολεῖον του. . Ι ΕΝ) 10! |. ΜΙΠΙΗΗΙ 15ον Ἔνα µόνο πυᾶγμα ἐλάττωνε την ὄντασιν τῆς φλονύς: ἔλειπε το ὄνομα τοῦ Οεανθυώσπου, Τὸ Ὁ- νοµα τοῦτο, Ῥατέ τὸ πνευμα τῆ: ποτ εηχνίνες ους εἴγχαι οι ἠσει μιςί με το γάλα τῆς μητέρας µου μὲ την παιδική αωδιά μον καὶ ἕ- ἵμεινε στὰ ὀάθη της ἀνεξάλειατον. κανένα δὲ θιθίον ὀσυνδήποτε καὶ εαν απο λογοτεγνικόν, ἐποικοδομη- ιτικὺν Ἡ ἀληθινόν, ἡμπουυῦσε κα) ολο λίαν νὰ, αξ τέωπῃ. .Απεφάσισα λοαπὸν νό στοέιρω ἵτὸ ανεῦμή µου πυὸς τὴν μελέτην πῶν ρα ὤν, διὰ νὰ μάθω. τί ἡ- Ίσαν. Καὶ ἰδοῦ ἐγω πορευρισκόµε- ἵνος εἲς την θέαν ἑνὺς ἄνεξερει- [νήτου ποάγµατας διὰ τοὺς ὕπερηΓ [ή άκρως, ολ μὴ δυναµένυι οὔτε Τεῖς αὐτὰ τὰ παιδιὰ ν΄ ἀποναρα- Ἰ4θῃ, Ἰίσυδος χαμηλή, ἀλλ ἐξ- µαρουμένη, ἐς ὅσον χανεὶς που- εχωφεῖν ιά παντοῦ πέπλος μυστη- οἵου, δὲν ἤμουν ἱνανὸς νὰ εἰσέλ- ἴθω ες αὐτὴν ἢ νὰ χαμηλώσω τὸ χεφάλι μον, διά νὰ θαδίσω ἐλεύ- θερος, Αιότι δὲν ὀἀπεχόμισα αὐτὴν ἐτην ἐντύπωσιν εὖθὺς ἀμέσως, ὅταν Ἰρχισα γά μεμετὸ τὴν Εραςήν. «Ἑὸ θιθλίον τοῦτο μοῦ. ἑἐφάνηχε τἀνά Ξιον νά παραύληθῇ μὲ τὸ µε- (χάλεῖον Σνὸς Μικέρωνος, Ἡ ἡἑ- ἱπεροψία µου. ἐπεριφφονοῦσε τὴν ἁπ]ότητα, τὰ δὲ μάτια µου σαν Ἰἁνίκανα νά διασχίσουν τὰ θάθη. Εἶναι ἀλήθεια, ὖτι ἡ Γραφή. µι- κοὰ. κατ ἀρχάς, αὐξάνεται ναὶ Πμεγεθύνετα μὲ τοὺς μικρούς. Αλ) ἐγὼ, δὲν καταδεκόµουν νὰ εἶμαι μικοὸς γαὶ ἐθεωροῦσα τὺ οἴδημα τῆς πενοδοξίας. μον ὡς ιπραγμµατικὸν μεγαλεῖον. ) | Αὐγουστῖνος καὶ εἳ Μανι- χαϊῖσι. (1) , Οὕτως ᾖλθον εἲς ἐπαφὴν μετ ἀνθρώπων ὑπερφιάλων γαὶ γενα- δυξων. σαρκυμῶν δὲ κα ϱυά- οων εἰς τὸ ἔπαχκρον, Τὸ στόμα πων Ἠτο διαθολα 2 πιψίς, ν οιώ- ὅης συμφυομὺς ἐν σιλλαθῶν τοῦ ὀνουματύς, δους τοῦ Κυοίου ἡμῶν Τησοῦ. Νοιστοῦ καὶ τοῦ πια μ- «θητικοῦ αρωκλήτον (2) τοῦ ο πίου ΕΓνεύµαάτος, Τὰ ὀνόματα ταῦ- τι οὐδέποτε ἐγχατέλειπον τὰ γεί- λη τῶν, ἀλλὰ δὲν ἤσαν παρὰ ἡ- χοι, ἁπ]ῆ π)αταγὴ τῆς υλὠώὠσσης ἔτων, Ἡ κερδία των ᾖτο γενὴ ᾱ- ληθείας.. Ἔς ώναναν. διαυκῶς «ἡ ἀλήθειω, «ἡ ἀλήθειω, Αλ οὐ- δέποτε ἡ ἀλήθεια εὐρίσκετο εἰς αὐτούς, Ἱδίδασκον τὴν πλάνην οὗ μόνον ὡς πας δέ. ὥστις εἷ- σαι ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ γα ὡς ποὸς τὰ, στοιχεῖα τοῦ. νάσμου. τούτου, π]άσματός Σου: Καὶ ἐπὶ τοῖ πε- δίου ἀχόμη αὐτοῦ ὄφειλον νὰ μὴ Ἀκούο τοὺς «ιλοσύςους τούτους, ναὶ ἀληθῆ λέγοντας, διὰ εὖν ἁἀγά- πην μοι πρὸς δέ, Πάτ.ῦ µου, ὑπερτάτη µακροθυµία, παντὸς χάλλοιις πηγη. ἸὪ ἀλήῆθεια! ἀλήθεια! όσον ἐστένωζον τότε χαὶ μάλιστα ἓχ τῶν. μεγαλυτέρων θαθῶν τῆς ι- χῆς µου διὰ Σέ, ὅταν τόσον συ- γνὰ νγαὶ κατὰ τούπους µυφίους οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔλαωιναν ν΄ ἆν- τηχῇ περὶ ἐμὲ τὸ ὕνοιιά σου, ὃ- περ ἤτο ἁπλῆ φωνὴ εἲς τὰ χεί]κη τῶν καὶ εἲς τὰς πολυαοίθµοιυς καὶ σχοινοτενεῖς συγγοαφάς των! Καὶ τὰ ἐδέοματα, ἅτινα πτρέθε- τον εἷἲς τὴν αυχήν µου, χάτατοι- νομένην ὑπὰ τῆς πείνης διὰ Σέ, ἤσαν, ἀντὶ Σοῦ. ἡ σελήνη γαὶ ὁ ἥλιος, (3). ἀριστονργήματα τῶν χειρῶν. Σου. ἀλλ ἁπλῶς δηιι- οπουήμυτά που. καὶ οὐγὶ σὺ Αὐτός. ἆλλ᾽ οὔτε κἂν τὰ ἄριστα τῶν. δημιουογηµάτων. Σου. Διότι τὰ, φυγινὰ, πλάσπατά που. εἶναι ὑπέοτεσρα. τῶν φωτεινῶν τούτων σωμάτων. τῶν. περιδινουµένων εἰς τοὺς οὐρανούς. Ἐμὲ ὅμως δὲν μ΄ ἐθασάνισεν ἡ πεῖνα καὶ ἵ δί- Φα διὰ τὰ ἠπέρονα ταῦτα δηµ:- ουογήκατα. ἀλλὰ διὰ, δε, σαἲ μό- νου, ὡς Αλήθεια, χωοὶς πεταθό- λὴν καὶ σκιάν. ἐνῷ δὲν παρέθε: τον. εἰς τὴν τοάπετάν μοῦ εἰ μόνου θανιασίας χιµαίρας. Καλι- τερον ἤθελεν εἶναι, ἐὰν ἔστοες ον τὴν ἀγάπην μον ποὸς τὺν ἡλιον, τοῤλάγιστον ἀληθη διὰ τοὺς ὁ- «θαλμούς μον, παρὰ πρὸς τὰ τοι- αὔτα φαντάσματες τὰ ὁποῖα ἐξητ πατοῦν διὰ τῶν ὀμμάτων τὸ πνεῖ- μα, Καὶ πάντοτε ἐπίστενον, ὅτι ταῦτα Ἠσο δ ὐ, καὶ ἑτοεφόμην ἐξ αὐτῶν, ἀλλ) ἄνει πεγάλης ὀρέξε- ως, διότι δὲν διέχεες τὴν Υλη” κήπητα τῆς ποαναατικύτητος ες τὰ, γεν ου, Τὰ φαντάσματα ταῦτα οὐδὲν εἶχον ὃκ Φοῦς ἀντὶ δὲ νὰ μὲ τρέφουν, μὲ ἐξήντλουν περισσότερον. 1} Βλ, Πρόλογον. (21. Βλ. Αιισαςί 'Ώο Πασνοσίριςν (Ρατιοί. αι. Κι 1. π4 κ. ἑ-). (3). Οὔὗτοι τὸν ἥλιον καὶ τὴν σε: λήνην, θεοὺς ὀνομάζουσι, ποτε μὲν αὐτὸν Χριστόν᾽ ποτὲ δὲ πλοῖς Ἀένοντες εἶναι τὰς τῶν τε: ἀποκαλοῦντες λευταίων Φυλὰς ἀπὸ τῆς ὕλης ι.ετά- γοντα ποὸς τὸ φῶς. οὕτω γὰρ φησὶ κατὰ µέρος τῆς πονηρᾶς ἁπαλλάτ- τεσθαι κράσεως. Καὶ τὴν σελήνην δὲ ιηνοειδῆ καὶ διχότοµον γίνεσθαι τῷ κενοῦσθαι’ καὶ τὰς Φωτοειδεῖς ψυ- χὰς ἀπὸ μὲν τῆς ὕλης λαµθτανειν, ἀ-τοτίθεσθαι δὲ εἰς τὸ φῶς' καὶ οὕτω κατὰ θραχὺ τῆς πονησᾶς τὸ φῶς ἆᾱ- παλλάττεσθαι κράσεως. ἸΤηδοάργοτ, Ἠαεν Τα Ἱ. 91). --δοἩα ποτά {ιά Ἱάσσηα ηϊμί ασ οαυποίς οὐ] νἰάθηε, Ἐ ἰάσο ἱμέι. αοϊσπη-- Τρ σοἱα πέν ἱ ρα σα αι 1π απα ἄσῃ. ο. μὶς ἁἰσατπί Μαλιίαϊ ΑΤαΗ. 1, 1115 46 11οἷ 5 (Ώοις, πο. θβ5δ Ὠοις. 1, ς. τέρων καὶ ἀποδοτικωτέρων Χάλλης. ἀχοιθῶς διότι ὁ ἴδοι- τῆς των τὰ, εἶνε θεμελιώσει ἐπά- γω εἲς τὰ αἰώνια καὶ ἁπαρασά- λευτα θεμέλια. τῆς Κοιστιονικῆς ἀγωγῆς. Καοαντηοιστικῶς γοά- ε ν ο. ἲ φει Ὦϱψν ὅτι «τὰ ἐκπαιδευτιχά τῆς ὁ δούματα τοῦ Έναπκο. τὰ ἁποῖα γόμα ἄναάνωνν εἷς τὴν άλλη, ἀπατελοῦν ἕνα θαυιαστὸν μνη- μεῖον. γοιστιανικῆς αιλνθρωαίος μάλιστα ὕταν λάθη νανεὶς ὑπ ὄψμει τος, ὅτι ἑλειτούογησαν εἷς τὰ τέλη ἑνὺς αἰῶνος. ὁ ὃ- ποῖος ἀνεταράσσετο ἀπὸ θωησνει- πό μασπαλλοδοξίας. πικοίας χαὶ αἱματοχυσίας». ἱ (Συνεχίζεται) | ν | ναὶ | | ! | ν” . Τιμῆ Φύλλον ορ. 2. | α ο ε.., Ἠσρέκισα Νοιννονν ο ΑΡΑ ΩΣ ΔΑ. ΡΟ, ο ἄνβρωπεος φὖὗσει τεῦ εἰδέναι ἐρεγεται». Εναὶ Σλέκλη- : ἡ ἱστερις αὐτοῦ ἀαπριθὼς δειχνύει τὸν ἄγώνα τοῦ ἆἂν- που διοι τὴν πρεαγωγὴν τῶν γνώσεων τὸν. την µόρφω: του. Είναι ἐκτὲς τεύτου πέραν πάσης ἁμϕιέολίας ότι ὁ πὲς τῆς οἰκογενείας, τῆς πατρέτητος καὶ τῆς µητρότη- ἐν ἐππληρενται εἰμῆῃ ἐν τῇ µόρφώσει τῶν τέκνων. Ἀι- ἐρξῶς παρατηρεϊ ὁ ἱερὸς Χρυσόστόμος «ΘΦὺ τὸ σπεῖ- τεῖ πατέρα µόνέν, ἄλλα τὸ παϊδεῦσαι χαλὼς' οὐδὲ τὸ λα - ο ο «ϱὍὉ ο Ὅ ο Χ νο ο ζη ο-ἲ ο ν 9) ο ὧν ραι 5 χυῆσπχι μητέρα ἐργάσετοι, ἀλλὰ τὸ θρέψαι χαλῶὼς» Καὶ του- | τε διέτι ἐκείνό τὸ ἐποῖον Εοηδεῖ εἰς την πνευματιχὴν ἀἄνα- πτυξιν καὶ τὴν πολιτιστικῆν πρέοδον τοῦ ἄνδρωπου νιον καὶ συνεπῶς ἡ γνώσις και ἡ πεῖρα τὴν ἐπείαν ἀπόχκτα χατὰα τὴν βραχείσν τωήν τον δὲν εἶναι µόνη ἐπαρνῆς να τὸν βοηνήση εις την πρὀσδον χαὶ τὴν δημισυργίαν του πὸ-: λιτισμοῦ. 'Ἡ ἕννατότης ὅμως τῆς µεταδόσεως τῆς παιδείας ͵ ς εἶναι ἐχείνη ἢ ὁποία βοηξεῖ εἰς τὴν περκιτέρω ἀνάπτυξιν | τοῦ πελιτισμευ. - Άλλα τὲ περιεχέµενον χαὶ απἱ τᾶσεις τοῦ πολιτισμοὺ ἐξαρτῶνται πυρίως ἐν τῆς παιδείχς. δι ἠς εἰς τὰς ψυχας τῶν ανθρώπων ἐμφυτεύεται ἡ τὀικύτη ἢ τοιαύτη τασις. “Ὁ- δεν πρὸς ἀνάπτυξιν πολιτισμου ὑγιοὺς καὶ διαµέρφωσιν τῆς κοινωνίας τοικυτην' ὥστε να ἐξασφκλίς-ῃ εἰς τὰ µέλη της εἰρήνην ται δινκχίαν κατανομὴν τῶν Ὀλινῶν ἀγαδῶν δέον νά ἀνκπτυχξῃ ἡ παϊδεία. ἀφοῦ αὕτη εἶναι ὁ ξεµέελιος τοῦ πελιτισμοῦ. Εὰν δὲ πάντετε ἡ ππιδεὶα ἐθεωρήδη ὡς τὸ πολυτιμµώτερεν ἀναθὲν καὶ πάντοτε οἱ ἄννρωποι τὴν ἔπε- δίωξαν. σήμερον περισσέτερεν ἀπὸ Άλλοτε εἶναι ἀναγχκχίσ. Διότι σήμερον εὑρισχόμεξα εἲς µίαν περίἰςδον ονὐγχύσεως τῶν ἴδεων. πατακρημνίσεως τῶν χρατουσὼν ἠξικῶν ἀξιὼν ζυµώσεως τῶν διχφέρων πνευματικῶν ρευμάτων νχαὶ «να- ζητήσεων. ἕχκ τοῦ εύτω δὲ δημιουργουµένου χόους µόνη ἡ παιδεία δύναται νὰ ἀνκγάγη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ να τὴν ὁδηγήσῃ εἲς τὴν πρέςδον. Διά νὰ κπαταστῃ ἔμως τουτὸ ὃν- νατὸν δέον ἡ πχιδείς καὶ οἳ πχιδαγωγοὶ νὰ Εµπνέωνται ὑπὸ ἰδανιχῶν ὀφηλῶν γαὶ νὰ ἀφορμῶνίαι ἀπὸ πθσμεςεωρί- ας τοειαύτης. δυναμένης νά αἴρῃ τοὺς ἄνθρώπους ὑπὲρ τὴν ὕδην καὶ νὰ κατευθύνη αὐτοὺς πρὸς ἴδανικό ὀφηλά. Διότι ἡ παιδεἰχ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἔπφρασις τῆς ποσμοθεωρίας : μιᾶς ἐποχῆς. ἑνὸς λαοῦ, ἄφοῦ αἳ πράξεις τῶν ἀνόρώπων καὶ ἡ ζωή των ἐν γένει ρυθμίζεται Όπο τῆς κοσμοθεωρία. | τὴν ὀποίχν ἀποδέχοντχι. Ἐούτου ἔνενακ εἲς διαφόρους ἐ- ποχὰς καὶ λαοὺς οἱ σκὐπεὶ τοὺς ὀποίους ἐπιδιώχκει καὶ τὰ. ἰδεώδη τὰ ὁποῖα προξάλλει ἡ παιδεία εἶναι διάφορα. ΄Ἡ ἠθικῆ δ᾽ ἀγριέῶς πρίσις τῆς ἐποχῆς µας εἶναι ἀπόρροια τῶν ὑλιστικῶν κοσμεθεωριῶν. αἴτινες ὑπὸ διαφέρους µόρ- φάς ἐπικρατοῦν εἷς πολλὰ µέρη τοῦ πλανήτον µας. Εἰς τὴν ἄρνησιν δὲ τοῦ πνευματιχκοδὺ χόσµου καὶ συνεπῶς τῆς ἆθα- νασίας τῆς φυχῆς καὶ τῆς μελλούσης ζωῆς ἐφείλεται γατα µέγιστον µέρος ἢἤ θλιξερὰ κατάστασις τῆς ἐποχῆς µας. ᾽Α- φοῦ µένον η ὕλη ὑπάρχει χαὶ ταύτης ἐκφάνσεις εἶναι ὁ κόσμος φυσικὸν εἶναι Ἰδανιχὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν καὶ οἳ σχε- σεις τῶν Φνθρώπυν νὰ ρυθµίζωνται ἀπὸ τοῦ γεγονότος τοῦ- του. ἸΑλλ' ἐὰν ἡ σηµερινῆ πατάστασις τῆς κοινωνίας εἶναι Βλιόερα. πινδύνους µόνον εγκυμονοῦσα και δὀηγοῦσα πρὸς τὴν ναταστροφήν. πρέδηλον τυγχάνει. ὅτι αἱ βάσεις ἐφ ὧν ἑδράγεται. εἶναι σαξραὶ χχὶ δέωον σύντονος νὰ οτραφΏ ἡ μέ- βιµνα τῶν ἴθυνόντων πρὸς τὴν ὁρδὴν παιδείαν, τις δά ἕ- φερε τὴν σωτηρίαν. Διά νὰ δυνηθῆ ἅμως ἡ παιδεία νὰ ἔπι- τελέση τὸν ὑφηλὸν αὐτῆς σχοπὸν εἶναι ἀνάγνη ὅπως ἔχει βάσιν. κοσμοξεωρίαν δεκλιστιχὴν τοιαύτην. ἡ ὁποία νὰ δύ- ναται να ἀνυφῆ τὸν ἄνθρωπον ὑπὲρ τὴν Όλην, εἷς πόσµους πνευματιχεύς. ὧν ἀαναπόσπαστον μέλος οὗτος τυγχάνει. Τοιαύτη ὅμως κεσμεξεωρί« ἐνείνη µένον δύναται νὰ εἶνχι ἡ ὁποία βάσιν ἔχει τῆν Χριστισνικὴν διδασχαλίον. «Φεμέλιον γὰρ ἄλλον ρὺδεῖς δύναται δεῖναι παρὀ τὸν πεί- µενόν. ὃς ἐστὶν Ἴπσους Χριστός». Ἡ ἐπὶ τῆς Χριστιανινιῆς πίστεως ἑδρασομένη χοσµοθεωρία, διδάσχόυσα. ὅτι ὁ ἄνδρω- πος. ὡς ὃν πνευματικὸν εἶναι τέπνον Φεοῦ καὶ πολίτης κό- σµου ἄλλου. διδάσχει συγχρόνως καὶ τὰ µέσα ἐπεῖνα, δι) ὧν οὗτος δὰ δυνηξή νὰ πλησιάσῃ τὰ ἰδανικά τὀυ καὶ να ὅδη- γηθῇ εἰς τὴν τελείωσιν. Οτι δὲ µένη ἡ παιδεία Π υπὸ τοιοεὺ- της χοσμοξεωρίας ἐμπνεομένη εἶναι δυνατὸν νὰ μδρφώσῃ πράγματι ἁνδρωπους χαὶ νὰ δηµιδυρνήσῃ χαρακτήρας ἦξι κούς. δυναµένους να ἐργασθοῦν διὰ τὴν σνακαϊνισιν ἈἎπι ἀναμόρφωσιν τῆς νοινωνίας µας εἶναι χαταφανες. Καὶ τοῦ- το διότι ἡ ἀγάπη ὡς αὗτη ὑπὸ τῆς Χριστισνιχκῆς βρησνειας διδάσκεται 8 εἶναι τὸ οὐσιῶδες περιεχςεµξενον τῆς τοιαύ- της ακδσμεβθεωρίας καὶ συνεπῶς σχοπὸς χατευξυντήριός τῆς ἁπὸ τῆς χεσμθθεωρίας ταύτης ἄ«πφρρεονυσης Παιδεῖχς. μεξκχίως τοιαύτη παϊδεία δὲν εἶναι κατ ἀνάγχκην αὉ- στηρῶς μεταφυσικῃ ἀποζενοῦσα τὸν ἄνθρωπὸν τοῦ κόσμου τούτου, οὔτε αγνοεί. πολλῷ δὲ μαλλον πολεμία δὲν εἶναι τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἀἁθθδῦ τὰ ἰδοανινά των ἓν πολλοῖς ταυτίζονται. Ἑ ευναντίεν ἀχριξῶς ἢ σύνὃεσις αυτων. Ελειν τὸ ὁποῖον καλεῦυμεν ἑλληνοχριστιανιχὴν παιδείαν δὰ ὅδυ- νηδῇ νὰ ἀνομορφώσῃ τὴν νοινωνίαν µας χαὶ νά δημιςυρ- γήση πελιτισµμὸν βεραπεύοντα τὸν ὅλον ἄνθρωπον ὣς πνεῦ- μα ναὶ ὕλην γαὶ οὐχὶ µένον Όλην. πολιτισμον ἑλληνόοχρι- ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ Τοῦ κ. Β. ΤΑΤΑΚΗ δύο Παλαιὲς Διαθῆκες ἡ Βί- όλος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσο- ΧΡΙΣΤΙΛΗΙΚΙ Δ΄’. Ας δοῦμε τώρα τὶ λέγουν ὃν : ί : , οἱ φιλόσοφοι ποὺ ἔγιναν Χρι ία: Καὶ μιὰ ἄσωὴ Φισήνα εἶναι λίγοι. ᾽Α- ποὺ σὰν πηγἡ δέχεται στὴν στιανοί. Δὲν γ ) νάµεσα τους ὁ στωϊκος Πάν- ταινος ποὺ προσῆλθε στὸ Χρι: στιανισμὸ καὶ ἔγινε προϊστα- µενος τῆς κατηχητικης Σχο- λῆς ᾽Αλεξανδρείας. Πρόκειται γιὰ τὴν περίφημη σχολή, που ὑπῆρξε τὸ φυτώριο πολλῶν µε γάλων πατέρων. Φιλοσοφικά καλλιεργημένοι, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πατέρες ἐργάσθηκαν σκλη- ρὰ γιὰ τὴν θεμελίωση της φιλοσοφίας την κοίτη της νερὰ ποὺ ἔρχονται ἀπὸ πολὺ μακρυά». «Ἡ πίστη, λέγει ἀλλοῦ μµπολιάζεται ἀπά- ας καὶ ὅταν τὸ μπόλι εἶναι τὲ- λειο, τὸ µάτι τῆς πίστης ὑπο- μεγαλώνει µέσα στὸ δένδρο, καὶ τὸ κάνει νά καρποφορῇ Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοί. ᾿Αλ- λὰ δὲ θὰ προστρέξωµε σὲ ὅ- λους. Γιὰ τὴν ζωὴ τῶν περισ- Χριστιανική 5 τῇ: ᾿ - ὁποίαν ἀντέταξαν στὴ Φιλοσο:- 5οτερον ἐλάχιστα ξέρομε ἢ φία τῶν ἐθνῶν. Στὴν ᾽Αλεξάν- :τίποτε.. Πολύτιμος γιὰ τὸ θέ- δρεια, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔ-ιμα που μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ψινε ἡ πρώτη διασταὐρωση ιὁ ἀπολογητῆς Γουστῖνος. 2 ν Νµεοπλατω- αυτον θἀ σταµατήσωμε λοιπὸν Χριστιανισμοῦ καὶ . νισμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα την πρώτη εἰσδοχὴ πολλῶν πλα- τωνικῶν φιλοσοφικῶν θέσεων στὴ Χριστιανικὴ σκέψη... , ᾿Ανάμεσα τους ειναι ἀκόμη ὁ Κλήμης ὁ ᾽Αλεξανδρευς, ο μαθητής καὶ διάδοχος του Παν ταίνου στὴ σχολή. ᾿Απὸ τοὺς πρώτους σηµαντικοὺυς Χριστι- ανοὺς συγγραφεῖς. ᾽Αρμονικα συνδυάζει ὁ Κλήμης Χριστια: νικὴ εὐσέδεια, φιλοσοφική εὔὖ: ρύτητα καὶ ἐλευθεροφροσωνή. ᾽Απὸ τοὺς πρώτους που Όπε- στήριξαν ὅτι ἡ φιλοσοφία καθ ἑαυτὴν εἶναι κάτι καλὸ και ἀνανκαῖο. Ὑπάρχουν, λέγε. ( κυρίως, καὶ στὸν Αὐγουστῖνο ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο πολύτιμος μάρτυρας γιὰ τὸ θέµα µας. Γεννήθηκε ὁ ᾿Ιουστῖνος στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰώνα ἀπὸ γο:- νεῖς ἔθνικους, ἀπερίτμητος, σὲ μιὰ πόλη τῆς Συρίας. Στὸ ἔργο του: Διάλογος πρὸς Τρύ- φωνα ἵἱστορεῖ πῶς καὶ γιατὶ τῆς φιλοσοφίας πίστευε, ὅπως πολλοὶ τότε, ὅτι εἶναι νὰ ὁδη- γῇ τὸν ἄνθρώπο στὸ Θεὸ καὶ τὰ τὸν ἑνώνη μαζί του. Ξεκί- νησε λοιπὸν γιὰ τὴν πραγµά- τὠση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ μὲ τὴ δν οέψενες ελ σᾶν Ὃν δεν} ΕΝΑΔΙΑΕΤΓΑΙ ΛΙΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΙΝΙ ναι ἡ πχιδεία. Ὁ ἄνερωπος τῇ ἐπὶ τῆς γῆς βίον ὁὀλιγοχρό-: νω στὸ δένδρο τῆς Φφιλοσοφί-ι καθιστᾶ τὸ µάτι τοῦ δένδρου, ἔγινε Χριστιανός. Αντικείμενο, ΤΗΝ ἵηῃν ΠδΙ {ρην ΕΚΑΣΤΟΥ ΜΗΝΟΣ λα μσε β’ ᾿Ελευθέρα νῦν ἡ ᾿Εκκλησία καὶ ἀπηλλαγμένη τῶν Φοθε- ρῶν ἔξωθεν κινδύνων μετά τοὺς ἐνδόξους τριακοσιαετεῖς περίπου ἀγῶνας αὐτῆς ἠδύνα- το πλέον μετά µεγαλυτέρας ἆ- νέσεως νά ἐπιδοθῇ εἰς δραστη- ρίαν ἀνάπτυξιν καὶ διάδοσιν τῶν πνευματικῶν αὐτῆς ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν πρὸς εὐλογίαν τῆς οἰκουμένης πάσης, ἅμα δὲ νὰ διατυπώσῃ τὴν ὀρθόδοξον δι- δασκαλίαν αὐτῆς. τὰ οὐσιώδη ταύτης ἐν μορφῇ γόµων καὶ κανόνων. ᾽Αμέρι- τῆς στρέφει εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ φιλανθρωπικοῦ της ἔργου καὶ τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς δράσε- ὡς καὶ ἀντιλήψεως διὰ τῆς λή- ὥεως σπουδαιοτάτων µέτρων ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ τῶν κα- ταπιεζοµένων (δούλων, αἴχμα- λώτων κλπ.). “Ἱδρύει καὶ µερι- μνᾶ διὰ τὴν συντήρησιν πλή- θοως πτωχοκοµείων, Ὑηροκο: µείων, ὀρφανοτροφείων, λεπρο- κοµείων, καὶ λοιπῶν νοσο- κλπ., ἀποδεικνύουσα οὕτω πως τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἱδρυτοῦ της οὐχὶ γράµµα κε- νὸν ἢ ἕωλον ἰδεαλισμόν, ἀλλὰ πρᾶξιν καὶ ἔργον. ᾿Απὸ τῆς περιόδου ταύτης ἄρχεται ἐπί- σης καὶ ἡ µεγαλυτέρα ἀνάπτυ- ἒις τῆς χριστιανικῆς ᾿Αρχιτε- κτονικῆς διά τῆς ἀνιδρύσεως μεγαλοπορεπῶν, ὅσον καὶ ἐπι- θλητικῶ» εὐκτηρίων οἴκων, να- ὤν, µοναστηρίων, κοιµητηρί- ων κλπ., διαρρυθµισθείσης ἆᾱ- ναλόγως καὶ τῆς θείας ΆΛει- Ἱπουργίας, τις διὰ τῆς προσ- θήκης νέων ὑμνωδικῶν εὐχετι- Γκῶν καὶ ἀναγνωστικῶν στοι- Ἰγείων, ἀποθαίΐνει µεγαλοπρε- Γπεστέρα. μυστικοπαθεστέρα κῆς δράσεως τῆς μεταξὺ ἀφω- | 1 [τοῦ πεδίου τῆς ἱεραποστολι- | | τίστων καὶ θαρέάρων εἰσέτι (λαῶν ἡ ᾿Εκκλησία κατὰ τὴν ὑπ' ὄψιν περίοδον ἀποδεικνύε- ται. δραστηριωτάτη ἐργάτις καὶ πιστὴ ἐντολοδόχος τῆς προτροπῆς τοῦ Ἱδρυτοῦ της πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ᾿Ἓθνη... (Ματθ. 28, 19). Ἡ Εκκλησία λοιπὸν ἔχου- σα ἰσχυρὸν συμµπαραστάτην καὶ συμθοηθὸν τὸ ἐπίσημον Κράτος, ἐπέτυχε καὶ διὰ τῆς ἰδίας πνευματικῆς, Φιλανθρώ- πικῆς καὶ ἱεραποστολικῆς δράσεως νὰ προσηλωτίσῃ εἰς. τοὺς κόλπους αὐτῆς ὁλόκληρα πλήθη πάσης τάξεως, ἡλικίας καὶ µορφώσεως. ἸΑλλ’ ἡ εἶσ- δοχὴ ἐν τοῖς κόλποις τῆς Ἔκ- κλησίας ὁλοκλήρων μαζῶν. ἰδίᾳ δὲ στοιχείων διαφόρων πρότερον θρησκευτικῶν καὶ ὃι- λοσοφικῶν ἀρχῶν καὶ θεωρι- ὢν φυσικὸν ῆτο νὰ προκαλέσῃ ἐπακόλουθα δυσμενΏ ὡς πρὸς τὴν, διατήρησιν τοῦ ὅμοφρο- νεῖν, ἐν τῷ πιτόµατι τῆς Κα’ φορητὸ μεταδυζαντινΏς τεχκνης εἰκῶν τοῦ στον ἐπίσης τὸ διαφέρον αὖ- κοµείων. ἔτι δὲ ξενοδοχείω». καὶ ἱεροπρεπεστέρα. Καὶ ἐπὶ. “ἝἍγ. Νεοφύτου, | ΙΙ ΠΜ ΤΠ ΠΛ ΜΗΝ Ὑπὸ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΜΠΟΝΓΙ, Καθηγητοῦ. τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθη νῶν. θολικῆς ᾿Εκκλησίας. Ξέναι ἰ- 'δέαι καὶ κοσµοθεωρίαι ἆσωμ- ,θίόαστοι ἢ καὶ ἀντίθετοι πολ- Γλάκις πρὸς τὴν ἐπισήμως ὑπὸ Γτῆς ᾿Εκκλησίας ἀντιπροσωπευ- οµένην δογμµατικὴν καὶ ἠθικὴν διδασκαλίαν ὑπεισελθοῦσαι οὕτω εἲς τὴν µάνδραν αὐτῆς, ἐδημιούργησαν ἀναταραχὰς μεταξὺ τοῦ ποιμνίου της καὶ ᾠδήγησαν πολλοὺς εἰς ἀπο- κλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ αἱρετικὰς κακοδοξίας ποι- παρέχουσα | Κιλωτάτων ἀποχρώσεων. ἘἜν- τεῦθεν σκληροὶ περὶ πίστεως ἀγῶνες ἀνελήφθησαν ὑπὸ τῆς 'Ἐκκλησίας, ἡ δὲ ἀνάμιξις ἐν Γαὐτοῖς πολλάκις καὶ τοῦ Κρά- τους προσέδωκεν εἰς τοὺς ᾱ- | γῶνας τούτους ὀξύτητα καὶ | φανατισμὸν ἀσύλληπτον, ὅστις ἐπὶ δεκαετηρίδας καὶ ιῶνας πολλλάκις παρετάθη. ἸΑλλ’ οἱ ἀγῶνες οὗτοι εἶχον | [ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς κρι- ωόμενοι καὶ µέγιστον ἀγαθὸν διὰ τὴν ᾿Εκκλησίαν ἀποτέλε- σµα. Διότι, ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ἐ- λευθερίας τῆς σκέψεως καὶ ͵ τῆς συνειδήσεως ἀσκούμενοι ͵ συνέθαλον καὶ συνέτεινον εἰς θαυμαστὴν ὄντως ἀνάπτυξιν τῆς Θεολογίας ὣς ᾿Επιστήμης, καὶ ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς πα- ραγωγὴν πληθύος ὅλης συγ-ι γραφῶ» ἐκ µέρους τῶν δοκι-͵ µωτέρων ἐκπροσώπων τῆς, ᾿Εκκλησίας, οἵτινες διὰ τὸ ὕ- ψος τῆς πρωτοτύπου συλλήψε- ὡς καὶ τὸ θάθος τῶν νοηµά- των των θαυμάζονται καὶ θὰ θαυμάζωνται εἰς τοὺς αἰῶνας. Εἰς πλεῖστα µέρη τοῦ ἕκτετα- µένου Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἐνε- Φανίσθησαν ἐξαίρετοι ἐκκλησι- αστικαὶ προσωπικότητες, αἵτι- γες ἐπὶ κορυφῆς τῆς καθόλου: τότε ἐπιστημονικῆς παιδείας | καὶ µορφώσεως ἱστάμενοι, ἄν-. έλαθον διὰ τῆς γραφίδος, τοῦ | λόγου καὶ τοῦ ἰδίου παραδεί- Ὕματος νὰ διεξαγάγωσι τὸν ἐν τοῖς ἀμφισθητουμένοις θεολο- ᾽γικοῖς προθλήμασι τῆς ἐποχῆς των ἀγῶνα. ᾿Εναντίον τοῦ δια-ι ἑοήτου ᾿Αρείου καὶ τῶν όμο- | | | Ι ΄ » σα 5 / φρόνων αὐτοῦ, Εὐσεθίου Μικο- µηδείας (342), ᾿Αστερίου τοῦ σοφιστοῦ (α΄ ἥμισυ δ᾽ αἰῶ- νος), ᾿Αετίου (365) καὶ Εὐ- νοµίου (β΄ ἥμισυ δ᾽ αἰῶνος) ἀντεπεξῆλθον ἐν ἀρχῇ ὁ ᾽Α- λέξανδρος ᾽Αλεξανδρείας (4328), ὕστερον δὲ ὁ ἀληθὴς στῦλος τῆς Ορθοδοξίας ᾿Αθα- νάσιος, ὁ μέγας (4313), ὁ Εὐ- στάθιος ᾽Αντιοχείας (πρὸ τοῦ 337), ὁ Μάρκελος ᾿Αγκύρας (περὶ τὸ 375), καίτοι εἰς ἑτέ- : ρας κακοδοξίας περιπεσών, Δίδυμος ὁ τυφλὸς (περὶ τὸ : 400), Μάρκος ὁ Διάδοχος καὶ πρὸ παντὸς οἱ ἔνθερμοι ὕπο: στηρικταὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Νικαίας καὶ ἔνδοξοι συγγυρα- φεῖς ὕτοι οἱ Καππαδόκαι Βα- σίλειος ὁ μέγας (13179), Γρη: γόριος ὁ Ναζιανζηνὸς (πρὸ τοῦ 1390), Γρηγόριος ὁ Βόσ: σελίδα) | | εδωνέχεια εἲς τὴν δ΄ χπο Τμ. ΙΙΝΙ ΤΙ ΜΝΝΝΟΙ | ρα. τα ολογίας. Ὅπων φικανθοωπικῶν ἕτων, λαμθανομένης ὑπ ὄψιν τῆς Γαὐτῆς Πανοσ. ᾿Αογιμ. ΣΥΝΤΑΕΤΓΙΚΗΣ Ἱ ΙΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΔΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΜΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΦΙΛΛΠΠΙΟΝ. ΤΝΛΡΙ ΠΡΙ ΠΜΗΙ -.. , ε ... Ἰπ’ εὐκαρίᾳ τῆς Ἱυυῆς ἔπε- ετείου. ἀπὺ τοῦ θανάτου τοῦ διαχε- χοιμένου παζαιογυάφου. Καρδινα- λίου. Μαϊ διωογανώθη εἰς Μπέο- γκωμο τῆς Ἱταλίας ὑπὸ τὴν ἑπρη- λὴν πφοστασίαν τῆς Ἱταλικῆς Νυ- θερνήσεως υνέδριον Φιλοκογι- κῶν Ἑπουδῶν. Κατὰ τὸ Συνέδοι- ον τοῦτο τὸ ὁποῖον συνῆλθε τὴν ιο Σεπτεμύρίου, διάφοροι χαθη- γηταὶ Πανεπιστημίων, ἀρχειοφύ- λαχες . ἄ. ἐξῆραν τὴν εἶσᾳορᾶν τοῦ. Καρδιναλίου. ἉΙαϊ εἲἷς τὴν γνῶσιν τῆς Ελληνικῆς καὶ Άατι- γικῆς «οιλολογίας. Ὁ Καρδινά- λιος. Μαϊ ἐγεννήθη τὴν τ Μαο- τίου. ΓΤ4δ καὶ ἀπέθανε τὴν 4 δε- απτεμθρίου 1804. Μετὰ τὰς σποι- δάς τοῦ. κατέλαύε ἀλληλοδιαδύ- χως διάφορα ὑπονογήματα ἓν τῇ Ἡαλησίᾳ του. δ υγγχοόνως ὅμως ἐπεδόθη εἲς τὴν µελέτην τῆς πα- λαιογρασίας, ἥτις τότε εὑρίσχε- το εἲς τὰ σπάογανα. ᾿Ανεκάλοιρε γαὶ ἐδθημοσίευσε πλῆθος γειφο- Γγοάφων ἑλληνικῶν καὶ λατινικῶν, τῆς θύσαθεν ναὶ τῆς Κοιστιανιγῆς Ἐν. τῶν πολυαοί- θµων ἔργων του ἀναφέοομεν τά: Οἰασδίοί αποῖονος οκ οοἱοίρας μαθσαπϊξ οἵα, Φον Ιρίογαπι Ὑο- ΕΘΥΗΠΙ πονα Οοἱἱ6σίῖο, Ἄονα ρᾶ- παπι ΕΒΕἱρμοίπεσα. ὥρισηδρίατα ΠΟΠΙΑΠΗΤΗ. λιμς . ” ἶ ΓῬαῦτα. πεοι)αμθάνουν κείµενα ἔνδισας έροντα ὄχι μύνον τὴν θί- οάθεν αιλολογίαν ἀλλὰ καὶ τὴν χριστιανικἠν, ὡς ᾽Απολογητικῆς, Θετικῆς Θεολογίας, Ἐκκλησιαστι- χῆς ᾿Ἱστορίας κλπ. - ή ΙΙ ΠΠ Δημοσιογραφικά εἰδήσεις ἄνα- φέρουν, ὗτι ἀνεκοινώθη ἐκ τοῦ Ὀα- τονοῦς ὅτι ἡ Γαλλικὴ Ἱεραποστο- λὴ ἐξηοτήθη ἀπ᾿ εὐθείας ἐκ τῆς 'Α- γίας Ἓδρας. Ἡ ἱεραποστολὴ αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἱερέων. ἐργατῶν, οἱ ὅ- ποῖοι κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἕ- τη. ἐζήτουν νὰ ἐπαναφέρουν εἲς τὸν Χοιστιανισμὸν τοὺς ἀπομα- κωυνθέντας αὐτοῦ Γάλλους. Ὁ κΡωμαῖος Παρατηρητής» σχολιάζων τὴν τοιαύτην Παπικὴν ἀπόφασιν, ὑπενθυμίζει ὅτι ὥρι- σµέναι ἀπόψεις τῆς θρησκευτικῆς καταστάσεως εἰς τὴν Γαλλίαν ὃ- πῆρξαν ἐπὶ πολὺ αἰτία ἀνησυχιῶν διὰ τὴν ᾽Αγίαν Ἔδραν. Ἡ πεῖρα, προσθέτει, ἀπέδειξε ὅτι ἡ Ἱερα- ποστολὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἤρχισε ὣς πείραµα, εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλὰ χρειάζεται µίαν περισσότερον γο- μιχὴν ὀργάνωσιν». Καὶ αὐτὸ ὁ Πάπας ἔπραξε. ΣΝΕΛΗΤΝΙΟΝΙΙΡΗΝΤ ΜΟΝΗ ΠΩ ΜΙ ΤΜΙΙΡΙ ΠΛ] «Υπὺ τὴν αποοεδρίαν τοῦ Σε6. Ο0οιτθο Γενικοῦ Γοωμµματέως τῆς Ταλλικῆς Καθολικῆς Δοάσεώς, 14, 10. 18. Σεπτεµθρίου, ἓν Σο συνῆλθεν εἲς Βαβπειχ εἷς τὰς γέδριον τῶν ἱερέων τῶν. Νοσοκο- µείων καὶ λοιπῶν «ιλανθρωπικῶν ναταστηµάτων. Εϊς τοῦτο μετέ- σγον ὑπὲο τοὺς ἑκατὸν ἱεοεῖς ἐξ ὕλης τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγί- ον, Κατὰ τὸ συγέδοιον αὐτὸ ἔξη- τάσθη ὁ τρόπος τῆς καλυτέράς δράσεως τῶν ἱερέων τῶν τοιού- χαταστηµά- ἠνχολογίας τῶν ἀσθενῶν καὶ τῶν Εγάστοτε περιπτώσεων. θθ---- [ι τ1ὲ ΜΙΙΔΙ Τὰ ΜΙΝΙ Ἱη ΠΜ) ΙΙΙ Τὸ Οἰκουμενικὸν Συμθούλιον τῶν ᾿Εκκλησιῶν προθύµως ἔσπευ- σε εἲς ύοήθειαν τῶν θυμάτων τοῦ { Κορεατικοῦ πολέμου. Διὰ τῆς Κο- ρεατικῆς Διεχκ]ησιάστικῆς Ὕπη- ρεσίας.. τὸ Ο. ΕΓ, παρέχει ὀοήθειαν εἰς τοὺς ἀπόροὺς, τὰς γήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τὰ. ὁποῖα ἐδημιούογησε ὁ πόλεμος χαθὼς γαὶ εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἔχοντας ἀνάγκην θοηθείας, ἄνευ διαχοίσε- ὡς φυλῆς ἢ δόγματος. Ἑϊς µόνην τὴν Νότιον Κορέαν ὑπάρχουν τοί- α- ἑκατομμύρια φυγάδες καὶ τὸ τι. 2... Γὀλιγώτερον. διπλάσιο οἱ ἔχοντες ἀνάγκην θοηθείας, ὡς στερούµε- νο γαὶ τῶν στοιχειωδῶν. ἔδοις τῆς Υπηρεαί- 'Ἡν τῆς ἥτις εὑρίσκεται εις ως ταύτης 1Τουσάν. ρων ἐμπορευμάτων εἰς ἑνατὸν εἰ! κοσι διαφόρους περιοχᾶς εἲς Κο- ρέαν. Δημοσιογοαφικαὶ πληοοςορίαι ῥγεῖθεν ἀναφέρουν ὅτι παρατηρεῖ- τα ὀξὺ ποὀόληµα στέγης καὶ Ε)- Ἱειμις ἐπαρκῶν νοσογχοµείων. Ἡ ὡς ἓχ τούτου διαθίώσις τὸν «ν- νγάδων αὐτῶν εἶναι πολλάκις ἀνεί- πωτος. ο -- η ΙΗΝΝΜΗΙ [ΝΙ ΙΦΙΣ ΣΙΤΙ Τι ΕΚΛΙΣΙΛ η (ΛΜ Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος δι- ὠοίσθη Γοαμματεὺς τῆς 'Ἱερᾶς σγνύδου ὁ Πανοσιολογιώτατος ᾽Αοχιμανδοίτης Χρνυσόστομος Πα: παϊγνατίου εἲς ἀντικατάστασιν τοῦ εἷς Μητροπολίτην Ἓάνθης ποροαχθέντος τέως. γραμµατέως κ. ἉΑντω: γίου. Κλαουδάτου. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ τοεῖς ἢ τέσσαρας φορᾶς ἶ : τα ἡ τὸ ἔτος γίνονται διανοµαι διαφο- ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ί πΙΡΕΡΙΘΥ 18.4 Ρωμανοῦ. τοῦ. λε ὡς ρ στὴ ΙΣΠ ΜΕΙΩΝΜΙΑΙΊ Α΄ -«Τοξη)θεν όὀ ο εδω οι ΕΙΝΑΙ πράγματι ἄξιον ἰδιαιτέρας ἐξάρσεως τὸ γεγονος ὅτι ἡ θρησκευτικὴ πίστις τοῦ Λαοῦ µας παραμένει πάντοτε ζωηρά. | Τοῦτο ἀπέδειξε ἡ ἑθδομὰς τοῦ Εὐαγγελίου. Πλήθη κόσμου παρ: ηκολούθησαν τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου εἰς τὴν ὕπαιθρον. Καὶ αἱ ὁμιλίαι τῶν κηρύκων τοῦ θείου λόγου ἐνωτίξοντο ὑπὸ τῶν πι: στῶν καὶ εὕρισκον καταφανῆ ἀπήχησιν εἰς τὰς ψυχάς των. Ακριδῶς δὲ τοῦτο γνωρίζουσα καὶ ζήτοῦσα νἀ ἱκανοποιήσῇ ἤ Ἐκνλησία µας πρὸς καλλιτέραν θρησκευτικὴν ὅδιδα- σµαλίαν ἐδημιούργήσε τὴν ᾿Εέδομάδα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀπ: έστειλε τοὺς ἱεροκήρυκας αὐτῆς ἵνα σπείρωοι τὸν θεῖον λόγον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν. Καὶ ἔσπειραν τὸν θεῖον «Ίόγον ὅ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἔπεσε εἰς γῆν ἀγαθήν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται οὗ µό- νον ἀπὸ τὴν ἀθρόαν προσέλευσιν εἰς τὸ κήρυγμα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων καὶ τῶν θρησκευτικῶν Σωματείων τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι εἰς τὰ χωρία τῆς ὑπαίθρου. τν 9 ἀπ ρ -- Τὰ κατηχητικὰ Σχομεῖα. , ΑΠ ΑΡΧΗΣ ἡ ᾿Εκκλήσία ἐφρόντισε διὰ τὴν θρήσκευ: τικὴν καὶ ἠθωιὴν διαπαιδαγώγήῆσιν τῶν μελῶν της. νήμων καὶ ἡ Ἐκκλήσία µας τῶν παραδόσεων τὰς ὁποίας ἔλαδε παρὰ τῆς ἀρ- χαίΐίας ᾿Εκκλησίας οὐδόλως ἔπαυσε μεριμνῶσα διὰ τὴν θρήσοκευ: τικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. ]αἱ ἐνῷ ἀπευθύ- νεται πρὸς πάντας τοὺς χριστιανούς, πάσης ἡλιμίας. ἰδιαιτέρως ἕστρειε τὴν προσοχήν της εἰς τὴν θρήσκευτικὴν διδασκαλίαν πρὸς ὀρθὴν ψυχικὴν διάπλασιν τῶν παίδων καὶ τῶν ἐφήδων. ᾿Ακριξῶς δὲ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιδιώκουσι τὰ Κατηχητικά :Σ χολεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ ᾿Εκκλήσία µας ἵδρυσε καὶ μὲ τόσην στοργὴν τὰ περιθάλλει. 'Ἡ ἀξία καὶ σημασία τούτων διὰ τὴν θεµελίωσιν ἀρχῶν ἠθικῶν δι ὧν ὁ σημερινὸς ἔφηέος θὰ στηρίξῃ τὴν ζωήν του εἶναι πλέον ἢ καταφανής. Ἐν τῇ σημερινῇ ἠθικῇ ἀναστατώ- σει καὶ τὸ πλῆθος τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους αὕτη προκαλεῖ, ὅ ἔφηθος εἰς τὸ Κατηχητικὸν θὰ εὕρῃ ὁδηγὸν φωτεινόν, ὅστις θὰ τὸν θοηθήσῃη νὰ σταθεροποιηθῇ ἠθυιῶς διὰ νὰ δυνηθῇ οὗ μό- νον νὰ ζήσῃ ζωὴν τοιαύτην, οἷαν ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπὸ τῶν ὅσια- δῶν του, ἀλλὰ καὶ νὰ συµθάλῃ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τῆς κοινωνίας καὶ εἰς τὴν δηµιουργία» πολιτισμοῦ νέου ἐπὶ χριστιανικῶν ἀρχῶν ἐρειδομένου. ᾿Αλλ᾽ ἐὰν τοιοῦτοι οἳ σκοποὶ καὶ αἳ ἐπιδιώδεις τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων πρόδηλον τυγχάνει τὸ καθῆκον πάντων τῶν γονέων νὰ ἀποστείλωσι τὰ τέκνα των εἷς αὐτὰ πατὰ τὸ νέον σχολικὸν ἔτος, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ περιξάλωσι διὰ τῆς ἐμπράκτου στοργῆς των. ΤῬὶ ὂ ο) ο οισυγιον. πΗΣ ἠθωιῆς κρίσεως τῶν χρόνων µας ἀπόρροια εἶναι ἡ καταπληµτικἠ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαζυγίων. Αἱἵ οἰκογέ- φείαι μὴ ἐρειδόμεναι ἐπὶ τῆς χοιστιανικῆς ἁγάπης καὶ μὴ ἐνού- µεναι διὰ τῆς Μοινῆς πίστεως εἰς τὸν Δημιουργὸν καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου Ἀριστὸν εὐκόλως διαλύονται. Ο Ἱερὸς τοῦ γάμου δεσμὸς παρὰ τὴν δείαν ἐντολὴν διερράγη. διότι δὲν ὑπάρχει ἀλλι- λοκατανόησις, ἀλλήλοσεθασμὸς καὶ ἁμοιθαία ἀγάπη μεταξὺ τῶν συξύγων. 'Ἡ ἕλλείψις ὅμως τούτων καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν συµ: Εἰωσιν καὶ μάλιστα ἐπείνην τὴν ὁποίαν ὃ Κύριος ζητεῖ. ΑΛΛ' ὁ ἐπὶ προὐποθέσεων ἄλλων ὁρμώμενος γάμος παύει νὰ εἶναι «καὶ θείου καὶ ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία» καὶ γίνεται πολλάκις ἔπι- χείρησις ἐμπορική, ἢ ὁποία τὸ πλεῖστον καταλήγει εἲς τὸ διαξύγι- ον. ᾽Ακριξῶς δὲ τούτου ἔγεκεν ὁ ἀριθμὸς τῶν διαξυγίων αὐξάνει ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἠθικὴ σῆψις τῆς κοινωνίας µας. Δὲν σπρέ- πει τὴν προσοχὴν οὐδενὸς νἀ διαφεύγῃ. ὅτι ὃ γάμος εἶναι θεσμὸς θεῖος καὶ ὅτι εἶναι ἀδιάλυτος ἐκτὸς εἰς µίαν µόνον περιπτωσιν. τὴν παράδθασιν τῆς συξυγικῆς πίστεως. Ας μὴ λησμονῶμεν, Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριξέτω». ὍὔἜ«----- | ΙΝΗΙΜΠΙ ΤΙ ΠΠ ΗΝ) Τοῦ κ. Γ. Ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗ, ἰατροῦ. ο ο 5ς οτι «ο ο α΄ Παρακολουθήσαντες τὴν Ιε- ρὰν Λειτουργίαν ἐν ᾿Ασήναις κατὰ τὸ τελος τῆς Μεγαλης εΕώδομάδος, την 'Πμέραν της ἸΑναστάσεως καὶ τας λοιπας πυριακάς καὶ 'Εορτας καί τὴν ἐν γένει ορησκευτικην κινησιν ἐν τῇ Πἱρωτευούσῃ του ἛἝλλη- νισμού, οιεπιστώσαµεν την ἕις λικρινη καί ὀαθειαν πιστιν τοῦ λαού τών ᾿Αθηνῶν προς την Ἑλληνικὴν ᾿Ορθόδοξον Ἔκ- κλησιαν του. πο παροµοιας πίστεως διακατέχονται και οἱ λοιποὶ ᾿Ελεύθεροι Ἓλληνες, Καὶ ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα Εὔθνη ἡ ταδις των ᾿Επιστημόνων και τῶν διανοουμένων ἐν Υένει ειτε παραμένει ὁ μαδιαῖον Θρησκευτικὸν Δελτί- ον Ορθοδόξου Οἰκοδομῆς διανεµόμενον δωρεὰν εἰς τοὺς ἐκκλησιαζομένους, ἀλλὰ καὶ ἐργάζεται μετὰ ζήλου ἵΚοινω- γικῶς. ᾿Εδημιούργησε «Χριστι- ανικὰ Σώματα» ὅπως ἐξετά- ζωσι καὶ διευθετῶσι τὰς µε- ταξὺ τῶν συζύγων διαφοράς, ἐπιθλέπωσιν εἰς τὴν θρήσκευ- τικἠν µόρφωσιν τῶν παιδιῶν διὰ τῶν Κατηχητικῶν Σ.χολεί- ων καὶ ἐν γένει ἐκτελοῦσιν ἔργα Φφιλανθρωπίας. Πρόκει- ται ἀκόμη, ὡς μοῦ εἶπεν ὁ κ. καθηγητής, νὰ δημιουργηθῇ καὶ σῶμα «Ἑ λληνίδων Διακο- νισσῶν», διότι ἡ γυνὴ εἰς τὰς μεταξὺ τῶν συζύγων διαφοράς ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἁδικουμένων γωναικῶν καὶ νὰ ἀκούῃ τὰ παράπονά των. Εἰς τὴν Ἑλλάδα µμµεγάλοι ἐκπαιδευτικοί, καθηγηταὶ [Πα- νεπιστηµίων, Γυμνασιάρχαι, καθηγηταὶ Γωμµνασίων ἐκκλη- σιάζονται τακτικῶς. Οὕτω ἐφ- αρµόζονται οἱ λόγοι τοῦ Σωὠ- τῆρος ἡμῶν. «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. ᾿Εὰν τὸ ἅλας µωρανθῇ ἐν τίνι ἁλισθήσεται- Εὐτυχῶς παρὰ τῷ ἐλευθέρῳ Ἑλληνικῷ λαῷ δὲν ἐμωράνθη τὸ ἅλας. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσῃ τις ὅ,τι λέγεται ὁ- πὸ τῶν ἐπιπολαίων. «Δὲν ἐνδι- αφέρομµαι διὰ τὴν θρησκείαν, ἀρκεῖ ὅτι εἶμαι καλὸς πατριώ- της». “Οχι. Ὅταν ἀπὸ τὸν οἱ- ονδήποτε πατριώτην λείπα τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημᾶ, εὔ- κολον εἶναι νὰ λυγισθῃ ὁ χα- ρακτήρ του πρὸ τῶν οἰωνδή- ποτε ᾿Εθνικῶν δοκιμασιῶν. Τὰς αὐτὰς ἀντιλήψεις διὰ τὸ ἀδιάφορος εἰς τὰ τῆς θρησκείας εἶτε καὶ κατα | κα οδῆς, ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ] Ἑλλάδι μαζὶ μὲ την καθοδή- γῆσιν τῆς Αρχιεπισκοπής ὃν θηνῶν καὶ τῆς “ἱεραρχίας αὐ- της ἐργάζεται εὐσυνειδήτως και μετὰ ζήλου ὑπὲρ τῆς Όρη: οκείας καὶ ἡ ἰθύόνουσα -τάξις τῶν ᾿Επιστημόνων καὶ τῶν Α- νωτέρων τῆς Κοινωνίας στελε- χῶν. Οὕτω ὁ γνωστὸς διάσημος καθηγητὴς τῆς χειρουργικής κ. Μαρῖνος Γερουλᾶνος εἶναι Πρόεδρος τῆς Ἀριστιανικης Ε- νώσεως Ἑλλήνων ᾿ἘΕπιστημο: νων. Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπι- στηµίου, ὡς εἶναι οἱ γνωστοί Γθεολόγοι κ.κ. Τρεμπέλας καὶ Μπρατσιώτης διευθύνουσι µε: γάλα Χριστιανικα Εδρύματα ὡς εἶναι ὁ «Απόστολος []αῦ- λος» καὶ κηρύττουσιν ἐπ Ἐκ: κλησίας. ΄Ἔργον τοῦ “Ἱδρύμα- τος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπεσκε- φθηµεν εἶναι ἣ διάδοσις τοῦ | θείου λόγου καὶ ἡ συγγραφη | ἰσχυρὸν θρησκευτικὸν συναί- ΓΘιθλίων θρησκευτικου καὶ ἠθι- σθηµα παρὰ τῷ ᾿ἘΕλευθέρῳ κοκοινωνικοῦ περιεχομένου, Ἑλληνικῷ λαῷ ἔσχομεν καὶ καὶ ἡ ἔκδοσις περιοδικοῦ. ΕΙ ὅταν ἐπεσκέφθημεν τὴν Θεσ- Γπεσκέφθηµεν ἐπίσης ἄλλο θρη- σαλονίκην, τὴν δευτέραν πρω- | τικὸν “Ίδρυμα ἐν Αθήναις [τεύουσαν τῆς Ἑλλάδος. “Ο.- σκευ ' ς τὴν «Αποστολικὴν Διακονίαν α« , τι προέχει εἰς τὴν ἱστορικὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ελλάδος». αὐτὴν πόλιν εἶναι τὰ Βυζαντι- ΓΤαύτης Γενικὸς Γραμματεὺς |νά της μνημεῖα. ᾿Εκεῖ ὁ κ. Πε- [εἶναι ὁ καθηγητὴς της Θε: λεκανίδης, Έφορος τῶν Βυ- Ἰολογίας ἐν τῷ Εθνικῷ | ζαντινῶν Αρχαιοτήτων εἶχε ΓΠανεπιστηµίῳ κ. Β. Βέλλας. τὴν καλωσύνην καὶ τὴν εὐγξ- Γκατὰ τὴν ἐπίσκεψίν µου ὅ -νειαν νὰ μᾶς δείξῃ τοὺς ἐν Θεσ Γκ. καθηγητὴς μοῦ ἐξήγησε τὸν |σαλονίκῃ ἱστορικοὺς ναούς, Γσκοπὸν τοῦ ἱδρύματος του: που. Οχι µόνον ἐκδίδει ἐόδο: (Συνέγεια εἰς τὴν δ᾽ σελίδα) [ι ΗΙΙ ΤΙ [ΙΙ ΤΙ ΙΝΝΝΗ ή Τοῦ κ. Β΄, (Τελευταῖον) 5. Απασαι σχεδὸν αἱ ᾿Ἔκ- κλησίαι καὶ Ὁμολογίαι, πα- ραλλήλως πρὸς τὴν ἐσωτερι- κἡὴν αὐτῶν ἱεραποστολήν, εἷ- χον καὶ ἰδιαιέρας ὀργανώ- σεις πρὸς διάδοσιν τῆς Χρι-. σπώνιι]ς πιστέως μεταοὺ τῶν μὴ. χριστιανῶν. Παρετηρεῖτο οὲ πολλάκις εἰς ἕνα καὶ τον σὐτὸν τόπον νὰ παρευρίσκων- ται ἱεραπόστολοι, προερχόµε- νοι ἐκ διαφόρων ἐκκλησιῶν καὶ πολλάκις ἐχθρικῶς πρὸς ἀλλήλους διακείµενοι. Ἡ πα- νουωια πο:ούτων ἱεραποστό- Άν. ὁποςλεπόντων εἰς τόν αὐτὸν ὀψηλὸν καὶ ἱερὸν σκο- πὸν τοῦ Γὐαγγελισμοῦ τῶν ἑωωχκριωτιανικών μαζῶν, ἑ9νη μ'ούργει κατάστασιν ἥκιστα ἐξυπηρετοῦσαν τὴν καρποφο-. υιάν τού ἔργου αὐτῶν. Εὐτι-ἰ γῶς, ἐπὶ τέλους, κατενοήθη ἡ{ σηµαντικὴ αὕτη ἔλλειψις εἰς] τὸ πεδίον τῆς ἐξωτερικῆς ἰξ- ροπωωτολῆς καὶ ὡς ἐκ τοῦ- του κατεθλήθησαν προσπάθει- αι ἀρκεταὶ πρὸς σωντονισιιὸν τοῦ ὅλου ἔργου καὶ παροιυσί- απν ἑἐπιαίου μετώπου εἰς τὰ πεδία τῶν ἐξωτερικῶν ἵερατο- στολῶν. ᾿Απόρροια τῶν προσ- παθειῶν τούτων τῆς Οἰκουμε-] νικῆς Κινήσεως ἦτο ἡ ἵδρυσις, τοῦ. Διεθνοῦς Συωµθουλίου ]- εραποστολῆς, τοῦ σημαντικῶς σωμόαλόντος εἰς τὴν εὐόδωσιν τῆς κ΄᾿ήσεως ταύτης, των δύο παγκοσμίων συνεδρί- ων: τῶν “Ἱεροσολύμων 1938 καὶ τοῦ Τααπαράμ (Μα- δρὰς) τῶν ᾿]νδιῶν τῷ 1938. 6. Γνωστὸν τυγχάνει πᾶσι τὸ θλιθερὸν γεγονός, ὅ- τι ὁ Προτεστα»τισμὸς ἅπαξ ἀποχωρισθεὶς τῆς Δυτικῆς ἡἙκιελησίας διεσπάσθη εἰς δι- αφόρους Ὁμολογίας καὶ αὖ- ται εἰς πλείστας ὅσας ὁμά-ι δας καὶ µάλιστα µέχρι τοιού- του σημείου, ὥστε πόλεις καὶ γωρία πολλάκις νὰ ἀποτελοῦν ἰδίας Ὡμολογίας, πρεσθευού- σας διαφόρως περὶ τῆς χρι- στιανικῆς πίστεως. Ἡ Οἰἴκου-, μενικὴ Κίνησις, ἡ ἀπώτερον σκοπὸν ἔχουσα τὴν ἕνωσιν -ὂν διαφόρων ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν, ἔστρεψε φυσικῷ τῷ λόγῳ τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ εἰς τὸ σημεῖο’ τοῦτο. Βε- ῥαίως πράπει νὰ ὁμολογήσω- μεν, ὅτι δὲν ἐπέτυχε καὶ ση- μαντικὠώτατα ἀποτελέσματα. Πλὴν ὅμως ἄξιαι ἐξάρσεως εἶναι αἱ ὑπ αὐτῆς ἐπιτευχθεῖ- σα: ἑνώσεις διαφόρων µικροο- µάδων, πλήρη κατάλογον τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ ἴδῃ ἐν. τὸ υεοστὶ ἐκδοθέντι (καὶ προ- | “Α Πὶ-| σναφερθέντι) ἔργῳ: πνονς οἳ ἴπο Εουπιεπίςσα] Ά[ονα- πιοηῦ”. ᾿Ἔκ τῶν ἐπὶ ᾽Αμερικα- νικοῦ ἐδάφους γενοµένων ἑνώ- πεων ἀξιοσημείωτοι, κατὰ τὸν ΦΡΘΙΤΥ τυγχάνουν αἱ ἑξῆς τέσσαρες: Ί1ον τῶν δύο Μεθοδιστῶν ᾿ἘΕκκλησιῶν τῷ 1939. (ἀριθμουσῶν περὶ τά 6,5 ἑκατ. πιστῶν), ὁ2ον τῶν Λουθηρανῶν Ὁμάδων τῷ 1930: (ἀριθμουσῶν περὶ τὰ 5 ἕκατ. πιστῶν), 3ον τοῦ Ιογκρεκα- σιοναλ'στικοῦ Σώματος καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ τοιούτου τῷ 1931 (ἀριθμού.των περὶ τὸ Ί ἕκατ. πιστῶν) καὶ 4ον τῆς Ἐκκλησίας τῶν ᾿Αναμορφω- τῶν τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν καὶ της Εὐαγγελικῆς Συνό- δου τῆς Βορείου ᾿᾽Αμερικῆς τῷ 1934 (ἀριθμουσῶν περὶ τὰς 700 χιλ. π'στῶν). 7. Ἡ ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως παρασχεθεῖσα ὑλικὴ βοήθεια πρὸς λύσιν τοῦ µετα- πολεμικοῦ προθλήµματος δεὀν- τως ἐξετιμήθη ὑπὸ τῶν ἁἅρμο- δίων κύκλων. Ἡ παροχἡ ὑπὸ τῆς Κινήσεως ταύτης διεκ- κλησιαστικῆς θοηθείας ἔξηκο- λούθησε καὶ μετὰ τὰ ἔτη τοῦ πολέμου, ἐκδηλοῦται δὲ ἡ ἑνέργε-α αὕτη καὶ σήμερον εἰς πλείστας ὅσας περιπτώ- σε'ς ἀδηρίτου ἀνάγκης, ὅπως τὰς περιπτώσεις θεομηνιῶν, πλημιιυρῶν, σεισμῶν καὶ λοι- πῶν δυσαρέστων καὶ κατα- στρεπτικῶν γεγονότων. Ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ βοήθεια παρέχεται ἐπίσης εἰς θεολόγους φοι- τητάς, ὡς καὶ πρὸς συν- τἠὴρησιν πνευματικῶν φυτω- ρἱὪν, σχολῶν καὶ µβιθλιοθη- κῶν, καὶ εὐαγῶν καὶ κοινωφε- {911 ἱσρυμότων, 3. ᾿Ανεκτίμητος σὺν τοῖς ὄλλοις εἶναι καὶ ἡ συμθολὴ τας Οἰκουιιενικῆς Κὐρήσεως εἰς τὴν ἐπίλυσιν διεθνῶν ζη- τηιιάτων καὶ ἀγροτικῶν προ-: ] Υ ϱλημάτων καὶ τὴν ὀρθὴν ἐκτί- µησιν τῶν κοινωνικῶν εὖθυ- νῶν. Ἰκαὶ µόον ἡ ἀναφορά δή ἐν τῶν θειάτων, τῶν συ- ζητηθέντων εἰς τὸ ἐν ᾿Οξφόρ- δη τῷ 19317 συνελθὀν δεύτερον Παγκόσμιον Συνέδριον Ζωώ- ῆς καὶ ἐργασίας, εἶναι ἀρ- κετἠ νὰ δικαιώση τὰ ὑφ' ἡμῶν λεγόμενα. Κατὰ τὸ πρῶτον θέµα: ΄Ἡ Ἐκκλη- σία καὶ τὸ Εθνος συ»ε- ζητήθησαν αἱ σχέσεις τῆς Ἔκ- κλησίας πρὸς σφαίρας τινὰς τοῦ θίου, τὰ ἤδη, τὰ ἔθιμα καὶ | δις- ροὴν τὰς παραβόσεις, αἴτινες πορσῴθησαν κατά τὴν τῶν υοόύνων., Εὶἰς δὲ τὸ δεότε- ρον θάμα: Στ: Ἡ Οἰουμεν κὸ γοεληπσία ἡ Α.εθνὴς Τά περιελήσθη ἡ ἐξ, α ζλτηνάτίον, ἄτινα σχετί- ὄπνσοι πρὸς τὴ ἐθν σιιόν, τὰς διεθνεῖς σχέσεις καὶ τὴν Ἔκ- κ ησίων. Ὡς ἵδρυμα ὑπ. οβαῖ- νον τὰ ἐθνικὰ ὅρια, ἄλλως εἰπεῖν Οἰκουμενικόν. γρ Αὐτονόητον, ὅτι πολλῶν ἐκ τῶν ἐπὶ τοῦ διαχριστιανικοῦ πεδίου. τωποθετηθέντων σορμο μένα ἀνφερθόντων π, χῶ ἰδίως : διά τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ συγκληθέν- ' τῷ ' τοῖς ' πασισ] καὶ ) ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΙΤΣ ΙΔΟΥ :καρπῶν ἐπωφελεῖται καὶ µς- ταλαμθάνει καὶ ἡ καθ ἡμᾶς Ορθόδοξος ᾿Ανατολή. ᾿Επὶ υπλέον δυνάµεθα νὰ διακρίνω- μεν καί τινας ἄλλους ἀνυσί- µους καρπούς, τοὺς ὁποίους δικαιούµεθα. νὰ τρυγήσωμµεν καὶ θέσωμµεν ἐπὶ ἑνὸς δευτέ- ρου πεδίου, καθαρῶς ὀρθοδό- ξου. Αππὶ τοῦ δευτέρου δὲ τούτου. πεδίου διαθλέποιιεν ὠφελείας, ἀπορρεούσας ἀπὸ τὴν ἀπὸ µέ- ρους ἡμῶν τῶν, ὀρθοδόξδων γνωριµίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς λατρείας τῶν ἄλλων, ἀπὸ των πτριορισμὲ» τῆς προσηλυ- τιστικῆς τάσεως τῶν ὀλλοδό- των εἰς βάρος τῶν ὁμοδόξων, ἀπὸ τὴν ὑλικὴν θοήθειαν, τὴν πα:ενομένην πρὸς συντήρησ:ν σχολῶν καὶ ἀποκατάστασιν ἕ- κτάκτων ἀναγκῶν. 1. Ὅπως οἱ ἐένοι ἔχουν τὴν ἀπὸ µέρους αὐτῶν γνωρι- μίαν τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων καὶ «τὴν, Ὑνῶσιν [τῆς λατρείας ἡμῶν, οὕτω καὶ [ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ὠφελούμε- Ἱ θα, Ὑγνωρίζο-τες τὴν πίστιν [πὸν ἑτεροδόξων καὶ ἐκ τοῦ : - Γπύνουνος, παροακολο' Οοῦντες | ἂτ λοτρευτικὰς αὐτῶν συνά- εις. Αἱ γνώσεις αὗται, τὰς λαμθάνομεν ἐκ τῆς Γποιαύτης ἐν οἰκουμενικῷ πνεύ- Γπατι γνωριμίας καὶ συνεογα- πίας, ὅδηγοῦν ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἀφαιρέσωώμεν ὠρισμένας προ: καταλήψεις, τὰς ὁποίας τυ- νὸν εἴχομεν εἰς βάρος τῶν. ἆλ- λωδόσζων ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ' ἑ- τέρου εἰς τὸ νὰ σχηματίσω- μεν πεποίθησιν ἀκλινῆ περὶ τῶν ἀμφιθόλου ὀρθότητος ζη- τηµάτων καὶ λάδωμεν οὕτω ᾿πτωθερὸν µέτωπον πρὼς ἀπο- µάκρυνσιν τῶν ἐξ αὐτῶν ἆᾱ- “ποποεουσπῶν περιπλανήσεων. Παράδειγμα ἁπλοῦν ἡ προσ- Γέγγισις τῶν ὀρθοδόξων, Πα- ἑλαιοκαθολικῶν καὶ ᾽Αγγλικα- νῶν. Συνέπεια ξΣὲ τῆς προσεγ- γίσεως ταύτης ὑπῆρξεν ἡ βα- εθυτέρα γνωριμία µεταξύ τών 9 δοτοΐνς καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν Αγ- (γλικανικῶν χειροτονιῶν ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῶν Ὄρθο- ᾿Πατριαρχείων Κωνσταντινου- πόλεως καὶ ᾿Γεροσολύμων καὶ τῆς Αὐτοκεφάλου ᾿Εκκλησίας Κύπρου. 2. ᾿Ενῷ προηγουμένως ὁ Προτεπταντισμὸς ἀνέπτυσσε τεραστίαν προσηλυτιστικἠν δρᾶσιν εἰς βάρος τῆς Ὄρθο- δοξίας καὶ εἰς ἄλλας κμὲν ώρας, μάλιστα δὲ εἰς Ελλά- δα καὶ δἠὴ καὶ ἐν µέσαις ᾿Αθή- ναις, διὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως δυνάµεθα νὰ εἴπω- παν, ὅτι περιωρίσθη κατά τι ἡ. δ'αθ'θοῴσκουσα ὑπούλως καὶ ἐπικιίδόνως τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα προσηλυτιστικἡὴ αὕτη δρᾶσις. ᾿Ενώπιον τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1920 γενομένης ἐν Γενεύῃ προ- καταρκτικῆς οσυνελεύσεως οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσώποι «κατ- εδίκασαν τὸν μεταξὺ Χριστια- νῶν ἀξιοκατάκριτον προσηλυ- τ'σιόὀν, τὴ, τοιαύτην δὲ κα- ταδίκην ἐφάνησαν σωμμεριζό- μενοι καὶ οἱἳ ἑτερόδοξοι ἄντι- ποὀσωποι, θεωρητικῶς τούὐλά- Χιστον». Ἐν δὲ τῷ Παγκοσμίῳ Σων- εδρίὼω τῆς «κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐν Απιδίετάαπι τῆς Ολλανδίας (1948) οἱ ἀν- τιπρόσωποι ᾿Εκκλησιῶν ἐζήτησαν, ὅπως παύση ὁ ὑπὸ Διαμαρτυροιιέ- νων διενεργούµενος προσηλι- τισμὼς μσταξδὺ τῶν λαῶν τῶν ἀσπαζομένων τὸ ὀρθόδοξον Ἀόνμα, ᾿Επὶ τῆς προτάσεως ταύτης τῶν ἡμετέρω» ὠμίλησε καὶ ὁ καθηγητὴς ολη ΜίαυΚαν, Πρόεδρος τοῦ Ριπορίοη Τ]ιθο- Ιορϊσαὶ. Φο]οο]. 'Ἡ ὁμιλία του κατέληξεν εἰς τροποποίησιν της προτασεως. ἁπεριενουσαν τὴν συνεννόησιν τῶν ἜἘκκλη- σιῶν ἐν πνεύματι εὐγενείας καὶ λεπτότητος εἰς ζητήματα εὐαγγελικῆς ἐνεργείας εἰς τρόπου ὥστε ἡ µία νὰ μὴ ὑπ- πισύρχεται εἰς τὰ τῆς ἄλ- λης,. εἴπωμεν, ὅτι ἔν τινι µέτρῳ, ἕἔ- στῳ καὶ ἐλαχίστῳ, ἐπετεύχθη Ἡ ἄρσις καὶ ἀπομάκρυνσις πάτης ἁμοιθαίας δυσπιστίας εσὶ δυσφορίας μεταξὺ τῶν δι- αφόρων ᾿Εκκλησιῶν, προκα- λουμένης ἐκ τῆς παρά τισιν ἐξ αὐτῶν παρατηρουµένης τά- σεως εἰς τὸ σαγηνεῦσαι καὶ ὢν ὀπαδούς.. 3. Ἱκαταφανέστερον διαφαἰ- νεται ἐπὶ τοῦ ὀρθοδδξου πε- Οίου ἡ ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Λινισεως παρεχοµένη ὑλικὴ ῥοήνεία. Αὕτη εζεδηλώθη και ι :ἐκδηλοῦται εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις. Οὕτω παρέχον- ὑποτροφίαι εἰς ὀρθοδό- ται [ο εὐρυτέρας εἰς τὸ ἐξωτερι- κὸὀν σπουδὰς χροιᾶς ὁσάκις ἱδρυθῇ θιόλιο- νο) Όπο τῶν ὀρθοδοξων καὶ ο τηνῃ Ἡ ουνδροµὴ. τῶν µε- ἐμων Ὥις Οἰκουμενικῆς Κινησε- ως, εὐχαρίστως καὶ πλουσίως παρέχεται αὕτη' ὅταν µία Θε- Ιολογικὴ Σχολὴ | σκοπὸν ἔχουσα ο τὴν προαγω- γην τοῦ οἰκουμενικοῦ εἰρηνι- σμοῦ καὶ τῆς οἰκουμενικῆς συνειδήσεως, ζητήσῃ τὴν ἠθι- (ἦν καὶ ὑλικὴν ὑποστήριοιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσιως- καὶ παράδειγµα τὸ Ὀρθόδο:: ον Ρωσσικὸν ᾿Ιηνστιτοῦτον τῶν Παρισίων-- μετ οὐ πολὺ τὴν λαμθήνιι. ᾿Επίσης ὁλικὴ βοήθεια 6έρους τῆς Κινήσεως ταύτης παρέχεται καὶ εἰς ἐκτάκτους περιπτώσεις ἀδηρίτου ἁ-ών- θεολογικό. πλείωτας ὅσας ὠφελείας ἀπὸι ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ (ΙΙ ΜΠΗΙΝ ΠΠ ΤΜΙΠΜΙΜΠΙΙΝ 0ἱ θΕΛΠΚΕ ΝΩΕ 0 ΑΜΡΥ ιτ ΙΙ Ἱή ΗΧΗΙΠΠΗΙ ΙΦΝΙ 1ή [ Τοῦ κ. Β΄ (Τελευταῖον) ΚΕ’. Ὅταν μεταξὺ τῶν κο: στιανῶν προκόψῃ διαφορὰ π.- ρἱ σωζεύζεως ἢ διαζεύξεως σωνοικεσίων καὶ ἄλλων ὑποθέ- εσεων, διὰ τῆς συγκαταθέσε- ως τῶν διαφεροµένων μερῶν νὰ τοὺς συµθιθάζῃ- ΚΣΤ’. Ὅταν κατά τὰ θρη: :σκευτικἁ των ἔθιμα δίδουν ὁρ: κον ἢ πα δεύουν δι᾽ ἀφορισμου' (καθὼς ὀνομάξουσι τὸ ἐπίτί- µιον τοῦτο) ἀπὸ µερους τῶν Γῥικαστικῶν ἀρχῶν νὰ μὴ τοὺς Ὕννεται μήτε ἐπέμθασις, µῆτε. παρενόχλησις, καθὼς νὰ μη | τοῖς προξενῆται καὶ κανὲν εἷ- ὅος ζημίας ἢ βλάδης. κΖ΄. ὌΑνευ τῆς συγκαταθέ- σεως καὶ ἀδείας τοῦ ᾿Αρχιεπι- σκόπου καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπαρχιῶν των διατελοῦντες παπάδες νὰ μὴ κάµνουν συνοι- κέσια, ἀντιθαίνοντα εἰς τὰς θρησκευτικάς των διατάξεις ἢ εἰς κανόνα ὁριστικόν. ΚΗ΄. Ὅταν ἀποθνήσκουν μητροπολῖται, ἐπίσκοποι καλο- γραῖαι καὶ λοιποὶ καλόγηροι (ἄνευ κληρονόμων), εἴτε µε: τρητὰ εἴτε πράγματα, εἴτε ἵπ-. πους καὶ ὅ,τι δήποτε ἄλλο ἐκ- :κλησιαστικὸν πρᾶγμα καὶ ἄν ἔχῃ, λαμθάνει αὐτὰ ὁ ᾿Αρχιε: πίσκοπος, οἱ δὲ ἔφοροι τοῦ Μπέϊτ Οὐλ--Μάλ, τοῦ Ίασ- σάµ, οἱ µουτεθελίδες, οἱ δι- οικηταὶ καὶ ἀνεξαιρέτώς κα: ενεὶς νὰ μὴ ἐπεμθαίνῃ. ΚκθΘ'’. Αν τινες ἐκ τῶν ἐν ἰσχύϊ ὑπεροχικῶν ὁποιοιδήπο- τε, ἐναντίον τῶν θρησκευτικῶν των διατάξεων ἐπιμένουν ἆπ- ζαιτοῦντες νὰ δοθῇ ἡ δεῖνα γυ- ενὴ εἰς τὸν δεῖνα ἄνδρα, τοῦτο δυναστικῶς υἁἀ μὴ γίνεται. Δ΄. Καθὼς ἀκόμη αἱ ἅπαι- «τῆσεις νὰ ἐξωσθῇ ὁ δεῖνα πα- τῶν ᾿Ορθοδόξων ! ἵται εἰς τὴν ᾿Εικκλησίαν, ὅταν 'πᾶς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικήν του θέσιν, διά νὰ δοθῃ αὕτη εἰς τὸν δεῖνα παπᾶν, τοιαῦται ὀυσάρεστοι προτάσεις νὰ μὴ διενεργοῦνται. ἕ . . ψ ο ΛΑ’. Ὅταν πρὸς παιδείαν͵ Χ ἱδόξων ᾿ΓΕκκλησιῶν, ἤτοι τῶν καὶ ἐπανόρθωσιν ἑνὸς χριστι-! ανοῦ στέλλῃ τὸν λεγόμµενον᾿ ἀφορισμόν, δηλ. τὸ ἐπιτίμιον ἔγγραφον, νὰ μὴν ἐπεμθαίνῃ κανείς. ΛΒ΄. ὍὭσους ἐκ τῶν ρηθέν- τών συνδέουσι συνοικέσια ἐ- ναντίον τῶν θρησκευτικῶν δια- τάξεων, ἐπειδὴ καὶ θρηήησκευ- Γτικῶς ἀντιθαίνει νὰ εἰσέρχων- ἐξ αὐτῶν ἀποθνήσκει κανείς, αἱ δικαστικαὶ καὶ πολιτικαι ἀρχαὶ καὶ οἱ ἐν ἰσχύϊ προέχον- τες ὁποιοιδήποτε νὰ µὴ παρα- θιάζουν τοὺς παπάδες µετ᾽ ἐ- πιμονῆς λέγοντες, σηµειώσατε τὸν ἀποθανόντα. ΛΓ΄. Όσοι ἐκ τῶν ἐπισκό- πων καὶ παπάδων ἐμμένουσι μετὰ πεισμονῆς νὰ μὴ πληρώ- σουν τὰ εἰθισμένα κανονικἀὰ 1 κης, ὅπως συνέθη κατὰ τοὺς | πµοσφάτους σεισμοὺς τῶν |- ονίων Ιήσων καὶ τῆς Μεγα-| λωμήσου Ἀύπρου, τῆς ὁποίας | τὰς σεισµοπλήκτους περιοχᾶς, ἐπεσκέφθη προσωπικῶς ὡς] ἀντιπρόσώπος αὐτῆς, διαπι- | στώσας ἰδίοις ὄμμασι τὴν ἔ-! κτασιν τῶν καταστροφῶν, ὁι κ. Ααχινε]]. Ἐκ. τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέν-͵ των καταφαίνεται ἡᾗ σηµαντι-| κ ἀπόδοσις τοῦ ἔργου τῆς! Οικουμενικῆς Κινήσεως. Αν. νάµεθα δὲ μετὰ θεθαιότητος »ᾱ. εἴπωμεν, ὅτι κατὰ μέγα | μέρος κατώρθωσε νὰ πραγµα- | τοποιήσῃ τοὺς τέσσαρας ἐκ] τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίοως ἔ- ταξε δι ἑαυτὴν καὶ περιέλα- δεν εἰς τὸ «Σύνταγμα τῆς Κοι-. νωνίας τῶν ,Εκκλησιῶν» ἡ Οἱ- κουμενικὴ Κίνησις, ἤτοι τοὺς | σκοπού Πρῶτον: «ΒΝὰ] διεοκολύνη τὴν κοινὴν ἑνέρ. γειαν διὰ τῶν ᾿ΓΕκκλησιῶν», δεύτερον: «Νὰ προαγάγῃ Το'ουτοτρόπως δυνάμµεθα νὰ ! π,οσηλωτίσαι ἄλλων ὅμολογι-͵ : .ους φοιτητάς καὶ καθηγητὰς | θρησκευτικῆς ! ἢ. ἑτέρα τις, : ἀπὸ ᾽ τὴν συνεργασίαν ἐν τῇ µελέ-, τῃ», Τρίτον: «ὰ προαγάγηι τι ἀνάπτυξιν τῆς οἰκουμενι- | κῆς συνειδήσεως εἰς τὰ µέλη | ὅλων τῶν Ἐκκλησῶν. καὶ] Ἱτέταρτον: εΝὰ συνάψη | :σχέσεις μὲ Ὁμοσπονδίας Χρι-. ἱστιανικῶν Ὁμάδων παγκοσμµ(- | του χαρακτῆρος ὡς καὶ μὲ ἄλ-ι ἵλας οἰκουμενικὰς κινήσεις». Ἡμεῖς τὴν μεγαλυτέραν ὢ φέλειαν, τὴν ἀπὸ τῆς Οἰκου- μενικῆς νι Ἴσεως ὀπορρεύσπα 2 διαθλέπομεν εἰς τὸ ἕτ' ἀνεζωπυρώθη καὶ ἐνισχόθη πρὸ παντὸς ἡ ἀγάπη μτταξὺ τῶν ᾿Εκκλησιῶν, μὴ λογ:ζομέ- νων ἀλλήλας ὡς ἑένας καὶ ἀλλοτρίας, ὁἀλλ᾽ ὡς ανγε- οἷς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ Γκαὶ συγκλήρονόµους καὶ συσ- Γσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ ΓΟεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ. (Ἔσεσ. 3, 6)’. Καὶ ἐπὶ τῆς ἆνα-ι: ζωπυρώσεως καὶ ἐνισγύσεως πύτης τῆς μεταδὺ τῶι Ἔκ- κλησιῶν ἀγάπης στηρίζοµεν ὅλας ἡμῶν τὰς ἐλπίδας διά! τᾶν σύντομον ἀνατολὴν ἡμε- ρῶν καλλιτέρων καὶ συνθη- κῶν εὐοιωνοτέρων πρὸς πρα- υμάτωσιν τοῦ ὑιεικαοῦς πόθου ἑμπώστου πιστοΏ, τοῦ βαθύτα- ου τα, συναισθπνοµμένου τὴν ση- Γµασίαν τῆς ρήτρας ἐκείνης: Καὶ σνήσεται µία ποίµνη, 1 [ες ποιµήν.. Γ 1 ὅλον δὲ µέχρι τῆς σή- Ἴμερον. συντελεσθὲν ἀπὸ µέ- ρους τῆς Οἰκουμενικῆς Νινή- σεως ἔσγον τισθῃ ὡς τις πλήρης ἀγαθῶν ἐλπίδω» ἀρχὴ καὶ δέον νά ο ΟΙΤΩΟΣ ο) ολων τῶν δονκα Γτῶν µέσων μετὰ γνησίας χρι- απ ανικης διαθέστως καὶ ἆγά- πης κ. δέον νὰ γχαιρε-' Γ. ΜΥΡΙΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ. δικαιώµατα, ὁ ρηθεὶς ᾿Αρχιε- πίσκοπος θρησκευτικῶς, κα- θὼς. διελάόοµεν ἀνωτέρω, ὅ- ταν τοὺς παιδεύῃ καὶ ξυρίζη τὴν κόµην των καὶ ἐξώνῃ αὖ- τούς, καὶ ἀντικαθιστᾷ εἰς τὴν θέσιν των ἄλλους, κανεὶς νὰ μὴ τὸν ἐμποδίζῃ. ΑΔ΄. Ὅταν τινὲς χριστιανοὶ :ἀφίνουν διαθήκην τοῦ τρίτου µέρους τῆς περιουσίας των εἰς ἐκκλησίας, µοναστήρια τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον, διὰ τῆς κρίσεως νὰ λαμθάνηται ἀπὸ τοὺς κληρονόμους. ΛΕ΄’. Ὅταν ἀποφασισθῇ καὶ θεωρηθῇ ἀναγκαία διὰ τῆς κρίσεως ἡ κράτησις ἑνὸς πα- πᾶ, καλογήρου, ἢ καλογραί(- ας, ἡ κράτησις αὕτη νὰ διε- νεργ ῆται διά µέσου τοῦ ρη- θέντος ἀρχιεπισκόπου. ΛΑΣΤ΄’. Ὅταν τινὲς ἐκ τοῦ καλογηρικοῦ τάγματος, μὴ ἔχοντες θέσιν εἰς καµµίαν ἐκ- κλησίαν ἢ µοναστήριον, περι- φέρωνται ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ διεγείρουσι σκάνδαλα, τοὺς τοιούτους κατὰ τὸν ἄνω- θι διαληφθέντα τρόπον, ὁ ρη- θεὶς ἀρχιεπίσκοπος νὰ παι- δεύῃ καὶ νὰ ἐμποδίζῃ. ΑΖ᾽. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ἔτη- σίως θεωρῶν τοὺς λογαρια- σμοὺς τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἐκ- κλησιῶν καὶ µοναστηρίων κα- Γτὰ τὴν συµπλήρωσιν τοῦ ἔτους ὑτῆς ἐπιστασίας των, ἂν κατα- ᾿φανῶσιν ὀφειλέται, μὲ τὸ µέ- σον τῆς κρίσεως νὰ ὑποχρεώ- νωνται νὰ πληρώσουν’ καὶ ὅ- ταν ἐξώνῃ τοὺς τοιούτους κα- ταχραστάς, ἀντικαθιστῶν εἰς τὴν θέσιν των κατὰ τὰ θρη- σκευτικἀ τῶν ἔθιμα τοὺς ἀξί- ους καὶ ἱκανούς, νὰ µὴ ἐμπο- δίζηται ἀπὸ κανένα. ΛΗ΄. Κανεὶς ἐκ τῶν καλο-] ᾿γήρων ὅσοι δι᾽ βερατίων ὑπάρχουν ἤδη κάτο- ! ὑψηλῶν µας Χοι τῶν βαθμῶν καὶ διενερ- γοῦσι τὰ καθήκοντα µητρο2- λίτου ἢ ἐπισκόπου νὰ μὴ ζη- μιῶνται καὶ παρενοχλῶνται ᾱ- πὸ µέρους τῶν πολιτικῶν ὁρ- ὢν. ΛθΘ΄. Ὅταν κανεὶς ἐκ τού- των ἀποθάνῃ εἰς τὸν ὑποψή- φ'ον δυνάµει τῶν ἀνέκαθεν ἐν ἐνεργείᾳ βασιλικῶν διατάξε- ων θέλουν χορηγῆσθαι τ' ᾱ- ναγκαῖα βασιλικά µας βερά- τια. Μ΄’. Οἱ κατὰ καιροὺς ᾿Αρχι- επίσκοποι Κύπρου ἄνευ ἐγ- κλήματος νὰ μὴ παύωνται δι- αδεχόµενοι ὑπ᾿ ἄλλων ἕνεκα προστασίας. ΜΑ᾽. Τῶν ἀρχιεπισκόπων ἡ ἀναφορά θεωρεῖται κτέα. Περὶ τῶν ἀφορώντων τὰ Θρησκευτικά των ὅ,τιδήποτε ἤθελον ἀναφέρει καὶ εἴδοποι- ήσει νὰ εἰσακούωντ' εὐμενῶς, ΜΒ’. Αν ὑπάρχουν τινὲς ἐπιθυμοῦντες νὰ γίνωσιν ἀρχι- επίσκοποι, εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ὅλως διόλου νὰ μὴ δί- ὄεται ἡ παραμικρὰ ὑπόληψις, Διότι οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νὰ εἶναι εἰδήμονες καὶ ἀφωσιω- µένοι εἰς τὰ θρησκευτικά των, καθήκοντα, πληρεξούσιοι καθ᾽ ὅλην τὴν ἕκτασιν κατὰ ταῦτα, . καὶ κατὰ τὴν ἀνέκαθεν θεσπι- σθεῖσαν ὑψηλὴν Βασιλικὴν ἐν- τολὴν νὰ εἶναι παρὰ παντὸς ἀνεπηρέαστοι καὶ ἀνενόχλη- τοι. ΜΓ΄. Κανεὶς ἐκ µέρους τῶν διοικητῶν καὶ λοιπῶν ἀρχῶν νὰ μὴ ἐμποδίζῃ τὸν ρηθέντα ἀρχιεπίσκοπον ἀπὸ τοῦ κρατῇ τὴν ράδδον του εἰς τὴν χεῖρα, καθως ἔτι καὶ διὰ τὸν ἵππον ἢἡ ἡμίονον, τὰ ὁποῖα ᾱ- ναθαίνει, νὰ μὴ τοῦ καωµία ἐνόχλησις. ΜΔ΄. ᾿Εναντίον τῆς θελήσε- ως τοῦ ρηθέντος ἀρχιεπισκό- που κανεὶς νὰ μὴ συγχωρῇ νὰ τὸν καταθλίόῃ ἐπὶ λόγῳ ὅτι ἡμεῖς μετὰ βίας θέλοµεν τοῦ χρησιμεύσει ὣς ὑπηρέται. ΜΕ’. Διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑποθέσεών, ὅσαι ἀφορῶσι τὰ θρησκευτικά των, ἔτι δὲ καὶ διὰ τὴν ἄμεσον κατοχἠν καὶ ωθλονησιν τῶν ὑποστατικῶν των κανεὶς ποτὲ καθ᾽ οἰονδή- ποτε ποδίζη, µήτε νὰ λαμθάνη µμέ- ρος εἰς ταύτας' ἀλλὰ νὰ μέ- να ἀνενόχλητος καὶ ἀ,επηρέ- απτος, Οὕτω γινωσκέτώωσαν. Σεβθασθήτωσαν τὸ καθ᾽ μᾶς ἱερὸν Σύμόολον. Ἐνγράφη περὶ τὰς ἀργὰς τοῦ μηνὸς 5 σθᾶἁλ ἐν ἔτει χιλι- οστΏ. Ὀιακοσιαστῷ ὀγδοηκο- στόν δευτέρῳ (1865 το « ἡ- Ἑρμηνείκ των εν τῷ ἄνω Ῥερατιῳ ᾿ΑἈραέστουρχικῶν λέξεων. Αζλι: παῦσις ὑπὸ θέσε- ὡς τινος. Αρζις. ἔκθεσις ὑποθέσε- ως. Βεράτιον: (Μπεράτ) Δίπλωμα ἔγγραφον παρασή-: μου, βαθμοῦ, ἀξιώματος, προ- νοµίου ἐπισήμου προσῶπου, ὡς Πατριάρχου, ᾿Αρχιεπισκό- που. Ναδῆς: (Καζῆ ἢ ἹΚατῆ-- ὁ ἐκτελῶν τι) ᾿Ἱεροδικαστής, ὁ Γδικάζων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ {ε- ροῦ νόµου. .. Κασσάμ: ὁ ἐπιτετραμ- :μένος τὴν διανομὴν τῆς περι- Γουσίας τῶν ἀποθνησκόντων µε- Γταξὺ τῶν κληρονόμων. Γ ΜΝαχζάριον: Γενκὴ ᾱ- Γναφορὰ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 'Κοινότητος ἢ Συνελεύσεως, Ἱ Μίρε-Λλιθάν: ᾽Αντιστρά τήηγος ἢ ὑποστάτηγος. .. ΐ Ρι Μιρ αν τ Αρχηγὸς τῶν ᾿Αρχηγῶν, ἀρχαῖος πολι- Γπικὸς βαθμός. ' Μουτεθελλῆς: Ἔφο- Ίρος, ἐπιστάτης Βακουφίου. Ἐ- καὶ | παραδε-. γα γίνεται | Ωόπον νὰ μὴ τοὺς ἐμ-]' ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 ΟΝΤΟΟΡΙΤΟΥ 19524 Τοῦ ἱερολ. ΛΕΟΒΝΤΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΜΙΩΤΗ Ὁ ᾿Ανδρέας ᾖ[άλθος μαζὶ μὲ τὸ Διονύσιο Σολωμὸ ἁπο- τελοῦνε τὴ λαμπρὴ ἑυνωρίδα. τῶν ἐθνικῶν ποιητῶν, ποὺ πρό- ὄσφερε στὸ πανελλήνιο ἡ µο- σκόθολη Ζάκυνθος, τὸ «ἄνθος τῆς ᾽Ανατολῆς». Τὸ ποιητικὸ ἔργο καὶ τῶν δύο, σύλληψη γιγαντιαία στὰ πλαίσια τῶν μεγάλων ἰδανικῶν τῆς φυλῆς, ἀποτελεῖ σταθμὸ σημαντικὸ καὶ σχετικἁἀ ἀξεπέραστο στὴν ἱστορία τῆς νεώτερης ἑλληνι- κῆς λογοτεχνίας. Ἡ σολωμικὴ ποίηση τονι- σµένη θαρραλέα στὴν ἀδόκιμη κι ἀσχημάτιστη γιὰ τὸν ἔν- :τεχνο λόγο γλῶσσα τοῦ λαοῦ Γκέρδισε αὐθόρμητα καὶ καθο- .᾿λικἁ τὴ συμπάθεια τοῦ ἔθνους. ΓΤῆς ἀναγνωρίστηκε ἡ πρώτη θέση στὴ νεοελληνικὴ μοῦσα, διάκριση τιµητικἡ κι ἐπίζηλη ποὺ τὴν κατέχει ἴσαμε σήµερα καὶ θὰ τὴν κατέχη κατὰ τὶς ἐνδείξεις γι ἀρκετὲς δεκάδες ἀκόμη χρόνια. 'Ο Κάλόθος ἆἀν- τίθετα εἶχε ὄψιμη τὴν ἀναγνώ- ριση. 'Η προσπάθειά του, εὖ- συνείδητη ἢ τυχαία, νὰ γεφυ- ρώση τὸ σύγχρονο μὲ τὸ ἀπώ- τατο παρελθὸν ἀπέτυχε στὴν οὐσία καὶ τὸ ἔργο του τὸ σκέ- πασε ἡ λήθη. Πέρασαν χρόνια ὥσπου νὰ ξαναγγίξη ἡ μοῦσα του τὸ φῶς καὶ τοῦτο χρωστιέ- ται ὁλότελα στὸν Παλαμᾶ. ᾿Α- πὸ τότε πολλοὶ εὐσυνείδητοι πνευματικοὶ ἐργάτες πήρανε νὰ μελετήσουν καὶ νὰ ἐξιχνιά- σουν κάθε σελίδα τῆς πολύ- Γπτυχης ζωῆς τοῦ Κάλόου, ζη- |τώντας συγκαιρινὰ μὲ τὸ µέσο ] αὐτὸ καὶ τ’ ἀντικλείδι στὴ 6α- Εθύτερη κατανόηση κι ἐχτίμη- [ση τοῦ ἰδιορρύθμου ἔργου του. [Προσπάθειες ποὺ εἴχανε ἀξιό- Γλογη τὴν ἐπιτυχία, ὡστόσο ὄχι ιἀσήμαντο µέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἠπδητη παραμένει ἀκόμη ἀφώ-: [τιστο ἢ θρίσκεται στὴν παρα- Γσκιά... ᾿Απὸ τὶς διάφορες ἔρευνες π.στοποιήθηκε. μακρυά ἀπὸ Γκάθε ἀμφιθολία, ὅτι ὁ Κάλθος ἧταν διάνοια πολυμερής, προ- σωπικότητα γιὰ τὴν ἐποχ.] του. Ὑπῆηρξεν ἐγκυκλοπαιδικὸς σὲ γνώσεις, ποὺ τὶς ἀπόχτησε κυ: ρίως μὲ ἀτομική του προσπά- θεια. τὰ φιλολογικὰ ἤταν γερἀ κατηρτισµένος. Κάτεχε στὴν ἐντέλεια τὴν ἀρχαία ἑλ- ληνικὴ καὶ λατινικἡ φιλοσοφία. Γνώρισε κοντὰ στὸ Φώσκολο τά ὑφηλά δημιουργήματα τῶν σκαπανέων τῆς ἰταλικῆς πνευ- ᾿ματικῆς ἀναγέννησης, ἀπὸ τὸ Δόντη ἴσαμε τὸν Τορκουάτο Τάσσο καὶ τὸν ᾽Αλϕιέρη. Χάρη στὴν εὐρεῖα γλωσσοµάθειά -του, παρακολούθησε ὅλπ τὴν πολιτικὴ καϊπνευματι- κὴ εὐρωπαϊκἡ κίνηση, στὶς κὠ- ρίες μάλιστα ἑστίες της. ᾿Ανά- µεσα στ’ ἄλλα παρέχεται ἡ 6ε- τ.κἠ πληροφορία πὼς καὶ στὰ 'θεολογικὰ ἤτανε δεινός, θυσι- ! :άζοντας μάλιστα γι αὐτὰ ὄχι | περίοδο τῆς | εὐκαταφρόνητη :ζωῆς του. Στὴν τελευταία αὖ- [τὴ ἰδιότητα τοῦ Κάλόου στρέ- Ίφεται γιά διαλεύκανση ἡ προ- Γσπάθεια τοῦ ἀρθριδίου τούτου. Ἀ .θρησκευτικὲς πεποιθήσεις κλη- ρονόµησε ὁ Γάλθος ἀπὸ τὴν καταγωγή του Τὸ ὅτι εἶναι γόνος ὀρθοδόξης οἰκογένειας τοῦτο εἶναι πιὰ ἀναντίρρητα :ἐξακριθωμένο. Οἱ εἰσηγήσεις μερικῶν θιογράφων του ὅτι κατάνεται τάχα ἀπὸ ἰταλικὴ οἰκογένεια, ποὺ ἐξελληνίστηκε στὴν Κρήτη καὶ κατέφυγε στήν ᾿Επτάνησο μετὰ τὴν τουρκικὴ κατάληψη, Ὀποθέσεις. Ὁ Σολδάτος στὴ µελέτη του “Οἱ πρόγονοι τοῦ Κάλόθου» ἀναφέρει ὅτι ὁ «ἐκ πατρὸς πάππος'τοῦ πάππου τοῦ ποιητῃ Μικόλαος Κάλόος. ὅπως κι’ ἕνας γιὸς τοῦ ἰδίου ιὑὁπήρξανε ὀρθόδοξοι ἵερωμέ νοι. Στὰ ἀρχεῖα ἐπίσης τοῦ Γναοῦ τοῦ Αγίου ΠΝικολάου τῶν Γερόντων στὴν πόλη Ζά- Γκυνθο θρίσκεται καταχωρημέ- ἵνη ἡ ληξιαρχικὴ πράξη τῆς [ύπτισης τοῦ Κάλόου, στις 18 ᾿Γουλίου 1792, σύµφωνα μὲ τὸ ᾿ἀνατολικὸ ὀρθόδοξο δόγµα ᾿Αθάσιμη σήµερα κρίνεται κι ἡ ἐκδοχὴ ὅτι ὁ Κάλθος πῆρε τὴ. στο:χειώδη καὶ τὴν ἐγκύ- κλιό του µόρφωση στὴ ζΖάκων- θο ἀπὸ δυτικοὺς ἱερωμένους. Γεννᾶται τότε τὸ διπλὸ εὔ- λογο ἐρώτημα: Πότε καὶ για- πὶ πέρασε ὁ Κάλθος στὸ δόΥ- μα τῶν διαμαρτυρωμένωνι Κι’ ἕστερα: Ητανε ἡ προσχώρη- σή του αὐτὴ θεληµατικἡ κι’ εὖ- σωνείδητη ἢ τὴν ὑπαγορέψανε ἐξωτερικοὶ λόγοι καὶ τωπικὲς ἄχταχτες συνθῆκες: 'Η ἀπάν- τηση δὲν εἶναι εὔκολη, µιὰ καὶ ὅπως ἀναφέραμε, πολλὲς πτυ- χὲς τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῇ σκε πάζει ἀκόμη ἣ ταφὀπετρα. Εἶναι θέθαιο πὼς στὰ 1853 ὕσον ὃ Κάλθος ἔκανε τὸ δεύ- τερὀ του γάμο μὲ τὴν ἀγγλί-. δᾳ δασκάλα Ολματ]οίίο πρι εία παπα, στὴ ληξιαρχικὴ πράξη δηλώθηκε σὰ διαµαρτυ:- ρόμενος. Λιὰ ἀκόμη πολὺ πρω- τύτερα. τὴν ἐποχὴ τῆς πρώτης δ'αµονῆς του στὴν Αγολ΄ο (1816--1820) εἶχεν ἐργαστεῖ σὲ μεταφράσεις θρησκευτικῶν ΓΦιθλίων μὲ προπαγανδιστικὀ Γκορίώς περιεχόµενο, τόσο στὴν Γπίτροπος Εκκλησίας, ἔφορος Σχολείων. Μπέϊτ-οὐλ-Μάλ: τὸ δηµόσιον ταμεῖον. ᾿Επὶ λέδτι οἴκου περιουσίας. Γι Ναΐἴσιης: Ἱεροδικαστης Γεἰσηγητής, τοποτηρητής. .. Φιρμµμάνιον (Φερμάν] ΓΔιάταγμα. Χαζινές: κιον, ταμεῖον, θησαυροφιλά- στενὰ Καὶ πρῶτα ἀπ ὅλα. Ποιὲς ! φαίνονται σήµερα | ἀθάσ'μες καὶ πρὀχειρες προ: | ἰταλική, ὅσο καὶ στὴν ἑλληνι- κἠ γλώσσα. 'Η ἐργασία αὐτὴ γινόταν γιὰ λογ αριασμὸ δια- [φόρων θρησκευτικῶν ἑταιριῶν, [για τὴν ὁποίαν φαίνεται πὼς 9 Κάλόθος εἶχεν ἀδρὴ τὴν ἁμοι- «δή. Παραθέτουµε µερικὰ ἀπὸ τα τετοια. µεταφρασμµένα ὅι- ὁλία: «Βίθλος τῆς δηµοσίας εὐχῆς ιΚκαὶ τελέσεως μυστηρίων καὶ ἵτων ἄλλων θεσμῶν καὶ τελε- των τῆς Εκκλησίας, κατὰ τὸ 'Εθος τῆς ἀγγλικανικῆς ἔκκλη- ἰσίας (1818). | Βιόλίον τῶν δηµοσίων προ- σευχων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Βυωστηρίων, εἰς τὸ ὁποῖον προ- ισετέθη τὸ ψαλτήριον τοῦ Δαυϊδ .καὶ αι πα ας συναπτὰς ἜΕ- Γπιστολαί, ὐαγγέ : | δσο) γγέλια κ.λ.π.͵ Γιο ξπνσία Αηρβ]σαπα [σ]οίία” (45.1). , Η. περίοδος αὐτὴ συμπίπτει µε τὴ διάσταση Κάλόου καὶ Φώσκολου, ὑπογραμμίζεται δὲ ἀπὸ οἰκονομικές τους συνθῆκες τό- τες ἤταν στὸ ἔσχατο καταθλι- πτικεές. ΄Αρρωστος συνέχεια ὁ Φώσκολος, ἐνῶ ὁ Κάλόθος διαδραµάτιζε ῥρόλο συµπαρα- στάτη φίλου καὶ νοσοκόµου. Μετὰ τὸ χωρισμὸ ὁ Κάλθος παραµεινε στὸ Λονδίνο κι’ ἐπι- τηδευότανε τὸ δάσκαλο, παρα- δίδοντας µαθήµατα στὰ ἰταλι. εται νὰ συµπεράνη κανεὶς λοι- µιξη τοῦ Κάλόθου σὲ µεταφρά- σεις θρησκευτικῶν προπαγαν- διστικῶν κειμένων ἤτανε λόγοι θιοποριστικοὶ Γπροσήλωση καὶ ζῆλος στὸ .δε ἰδιαίτερα νὰ τονισθῇ, πὼς τἡ ἐποχὴ ἐκείνη συνέπιπτε μὲ | καλὲς σχέσεις τῆς ἀγγλικανι- Γκῆς ἐκκλησίας μὲ τὶς ὀρθόῦο- ἵξες της ἀνατολῆς. 'Η προσηλυ- τιστικὴ δράση τῆς πρώτης μὲ μεσο τα διάφαρά της ἔντυπις, πολὺ ἀργότερα--περὶ τὸ τέλος τοῦ. αἰῶνος--εἶχεν ἐπισημανθῃ παπι παρτηκαν µέτρα γιὰ τὴν ὁιουδετέρωσή της, Γ Εἰναι πρόδήλο πὼς ἡ συνς- Γτοῖου ειδους θέµατα συνέτεινε νὰ πλουτιστοῦνε οἱ γνώσεις του καὶ στὸ θεολογικὸ κλάδο, Είχε σπάνια κρίση κι εὐχέ- ρεια Εσαιρετικὴ ν΄ ἀφομοιώνη ἐκεῖινο ποὺ μελετοῦσε. Μήπως καὶ στ’ ἄλλα δὲν ἤτανε αὐτο- δίδαχτος Τὴ φιλολογική του Καταρτιση δὲν τὴν πέτυχε, χω- ἐρὶς νά ἀκούση οὔτε ἕνα µά- θηµα απο πανεπιστηµιακὴ ἕ- ἵσορα ὠαίνεται δέ, πὼς οἱ θεο- ελογικὲς γνώσεις ποὺ ἀπέκτησε ἥτανε ἀξιόλογες. Μέσα στοὺς ΓὈρησκευτικοὺς κύκλους ἔγινε διάσημος καὶ πολλὲς φορὲς ἵ- Ιδιῶτες καὶ σωματεῖα προκει- τικὰά ζητήματα καταφύγανε στὴ ἑαρύτητα τῆς γνώμης του. τἱα εἴχεν ἀσπασθῆ ἄρά γε ὁ Κάλθος τὸν προτεσταντισμὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή Όταν κατα- χωριζότανε ἡ ληξιαρχικἡ πρά- -η τοῦ πρώτου γάμου του μὲ Γπάλι ᾽Αγγλίδα, τῆς ὁποίας τὸ Γὄνομα διαφεύγει ὣς σήµερα τὸ ψάτιµο τοῦ ἐρευνητῆ Αμ εφίδολο. Στὴ δεύτερη συλλογὴ Γτῆς Λύρας, ποὺ ὀγῆκε στὸ Πα- [ρίσι τὸ 1826, στὴν ΤΙ Ωδή, ... Ἠφαίστεια»., διαθάζουµε στὴ δέκατη ἕθδομη στροφή: Γ(Ὁ ποιητὴς μιλᾶ γιὰ τὴν αἷ- µοδιψ΄-α τοῦ Τούρκου). Ἅ [εν ἅτε νά ζεστάσωµεν τα «τοι µας στὰ σπλόνννν ὅσων βωσίας προς εἰς τὸν Σταωσόὀν. Α καὶ γίων εἰκόνατ» Σ ταυρὸς καὶ σεθασμὸς στὶς εἰκόνες Αγίων δὲ μποροῦσαν ἀσφαλῶς νὰ ἀποτελέσουν ἀν- τικείµενα σύλληψης ποιητικῆς στὴ ψωχὴ ἑνὸς ποοτεστάντου, πρὸ πάντων τοῦ ἀναστήματος οὗ Κάλδξου. ἩΗ ἐπανάσταση τοῦ 1961 δὲν ἤτανε µονάγο ἆ- γώνας τῆς φυλῆς γιά ἀναδίω- ση, μὰ καὶ πάλη συγκαιρινὰ -Ίς ὀρθοδοσίας ἐνάντια σὲ ὅλα τὰ πλοκάμια, ποὺ ἀπὸ : τοῦ. ἁπλώνονταν νὰ τὴν στραγγαλίσουν. Άμεσος ἐχ- αρός καὶ οπνερὸς ἦταν τὸ Ἰ- όταν, Λλὰ στὰ παρασκήνια τό- ο οἱ Πσζολοκοὶ ὅσο κι οἱ προτεστάντες ἐργάζοντων δρα- τήν ας να τὴν ὑἠπηνόμευση πα κὔσωως τῆς ἐκκλιησίας τῆς ἀνατολῆς. Κι ἂν κατὠρθωσς πα ἐπ'ιζήση. ὀφείλεται τοῦτο Ἡ πωπο η τῶν σχέσεων τῶν δύο ἐννοιῶν, πατρίδος καὶ πίστεως, ὀωθόδοζοι: κοῦ καὶ ἝἛλληνος, Απ’ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ θὰ παρακολουθοῦ- σε τὰ πράνµατα νι’ ὁ Κάλσο- τοὐλάχιστο ὅταν σωνέθεσε τὴ Λύρα. του. ᾿Απίθανο λοιπὸν νὰ ενω προσχωρήση στὸν πω τεσταντισιιὸ ὃ Κάλδος γοτὰ τὴν περίοδο τῆς πρώτης δ.α- (ονῆς του στὴν Ανολία ἡ ασε: πα τὴ ὃ σης. Χωνστισι- ο τα τῆς ἐπ ἁστα- πεπάλο µέρος τῆς ζωῆς του, κάπου εἰκοσιέξι τν Ία. τὸ πέρασε ὁ Κάλβος στὴν Κέρκυρα. ᾿Εξασκοῦσε στὸ διά. στηµα αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ διωτικοῦ δασκάλου κι’ ἔγρα- Φε ἄρθρα σὲ ντόπιες ἣ έφημε- βίδες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τὸ κῦ- 2ος του ὡς διανοουµένου εἶχε καὶ στὴν Κέρκυρα ἐπιόληθη. Τιμήθηκε µάλιστα μὲ διορι- Ὁμο σαν καθηγητὴς στὸ [υ- Ἀνασιο καὶ τὴν ᾿[όνιο ᾿Ακαδη- μια, µα η παραμονή του στὰ πρστα αὐτὰ ὑπῆρξε λιγοζώητη ἐξ αἰτιας τοῦ ἰδιορρύθμου καὶ νευρικοῦ Χαραχτήρα του. Γύρω ἀπὸ τὶς θεολογικές (Φυνένεια εἲς τὴν ο] κά κι ἑλληνικά, Δὲ δυσκολεύ.! πὀν, πὼς ἐλατήριο στὴν ἀνά- | ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑΙ Α. Α. ΝαδΙον: «Ἱστορία τῆς Βουζαντινῆς Αὐτομπρατορίας:----- Ελληνικὴ µετάφρασις ὑπὸ 41- µοσθένους Σαέραμη--- Β΄ Τό- µοςι ᾿Εκυκλοφόρησε εἰς τὰς ᾽Α- θήνας ὁ δεύτερος τόμος τοῦ κλασσικοῦ ἔργου τοῦ διαπρε- ποῦς Ρώσσου θυζαντινολόγου Βασίλιεφ «Ἱστορία τῆς Βυζαν- τινῆς Αὐτοκρατορίας:, εἲς Ἑλ- ληνικὴν µετάφρασιν τοῦ κ. Δημοσθένους Σαθράµη. Ὁ «πρῶτος τόμος ἐκυκλοφόρησε Ῥο]γ-' τοὺς Βιογράφους, πὼς οἱ ' πρό τίνων μηνῶν εἰς Ἕλληνι- κἠν µετάφρασιν τοῦ ἰδίου. Διά τῶν μεταφράσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἲς ἁπλοῶῦν γλωσ- σικὸν ὄφος καὶ ἄκρως ἐπιτυ- χεῖς, γίνεται Ὑνωὠστὸν εἰς τὸ εὐρύτερον Ελληνικὸν κοινὸν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἔργον τοῦ μεγάλου Ρώσσου Βυζαντινο- λόγου, ὁ ὁποῖος, μετασχὼν πέ- ρυσι τοῦ Διεθνοῦς Βωζαντινο- λογικοῦ Συνεδρίου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην (᾿Απρίλιον τοῦ 1953), ἀπεθίωσε τὴν 3θην (Μαΐου τοῦ ἰδίου ἔτους εἰς τὴν ᾽Αμερικήν, ὅπου διέ- µενεν ἀπὸ ἐτῶν καὶ το 'μέχρι τοῦ εἰς ἡλικίαν 86 'ἐτῶν θανάτου του καθηγητὴς εἲς τὸ Πανεπιστήµιον τοῦ ᾿Ιδοοηδίη. ο αν Ιλιουπόλεως Γεννάδιος, Γπροτεσταντικὸ δόγμα. Πρέπει! Ἡ µετάφρασις καὶ ἡ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔκδοσις τοῦ πρώτου τόµου τῆς «[στορίας τῆς Βυ- ζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἐπέ- συρεν εὐμενεστάτας κριτικὰς ἀπὸ µέρους καρυφαίων ἐκκλη- σιαστικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν προσὠπικοτήτων. Μεταξὺ ἄλ- λων, εὐμενεῖς κρίσεις καὶ σχό- λια ἔγραψεν πρὸς τὸν µετα- φραστὴν ὁ Μακ. ᾿Αρχιεπίσκο- : ' (πος ᾽Αθηνῶν Σπυρίδων, ὁ ἐν ' (κοὶ καὶ πάλη γιὰ] . Ἱ 5 οικονομική ἀνεξαρτησία, παρὰ | Παρισίοις ᾿Επίσκοπος Ρηγίου Μελέτιος, ὁ Μητροπολίτης ἨἩ- οἱ ἆ- καδημαϊκοὶ κ.κ. Μαρ. Γερου- λᾶνος καὶ Γ. Σωτηρίου, ὁ κα- θηγητὴς κ. Β. Βέλλας, οἱ κ.κ. Δ. Κωτσάκης, Σάθθας Λοϊζί- δης κ. ἄ., ὥς καὶ σύμπας ὁ ᾿Αθηναϊκὸς καὶ Κυπριακὸς τύπος. Ὅ Μακ. ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, ἐξ ἄλλου, ἀπέστειλε πρὸς τὸν ἐκδότην τὴν κατωτέρω ἐπιστολήν: ἐβηρ. μη ρει ῥα μον Ὀνςτ μεν μµεταφραξζόμενον :κης εντριθὴ τοῦ Κάλόδου σὲ τέ. | σ «ΠΜετὰ μεγάλης χαρᾶς εἴδο- εἰς τὴν ᾿Ελληνικὴν τὸ κλασσικὸν τοῦτο ἔργον. εἰς τὰς σελίδας τοῦ ὁποί- ου παρελαύνει μετὰ σαφηνείας, ἐπιστημονικῆς ἐμβρίθείας καὶ ἀντικειμενικότητος ἡ µεσαιωνι- πὴ Ἱστορία τοῦ Ἓθνους ἡμῶν καὶ προθάλλεται ἡ ἐν γένει ἐκ- πολιτιστική ἀπτινοξολία. ἰδιαι- ἱτέρως δὲ ἡ τεραστία συμβολὴ τοῦ Βυξαντίου εἰς τὴν ἀγὰ τὸν µένου γιὰ ἐπίμαχα θρηήσκευ- ' ἰγείου ᾿Εσωτερικῶν κ. ἴνου Λαζαρίδου. καὶ Χόσμον διάδοσιν τοῦ Ελληνο- ΔΧοιστιανικοῦ πολιτισμοῦ. 'Ἡ µε- τάφρασις τοῦ ἔργου ὑπὸ τοῦ κ. Δημοσθένους Σαξράμη ὑπῆρξε πολὺ ἐπιτυχὴς καὶ γλαφυρά: δὲν ἀμφιθόλλομεν δὲ ὅτι τὸ ἁπλοῦν γλωσσικὸν ὕφος. τὸ ὁποῖον µεῖ- εχειρίσθη, θὰ συντελέση εἰς τὴν µεγαλυτέραν διάδοσιν τοῦ ἔι- θλίου. Ο ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΣ. Δ. κ. Ἰωόννου Φ. λαζαρίδου : «Παναγία ἡ Καστριανὴ- 'Η ἱερὰ μονὴ Κέας- Ἱστορία. πα: θακλητικὸς Κανών, συναξάριον» Ὑπὸ τὸν ἀνωτέρῳ τίτλον ἐ- ξεδόθη εἰς ᾿Αθήνας κομψφὸν τοµίδιον ἐξ 27. σελίδων τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ὕπουρ- ᾿Τωάν- Ὁ εὐλαθής σεξαστὸς συγγραφεύς, καταγόμενος ἐκ τῆς νήσου Κέας (Τζιᾶς), συνέγραψεν ἵ- στορίαν τῆς εὑρέσεως τῆς θαυ- ματουργοῦ ἁγίας εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς «Καστριανῆς: εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα του καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἀνεγέρσεως |- ερᾶς Μονῆς, μετὰ πολλῶν σχε- τικῶν πληροφοριῶν. Ὁ συγ- γραφεὺς παραθέτει εἰς τὸ 6ι- ἁλίον του καὶ Διήγησιν περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς θαυματουρ- γοῦ εἰκόνος (σωναξάριον) ὡς καὶ παρακλητικὸν κανόνα, συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ 'Αγιορεί- του μοναχοῦ Γερασίµου Μι- κραγιαννακίτου. Τόσον τὸ κύριον σῶμα τοῦ θιθλίου, τὸ ὁποῖον' διακρίνει ἡ πίστις καὶ ἡ εὐσέθεια, ὡς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν γενέτει- ραν του συγγραφέως του, ὅ- σον καὶ τὸ συναξάριον καὶ ὁ παρακλητικὸς κανώ», ἐνδια- φέρουν ἰδιαιτέρως τοὺς Κείους ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς τιμῶν- τας τὴν Παναγίαν τὴν Καστρι- ανήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ εὖλα- θέστατον προσκύνημα, Ὕνω- στὸν πανελλη-ίως, Δ. Χ. Δημεσθένους Σ. Σισζς αμ “Κοιστιαγισμὸς καὶ Ποινωνικὴ Πρόνοια». .Εξεδόθη εἰς ᾿Αθήνας ὑπὸ τον ἀνωτέρω τίτλον µελέτη ἐξ 113 σελίδων τοῦ γνωστοῦ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔργα του συγγρα- φξως. μὲ θερµότατο» πρόλο- Ύον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαίρεται ἡ ἀξία τοῦ ἔργου, τοῦ ὁμιο- τίµου. καθηγητοῦ τοῦ Πανεπ.- στηµίου καὶ σοφοῦ ἀκαδημαϊ- κου κ. Μαρίνου Γερουλάνου. Εἰς τὴν µελέτην του αὐτὴν ὁ κ. Σαθράµης, ὁ ὁποῖος, νέος ἀλλὰ θαθὺς ἐπιστήμων θεολό- γος, ἀσχολεῖται συνήθως εἰς τα Εργα του μὲ θέµατα ἐμ- πρακτου Χριστιανισμοῦ, ἐξε- τάζει͵ το σπουδαῖον διὰ τὴν ἔποχην µας πρόθληµα τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἐν συων- δυασμῷ μὲ τὴν Χριστιανικὴν κοσµοθεωρίαν καὶ πρᾶξιν. Αφοῦ ἐν ἀρχῇ ὁ συγγραφεὺς πραγματεύεται εἰσαγωγικῶς την στορίαν τῆς κοινωνικῆς προνοίας ἀπὸ τῆς προχριστια- νικῆς ἐποχῆς, εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον ἀναπτύσσει τ νόη- εξ έγεια εἰς τὴν σελίδα) Ὢ λαὸς “ροπέμπτει τον κὠρησίν του εἰς ᾽Αμερικήν. | ΠΕΠ ΙΠΙΠΕέ ΙΙ ΙΑ ΙΙ Τὴν παο. Γετάωτην, 21 λἠξαν- τος μηνός 5 επτεμθρίου ἀνεγώρη- σεν ἀεροποριχῶς δι’ ᾿Αθήνας γα, ῥνεῖθεν δι ᾽Αμεοινὴν ὁ Μαωναοι- ώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος καὶ θνάρχης τοῦ Ἑλληνικοῦ. υπο κοῦ λαοῦ κ. Μανάριος ποὸς πα- ρακολούθησιν ἐν τῆς πορείας τοῦ Κυποιανοῦ ζητή- µατος μετὰ τὴν ἐγγοαφήν τοι εἲς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἡ- χωµένῶν ᾿Ἠθνῶν. Πο τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ΔΊά- ναθιωτάτοι ἑράλη ἐν τῷ ναθεδοι- νῷ Ναῶ Αγ. Ἰωάννου χατανυ- χτιχὴ δέησις γοροστατοῦντος τοῦ Σεθασμιωτάτοι: ἈΓητοοπολίτον ΣΗάφοι κ. Φωτίου, Κατὰ τὴν δέη- σιν παρέστησαν π)]ὴν τοῦ ΑΙανα- ριωτάτοι ᾿Αργιεπισχόπον χ. δά- γαοίον καὶ οἱ Σεύασ. Μητουπολί- τα Πάφου 2. Φώτιος, Κιτίου ν. Ἔλνθιμος. Κιφηνείας Σχ. Κιποια- γὸς καὶ ὁ Όεος. Σαλαμίνος κ. Γεννάδιος. Παρέ- στησαν ἐπίσης οἱ 1ανοσ. Ἠγοί- µεγνοι μονῶν, οἱ Ἐθναοχικοὶ 5 ὑμ- ὄουλοι, οἱ Λήμαοσχοι καὶ τὰ Δη- ἰ μοτινὰ Συμθούλια τῶν πόλεων χαὶ χωμµοπόλεων τῆς Νήσου, πλεῖ- στοι χ).ἠοιχοί, ἀντιπρόσωποι ὀωγα- γώσεων ναὶ σωματείων καὶ πλτ θος λαοῦ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Λεήσεως, τὴν ὁποίαν παραθέτο- μεν κατωτέρω, ἐψάλη ὑφ ὅλων τῶν παρισταµένων ὁ Ἰθνικὸς “Ύ- μνος. Ἰλῆθος. ἐπίσης, λαοῦ πολὶν πφο- έπεµφε τὸν Ἀἰακαριώτατον κατὰ τὴν ἀναχώρησιν Αὐτοῦ εἲς τὸ ἄε- ροδρόµιον Λευκωσίας. 'Ο Μακα- οιώτατος ἀναγωφήσας ἐντεῦθεν τὴν 5 μ.μ, δι. ἀεροπλάνου τῆς ΤΑΕ ἀπίκετο εἲς ᾿Αθήνας τὴν 0.50 μ.μ. τῆς ἰδίας ἡμέρας. Εὶς τὸ ἀεροδορόμιον, ὑπεδέχθησαν τὸν Μιωαοιώτατον γχαὶ τὸν συνοδεύουν- τα αὐτὸν Δήμαρχον Λευκωσίας χ. Θ. Δέρθην, ἐκπρόσωποι τοῦ 'Ύ- πουογείου ᾿Ἠξωτεοιχῶν, τοῦ Μα- ψαθιωτάτου ᾿Αογιεπισνύπου ᾿Αθη- γῶν κ. Ῥπυρίδώνος. τῆς 1Τανελ- ληνίοι. ἸἨπιτοοπῆς Ενώσεως Κί- ποονς ᾿Αντιπρύσωποι τῶν διαό- ων πνευματικῶν ἱδρυμάτων καὶ ὀωυψανώσεων, τῶν ἓν Αθήναις Κυποιακῶν Ὀουγανώσεων χαὶ πολλοὶ Κύπριοι. Ὁ Μακαριώτατος ἅμα τῇ ἀφί- Έει του ἀπηύθυνε διὰ τοῦ Ῥαδιο- φωγικοῦ Ῥταθμοῦ ᾿Αθηνῶν µήνι- μα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ὁ Μακαριώτατος θὰ παραµεί- νη εἰς ᾿Αθήνας µέγχοι τῆς ὃ το. μηνὸς ᾿Οντωθορίαι ὅτε θὰ ἀναχω- οήσῃ ἀεροποοικῶς εἲς Νέαν | ύοχγην ἔνθα θὰ εὑρίσκηται τὴν ὅ τοῦ ἰδίου µηνός. ἐπὶ Μ. μ. Τυπικὴ διάταξις δεήσεως τῇ ἀναχωρήσει τῆς Α. τοῦ ᾿Αρχιεπισκχόπου εἰς χωµένας Πολιτείας, τῇ 29 Σεπτεµέρίου 1954. ϱ Αιάνονοςς Πὐλύγησον ἠναπύμπομον, τῷ Πατοὶ καὶ τῷ! τκητ κὢν σωγγραφέων ὁ Μέ- Δόσποτα. , τα) ιο να τῷ Αγίου Πνεύµατις νῦν γας ᾽Αντώνιος (περὶ τὸ 4355) ᾿ . . σ: ο Ἱ-υ- -υ- : , : ο. ο Αοχιτεσεὺς: ο ήτα ορ νὰ εἷς τοὺς αἰῶνας τῶν περίφημος διὰ τοὺς ἁσκητι- τὸς ὦ ος ΕΙ ΗΥ Φντατε Ἱξάοις «ώνων. ᾽Αμήν. κοὺς ἄθλους του, ὁ Παχώμιος .. ορ οἱ) --ὠσον 9 λα Ἡ πισι ες (περὶ τὸ 345), οἱ δύο Μακά- : τὺν λαὸν ΣΟΥ ων ν ον : αοι (Αἰγύπτιος 3990 καὶ ἸΑλε- ο ο --------- ξανδρεύς, τέλη δ΄ αἰῶνος), ΓΗ ΜΜ ΜΙΝΙ ΚΙ ΚΗΠΗΝΙ ἈΠεθαύοιον Ἱκυριακήν, ὁ δε. ἈΓητοοπολίτης Πάς ον Χ. Φώτιος θὰ Ἰειτουρνήση χα κηπούξῃη ἓν τῶ ἵν ναῷ, Κισσύνεογας. Τὴν ποοσεχῆ Κιριανὴν ὃην Ὁ- Στωθορίου. 1954 ὁ δεθασμιώτατος Μητροπολίτης Κιτίοι κ... Άνθι- µος, θά τελέση τὴν θείαν Μειτους- ψίαν εἷς τὸ χωρίον Μονιάτης καὶ θὰ ἐγχωνιάση τὸν [εσὸν Ναὸν τοῦ εἰοημένον. γωσίουῦ, χαρποςοροί- σης τῆς προσφιλοῦς μητοὺς τοῦ Ηωνοσιολογιωτάτου. ᾿Αογιμανδοί- του. ιτίου κ. Παύλο. Ὀαρνάθα ἨἙλένης Γωπᾶ Νεοφύτον Γλαονά- όα ποοσγυνητοίας καὶ τοῦ ἀδελ-' (οὗ αὐτοῦ ν. Μιχαλάκη Ὠαρνάθα.. Αἵ. ἀνο)λονθίαι θά ἀρχίσουν ἀπὸ τὸ ΣΣ άθθατον ἑσπέρας καὶ θὰ συ- νεγισθοῦν µέγοι τῶν πρωϊνῶν. ὦ- ρῶν τῆς υοιανῆς. Ἀ{ητοοπο){- Κιποιανὸς τελέση θά χη- τῷ Τ. ο. Πανιεοώτατος της Κυφηνείας 2.2. τὴν ποοσεχῆ Κνοιακὴν θά τὴν θείαν λειτουογίαν καὶ ο ξη τὸν θεῖον λόγον ἓν Χαῶ Δάρναχος Δαπήθον. ΜΙΙ ΙΙ ᾽Αποπάσει τῆς Α.Π. τοῦ Μη-. τουπολίτου Ἠνρηνείας κ. Κνυποια- νοῦ ἐπεθ]ήθη εἰς τὸν «ἱδ. Γ]απᾶ Γαύρηῇ. Καοώπατάνην, ἑᾳηπέοι- ον τοῦ ἵ. ναυῖ Ηεδονλᾶ, τοίµηνος ἀργία μετ. ἰσοχρύνον. στερήσεως ὀποδογῶν. ἐπὶ τῷ ὅτι ἀθετήσας τὴν πεοὶ πυοσαγωγῆς πιστυποιη- τικῶν ἐλευθερίας καὶ ἡἠλαπίως αυνοδικὴν ἀπό(ασιν, ἑτέλεσε γά- μον προσώπου ἐγγάμου, τοῦ ὁποί- ου ὁ γάµας δὲν ἐλύθη δι’ ἀποφά- σεως Ἐ»ν)ησιαστικοῦ ορίου. Μακαριώτατον ει τοῦ σύγεγγυς! Χωρεπίσχοπος Διλαάστη- ' ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ ϐ Ἡ ΝΑΙ. ΣΙ Δογομένης την ην Οντωθοί- ου. τῆς Πυυῆς περιόδου τῆς εοᾶς Νυνόδοι θά γίνῃ ἡ καθ) ἓ- «Ἑάμηνον τμηµατικὴ ἀνανέωσις αὐτῆς. κ τῆς µέχοι τοῦὸε ὃι- Φχούσης Ἱκοας δ υνύδυνς ἅπο γωφοῦν κανονικῶς. όγῳ τῆς Ἔρως τῆς ἐνιωνσίου θητείας των, ἐν μὲν τῆς Πωκαᾶς ο) άδος οἱ 5 εὐασμιώτατοι ΑΓητουπολίτιας Φιωγίδυς χ. Αθανάσιος καὶ λεὺ- Γφάδος κ. Ἀωφόθεος. ἐκ δὲ τῆς [Νέας Ελλάδος οἱ Ἡ εὐισμιώτα- τοι Μητουπολῖτα, Χίου κ. Γ[αντο εήμων. Φλωσίνης 2. Ἰασίμειοςι ΝΛΙΜΙΗ ΤΗ ἀνια- εἰς τὸ ἀεροδρόμιον κατι | | | | τὴν | | Αὐνούς Αθήνας Ῥὴν Νοοιήν, ΗΝ ο. ω απ στους. Πογισον ες τὰς [ τα θρνασίαι τοῦ Ὁ) Παν ' Ννγεδοίον τῆς «οιστιανινῆς ']- ἔ γι ασ ῶνιν τοῦ ὁποίον αἱ ἑωγασίω 1 ἃ ) Ξο ον ΄ ον σπυνγεηγίσθησαν ἐπὶ τετο ήσουν, ἱ --- λ ας | ΓΡῃ ὑπευμάσο στο πας ὃν τὰ . | | ἳ Ὁ λιάγυνος Ἡ ἔναυρξις τῶν ἑφνασιῶν ἐγένε- μιᾶς ὁ Οεὺς γωτὰ τὸ μένα το δια, ΑΟΙΝΗΙ ελ ηλ σου ντ Σρι ἐτων τῶν συνέδρων εἲς τον Ἱεοον ἕ μαι δεύπεθα ὑπίω τῶν εἰ ἑπὸν Ντο ώσεως τοῦ. δω: ͵ ουμσος υπο ων Ἑ 5 ν - τῆρος τῆς ᾿Αδελ(ότητος Θνολό- ων «Ἡ ζωή. ες τὴν Αγίαν Πωοασνευήν, Τὰ ἀπόνειυμα τῆς ἰδίης ἠμέοςς ἐγένετο ἵν πανηγυ- : : : : Δον συνεδοίασις εἷς τὴν ο πο” πάσης τῆς ἓν Ἀοιστῷ ἡμῶν δν παν τῶν Νηγεογζομένων Χοι- πα τητος, Σωματείων -Ὢ ᾽Απύ- στόλος Παῦλος». Κατὰ τὴν ἔναυ- ντήωιον ασυνεδρίσν ὡὠμίησαν ἐνπούσωποι τῶν δια όρων συνες- τ ν αὢν καὶ ὀρθοδύξων γοστιονῶν, Ἔτι δεύµεθα ὑπὲο τοῦ [ανν νς η γα Αογισπισγόπου. ἡμῶν Αἰαγεις αζρας τῶν Απίωον Αογιεοέων καὶ πτιονινῶν στι δεύμο νε ἀπὸο τῶν εὐσεῦε- ατάτων Ὦισι ων ἡμῶν [[αμου μιά Φφοειδευίκηςσ, τοῦ. λιαδύ γην αὐτῶν Κωνσταντίνου καὶ σύμστιιν- Γης τοῦ ῆ- νι σ, ο Η ΙΙΙ ΠΗΙΛΗΙ [ή] (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σε,ἴδα) σης (1394) καὶ ᾽Γκονίου (περὶ τὸ 1400). Καὶ ἡ μτι δρύπσθες ὑσδο γατενοδώσο απ τοῦ. Δοὑμιώωτάτον ἡμῶν Εαν Ὄτοὺς κα λογιεπισύπο, βο πεί: αὐτοῦ, ἀντ εως αἱ ἔνισγή- σπεως ἓν ταῖς ἐνεονείαις αὐτοῦ ἐμιὰ πωοσπαθτίαις ὑπῖο τῆς ἐθνι ου τὸ πρῶτον νῦν ἐιιφανισθεῖ- : .ἀποπαταστήσι ος τῆς ΑΤενό- Ίσα νεστοριανὴ κακοδοξία, οὐ- νήσος ἡμῶν κα ὑπὲς τῆς «ἰσίς χὶ μικρὸν σάλον καὶ ἀναταρα- (σ αλτον ἐπινοδοι.. ᾿χὴν ἐδημιούργησεν εἰς τὴν '᾿Ἐκκλησίαν. Καὶ ὡς πρόδρο- σα Ἁθοιον τὸν Θεὸν φωνῆς τῆς. τοι τιὲν τοῦ να σὰ ἠδύναντο νὸ θεωρηθοῦ» ὁ ΓΔιόδώρος ὁ Ταρσοῦ (μεταςὺ Γ 390 καὶ 394) καὶ Θεόδωρος ὁ ΙΜοψουεστίας (1428), ἀλλ᾽ ὁ } μῆς τι δεασθ ὑπὲρ τοῦ εἶσιοος Ἡ δεΊσεως ἡμῶν κά ἔλεῆσαι ἡμᾶ ὩὉ ην 3 Ἱλοστεοεύς: Την ὁ κύριος δράστης τῆς Νεστορια- 'νης κακοδοξίας ὑπῆρξε ὁ ὁ- μώγυμος τῇ αἱρέσει πατριάρ- χης Μεστόριος (458--31}, την ακοοοξίαν τοῦ ὁποίου ἀνήρε- σε καὶ μετ ἐνθέρμου ζήλου καὶ εὐγενοῦς φανατισμοῦ κα- τεπολέμησεν ὁ πολὺς πατριάρ- χης ᾽Αλεξανδρείας Κύριλλος (1444) καὶ μετ αὐτὸν ὁ Θεό- Ἀύόσποτι Κύων μακούθνς Γπαλέλες πιά πολεύσαπλανγχνε, ν ψενοῦ ἡμῖν Ξ κωὶ ἐπώνουσεν ων σαν Ἠπίθρηνιν δε ἡμᾶς ἀνίοι κατοιρητηοίον ους ἴδε τὴν ταπείνώσιν ἡιῶν πα. τὴν χάχωσιν. Οἰκτείρηον οἳ εὐστπ]ανγνίσθητι ἐπὶ τὸν ὑοῦ- Ίων τοῦτον. λαόν ου. Αὐτουσιιι τὸν ὃν. τῆς δουλείας, γάω σια ἡμῶν ὅεοι 5Ε ὠτῷ, τὴν ποληπύθητον ἑλευθεμίίδοτος ᾿Αγκύρας (περὶ τὸ ὑράθευσον αὐτῷ τὴν Ὄνοσιν Ι4445), Φίρμος Καισαρείας, τὰ της ἐλενθύρας. μητοὺς Ώ-] Ακάκιος Μελιτινῆς καὶ Δαλ- αν Ἑλλάδος, Ῥνυνύδευσον τῷ,ματίας, πρεσθύτερος ἐν Κων- Ἠισαριωτάτω ἡμῶν Αογιεπ ονώ- τῷς ὀποδημοῦντι καὶ οὖθις ων τοῦ μιώτοοιγοῦ τούτου λαο ο οὖν, Γ]οοστάτευσον αὐτοῦ τῇ χουτοιᾷ δαν ποοστασία, ἀντιλικθοῦ αὐταν, 'σταντινουπόλει. Δὲν προτιθέ- µεθα ποσῶς νὰ ἐκθέσωμεν ἐν µατα, ἅτινα προεκάλεσαν τὴν ζωηρὰν ἐπέμθασιν τῶν µε: αατεύθννον αὐτοῦ τὰ, διαθέσεις, γαλυτέρων ἐκπροσώπων τῆς οὺς αῑσίαν τὴν ἔχύασιν τωῖς ἵνου- Ἐκκλησίας διὰ ποικίλων ἀν- γείαις αὐτοῦ, Ἠνίσχησον τοὺς ὅν. τιρρητικῶν συγγραφῶν πρὸς την. ὑπεράσπισιν τῆς ἱερᾶς ἡμών πποθύσεως, Φώτισον τὴν διάνοινν αἱ λάλησον ὀἀγαθὰ ἓν τῇ χαρυία να ἀνωτέρω ἀπηριθμήσαμεν, εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἐνυπάρχουσαν ζωὴν καὶ ἐνερ- τῶν μελῶν τοῦ ᾿Οὐγανισμοῦ .. εἲς ἀποδωνὴην τος τωπύνον Εθνον το γομιμµωτήτον. αἰτήματος υπο ακοῦ αοῦς εἷς ἠποστήυ αἱ ἀπονομὴῆν ὀγίουῦ, Νάά Ἱν- οἱ ὁ πάσης εὐεονεσίας πλουσιω- πάρογος δοτήρ. «λῖνον τὸ οὓς δουν ποὸς τὴν δέησιν Πιῶν γι παντὰς τοῦ αοῦ. Σου. ωτεινηον Σου εἷς βοήβειαν γιὰ θάνμάστωσον καὶ νῦν τὰ δα, δὺ γὰρ ἡ ἐλπὶς ἢ- δᾗν πρυοστόσίαν δαὶ τὴν δύσον τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἔτεροι συγ- γραφεῖς τῆς περιόδου ταύτης 4, γωαφικὴν δρᾶσιν εἶναι (χωρὶς νὰ λαμθάνωμεν ὑπ ὄψιν τὰ Φρονήματα αὐτῶν) οἱ: Εὐσέ- βιος ᾿Εδέσσης (4360) Βασίλει- ος ᾽Αγκύρας (περὶ τὸ 41365), τὸν. βοαγίανά ιῶν Ἱστορίας Εὐσέβιος ὁ Καισα- ρείας (7366), Κύριλλος ὁ ]ε- ροσολύμων (4266), ἐκ τῶν ἆ- α ην ναὶ ἐπὶ την γε] οποίθωτεν Εὐάγριος ὁ Ποντικὸς (περὶ τὸ Τ400) Μεῖλος ὁ ἀσκητής, Μᾶρ- κος ὁ ἐρημίτης, ᾿Αρσένιος ὁ Αναχωρητὴς καὶ Διάδοχος ὁ Ῥωτικῆς, Τί δὲ ὰ εἴπωμεν διὰ τὸν κλεινὸν τῆς Κωνσταντινου- πόλεως Πατριάρχην τὸν ὄντως Ἰπισώστοιιων Ἰωάν ην. Καὶ διὰ τὸν γλαφυρώτατον ἐπιστο- λογράφον ᾿]Ισίδωρον τὸ Πη- λωνσ την ποῖα ἐγκώπια νὰ συνθέσωμµεν ϱΝΟΝΛΗΗΡΙΙ ΜΙΙΡΗΠΟΛΙΙΟΙ ΠΠ Αἴοιον Φἀθθατον, 5 Ὀντωδοί- να, ἑαοτὴν τοῦ Ἱερομάστνοος Κυ- ἐποιανοῦς ὁ Πανιερώτατος Μητου: πολίτης Κυρηνείας 1.2. Κυποιά- ἴνός, ἐπὶ τοῖς ὀνυμαστηρίοις του, Ιγατὰ τὴν θείαν λειτονογίαν. θά Γγοροστατήση ἓν τῷ Ἱ. Ναῷ τοῦ ἸΑογωγέλον, Κυρηνείας, | ο ---.-μΓμυμυυ“͵-- καὶ ὁ ἁγιογράφος καὶ Θιο- Ἱῃ 0 ΤΙΝΗΡΗΝ. Ἱ ΡΡΙΗΕΙΙ υράφος τὸ προς Χρ αλλ’ ἔτι ἐνδοξότερος ὣς συγ- γραφεὺς ὁ περίφημος ᾿Ἐπιφά- ἵνιος Κύποου (403). Ποῦ δὲ νὰ κατατάξωµεν τὸν ἐγκωκλοπαι- δικώτατο» καὶ πάντα σχεδὸν τὰ εἴδη τῆς θεολογικῆς λογο- τεχνίας πραγμµατευθέντα περι- σπούδαστον καὶ δοκιµώτατον συγγραφέα. τὸν Ὑνωστὸν Θε- 'Υπὸορ τὰς 5.000 γέοι κιὶ ν ον ανν Έδρος ἐπερῖ τν. πο ο πα ς .. ΙΓ Ετεροι συγγραφεῖς ες ϱετεσγον ες ο/υν τον μετ ς - , , η | Νμγέδωιον, τῆς περιόδου ταύτης ἄξιοι ἰ- ν Αὐγοή- | ὃ αιτέρας µνείας εἶναι Σερα- μιάς ν ὃ. π΄ίων ὁ Θμµούεως γνωστὸς διὰ Γ ΗΠΙΝΚΙ ΜΙΦΠΕ) 0 ΜΗ Σ.μνῆλθεν ἀπὸ ο1--οἳ Αὐγοῦ- στον εἷς Μινγεάπολιν, Μιννεσύ- τας, τὺ τέταστον Ἠθνικὸν Συνέ- δυιον τῆς ᾿Οωθοδύξον Ἠλλην κῆς 'Αδελφότητος Νέων τῆς Άμεοι: άνιὸ οῶν τῆς χώρας. Τὰ ἥργισε τὴν Κνοάκην { . - ΄ στον διά. ἠειτουογίας . , ὁ Νεύασι, Αυγ τὰ κατὰ Μανιγαίων: καὶ τὸ : γήσεν Σεὔασμ. ὁ 6- . , ν Αειτουργήσεν ὁ ! ο περίφηµον εὐχολόγιον ἔργα , : τς νι χοπος ᾽Αμεοικῆς Σ. ΜιγιΩ]Α. πίσκοπος Άμξρι Ἶς Σι ος η. Κατὰ τὸ συνέδοιον σονεσητθ- σαν τὸ ποοθηµατα το οποις ἄν σε ἡ ἓν ᾽Αμεοινῃ Οοθό- Δὲν δύναµαι ἐπίσης νὰ ἆᾱ- :φήσω ἀμνημόνευτον τὸν αἱρε- σηηστωπί η ον ορ σα κα τικὸν τριχοτοµιστὴν ᾿Απολλι- ) σος ο Πσιαν Ἑν τῶν συσητη- , τ ν τν 3 ὄθευς Ἰελή ΠΠ νάσιον Λαοδικείας (περὶ τὸ των Ονμότων ἀνεέρομεν τὰ ἑξῆς: Θοησκεντικὴ ἐκπάδεναις. Κατηγητινά δγοκεία, Χοθῳδίω. { Κοατινὴ ἀναινώθισις τῆς ὌΌνυ- 1300 διὰ τὸ πλβθος ἀξιολόνων ἵσυγγραμάτων του). Πῶς νὰ παραλείψω ἐπίσης τὸν περίερ- γον χριστιανοφιλόσοφον καὶ ἐ- χιπ. | Γύ ᾿Ανατολινῆς Ἑλκλησίς. ! . ἤ : | τν ( σ κ ͵ ἡώσιας σ σεις πιστολογράφον Συνέσιον τὸν ο] του τας ν - ας ς ληστή ν } :Νυρηναῖον (μεταξὺὸ 412 καὶ | | 415), ὅστις τόσα πράγματα παρέσχε τοῖς θεολόγοις καὶ τοῖς φιλολόγοις διὰ τῶν ἀρχαι- οπρεπῶν αὐτοῦ συγγραφῶν Καὶ οἱ μετὰ τὸν Εὐσέδιον Και- ΓΤύποις: ΄ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ» Λευκωσια σαρείας ἐκκλησιαστικοὶ ἵστο- ἐ ματι Κωμνηνοῦ 2 Αηνωμας ΡΙκοῖ οὐγὶ τὴν τυχοῦσαν θέσιν Ι :κατσαλαμθάνουσιν ἐν τῷ κύ- Ὑπεήθυνου:, Χρ. Απγαπίου. Ἠνίου., ο ς ! ΓΕ νποιορυτιῶν. «Αειτονο-ς ᾽Αμϕιλόχιος: κατὰ τὸ 428 ὑπὸ τοῦ Βεστοοί- | Μεστοριανισμοῦ | ελεπτοµερείᾳ τὰ αἱρετικὰ ρεύ- ! τιπροσώσπηνς τῆς Ἠθνικῆς ἡμῶν] ἐξαφα»ισμὸν αὐτῶν. ᾽Αλλὰ καὶ Καοῤρονήσεως, εἲς ἄποτελεσματι- ! τὰ ὀλίγα ταῦτα ὀνόιατα, ἅτι-’ γητικότητα ἐν τοῖς κόλποις. ἅξιοι ιινείας δἁ τὴν θαυμα-ι στὴν καὶ ποικίλην αὐτῶν συν- | ὁ πατἠο τὸς ᾿Εκκληπιαστικῆς Ενδοξος εἶναι | βλ Τ4Σ ΠΗΜ(ΛΗΣΙΛΣ ΤΗΣ ΕΛΛΛΛΗΣ λουϊνουπόλεως κ, Αημήτοιος καὶ Καστοσίας κ. Νικηφόρος, Εἰς ἄν, ἀπεφχο- | τικατάστασιν τῶν οὕτω μένων ποοσνακοῦντιι εν μὲν της Παλ αιᾶς Ἱλκάδος οἱ Σεθασµι- ώτατοι. ΑΠητουπολίτας, Νευχκύρις ».. Νεθόδιος, Γοΐκης κα τα γῶν κ. Δωρόθεος κα Καφνστί- ας κ. Ανανίας, ἓν δὲ τῆς Νέας Ἑλλάδος οἳ. δε. Μητοοποβίτα, Πολνανῆς ν.. Ἰωακείμ. Ἱδέσσης Κων- σταντῖνος καὶ Νενροχοπίον ν. Α- », Λιονύσιος, Νοτάνης 2. γαθάγγελος. Ν ΡΠΙΜΝΙΝΙ ΠὕΗΙ΄ ΗΠΙΜΗΙΚΙΙ ΙΤ Γ{οῦ ἐν Αθήναις ἀνταποκριτοῦ μας μαζυμένων οιστιανικῶν καὶ ολ Ἰῶν σωνιατείών, γιαοθτίσιαντες τοὺς. συνέδυους, Μεταξὺ τών ὦ- Γμητῶν σαν ὁ Ἰρόεδοος τῆς Χωστιανικῆς Ἱδνώσεως Ἐνπαι- δουτικῶν. Αειτονογῶν. γυμνάσι- άρχης ν. ἴ Κολιτσάοας -αὶ ὁ ᾠυχίότους κ. ο Α. ᾽Ασπιώτῆς ὁ ευθυντὴς τοῦ. Ἱνστιτούτου. Ἱᾳά- των: Ψιγολονίας καὶ Βυγινῆς Ελ ρινῆσ., Αὶ. ἑωνασίαι. τοῦ σον, σθησον μέγοι τῆς δαάς σΣε- πτειι ους μξ εἴσην Ίσεις αἱ σι ζητήσεις τῶν συνέδοων ἐπὶ δια- φόρων ποοθλΗηπάτων, ὑπὸ τὸ σῶς Νε υνεδοίου τῆς Κωιστιανινῆς χοσιοθεωσίας. Γοῦ Φυγεδοίος µετέσγον {00 πα: μπαιδευτιροὶ. Ἀέσης χαὶ τίρας Ἱσνπαδεύσεως, οίποι Κωτω- ντ ο -ᾱ--- --ύ --κ-- ΗΚΗΙΜΠΝΙΣ ΜΒ Κλῷῳ τῶν µμεμορφωμένων ἐκ- προσώπων τῆς ᾿Εκκλησίας κα- τὰ τὴν περίοδον ταύτην. Εἶναι | ος - ν ή να σε ᾿ . 3 ἅ στρῴύης τοι Μακαρίου εινα και το οτι στεοουµενὸς κα /αμωττον Ι Ιδὲ οἱ ἑξῆς: ὁ Σωκράτης ὁ Γοχολαστικὀς, ὁ Σωὠζόμενος, ὁ καὶ ἀνωτέρω μνημονευθεὶς Θε- οδώρητος Κύρου, ἐπίσης Γε- Γλάσιος ὁ Καισαρείας, Τιμόθε- ος ὁ Βηρυττοῦ, Ἡσύχιος πρε- σθύτερος ἐν “Ἱεροσολύμοις, ὁ Φιλοστόργιος καὶ ὁ Φίλιππος ὁ Σιδίτης. Διὰ τὰς ἕρμηνευτι- κἀς αὐτῶν ἐργασίας ἄξιοι νείας εἶναι καὶ οἱ: Θεόδωρος ὁ Ἡρακλείας, ὁ ᾿Ανδριανός, Ἠσύχιος ὁ “Ἱεροσολυμίτης, ὁ Βίκτωρ ὁ ἐν ᾿᾽Αντιοχείᾳ πρε- σθύτερος, ὁ ᾽Αμμώνιος καὶ ὁ Μακάριος Μάγνης. ἾἘκ τῶν ἀντιρρητικῶν ἐπίσης οἱ: Ἡγε- µόνιος, Τίτος Βόστρων καὶ ᾽Αλέξανδρος. Τέλος ἐκ τῶν ὁ- πολοίπων δοκίµων ἐκκλησια- στικῶν ρητόρων μνημονευτέοι καὶ οἱ : ᾿Αστέριος ὁ ᾽Αμασεί- ας, Πρόκλος ὁ Κωώνσταντινου- πόλεις καὶ Βασίλειος ὁ Σε- λευκείας. Πάντες οὗτοι οἱ ἐκκλησια- στικοὶ συγυραφεῖς, διακριθέν- τες εἰς ἓν ἢ πλείονα ἢ καὶ πάν- τα τὰ πεδία τῆς Χριστιανικῆς γραμματείας. ἀνάλογον κατέ- λαθεν θέσιν ἕκαστος ἐν τῇ ]- στορίᾳ τῶν γραπτῶν µνηµεί- ὧν τῆς Ἑλληνικῆς διανοήσεως καὶ πολλοὶ-πλεῖστοι ἀληθεῖς νίγαντες θεωρίας καὶ πράξε- ως ἀναδειχθέντες, ἐκλέῖσαν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἐκθρέψα- σαν αὐτοὺς ᾿Ορθόδοξον Ἓλλη- νικὴν ᾿Ἐκκλησίαν καὶ τὸ Ε- θνος ἡμῶν εἰς τὸ διηνεκές, Ἠλεῖστοι ἐξ αὐτῶν κατεῖχον τὴν πᾶσαν γνῶσιν τῆς ἐποχῆς των. Τὴν εὐρυτάτην αὐτῶν μὀρ φώσιν ὤφειλον κυρίως εἰς τὰς περιφήµους τότε µρητορικὰς Σχολὰς καὶ ἀπέθησαν ἵκα”.οὶ οὐ µόνον ὀρθῶς τὴν ὀρθόδο- ξον τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλί- αν νὰ δύνανται νὰ διατυπώνω- .σιν, ἀλλὰ καὶ ἄριστοι τῶν πο- Ἰλυποικίλων πτυχῶν τοῦ τεγρα- | πτοῦ καὶ τοῦ προφορικοῦ λό- ε- ἀοιστοτέχναι ἀποδειχθέν- [ τες, νὰ δύνανται νὰ ἐκφράζω- αι πα των μὲ τὰ οἰκεῖα εἰς αὐ- τοὺς ἄριστα καὶ καλλιεπέστα- τα µέσα τῆς λογοτεννίας. Λ.- γοτεχνικοὶ τύποι γλωσσικῶς καὶ αἰσθητικῶς ἄριστοι καὶ οὐχὶ σπανίως ὑποδειγματικοὶ δι ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ τοῦτ᾽ αὐτὸ κλασσικοί, μεστοὶ Γἐνίοτε καὶ ἐφ᾽ ὅσον οἱ ἐπιδιω- πόνγνοι σκοποὶ τὸ ἐπέθαλον, Ιθαθέων, ὅσον καὶ εὐγε ὢν συ- ᾽ναισθημάτων τίθενται ἐπὶ τῆς | ἀκμῆς τοῦ θαθυστονάστου κα- ΓΑ νιαν αὐτῶν διὰ τὴν ἔκθεσιν, | | τὴν ἄμυναν καὶ διάδοσιν τῶν θείων τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀρ- χῶν καὶ τῶν ὑπερόχω» τῆς Ἐκ κλησίας διδασκαλιῶν. (Συνεχίζεται) ιν ῥΙΠΦΙΗΙ ΙΙΙ ΙΦΙΙΝΙ ᾿Απὸ τοῦ. ἐπὶ θύραις Σχολικοῦ τους 1104---1δο ἅπαντες οἱ µα- θηταὶ τῶν Εκνλησιαστιχκῶν Σχο- λῶν κα «ωοοντιστηρίων. κατόπιν διαταγῆς. τοῦ. 'Υπονργείοι Τ[αι- δείας, θά. φέρουν. ὑποχοεωτινῶς πιά ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιοέσεως ϱ- σον ἐντὺς τοῦ σχολείου κατὰ τὰ µαθήµατα, τὴν µελέτην γαὶ τὰς Ἠγκλησιαστιχὰς ἱερὰς ἆκολου- θίας καὶ ἐκτὺς τῶν Σχολῶν καὶ γ τε Ὕοοντιστηρίων κατὰ τὰς ἔπιση- µοὺς ἐμφανίσεις - -ᾱ-- ΕΝ) Ἴξεδήμησε τὴν Κυριωκὴν Θα , : : ο Δὐγούστου εἲς Κύοριον ὁ Χατζῆ- ἨἩωπαϊάκωδος 1Γρωτοπαπᾶς εἷς ἢ- ο ας αν τς λικίαν ττ ἐτῶν, ἐν Γαλάτας. Ἡ πηδεία τον ἐγένετο ἐν Γαλάτα τὴν ἐπανριον Λευτέραν ἓν µέσω ἓν- λα η . κκ. « δείξεων. εἰλκοινοῦς. θλίµεως ἐν μέρους τῆς κοινότητος Γαλάτας τὴν οποίαν ὡς λειτουοργὸς τοῦ Ὕ , ε εν ον ὃν Ἱιστου Ὅπηρετησεν επι 44 ἔτη. ᾿Ἐπικήδειον λόγον ἐξεφώνησε ὁ ς : ἱεροδιάχονος ᾿Ανδοέας Κουλέντης. Τοὺς οἰκείους των σνυλληπούμεθα θευμῶς, ἰ - συγγωύνων παιδονονικῶν ) ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ! ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1924 [ΜΜ ΙΙ ΠΡΙΝ ΠΠ) ΜΙΚΗ Ἕλληνες ἀδελφοι, δ ἠμέσον, ὑπὲο πᾶσιιν ἄλοιν ἐπογην, οἱ Αύπωτοι Ην νά ντ κην γιὰ ὑπογυέώωσιν νὰ σον κεντοώσωμεν. ες την σχένιν καὶ την χαμδίαν µας Όλαις τὰς πασαδύσεις, Όλους, τοῖς ολους ιά υἷκες τὰς ἱστουικὰς μηοφἃς τοῦ τύπου µας. Αιότι ἑνῷ εἰσήθομον, εἰς τὴν συισιμωτάτην πεοίοδον τῆς συγγυονου ἱστοοσίας µασι Ἡ πεοὶ ἡΓ μις κυινώνγιχὴ να πολιτικὴ σύγχυσις δὲν ἑξέιπε καὶ οἱ ἀντίπαληι µας -- ἐσωτεοινοὶ κά εξωτεοικοὶ τι ἀνανεοῦσι τὰς ἔπισουλίς τον των, Το παωε]θὸν. ὀταθύτει γαὶ ἐντείνουσι τὰς ἀνιέουυς ὑπιθέσεις τεραστίαν ἠθικὴν, δύναμιν. ἥτις πόνη δύνατια, νά , δήσεις νενναίας, ν ὀἀπεογάσητωα τὴν εθνιχὴν αὐτασυναίσθησιν, κιάὶ ὑπεοηφ ἀνειαν, νὰ ατεοώνῃ τὰς ενχὰς χι νὰ σφυρηλατῃ τὰς απυ- ᾳἄσεις καὶ τὴν ἐμμονὴν ἐπὶ τὰ ἀνατάλυτα καὶ ἀναφαίοστα ενικό αὐλρώτῃ συνει- δίχικα τοῦ λαοῦ µας. Εὐτυγῶς δὲν γοειάζετια ν΄. ἀποδυθῶμεν εἲς ὄδην την μιλώ εν ἀναδουμὴν τοῦ παοςλθόντος. 'Ὑπάργχονσιν ὑρόσημα καὶ τοὐπαίτες ᾖ- τινα ἔχα οάζουσιν ὁλόνληρον την τωτικύτητα καὶ ἀνακιινοῦσιν ὡς ἀετοῦ τὴν γεύτητάν του, Ὁ οβοῦντα ὡς ἠπέροχοι φάσοι καὶ διὰ τοῦ ἐγπεμπομύνον, ἐυπάγλον. φωτός των, διαλύουσι τὴν σχοτίαν τῶν σταγμῶν χι τῶν ἀποδιώκονσι τὰς ἀδυναμίας, χατόουγό- τουσι τοὺς στογασμοὺς καὶ τὰς πουοθέσεις κά ὀρθάνακτον πως αἱ- νουσι τὴν ὁδὸν τοῦ κχαθήκοντυς. Λογιῶν. Τοιοῦτος λαμποὺς «άρος ὑμοήτα γιὰ εἲς τὸ πούθυσον τοῦ Νου: ποιαχοῦ πιοελθόντος ὁ ἀοίδιμυς ἠοωϊχὸς Ἰθνάωχης Μακάνιος Ες Ἱ ἀπὸ Ννοηνείας, Αἲ δέσμαι τῶν ἀχτίνων του ἀντιφεγγίτονσιν εἷς τὰ ποὐσωπά µας χαὶ τὸν ἐσωτεοιχόν µας χόσμον ὁλόνλησον τὴν φω- (εινὴν ἱστορίαν µας γαὶ Όλην τὴν α)όγα τῆς ἀνάμπτου αρυγῆς τοῦ ἀδοιλώτου τὸ φοόνημα λαοῦ µας. γον τὴν παοονσίαν του. Κα εἲς τὸς αυχάς µας ναὶ γύσω µας καὶ παντοῦ. Τὸ παράδειγμά του τῇ καὶ θά τῇ εἰς τὸν αἰῶνα. Ἆιὰ νὰ ὃι- ὑάσμη τὴν γοιστιιωικἠν ἀρετὴν γαὶ τὴν ἑλληνικὴν ἀνδοείαν καὶ εὖ- χυγίαν. Χοιστιανὸς ἀληθὴς --- γωιστιανὺὸς ἀνένδυτος καὶ εἷς τὴν σχέ- ψιν καὶ εἲς τὸ «ἴσθημα καὶ εἷς τὸν λόγον καὶ εἲς τὴν ποᾶξιν καὶ εἲς πάντα --- παρέμεινεν εἲς ὑλόκλησον τὸν δημιουογικὸν χι πο: π]ωνκτον ὕίον του εἷς τῶν σθεναρωτέοφών χαὶ πλέον ἀχάμπτων συγ- χρόνων. ἀποστόλων τῆς θροησγείας τοῦ Ἰησοῦ. Ἠἱλινοινῶς φικόπα- ἴποις, ἀκαταμάχητος ἀγωνιστὴῆς τῶν ἐθνιχῶν ἰδεωδῶν, μὲ τὴν λ- λάδα νλεισμένην εἲς τὴν ἡπιγήν τοῦ, ἠνέμισε τὸ «λογισµένον μυᾶσόν του πύτε εἲς τὰ αἱματόθρεκτα θυτυνὰ τῆς Μακεδονίας γιὰ τῆς Ἰ- πείρον, πύτε εἷς τὰς αύλεις γαὶ τὰ γωοία τῆς Ξενοκοατουμένης, Ν- ποοι, πότε εἲς τὰς ανλακὰς καὶ πύτε εἷς τὰς ἑξασίε . μέχοις αὐταπαρνήσεως εἷς τὰς ἀρχάς του, ὡμολόγει μετὸ παθρησί- ας τὴν πίστιν του, ἤλεγγχε μετ αἰστηρύτητος, ἀλλὰ καὶ πειθοῦς. Γπὴν πᾶσαν ἀσχημίαν χαὶ ἐκαλλιέοωγει παντοῦ καὶ πάντυτε τὸ ἄνι- όν. Αιτὸς καὶ ἀσκητικὸς εἲς τὴν ζωήν του καὶ διαυκῶς δυῶν., ἧτο γίαν. ὁ ἐλεῶν τοὺς ἐνδεεῖς, ὁ ἐμιπιχῶν καὶ στηρίζων, ὁ στοργικὺς πατῆω τοῦ ποιμνίου του. Δεΐγμα εὔγλωττον τῆς ποὺς τοὺς. ἄλλοι ἐπὶ γεφμανινῆς κατογῆς τῆς Ἑλλάδος. ποοσέφερε τὸ ατωγόν του σιτηοέσιον εἲς ἄλλους, ες πεινῶντα γυνωκόπαδας διὰ νὰ πέσῃ τέ- ]ος λιπύθυµος ἓκ τῆς ἐξαντλήσεως εἰς τὸ ἀθηναϊκὸν πεκοδρύμον.., Ἱεράοχης ἠπέροχος. ἡγέτης μὲ πνοήν. κατείχε τὸ μυστικὸν νὸ ἓν- θουσιάτη τοὺς πάντας καὶ εἰς τὰς κοισιµωτέοας τῶν στιγμῶν. Έιος ἀπόύγονυς τῶν ἀογαίων ἑλλήνων καὶ συνεχιστῆς τῆς ἱερᾶς πα- εἲς τὸ πρὐσωπόν τοι τὴν ἑλληνικὴν ἀρετὴν καὶ τὴν γωοιστιανικ ην ἁγιότητα εἲς τὸν µέγιστον δυνατὸν βαθμόν. κκ0)ὐδενὸς ἤσσων γινώσκειν τὰ δέοντα καὶ ἕρμηνεύειν ταῦτα, «ι- λύπολίς τε γαὶ χρημάτων κωείσσων» ὁ Μακάριος, ἐδόνει τὰς φυχὰς καὶ συνεκλόνει, ὕταν ὠμίλει. Καὶ ὅταν ἠγωνίζετο-- καὶ ἐμάγετο δι- αρκῶς-- προεκάλει δέος, ὑποθά)λλων συγχωόνως θάρρος καὶ ὃρα- στηριότητα. Οὐδέποτε κολακεύων, διεκήουττε πρὸς πᾶσαν κατεύθυν- σιν τὴν ἀλήθειαν καὶ µόνην τὴν ἀλήθειαν, ἐνθυμίζων οὕτω διά τῆς εὐτολμίας καὶ εἰλικοινείας του τὸ τοῦ Δημοσθένους: «Κόλακά σας οὐδέποτε θὰ μὲ ἔχητε, ἔστω χιὰ ἂν τὸ θέλητε. Σὐμθουκόν σας πών- τοτε θό. μὲ ἔχητε, ἔστω γαὶ ἂν δὲν τὸ θέλητε». Ἑοιοῦτος, ἐν ὀλίγοις, ὁ ἀπὸ Κυρηνείας Πρωϊκὺς Ἰθνάρχης Μανά- οιος ὁ Ὦ/. ᾿λληθὴς ἐνσαρκωτῆς τῆς ἱστορίας γαὶ τῶν πεπορωμένων τοῦ λαο µας. Δάτρης τῆς ἐλευθερίας ἔνθεομος καὶ ἀγωνιστὴς ὑπὲρ αὖ- τῆς ἁδιάλλακτος καὶ ἀπτύητος, Ἠρεισμα ἀκαταμάχητον διὰ τὰς συνειδῆσεις. Ορόσημον µοναδικὀν. Ἱνδαλμα καὶ σύμθολον διά τὸν ἡπὲρ τῆς ἐλευθερίας του ἀγωνιζόμενον λαόν µας. 5 Ἡ ἀνωτερότης ἑγνὸς λαοῦ κρίνεται καὶ ἓκ τοῦ τρύπου μὲ τὸν ὑποῖον τιμᾷ τοὺς ἄνδρας, οἵτινες ἠγωνίσθησαν καὶ ἐθυσιάσθησαν ἡ- πὲο αὐτοῦ. Τοιοῦτος ]αὸς κατ ἐξογῆν ἀνώτεοος εἰς τὸν χύσμον ἑ- δείχθη ὁ ἑλληνιχός. Αὐτὺὸς πῳῶτος ἑτίμῃησε τοὺς ἥρωάς του μὲ ἀν- ὁριάντας, μὲ ἐπιγοάμματα, μὲ ὕμνους, Κάῑ ἥοως διὰ τὴν νεωτέραν ἱστορίαν τῆς ἑλληνικῆς Κύπρου ὁ Ἐθνάοχης αὐτῆς Μωκάριος ὁ Ὦ. ὁ ἀρρήντως συνδεθεὶς καὶ μετὰ τοῦ ἱστορικοῦ Κυποιακοῦ Δημοψηςί- σµατος τῆς Ίδης Ἰανουαοίου 194080, τοιούτων τιμῶν ἄξιον καὶ ἄπες- άξιον ἀπέδειξεν ἑαντόν. ᾽Αλκὰ καὶ ποὸς παραδειγματισμὺν ἐπιθάλλετα, ὕπως τοῦ ἐνθρονισμένου εἲς τὰς φυχάς µας ἐθνομάοτυρος Μακωρίου ἄνιδοι- θῇ ναὶ εἲς τὴν καρδίαν τῆς Μητροπολιτικῆς τον Περιφερείας ὁ ἀν- δριάς, Ἡ πάλλεννκος θιθλικὴ µοοφή τοι διαρκῶς θὰ σκέπῃ. θὰ δι- δάσκῃ, θά φοογιματίςῃ καὶ θὰ ἐνισχύῃ. θὰ ἑφοῦτω ὡς χανὼν ἠθι- κῆς ζωῆς καὶ ὑψηλοφρόνων ἀγώνων, Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπευθινόμεθα πρὸς τὴν ἠγαπημένην τοῦ Μακαρία Μητροπολιτικὴν Περιφέρειαν Κυρηγείας, ἀλλὰ καὶ ποὺς ὅ- σους καθ οἱογδήποτε τρόπον συνειργάσθησαν Ἠἢ συνεδέθησαν μετ αὐτοῦ κατὰ τὴν μακρὰν ἐκκλησιαστικὴν κιὰ ἐθνικὴν σταδιοδροµίαν τοῦ. Τὸ καθῆκαν, ὅπως ὅλοι συνεισφέρωµεν διὰ τὴν ἀγίδουσιν ἀνδοι- άντος τοῦ ἐθνομάφτυθος εἶναι ποὀδηλον. Διότι εἰς ἔργα μεγάλα, δη- μοσίας προθολῆς, ἄτινα ἀνεγείρονται δι’ ἄνδρας ἀναλώσαντας τὴν ζωήν των ὑλύνληρον εἲς τὴν ὑπηρεσίων τῆς ἀφετῆς καὶ τῆς Πωτοί- δος, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὅσον τὸ δυνατόν εὐρυτέρα λαϊκὴ συμµετο- χη. Τὰ μνημεῖα τῶν μεγάλων καὶ τῶν ἐκλεκτῶν δὲν εἶναι διακο- σμητικά στοιχεῖα. ᾿Αποτελοῦσι τὸν φὐσικὸν καρπὸν τῆς ᾠυγικῆς ᾱ- γάγκης τῶν λαῶν. οἵτινες γνωφίζουσι νὰ τιμῶσιν, ἀλλὰ γιά νὰ γυή- σιμοποιῶσι τὰ ἀπόλυτα ἐρείσματά των. , Ας πλασιώσωµεν, λοιπόν, πάντες τὸ ἄναλης θὲν ἔργον γιά ἃς ἔνισχύσωμεν τὸν ἔρανον ὑπὲα ἀνδριάντος λίακαρίου τοῦ Ἰ μὲ ὅτι ἕκαστος δυνάµεθα. ) Τιμῶντες τὸν Ἠωκάριον, τιιῶμεν ἑαντούς, Ἐν τῇ Ἱ, Μητροπόλει Ἐυρηνείας, τῇ 14] Σεπτεμθρίοι 1924. Διά τὴν Κεντοικὴν Ἐπιτροπὴν Ἑράνων 1ο ΚΥΡΗΝΗΙΑΣ ΑΥΗΡΙΑΝΟ Σ, πωύὐεδρος σπκἝλλρο-- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ἱ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α’ σελίδα) ία τοῦ Πλάτωνος, Ὅλα πήγαι- Ισπουδὴ τῆς Φιλοσοφίας, τὴν ὁ- /ναν θαυμάσια. Πρθε ὅμως μιὰ ἱποία ἄρχισε κοντὰ σὲ ἕνα στω- |µέρα- γύρω στὰ 130- ποὺ ὁ ΙἹκὸ. Επεσε Όμως σὲ ἕνα στω- |᾿Ιουστῖνος συνάντησε ἕνα γε- 'Ἱκὸ ποὺ ἐνδιαφερόταν κυρίως /ροντάκι--πιθανώτατα στὴν Ε- γιὰ τὴν ἠθικὴ πράξη, ὄχι γιὰ ]φεσο.- Ἠταν, λέγει, «παλαι- τὴ θεωρία. Δὲν θεωροῦσε τοῦ ὁς τις πρεσθύτης, ἰδέσθαι εἴπε, ἀναγκαία τὴ γνώση, τοῦ οὐκ εὐκαταφρόνητος, πρᾶον Θεοῦ. Τὸν ἄφησε τότε ὁ Ὁ- ουστῖνος καὶ πῆγε σὲ ἕνα περι- πατητικό. Αὐτὸς πάλι ἐπέμεινε νὰ συμφωνήσουν ἁμέσως γιὰ ιτὴν ἁμοιθή του, πρᾶγμα ὄχι ἀρκετὰ φιλοσοφικό, λέγει ὁ ᾿Ιουστῖνος. Τὸν ἄφησε καὶ αὖ- ιτὸν καὶ πῆγε, σὲ ἕνα Πυθαγό- Γρειο. ᾽Αλλὰ τοῦτος τὸν ἀπέ- Ιπεμψε, γιατὶ δὲν εἶχε ἀκόμη Ισπουδάσει µουσική, ἄστρονο- μία, καὶ γεωμετρία, ἀἁπαραί- καὶ σεμνὸν ἤθος ἐμφαίνων», Τὸ γεροντάκι τὸν ρώτησε γιά τοῦ ἔδειξε ὅτι ἔπεφτε σὲ τρο- μερὲς ἀντιφάσεις. Κι’ ὅταν ὁ ᾿Τουστῖνος τὸν ρώτησε μὲ τὴ σειρά του ἀπὸ ποὺ εἶχεν ἀν- τλήσει τὲς γνώσεις του γι αὖ- τὰ τὰ ζητήµατα, τότε ὁ πρε- σθύτης τοῦ ἀπάντησε: «Στὰ πολὺ παληὰ χρόνια, πρὶν ἀπὸ τοὺς δῆθεν φιλοσόφους, ἔζη- Ίτητες κατὰ τοὺς Πυθαγορεί- σαν ἄνθρωποι εὐτυχισμένοι, Ίους ἐπιστῆμες γιὰ τὴ σπουδἠ δίκαιοι, ἀγαπηµένοι ἀπὸ τὸ τῆς φιλοσοφίας. Ετσι στὀ τέ- ἵλος κατέφυγε ὁ ᾿Ιουστῖνος σὲ :ἕνα Πλατωνικὸ φιλόσοφο. Ἔ- Ιδῶ στάθηκε πιὸ τυχερός. -«Ἔ- Ιφοιτοῦσα, λέγει, ὅσο πιὸ συ- ᾿χνὰ μποροῦσα καὶ ἔτσι ἔκαμα Γπροόδους' κάθε µέρα προχω- Γροῦσα ὅλο καὶ περισσότερο. :Ἡ κατανόηση τῶν ἀσωμάτων !ὄντων μὲ αἰχμαλώτισε σὲ ὅ- [ | / | Θεό, ποὺ μιλοῦσαν «διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. καὶ προέ- λεγαν γιὰ τὸ µέλλον πράγµα- τα ποὺ ἔχουν τώρα πραγµατο- ποιηθεῖ τους ὀνομάζουν προ- φῆτες, Τὰ ἔργα των σώζονται ἀκόμη καὶ ὅσοι τὰ διαθάζουν, μποροῦν, ἂν δίνουν πίστη σ᾿ αὐτά, νὰ ἀποκομίσουν µεγάλη ὠφέλεια καὶ γιὰ τὶς ἀρχὲς καὶ γιὰ τὸ τέλος, γιὰ κάθε τι ποὺ πρέπει νὰ Σέρῃ ὁ φιλόσοφος. Δὲ μίλησαν μὲ ἀποδείξεις' πά- νω ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη στά- θηκαν ἄξιοι μάρτυρες τῆς ἆ- ληθείας». Ψψιστο βαθµό ἡ θεωρία τῶν ἱ- δεῶν ἔδινε φτερὰ στὸ πνεῦμα µου, τόσο ποὺ µέσα σὲ λίγο καιρὸ πίστεψα πὼς εἶχα γίνει σοφός. Ημουν μάλιστα ἆρκε τὰ ἀνόητος, ὥστε νὰ ἐλπίζω -ὅτι θὰ ἔθλεπα τὸ Θεό, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς φι- λοσοφίας τοῦ Πλάτωνος». Ε- ο - : εδ ινεχίζεται) τσι ἔθλεπαν τότε τὴ φιλοσοφί- ΗΡΑ ΑΙΝΕΓΠΙΣ ΚΟΠΗ | μνΠπροὗΥ δι) Ῥίς δὲν ἐνθιμεῖτω. τὸν Μακάριονς Ὅτοι αἰσθανύμεθα, ἔντο- δι υνεπὴς | πάντοτε ὦ ποιμὴν ὁ καλός, ὁ παρηγορῶν τὸν πύνον καὶ τὴν ὃδυστυ- -- οαματαθήνης τῶν μεγάλων τῆς γλλησίας πατέρων. συνεδύασεν ! Αϊτησις πρᾶς Χἰοξεσισν Αοισμιις αἱ Χισνετόουντες: μα) Νιοάαππος Δονοτν νου ἐν Κιάμος ἐτοιν 01 6) δα μίταις Νο καπους ὃν Δαλακ Φλίου. αὐθννος τοῦ ὡς ὄνω οσο θετοῦντος, τῶν ο, η ἰονετούμενος: ᾿ ασυλία Ὦ, Νιοονζα ἓν δα: μιλίου, ετοιν 91. ο Οἱωνδήποτε ποὐσωπον υνωοίζον ἔνστασιν διά τὴν ἄνω πἰοθεσίαν χαλεῖται νὰ ὑποδάλῃ ταύτην ποὸς τὖν Λωογιεπίσχοπον, ἀναπνυάςον της ελστιισεον αἱ τοῖς άδλους ἐντὸς Ἱσ ἠμευῶν ἅπο τῆς σιµιΣ- ο ο λὴν , τι 1. ιεπισκώπ] ᾗ ὑπωλὶς τῃ ἵ 5 επτεαθωίο 1101, Ἐν τῆς ΙΙ. ᾿Αρχιεπιόκοπῆς Κύπρου τς ΗΗΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ πΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊεξεσίοαν ὀλοιθμιος 0) αλ χἰοςετοῦντες: 0) Ἀλιονώλαις Ἀοοίτου ἐν Δ[άμ- µαοι ἐτῶν 4Κ 6] Αναστασία δις: νώη ἓν λἰάμμασι, σύζυγος τοῦ ὡς ἄνω κἰοθετοῦντος. ἑτῶν 4. Υἱορετεύμµενος δοφία «λιογυσίου Χαραλάμπους τῶν ὐ. Οἱσνδήπυτε πούσωπον γνωοίτον ἔνστασιν διὰ τὴν ἄνω αάοθεσίαν μαλεῖτια νὰ ὑποθάλῃ ταύτην ποὺς υτὸν Αογιεπίσκοπυν. ἀναγυάφον γα τοὺς όνψους τῆς ἐνστάσεως, ἐντὸς 10 ἡμεοῶν ἀπὸ τῆς σήµε- ρ0Υ. ον τῇ Ἱ. Δογιεπισκυπῇ Αύποονυ, τῇ 1 Νεπτειθρίου. 1404. Ἐν τῆς ΙΙ. ᾿Αρχιεπισκοπῆς Κύπρου 1ΗΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΕΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊοδεσίαν ᾿Αοιθμὸς Α) 54 Υιοδετοῦντες: ᾱ) Ἰωσὴς 1. Πεππῆς ἓν «λει- [χωσίας ἐτῶν 99, ϐ) Σωτηοούλα 1. Ηεππῆ, σίζυγος τοῦ ὡς ἄνω (ιήσθετοῦντος, ετῶν 53. Υιοθετούμµενος: Ἁίασία 1. Σιεκερκά ἐκ Συρια- Γνοχωρίου ἐτῶν ὅ. Ε Οἰονδήποτε πρύσωπον γνωοί- ἴκον ἔνστασιν διὰ τὴν ἄνω ιἱσρθε- ἰσίαν καλεῖται νὰ ὑποθάλῃ ταύτην πρὺς τὸν ᾿Αοχιεπίσκοπον, ἀἄνα- ΙΥράφουν καὶ τοὺς λόγους τῆς ἓν- στάσεως ἐντὸς 15 ἡμεφῶν ἀπὸ τῆς σήμερον. Ἐν τῇ “Ἱ. ᾿Αρχιεπισκοτῇῃ Κύπρον τη Τὸ Ἐκ τῆς Φιεπτεμθορίοι. 1154. 1. ᾿Αρχιεπισκοπῆς Κύπρου 18ΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ ΠΑΦΟΣ-- ΚΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊφδεσίαν Υἱοβετοῦντες: ᾿Αριθμὸς Αλέξανδρος ον α) Ἰωάννου, ἐν Ἀτήµατος ἐτῶν 6) Αάοοηίτη ᾿Αλεξάνδοοσυ ἓν Ἀτήµατος. σύσι- γος τοῦ ὡς ἄνω αἱἰοθετοῦντος ἓ- τῶν 4τ. Υιοδετουμένη: Πἰρήνη-- Μαρία ἐξ ἸΑθηνῶν ἐ- τῶν 5 καὶ μηνῶν 6. Μέχοι τῆς Της ᾿Οκμτωθρίου 1905 τέκνον ὑπ ἄριθ, Μητῳ. δτοτ τρόφιμον τοῦ Άπμ, Πρεφοχομείου Ἀθηνῶν. ψεννηθὲν τὴν 4) 1) 0». Οἵσνδήποτε πούσωπον γνωρίσουν ἔνστασιν διὰ τὴν ἄνω πἰοθεσίαν καλεῖται νὰ ὑποθάῃ ταύτην ἓν- γρά(ως πῳωὺς τὸν Μητουπολίτην ἄναγοάφον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστάσεως, ὀντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὰ σήμερον. Ἐν τῃ Ἱ. τῃ 1] Ἔν ἈΠητοοπόλει άςον Αὐπούστου 19548, τῆς 'Ι Μητροπόλεως Πάφου ΗΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ ΠΑΦΟΣ--ΚΥΠΡΟΥ Αἴτησις πρὸς Ὑϊοθεσίαν ᾿Αοιθμὺς 3 Υἱοθετοῦντες: α) Χαράλαμπος λωνᾶς ἐκ Πάχνας ἐτῶν 50, ϐ) ᾽ΑἉγέία Σωκράτους ἐν Πάχνας ἐτῶν 54 σύζυγος τοῦ ὡς ἄνω υἱο- θετοῦντος, Ὑϊοθετουμένη: ὌΑννα Ἱγνατίοι 104 Ἰωάννου ΑΤυ- ἓν Πάγνις «ἐτῶν 8. Οἴσνδήποτε πφρόσωπον γνωψυί- ζον ἔνστασιν διὰ τὴν ἄνω ιἴοθε- Ισίαν καλεῖται νὰ ὑποθάλῃ ταύτην τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ψοχἡ. καὶ | πρὸς τὸν Μητροπολίτην., ἀναγοά- φον γαὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστά- σεως, ἐντὺς 15 ἡμερῶν ἀπὸ σή- μερον. Ἐν τῇ Ἱ. Μητροπόλε Πάφου τῇ 19 Φεπτεμθρίου 1954. ἜἝκ τῆς ἍΙ. Μητροπόλεως Πάφου Ὑ«ὕ-- ἡ ΕΠΜΚΗΠΚΟΙΗ) ΤΟΥ ΗΛΗΝΙΚΠΙ ΛΛΙΙ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α’ σελίδα} καὶ νὰ μᾶς ὁμιλῇ ἐπὶ τρεῖς ὁλο- κλήρους ὥρας, Καὶ εἴδομεν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ ᾽Αγίου Δημητρί- ου, Γίολιούχς: τῆς Θεσσαλο- νίκης, πολλάκις καταστραφ:ῖ- σαν ἢ κατακαεῖσαν, ἀλλὰ σή- μερον λαμπρῶς καὶ πάλιν ἀν- οικοδομηθεῖσαν. εἴδομεν τὴν Ἁγίαν Σοφίαν καὶ τὴν ΊΑ.ί- αν Αἰκατερίνην. 'Ἡ τελευταία αὕτη ἤτο σκεπασµένη ἄλλοτε μὲ παχὺ στρῶμα χώματος καὶ ἀφανής. Ὁ κ. Πελεκανίδης δι) ἀτρύτων κόπων ἀπέσυρε τὸ χώμα, ἀπεκάλοῳῷ. τὸν Ναὸν καὶ παρουσίασε τοῦτον ἐν τά- ση τὴ Βυζαντινῃ τέχνη καὶ λαμπρότητι α᾿τοῦ. Διᾶς ὡδή- γησεν ἀκόμη ὁ κ. Ἔφοσος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Γεωργί- ου, ὅστις φαίνετα: μᾶλλον ὡς ἵδρυμα ρωμαϊκόν, παραπλεύ- ρως τοῦ ὁποίου σαν τὰ οἰκή- µατα τῶν Ρωιαίων Ἐπάν- Κων. Τὸ ἵδρυμα τοῦτο δὲν γρι- οιμοποιεῖται σμεωον ὧς τό- πος λατρείας Χριστιανιςί Γ. δια Εί έτει (ων εν οστέτ)