[ὁ ὡραῖον κτίριον τοῦ Θεολογικοῦ Ωἰκοτροφείου τῆς Εκκλησίας τῆς τῆς ᾿Αποστολικῆς Διακονίας Ελλάδος η ΜΙΤ ΤΙΝ ΠΗΙ Π ΙΗΝΝΗ ΝΗΝ 1 ηο0η ορούµεθα ἐξ Αθηνῶν, Ότι ἀπὸ τῆς 15 ᾽Οντωθοίου. ἐπανήωχισε τὴν ᾖει- τουογίαν τοις τὸ Οἰκατοοφείον, τῆς ᾿Αποστολικὴς Διακονίας τῆς, Ἠγκλησίας τῆς Ἱλλάδας, Ες τὸ, διωµένονσι πεοὶ τοὺς 160 «οι- τηταὶ τῆς Θεολογιγῆς Ἀγολκῆς. ἂἷς τούτους πασέχει τὸ Οἴκοτου- Γεἷἶον ἀντὶ ου δρ. απηνιαίως δια- µονήν, διατοοφὴν ναὶ αθασιότις τα ἐμπάγνιρ, χαθαρισμὸν ἔνδνυμά- : . : των) Λιενθηντης τοῦ. Οἶνα- τοοφείον κατὰ τὸ τοέχον ᾽Αναδη- μαϊνὸν. ἔτος εἶναι ὁ Αΐδεσ. Γ]σω- ἐχιμανδοίτου Τιμοθέου. Παπουτσά- τοποεσθύτερος . Ἰωάννης Ῥάμ-]κη, 'Ὑποδιευθυντοῦ καὶ Ενευματι- «ος. Τὸ οἰμοτφοφεῖον αλοπὸν 'κοῦ τοῦ Οἴχοτους εἶου, ο. -υ«-«α- ο. Δεύασμιώτατος ἠητοοπολί- πυς Σαλαμίνος χ. Σεγνάδιος τὴν της Γάμοι 2. Φώτιος τὴν Κοοια- μὲν νοιωκὴν 9Η Νοεμιθοίανυ ἔοο- κἠν 5Ι Νοεμθορίου ποοσκληθεὶς τὴν τῶν Ἠϊσοδείων τῆς. Θεοτό- ἐτέλεσε τὴν Θείαν Λειτονογίον ου ἐτέλεσε τὴν ΘΟείαν Λειταυο- ναὶ ἐπήοιξε τὸν ΘΟεῖον Αύνου πίν ναὶ ἐκῆοιἙε τὸν Θσῖον ΑΔό- ἓν τῷ Τ. Ναῷῶ Παναγίας Ἑράγω» 1 ον ἓν τῷ Εουτάζοντι Ἱ. Νας να, Την δυ απ. Νοεμόοίου ἐτέλεσε Φανερωμένης Λευκωσίας, τὴν τὴν ΘΟείων Αειτουογίαν γαὶ ἐκή-, πιωελθοῦσαν Κιριακῆν 4 Ἀοιμ- οὔξε τὸν θεῖον λόγον ἓν τῷ ἵε- θοἱον ἐλειτούργησε καὶ ἐκήριξε οῷ, Ναῶ τον. χωρίου. Γάλα, ιτὸν Οεῖον λόγον εἲς Σι κυλλούοαν. Ῥὴν παφε)λθοῦσαν Κνοιικὴν 98: Ἀθὲς ἑουτὴν τοῦ Απ. ᾿Ανδρέου Χοεμόρίον πφοσλληθεὶς ἐλειτοίρ- [τέλεσε τὴν Οείων. Αειτουογίαν νησε καὶ ἐκήρνξε τὸν θεῖον. Αό- (καὶ ἐκήρυξ ε τὸν Οεῖον Αόγον ἐν νον ἓν τῷ Ἱ. δαῶ ᾿Αοχαγγέρου (τῷ ἑορτάκοντι αεοωνύμω Ναῶ Αἰγιαλούσης, Τὸ ποοσεχὲς Σά6-] Νεαπόλεως ἐν «Δεννωσίᾳ. ὄωτον 4{ Δεκεμόοσίου, ἑοοτὴν τῆς Νονεχίζων τὴν Πομαντηορικὴν Αγ. Ῥαοθάσας θὰ Ἰιτονωγήσῃ, Εεωοδείαν τοῦ. ὁ ἨΠανιεσώτατος γα ὙἈποίξῃ ἐν τῷ ἑροτάδοντι | Ἀπητοοπολίτης Ἐνρηνείας κ.κ. Κι- γαῶ τοῦ γωορίοι Άομους. τὴν Κυ- [αοανὺς, ἐτέλεσε τὴν Θείαν. -λεις ριακὴν 5 ἀεχεμβοίου εἲς εσάς ἡπαόμα: χι ἐληονξε τὸν Θεῖον Κουσοχοῦς καὶ τὴν Τοΐτην τ Νόγον. τὴν Κυριακήν, ΙΤ Χοεμ- κεμύοίοι. ἓν τῷ φεοωνύμω ἵ, να | θυίουῦ, ἑορτὴν τῶν Ἠἰσοδίων τῆς τοῦ. χωρίου. Άγιος ᾽Αμθορόσιος. “ο 5 εθασµιώταάτος ἈΤητουπρ)ί- ι παφελθύντυς | αὔτι ἔχει, ὄχι µόνον τὴν θαήθειων τῶν ἑᾳοιτητῶν τῆς Οεολογίας διὰ τῆς ἀντὶ μικοῶν. σγετικῶς, τροςείων παφυχῆς διιρνῆςν ὀιατροφἢς 2. Ἰω πες ἀλλὰ καὶ τὸν χαταοτισμὸν τούτων. διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ποόκειτια, ἀποπερατοῖντες τὰς Ε]Γανεπιστηµιισιάς των σπουδάς, νὰ ἀναλάθουν, Εοὺς. τοῦτο. γίνεται Γἐντὺς τοῦ. Οἰνοτροφείου. «θοντι- Γστήσιον Κωτηχητιῆς κα ὍὋμι- λητιγῆς. διαλέξεις, καὶ χάθηήμεοι- [δν μελέτη τῆς Αγ. Γοαςἢς ὑπὸ τὴν διεύθινσιν τοῦ ΓΠανασιολ.. Άο- [ Οεοτόγον, ἐν τῷ, ἑορτάτοντι Ἱ. Ἀοῦ Αεύκας, τὴν Δευτέραν εἷς της Κιτίου κ. Άνθιμος τὴν μὲν, Γωαστειόν Μόσφου, τὴν Τοίτην Ἀνωανὴν ντ παρελθόντος Χοεμ-]εἷς Νυράν, τὴν Γετάοτην εἷς Αὖὐ- θσίον. ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτους- [λώνανι τὴν Πέμπτην, ὃο Νορμθοί- ψίαν κιὰ ἐκήσνξε τὸν Θεῖον Αόν του, ἑορτὴν τῆς Αγίας ΜΤεγα)ο- πον ἓν τῷ Ἱ, Χαῷ Αγίων Απο μάρτοους, Αἰνατερίνης, ἐν τῷ στόλων τοῦ γωοσίου ᾿Ασγάτα, τήν! Ναῷ. Φιλιᾶς, τὴν Κυσιανήν, δν δὲ παρελθοῦῖσαν Κιωιακὴν 281 λοεμθοίου, ἓν τῷ Ἱ. Ναῷῶ Κάμ- Νοεμθυίαυ ἐτέλεσε τὴν θείαν Δει: που, τὴν Δευτέραν εἲς Ἐσωκγί- τονογίαν χα ἐχήουτε τὸν Οεῖον (στοαν καὶ χθὲς Τοίτην, 50 Νοεμ- Αύγον ἓν τῷ Ἡ δα Αγ. Όεο- | θρίου. ἑοοτὴν τοῦ. ᾿Αποστύλου οώφου λάρνακος. | ᾿Ανδούοης ἓν τῷ, Ἱν, Ναῶ ΗΟΙ- 'Ὁ. Θεοφιλέστατος Χωφεπίσκο- χονοίον, --παββις.--- ο ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ (Συνέχεια ἀπὸ τὴν β΄. σελίδα) δὲν πρόκειται νὰ καταλυδῇῃ ἡ ᾿Εκκλησία οὔτε ὑπὸ τῶν χιλι- αστῶν, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ ὑπὸ οἵ- ουδήποτε ἄλλου ἐχθροῦ, διότι ὁ Κύριος τὸ ἐθεθαίώσε, ἔχυσε δὲ καὶ τὸ αἷμά του πρὸς κα. τοχύρωσιν αὐτῆς καὶ σωτηρί- αν τῶν μελῶν αὐτῆς. ἸΚατὰ τὴν Πεντηκοστὴν ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τὸ Πνεῦμα τὸ Άγιον πρὸς ἁγιασμὸν καὶ ἐνίσχωσιν αὐτῆς. Μετεθίόασε τὸ τρισσὸν αὐτοῦ ἀξίωμα εἰς τοὺς ἆπο- στόλους καὶ αὐτοὶ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν, ὥστε μὲ κῦ- ρος καὶ δύναμιν νὰ ἱερουργῶ- οι, νὰ διδάσκωσι καὶ διοικῶσι τὴν ᾿Εκκλησίαν Του. ᾿Απευθυ- νόµενος πρὸς τοὺς Αποστόλους λέγει ὅτι :ὍὉ ἀκούων ὑμῶν ἐ- μοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὁ- μᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ: ὁ δὲ ἐμὲ ἆθε- τῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά : (Λουκ. ι,16) καὶ ἀλλαχοῦ ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς ἔσται δεδεµένα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ὅσα ἐάν λύσητε ἐπὶ τῆς | γῆς, ἔσται λελωμµένα ἐν τῷ οὐ- : βανῷ (Ματθ. υη,18). ᾽Αλλ’ οἱ κατ’ εὐφημισμὸν σπουδασταὶ τῶν Γραφῶν θεωροῦν ὅλα αὐ- τὰ τοῦ ἀντιχρίστου δηµιουργή- ματα. ᾽Αλλὰ καὶ ἡ ἱστορία, ὡς ᾱ- γό Ἴφερον, θεθαιοῖ τῆς Ἐκκλησί- ας τὴν ἵδρυσιν ὑπὸ τοῦ ᾿Ρησοῦ Ἀριστοῦ καὶ τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν Αὐτὸς ἔδωσεν εἰς τοὺς ἄαργχηγ οὓς τῆς Ἐκκλησίας, Ὁ Γτνάτυςες ὁ Θκοφόρος γράφει ὧτι σοι γὰρ Θεοῦ εἰσὶ καὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗτοι μετὰ τοῦ ἐπισκόπου εἰσί. καὶ ὅσοι ὃν απ σήτας ἔλθωσιν ἐπὶ | : ἔνρτητα της ᾿ἘΕκκληγσίας, οὗτοι Θεοῦ ἔσονται, ἵνα ορ κατὰ ᾿Γησοῦν Χριστὸν ζῶντες (Φιλάδ. 2). ᾿Επί ίσης ἐν τῇ πρὸς Ζ µυρναίους ἐπιστο- λῇ. του. συνιστᾷ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γράφων -ὅ- ποοῳ ἂν ἡ Χριστὸς ᾿[ησοῦς, ἐ- κεῖ η καθολικὴ Εκκλησία (Σ μυρν. ΥΠ, 2). Εἰς τὸ] μαρτύριον τοῦ Πολυκάρπου ὁ Μόριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χρι στὸς καλεῖται κωθ ερνήτης καὶ ποιμὴν τῆς κατὰ τὴν οἰκουμέ- γην καθολικῆς ᾿Εκκλησίας. Καὶ τῶν πατέρων τῆς ἔκκλη- σίας ἡ κορεία παραδέχεται τὴν ᾿Εκκλησίαν ὡς ὑπὸ Κυρίου ἱδρωθεῖσαν καὶ τοῦ ᾽Αγίου Πνεύματος δη ουµένην. οτομος λέγει ΜΜ ἀπέχου Ἔκ- κλησίας' οὐδὲν γὰρ ᾿Εκκλησίι- ὑπὸ καθο- τοῦ Ὁ. ἱερὸς Χρωσό-ι ΝΕ ΠΝΗΙΙ ΙΦΙΤΗΙ ΕΣ ΚΟ! Την Ῥοΐτην 93. Νοεμθοίου ἀπέ- θαάνε εἲς θαθὺ γῆοας ὁ 1οώτο- σύγκελλος λανρέντιος, Εις τὴν κηδείαν του ενομένην τὴν ἐπαύ- ριον ἐχοροστάτησεν ὃ Θεοφιλέ- στάτος Χωθεπίσκοπος Σαλαμῖνος Χ. Γεννάδιος. Εῖς τὴν γηδείαν παφέστησαν καὶ οἳ µαθητα τῆς Ἱερατικῆς Ἀ γολῆς «Απόστολος Ῥασνάθαςν συνοδευόμενοι ὑπὸ τοῦ Μευθηντοῦ καὶ. τῶν χαθηνητῶν τος, Την ἀδελαύτητα Ἰπρήμεθα θερμῶς, μμ μμ ὴ' ΕΕΛΗΟΛΡΙΗΣΗΣ ΤΡΙ ΙΙ ΜΠΙΙΝΗΙ σελίδα) ποὺ τὴν ἐκτελεί, καὶ αἱ τῆς στιγμῆς κιήπτου- τα δι ἡμᾶς τοὺς ἀνθοώπους, κά: τω ἀπὸ ὄνα πέπ]ον. μνατηοίον, ΑΛΑ ὅταν αἰηνιδίως. ὁιατάσσῃς χάπι ἔνταντον γαὶ ἀπροσδόχητον, θά, ἀπηόρενες τοῦτο ἄλλοτε, καὶ εἷς περίπτωσιν ἁγλύμη, κατὰ τὴν ὑποίαν 0”. ἀπέχωνπτες ποὺς στι- μὴν τὸ, Ελατήρια τῆς ποάξεώς Η τάξις δὲ αὐτὴ ϐ) ἄντε- στο ατεήύετο ποὺς τὸ γοινωνινόν σον ανθοωπίνης μώδοσς ποὺ θ ἐμς έθα λεν, ἐτελοῦμεν ἁνγαία, εἶνα. µία μόνη κοινωνίες ἐνείνη, ποὺ χάθι: ποτά σπατιηι μία τοῖς νώτολισ πὐτογεῖς οἱ νώίζοντες, Ότι ὅλα- Κύννοι συλ- (Συνέχεια ἀπὸ τὴν γ΄ ἐκείνους, συνθήκαι δρος εις ὖ- κο (κλ 0- τάς ὀντο- τα εν νὰ | λάς Νο ει] δωα., σαν Πέμηις 01 ἐντολάς, οι: ὅτι ολ ἐγεῖνα, ποὺ ἔκαμαν οἱ σ- στι] ἀποντές Σου, τὸ ἔχαμαν. Απο νο σποοσμιοσθρῦν εἲς τὴν ἓ- τον Ἡ 0 νὰ ποσα ητεύσουν κσνις των τὰ μέλλοντα. ἑυνοωιτα διόλου ποχην αν τες ἔμοοὴ εν ὑτός τὴτ ἁωράς ἐμαρτηωι τοις Ον οπωντάσ δω, το νι τοις τί /- 5 ον εὐς μι ολαμ νο σπιν, νὰ, πουλια) ῶν την τήν δα οώνείανς ονογίζεται) ὑφηλοτέρα ἐστί' τῆς γῆς πλα- τωτέρα ἐστίν. Οὐδέποτε Ὑηρᾷ, [ἀεὶ δὲ ἀκμάζει. Διὰ τοῦτο τὸ Γωτεορῶὸν αὐτῆς καὶ ἀσάλευτον μηνα. σα Π Γραφὴ ὄρος αὐτὴν Κολ (πρὸς Εὐτροπ. Μ.Ε.Π. 52, 102], Παρά πάντα ταῦτα οἱ χιλ” οσταὶ δὲν ἀνα γνωρίζουν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀπορρίπτουν πὰν τὸ ὑπ αὐτῆς τελούμενον. ον Απορρίπτοντες δὲ ταῦτα πε- ριπίπτουν εἰς νέας πλάνας ἐ- σχατολογικάἁς τὰς ὁποίας κα- τωτέρω θὰ ἐξετάσωμεν, εδ νο ίζστα) ΕΚΚΛΗΣ ΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ τής Ἠ) άδος ἱδούθη ἓν ᾿Αθήνίας, πιμοτυβιμνμίᾳ τοῦ πιοὰ τῇ λιευθύν- σει. Οὐήσχευτικῆς λιαφωτίσεως γαὶ Τύπου τῆς ᾿Απυστοί) λα κυνίας «Γοαφείοα. λαινονίας τῶν ἐν φυλαμαῖς», ὑπὸ λποικῶν καὶ λαϊκῶν « Ἔνωσις τῶν Ὕἴλων τῆς Ῥὸ Ἀρεμλῖνον γάνει Ἡ ἔχασεν ἤδη τὴν μάγην τὴν ὁποίαν διετής κατι σθήµατος ῥρωσιλῶν μανῶν. ἸΑσοσλὴ περὶ τούτου παρέχει Ἡ ἐγχίνιυς ἡ ἐκδοθεῖσα γάγς μετί ῦ τῶν λα ῶν ἀπὸ τοῦ ποώτου γοαµμιατέως τοῦ Κ.Ν. Νινήτα Κοοῦστσες, εἰς τὴν ὑῥποίαν παοέχοντα ὁδηγίαι. πεοὶ τοῦ πῶς ποέπει νὰ γίνετω ὁ ᾱ- γὼν κατὰ τῆς ἐλλλησίας καὶ τῆς θφησγείας καὶ ἡ ὑποία ἀπειθύγε- τα ποὸς τὰς ποιχιλωνύµους ὁ0- γανώσεις τοῦ Κόμματος, ἐκδύτας ἐφομιερίδων. ταραχοποιούς, δια).ς- Ἐίας γαὶ διαφόροις ἀξιωματοῦ- γους τοῦ ύμματος. οΠολλά αφάλματα-- γράφει Ἡ ῥηνύχλιος--- διεποάχθησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ἀθεῖστικῆς ἔπι- στημονικῆς προπαγάνδας ιμεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ. Ἠϊμεθα θεβαίως ἐναντίον. τοῦ Οεοῦ κα τῆς Ἐν- »λησίας, ἀλλ ἂς εἴμεθα πεφισσό- τερον. εὐέλιντοι χαὶ «ιλοσοφημέ- οι καὶ ὀλιγώτευον τοαχεῖς γαὶ τοομεφοὶ πειφώμενοι νὰ, πείσωμεν τὰς ἐν παραδόσεως θρηήσκετικὰς μάζας. τῆς χώρας αὐτῆς ὅτι ἡ θρησνείαά ἀποτελεῖ πρύληψιν». Ἡ εὐνύν]ιος δίδει ἐντολῆν εἰς τοὺς. ἐπισήμους τοῦ χόμματος ὅ πως ἀπακεύγουν νὰ θίγουν τὰ αἲ- σθήµατα τῶν ἐκλκησιωζομένων, ῦ- ταν διεξάγουν ἐγστοατείαν ἑναν- τίον τῆς θωησχείας, διότι ἀντὶ μὲ τὸν τοὐπον εὐτὸν νά ἑρημώνουν τὰς λωτέρας συ γπεντοώσεις πιστῶν. «Ἡ ἀντιθρησχευτικῇ προπαγάν- δε--συνεχίζει ἢ ἐγκί λιος--- πει νὰ συνεχισθῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπι- τοέποντω, ὑθριστικαὶ ἐπιθέσεις ἓ- ναντίον τῶν κληουσῶν καὶ τῶν πιστῶν». τα πλειωνότης τοῦ π).ηθυσμοῦ εἰς τὴν Ρωσσίαν. λέγει, ἔχει ᾱ- πιζλαγῆ ἀπὸ τὰς θρησκευτικάς πσλήἠννις. ὡς τὰς ὀγομάσει, ὅλ- λὰ ὑπάσχουν ἄλ)λοι οἳ ὁποῖοι δια- δυαματίζουν ἐγεογόν οὐλον εἲς τὰς ὑποθέσεις τῆς χώρας καὶ οἳ ὑπυῖαι ἐξακολουθοῦν νὰ εὐρίσκων- ται ὑπὸ τὴν ἐπῆρειαν θρηήσχεντι- κχῶν πεποιθήσεων. Κατὰ τὴν ἐγαχίκ]αον ἡ κεντοι- νἡ ἐπιτοοπὴ τοῦ χόμμµαάτος ἀπαγο- ρεύει τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν ἀθεῖστι- χὴν πυοπαγάνδαν πάσαν προοσύο- λην ἐναντίον τῶν θοησχειτινῶν συναισθημάτων τῶν πιστῶν γαὶ τῶν λειτουυγῶν. τῆς ᾿Βχκνλησίας γαὶ πᾶσαν ἐπέμθασιν εἲς τὰ ἐσω- τεριχὰ ταύτης, Γοιαῦται ἐνέογει- αι καταλήγει τὺ ἀνακοινωθέν, δὲν εἶναι δυνατόν νὰ γίνουν ἀνεκτα, διότι εἶναι ἀσύμφωνοι μὲ τὴν γοαμμῆν τοῦ χόμματος καὶ ἀντί- θετοι ποὺὸς τὸ δ ύνταγμα. ο ἐν Μόσχα ἀνταποκοιτῆς τοῦ ρέογτεο μεταδίδει σγετικῶς ὅτι τὸ ἀνωκοινωθὲν τοῦ κ. Κοοῦτσεα ἐνδίδεται Εξ μῆνας μετὰ τὴν ἔν- τασιν τῆς θοησκευτικῆς «ροπα- γάνδας. Ὡρισμένα ἐφηήμεοίδες ἐξαπέλησαν σφοδρᾶς ἐπιχοίσεις εναντίον τῆς Εγκλησίας καὶ γι- ρίως τῆς ᾿Ορθοδύξυι, Ῥ Τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Ζόμματος εἶναι, ποοανῶς ἀποτέλεσιια δι- αμαοτυοιῶν τῶν ἐλγλησιαστικῶν ἀοσγῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν πάντο- τε ἔνθεφμοι ὑποστησικτα τῆς εἷ- ῆς πολιτικῆς τῆς σούτετικῆς ἐοθεολήσεως, Πιστεύετωι ὅτι τὸ κόμμα ἐνήργησεν οὕτως ἐξ αἰτίας ῆς σᾳυδρύτητος τὴς ἀντιθρη- |] ευτινῆς προπαγάνδας. Ἡ ὁποία εἶνο τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα τοῦ: Αναμενομένονς ἤτοι. τὴν αὔξησιν ἐκμλησιαζομέγων γερλαίας. ᾿Ἰοπίσης κόμματος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταξ εὺ τῆς ὀφείθεται ες τὴν Ἀυθερνήσεως ὅπως µειωθῇ ἡ εἲς τό ἑξωτεριρὸν δυσμενής ἐντόπω» | σις ἐκ τ ἠθεῖστικῆς προπαγάνδας, Ἑν πάση πεωιαπτώσει οὐδεμία ἔνδειξις ὑπόοχει ἐν τῶν τελει- ταίων ἐξελίξεων περὶ µεταθολῆς τῆς θεμελιωδῶς ὑεισταμένης ἀν- τιπαθείας τοῦ Κομμουνιστικοῦ χύμματος ἑναντίον τῆς θρησγρίας, κμίτοι ἄλλαι ἐγδείξεις ὑδηγυῆν εἰς, τὰ, συμπεράσματα ὅτι τὸ ἐπίσημον γοάτος ποόγειτα νὰ εἶναι χώτερον εἰς τὰ ζητήματα Βοησ»ευτικῶν πεποιθήσεων εποη) ώσεων, ᾿Εκπηύσωποι ἓν πάσῃ περιπτώ- τζιν ἐκκλησιαστικῶν χύχ]ων λ]όσχως ἐξέφρασαν τὴν ζωη: ἱρανοποίησίν των ὕσον ἂᾳ ορᾷ ἀπόιασιν αὐτὴν τῆς γεντοι- Ῥῆς ἐπιτοαπῆς τοῦ. Καμμουνιστι- ποῦ. Κόμματος τῆς Νοθιετικῆς Ἠνώσεως, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἰς τὴν εφημερίδα «Ποάὔδας, διὰ τῆς ἡπωίας ἀπανουεύετα τοῦ }οἱ- ποῦ Όπως θίγωντω τὰ θοήσνευτι- χα. αἰσθήματα τοῦ π)ηθνσιμοῦ καὶ οἳ ποοπιγανδισταὶ τοῦ ἀθεῖ- σµοῦ ἐπεμθηίνγονν εἰς τὴ ἔσιώτερ- τῆς Ἰμγλησίας. Οἳ αὐτοὶ κύγ]οι ὑπογοαμμίζουν ἦτι δὲν ποὀγκειται πεοὶ σανατυλασο, ἆλ)ὰ σέως τῶν ἄσγῶν., τὰς ὁποίως εχήον εν λένιν καὶ ἑκάστοτε ἐπαναλαμθάναντα ἐν μέρους τοῦ χόμματος,, Ἰν πάσι πεωιπτώσειν οἱ ἐννλησιαστιχαὶ Άλοι α θονοῦν ὅτι ή ἀνήχλησις τὴν τύΈιν, τὴν ποιον συνέστησεν ὁ χ. Νουῦτσε “ς Ῥαβιστᾶ εὔτοχη ἡ [την ζν τῆς κκ λησίας κατόπιν των προση ἅτον ἐκστωατειῶν τω! Γήπον, αἱ ὑπερέβησαν ια τητα ἀνρητι- τῶν χμὶ σει τὴς οἷεν την αε υπ ει νεο. ποὺ πο νη]- δι: πεοὶ ο α γης εἰς ἲς που οὐμεγον, πο γάθε (Μ1ὲ τὰς μεθόδους τῶν ὀδέων, ἁαραισοῦνται πληθύνόνται). τοῦ θρησχευτικοῦ αἷτι ἔνδειξιν, Ἠγνλησίας πουκαλοῦν πεγο-] πος- Ἱ ( ] 3, Σ ν ΄ ΄ | (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α΄ σελίδιχ) ! ἷ (ἐκλύσεως καὶ τῆς διαφθορᾶς. Π πίαν τῆς αμ Έμες | τελευταίως ἐνταθείσης | / | τον πααὺ ταῖς Φυλαναῖς ἸΑγαμους ὠτικοῖς γοεί- νονο χι τοῖς ᾿κκ]ησιααστικῶν. παραστατῶν οις Ἱδουτῶν αἷν ᾿Αποστο- τεθεῖσα ὑπὸ τῶν Ἅ - - ς τῆς ὑπὸ την αἰγίδα τῆς Ἰαχῆς Διακονίας, [ΗΙΛ(Ν λΙΗ ΤΗ ΜΙΤ ΜΗΝ ή τὰ ἐννλησιᾶάσματα αντὶ νὰ εἷς τρύπον ὥστε νὰ προσελκυσθῃ ΓἩ ποοσογή τῶν σούιετικῶν ἤγε- τῶν. Γ οἱ αὐτὸ ἐρπρύσωπυι τῶν ἓκ- χλησιαστικῶν ἀθγῶν δὲν πωοέ]ει- | αραν νὰ, τονίσουν ὅτι ὑπὸ τὺ σοῦι- ετικόν. καθεστὼς ὑᾳίστατα. δια- }ωρισμόὸς τῆς Ἠ»λησίας καὶ τοῦ Γκράτους καὶ ὅτι εἰδυχὺς νόµος πα- ρέχει ἐλενθεοίαν εἰς τὴν Ἠκνλη- σίαν εἷς τὴν ἄσκησιν τῶν καθη- Ῥύντων τής, ἐνῷν ἀφ᾽ ἑτέρου, γα: ταφγεῖ πάντα περιοφισμὸν εἷς τὴν ἄσχησιν τῶν θρησκευτικῶν γαθη- πόντων τῶν πιστῶν. Δἱ ἀρχαὶ αὖ- ται πεοὶ θρησχευτιχῆς ἐλευθερίας ἐπανελή(θησαν ἕἑχάστοτε κατὰ διαφ όφους ἄλλας ἐκδηλώσεις ῥὦ- πως 1.2. εἰς τὸ 1δον ἃ υνέδριον τοῦ χόμματος τὸ ὁποῖον «κατεδί- γασε τὰς θαναύσους µεθόδοις τῆς ἀθσῖστικῆς προπαγάνδας. Μετὰ τὴν πρώτην ἐπαναστατι- κὴν πεοίοδον, αἵ σχέσεις ἔκχ]η- σίας καὶ. σοθιετικοῖ. καθεστῶτος ἀποκατεστάθησαν τὸ 1953, ὅταν ὑ Μητοοπολίτης Σέργιος. ἄπει- θυνόµενος ποὸς τὸν Κλῆρον. ἑτη- τησεν ὅπως ἢ νομιιοιροσύνη αὐ- τοῦ ἐκδηλοῦται δι ἔργων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων». Ἑν τούτοις ὁ Κλῆ- ϱος ὑπῆκοανσεν εἷς τὴν αἴτησιν ταύτην ἐν τῷ συνόλῷ του µόνον μετὰ την Έκουηξιν τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πο)έμον. Οἵ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι. τῆς [Ἀ[όσχας τονίζουν ἐν κατακλεῖδι ὅτι ἢ µία ἀπόφασις τῆς κεντοικῆς ἐπιτουπῆς ἀναέρεται ἀπογνλειστι- Γκῶς εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὦκνλκη- σίως καὶ τοῦ χόμματος, δεδομένου ὔτι τὸ γοάτας δὲν ἀναμιγνύεται ἐπισήμως εἷς τὴν ἀθεῖστιχὴν π0ο- πιγάνδαν. Ἡ ἐφημεοὶς «Ἡ. Ἠὐπολη» ὄρ- γανον τοῦ. Χοιστιανοδημοχοατι- κοῦ Κόμματος (Ἱταλίας) γοάφει ὅτι ποόγειται πεοὶ µεταθολῆς, διὰ τῆς ὑπρίας Ἡ ἑκστρατεία Ἠπὲρ τῆς ἀθεῖας μετατίθεται εἲς ἐπί- πεδον πολὺὴ περισσότερον ἐπιμίν- ὄσνον λόγω τοῦ ὅτι εἲἷς τὸ ἑξῆς ἡ ἐκστοατεία αὕτη θά διεξάγεται χατὲ τούπον πεοισσότερον σι- στημµατικὸν καὶ ἐπιστημονιχόν, Ἡ ἐφημεοὶς αυμπεφαίνει ὅτι τόσον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ὅσον καὶ τοῦ θοησχευτικοῦ τοµέως, ἢ δρᾷ- σις τῶν Ρώσων ἰθωνόντων ἁπαι- τεῖ ἄκραν σύνεσιν κρίσεως γαὶ | συνεχῆ ἐπαγούπγησιν, διότι αἱ τα- γτικῆς φύσεως ἐξελίξεις ἔστω γαὶ ἂν εἶνω δυνατὸν νά ἐμᾳανισθαῦῖν ἀπὺ ὁρισμένας πλευρᾶς ὡς δυνά- μεναι νὰ ἐνχτιμηθοῦν θετικῶς, ἓν τούτοις, χατ᾽ οὐδένα λόγον θά πρέπει νά ἀπομακούνουν ἐκ τῆς σχέφεώς µας τοὺς. τελικοὺς σκοποὺς εἲς τοὺς ὁποίοις ἀποθιέ- πει ἡ ὃρᾶσις αὕτη. Οἱ σκοποὶ ο- τοι παραμένουν ἀμετάθλητοι καὶ ὁ φυχρὸς μανιαθελισμὸς τῶν λία- λένχως καὶ Κοροῦστσες προσπα- θεῖ νὰ τοὺς ἐπιτύχη μὲ µεγαλι- τέραν εὐελιξίαν. { ᾽ | ἰ ] Ι «Καθημερινή» κ ΜΙΤ {ἱ ΠΠΠΛΜΗῦΣ ΙΙ | | | προστότις καὶ τὸ ὄργανον καὶ ΙΤὸ ἠθοφθόρον παράδειγµα τῆς Ιἀντιζηλίας. τοῦ μίσους, τῆς ἡ- Ιδυπαθείας, τῆς ὠμότητος καὶ [τοῦ φόνου τὸ ἔδιδον οἱ θεοί. Ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐπο-͵ :χῆς ἐκείνης ἐφαρμόζεται ἀκρι- θῶς τὸ τοῦ προφητάνακτος ΓΔαθὶδ λόγιον: «Πάντες ἐξ- :ἐκλεινον ἅμα ἠχρειώθησαν' οὐκ ἔστι ποιῶν Χρηστότη- τα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Ἑν τούτοις ὁ ἄνθρωπος ἐν Ιτῷ µἐσῳ τῆς γενικῆς ταύτης Γπαραλυσίας καὶ διαφθορᾶς,' τῆς ἀποκτηνώσεως, τῆς δωστυ- [χίας καὶ τοῦ πόνου, οὐδέποτε ἀπήλπισε περὶ τῆς σωτηρίας ͵ (του) πάντοτε ἐπόθει καὶ ἀνέ-: ἵμενε τὸν ἐξαγνισμόν, τὴν λύ- | ἵτρώσιν καὶ τὴν ἀναγέννησίν ͵ του, διότι ἀντήχουν ζωηρῶς εἰς’ τὴν ψυχήν του, οἱ λόγοι τους ὁποίους εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν | ιἀρχέκακον ὄφιν, εὐαγγελιζό- , ἴμενος τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς ἀν- ἱἹθρωπότητος καὶ ἔχθραν | θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ .µέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐ- [τῆς᾽ αὐτός σου τηρήσει κεφα- ᾿ Γλήν, καὶ σὺ πηρήρεις αὐτοῦ | πτέρναν: (Γεν. Γ, 15). Τὴν ἐ- [5 ᾿παγγελίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαθεν ὁ Θεός εἰς τὸν ᾿Πατριάρχην ᾿Αθραάμ, τὸν ᾿Ισαὰκ, ᾿Ιακώθ, εἰς τὸν Μωῦ- ετοῦ Χρόνου, ᾿ ὑποει σέα καὶ τοὺς προφήτας, διετή- ’ ρησεν ὅλη ἢ ἀνθρωπότης: ἄσθεστον καὶ ἡ ὑπόσχεσι αὕτη ὑπῆρξεν ἡ µόνη παρηγο- ρία καὶ ἐλπὶς διὰ µέσου τῶν αἰώνων μέχρι τοῦ πληρώματος | -ὅτε ὁ Θεὸς έξα- | πέστειλε τὸν Υἱόν αὐτοῦ, γενό- ! µενον ἐκ γυναικός γενόµενον [ Νατώτερον: ἱτῆς |ἔχθεσις τα οκιμνο τὸ Καθ ἃ ἀνωμνώσχομεν εἲς ἐπίσημον ὄωγανον τῆς Ἠνκλκησία τῆς Ἱλλάδυς - Ἑκλ]ησία θΗν, τὴν ην τοῦ. παρελθόντος Ἰμηνὸς Ομτωθοίους ὑπὸ την που- εδρίαν τῆς | Αογιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν κά πάς Ίσης Ἑλλάδος κ. Ἀπιθίδωνος, εἰς πρώτην αὐτῆς συνεδρίαν ἡ ἹἹερὰ Σύνοδος τῆς ἰυθῆς Συνοδικῆς Περιόδου (1954-1905). ἅπαοτι- | οένη ἐν τῶν Σεὐασμιώωτάτων ἹΑΤητοοπολιτῶν. Οεσσα ονίκης ν. ΓΠωαντελεήμονος. Αντιπουέδρου)ς ΓΚασσανδφείας κ. Καλλινίνου, Κα Γλαδυύτων κά Αἰγιαλείας ν. Α- γαθονίχου. Μεσσηνίας κ. Χονσυ- :στύμου, Θεσσαλιώτιδος νά ὁΦα- Γναριοφαρσάλων χ. Κυοίλους Τ[α- | οοναξίας , ᾿Αμθροσίου, Κεονί- ας καὶ Παξῶν κ. Μεθοδίου, [Το-: αιανῆς καὶ Ἠιλκισίου α. Ἱωωνμείμ, Τοίκκης καὶ Σταγῶν -. Αῶοος- θέου, ᾿Ἐδέσσης καὶ Πέλλης κ. Διονυσίου, Σεοθίων καὶ Κοζάνης Χ. Κωνσταντίνου καὶ Νειρογοπί- ος καὶ Ζιχνῶν γ. ᾽Αγαθαγγέλου, Μετά τὴν κεκανονισιένην {ερὰν τελετὴν ὁ Μακαριώτατος Ι]ρύε- ὅρος τῆς Συνόδου κ. Σπυρίδων, κηρύσσων τὴν ἔνασρξιν τῶν ἔργα ση α Τὰ ὑπὸ τὴν διεύθυνοιν τοῦ αἱδ. Ἠωαπαμιλτιάδου Χοιστοδούλου Κα τηγητικἁ Σγολεία καὶ Θρησχευ- τικαὶ Οργανώσεις }πρωσίων λει- τονογοῦν ἀπὸ τὰς ἀργὰς ᾿Όντω- ῥοίου. ὡς ἀκολούθως: Κατηχητ. Αγ. Νικολάου: ᾽Ανώτερον ᾿Αοθένων, Ανώτερον Οηλέων, Μέσον Θηλέων αἲδ. Ἱ[α- πᾶ Μιλτιάδης Χφιστοδούλου. Μέ- σον ᾿Αορένων : Σ. Ἑγεῦος δνριώτης Καθηγητής. Κατώτε- ρου: Ἁγὶς Γσάµα Ἑλένη διδασκά- Ἰισσα. Κατώτερον: Ανὶς ᾿Αστέοω Αεοντιάδρυ ἀπόᾳ. Γυμνασίορι. Κατηχητικὰ ᾽ΑἉγίας ζώνης: Κατώτερον: κ. Νέαρχος Ἱερείδης διδάσκαλος... Κατώτερον:. ἀνὶς Μεμνίτσα Μα)λαθούφα διδασκάλισ- σα. Ματηχητικὰ 'Αγ. Τριάδος: Κατώτεοον Αἰδ. Παπα Γεώσγιος ᾿Αοιστείδου., Κατηχητικὰ ᾽Αγίου λουνᾶ: Αἰδ. ᾿Αοιστείδοι.. Ἡ ωπᾶ ΓΕώΟΥι- ος Κατηχητικὰ ᾿Αγ. Ἰωάννου: Κωτώτερον: Χαριδήμοι,, Αἰὸ, Παπᾶ Γεώσγιος Κατηχητικὰ ΜΕ. Βαρωσίων: Κατώτερον: κ. Πὐαγόρας Αεδέν- της Διευθηντῆς-- διδάσκαλος, πστσς «-- - ουν ης, : ”--- Ἀ. Μανασζιότητος τοῦ εοᾶς ΤΕΤΑΕΡΗ, 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1954 (Τί ΜΜ ή ΜΙΝΙ Τῆὴ Π ΦΗΛΙΝΙΙ ΠΙΙΠΙΜΙ ἹΗΙ Π |. ἩΙΙ Πὴ ΜΗ οί μυ”. οἱ ο σας εἷς τὸν ἐνχ]ησιαστιχὸν τῦπον | σχοπυῦσι εἲς τὴν ὑπούσήθησιν τοῦ .. ο ττετ τῆς ὸς μὲ 1η δτνοδι- Οὐησνευμάτων αἱ δείς ον Λγι ἐγαιρύτησε τέραν χαρὰν τὴν 1οουὴν υκὴν πεοίοδον τὴς ᾽Ἁγίας οαὶ Συνόδου τῆς Ἰνκλησίας τῆς :Ἑλλάδυς- χιὰ παρέσχε «αὐτῇ τὴν διαθεθαίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυ- «θεργῄσεως να τοῦ. Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῶν αἰσθημάτων ἆφο: σιώσεως ποὸς τὴν Μητέρα Ὃο- θόδοξον Ἐκκλησίαν».. Ακοζού Ίθως. ἐξῆοε τοὺς ὑπὲρ Πωατοίδος ἀγῶνας τῆς Ἐγκλησίας καὶ τὴν Μὐπὲο τῶν ἁἀκτημόνων [τῶν ποραγώφησιν μργόλων ἑντά- [σεων »α].)ιεοησίμοι. γῆς καὶ βοσχοτύπων, Σννεχίζων ὁ ᾱ. Ὕ- πονογὸς διεύεθαίωσε τὴν’ Ἱεφρον Σήνοδον απεοὶ τῆς στουγῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυθέονηαις τοῦ Στοατάρχονυ Παπάγοι μελετᾷ υτῆν Κήσιν τῶν ἐκνρφεμῶν που η- Γμάτων τ τὰ ὁποῖα ἡ Ὦκκλησία ἆν- τιμετωπίζει. ΓΠεραίνων ἐζήτησε τὰς εὐλογίας τῆς “Ἱεοᾶς Ἡ ονάδυα καὶ ἐξέφρασε τὴν εὐχῆν του ποὺς πλήοη εὐόδωσιν τῶν ἑργασιῶν τῆς 5 υνύδον κατὰ τὴν νέαν δν ἱνοδικὴν Πεοίοδον. τῶν θνην τι στόπουλος Μετὰ ἄντια ὠνησιν τοῦ. πῴώτοι 1 σιῶν τῆς “Ἱερᾶς Ἀννόδοιν, ἐποιή- τῇ τάξει: ἐν τῶν δι υνοδινῶν δν» σατο ΎΕΝΙΧΗΝ απνασκοπησιν κ έδο όοων δ εὐασμιωτάτου Μητροπο- ον ος . Ἀριτικῆν τοῦ ἔργου τῆς ᾿Οοθοδό- :}τοι Θεσσαλονίκης η. Παντεῦςς ο νι μρίο πο ροκ ᾱ ΄ : ξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ήμο ν- ἀπεχώρησεν ὅ Γπουσγὸς κα λα . αν . αρία ο ο σ : ε της πνακησύρεώς του Αὐτοκεφά- |) “Θφησνευμάτων καὶ Ἱοθνικῆς Γἰι- κου. (1858). μέχρι της σήμερον δείως ». Αγ. Γεοανωστόπρμλος καὶ ἐξέθηκε τὰ σηνιεοινὰ προθλή μαὶ ἡ Σύνοδος προέθη εἲς τὸν µατα. τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίτει ἡ :αταρτισμὸν τῶν υνοδινῶν στι. σα ε ὃἩ μ ) , Ἠ κκλησία τῆς Ἑλλάδος. τροπῶν καὶ ἤοχισε τὰς ἑωγασίας 5 κο οι τ ρ 19 ς ΕΥ Ξ Ἀγολούθως λαζὼν. τὸν λόγων της ὁ παριστάµενος Ὑπονονὸς ἐπὶ | οος δν ------- ᾖ ΚΙΙΝΙΝΙ ΝΙΙΗΝ ΜΙΝΙ ΛΙ. ΠΝΟΗ ΠΡΙ {δή/η Ματηχητ. ΄Ἁγ. Μέμνονος: Κωτώτερον Ανὶς Εὐτυχία Άεον- τιάδου ἀπόφοιτος Γυμνασίου. Κατηχητικὰ Τιμ. Σταυροῦ Κατώτερόν: ᾱ. Ἠλύνη Ἀασκοιλί- δοι διδασκάλισσα, Κατηχητ. Αγ. Ἑξορινοῦ: Κατώτεοοντ κ. Πλούταρχος Κοι- µίδης Αιενθυντὴς-- διδάσκαλος, Κατηχητικὰ Κατώτερον Ανὶς οὗ Διδασκάλισσα. λειτουογοῦν ἐν ὅλωῳ 16 Κατηχ. Σγολεῖα » ᾿Ανώτερα, ὃ Μέσα γαὶ 1. Κατώτερα. Σαλομῖνος: Λούλα είς τὰς Θοησκευτικὰς γνώσεις Ἠαρωσίων γίνονται ταντι- ο κο νο ν νο ος ο και ὑμι)ίαι ὑπὸ τοῦ Αἰδ. Πωπᾶ Μιλτιάδου ὡς ἀκολούθως: Διά τὰς Κυοίας (1 Χ.Α. Γ) ἕ- Ὄσνγα- στην Κνοιωκὴν 1ῆ-- Τ{ π.μ. Εὶς τὴν Ε.Χ.Α.Ν. Νεανίδων Παριλιμγίου. γίνεται ὁμιλία ἑχά- στην Κνριωκὴν 11-19 ὑπὸ τῆς δι- δασκαλίσσης ». Μάρως Ἠλίω Πῖ- δία διδάσκει καὶ εἰς τά Κατηχητι- κά Παθαλιμνίου. Βὶς τὴν Ε.Χ.Α.Ν, Νεανίδων Λι- μνιῶν διδάσνει ἑκάστην Κυριανῆν Η]---1»δ ἡ . Γεωφγούλα Οἰκονομί- δου διδασκάλισσα. ἢ ἰδία διδάσχει καὶ εἲς τὰ Κατηγητινὰ Αιινιῶν, [ΠΜ ΤΠ ΙΙΙ ΙΝΝΙ ή] ή ΚΙ ΠΙ Τι 0Η] ΙΙΙ Ἐξ ἀφοφμῆς π)λ πηροφοφιῶν πεοὶ αὐθαιρέτου προσθήκης, ἀφαιρέσε-, ως ἣ τροποποιήσεως σημείων τι- νῶν τῆς Θείως Δατοείας ἐν µέ- ρους πληουκῶν ἡ ἀνευθύνων }αἲ- κῶν παραγόντων ἀπελύθη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς ᾿Αρχιεπισκοπῆς καὶ Νοτίου. Αμερικῆς ποὺς τοὺς Ἱερατικοὺς προϊσταμένους καὶ τὰ Διοικητικά Συμθούλια τῶν κοινο- τήτων ἐγκύκλιος, τῆς ὁποίας ζη- τεῖ ἁὐστηρὰν ἐφαρμογήν, καὶ εἰς τὴν ὑποίαν ἀπαγορεύει τὴν χφῆ- σιν τῆς ᾽Αγγλικῆς γλώσσης εἰς τὴν Θείαν λλατρείαν, τησιν ἀνθέων ἐπὶ τῆς Αγίας Του. πέτης. τὴν χφῆσιν μονοφώνιῶν (6ο1ο) εἰς τὰς χορωδίας χαἱ ἰδι- ὠτέοως γυναιγείων αωνῶν, τὴν τοποθέ- Γορείρι., στᾷν τὴν χορφδιακην ψαζμωδίαν καὶ τὴν ἀποφυγὴν πολλῶν μετα- πτώσεων τῆς φωνῆς, ἵνα κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ µέλος πφοσαρμόσεται πρὸς την παθαδεδοµένην ἛἜκνλη- Γσιειστικὴν Ἀνναντινὴν Μουσικήν, καὶ ὑπενβυμίζει καὶ προτοέπει : τοὺς “Ἱερεῖς ὕπως ἀποντήσουν τὸν Ἀυκλοφορήσαντα ὑδηγὸν τοῦ. Ἱε- φέως καὶ τελῶσι τὰ πάντα συµ- σώνως αποὸς αὐτόν, ὥστε οὗ μό- γον ὑμοιοπορφία χατὰ τὴν ποᾶ- Ἐιν 6), ας ἐν Αμερικῇ Ἐκκλη- σίας ὑπάφχῃ, ἀλλά καὶ ποοσήλω- σις πρὸς τὰς ἀρχάς σεις τῆς ᾿Οορθοδόξου καὶ εἰς ὄντι ἀφουᾷ εἰς Δατρείαν, ) Ἰλννλιησίως τὴν Οείάν συνι- ἶ «ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ» 'Υπὸ τὸν τίτ]ον Βί0λοι τανιὸν ᾿Απὸ τὴν γῆν ἤνοιξε εἷς τὸ Ὦορτ-' Μουσείον ζργωολογικὴ περὶ τῆς ζωῆς κατὰ τοὺς! Ἠιθλικοὺς Ὑωύνους, Ἡ ἔκθεσις ι Γπαλύπτει τὴν περίοδον ἀπὸ τῶν Πατοιάγικόιν γούνων μέχοι τοῦ πέµπτον' ἔχτου µ. Χ. αἰῶνος Οι ἐπισκέπται ἔχουν τὴν εὐχιατ ρίαν νὸ ἴδουν ἕνα ἀφιθμόὸν. ἀντι- χειμένων ὑμοίων ποὺς ἐγεῖνα τὰ | ὑποῖα ἀναφέροντα εἲς τὴν Αγίαν Γρ ἣν. ᾿Ὑπάνγονν ἠδοίαι γωυ- νοληγούμεναι ἀπὸ τῶν γούνων τοῦ | Ἀθοιμμ καὶ χοσμήματα πεοιλμ ῥάναντα πεοιδέρωες τῆς ΙΜΙΙΙ (ΙΡ μαὶ τεριώδον ᾿Απέθανε τὴν Αοοισην 14. πα- οελθόντος Ἀοεμόφρίου ες ἡλικίαν η ἑτῶν νι ἔμηδεύθη τὴν ἐπ τῶν Ὀιοίων τῶν Γασιμειῶν. Ὕ. -πάρχουν. εἴδαλα, ἀπεικονίτοντι ἱτὴν θεάν τῆς γονιμότητας, 'Α- Ἱστάρτην, Ἰφονολογούμενα πιθανώ- «ντα, } “πο ημητήριον καὶ } σ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὰ νόμου 1 Γωιον. εἲς τὸν ἴεουν γαῤΥ ᾿Αγίου αν αφηυ ( αλ. 5. . τν ο] Αντωνίου λεμεσοῦς }υοοστατοῦν- ας Λι αι Σ Ὃ ης ἄν, | της τοῦ Δοχιμανδοίτου τῆς ΑΠΗ- | πνων 9 ὠτηρ της ανθρω: Γτουπάλεως Κιτίου κ. Γήλον. Ες. πὀτητος, ὁ µέλλων νά κατα ἠ άσε Ποπ Ἁδάμος ο ώσι τὸν ὄφιν, δηλ. τον ου ἑ α ασε Τὴν σύσνον, ον ἔπρεπε νὰ ο δη ἑτέμχι χα οιποὺς συυνενεῖς ϐκυ- πόγονος τ ὑναικός, Ίμβις συλ]υπωήµε . ο. ησοῦς λαία ἳ ἐκ Παρθέ, [με συ. υπούμεθα, νου Μαρίας ὑπερφυῶς γενν νη- ο ἸΑπεθίωσε τὸ παζςλ, δα θείς͵ βατον. Χοθαθφίαυ εἰς Ασπων. | (συνεχίζεται) ειόν Πάκου ὁ ἐν τοῇ αὐταῦ δη ἳ τατα, ἐν τῶν χθύνων τοῦ ἩἨσιάρι, Ἠ. Ἱστορία τῆς Κιανῆς Λιαθή- κης δὲν ἀντιπροσωπεύεται τόσον Γκαλῶς ἐξ αἰτίως τῆς 6ραγύτητος ττῆς περιῤδον., 'πάυχει Όμως µία εξαίρετος λυχνία ἐξ ὀρειχάλκον, φέοσυσα, ἂνι ἀγλοη ον σταυρόν. ΣΠ ιθανώτατα τὰ πλέον ἔνδιφ ἐκθέματα. εἶναι Γσπάσματα τῶν πεοις ημων κ) (ν- [δρων τῆς Νεκοᾶς Οαλάσασης στο Αοχιμιν οίτης Χο εν σαν- δν 6 Ἱαλω ὁ{ὸ Ἠ σι ἐτῶν δν πμ ώνως πωοὸς τὴν ἐπιθομί- αν κ. ἡ κηδεία τον ἔγινο εἰς την λίονην Χρυσορροϊωτίσσης. | οσον τοῦ ηγουμένου | Ἐπιανίον, γιά ἑτάφη. οἷς τὺ | ' τῆς ὡς ἄνω Μονῆς ΓΕνγ µέσα ἐνδηλώσεαιν σεθασμοῦ ΟΣΗ νν (καν καὶ ἐκτιητῶν χωφρίων. ᾿Ασποσγειᾶς Ἆνω ΓΓανανιᾶς, ----ωο.. Υπεύθυνος. Χρ. ᾽Αγοπίοιι, .---- Σύποις. Τι) εν τῶν αστττοστασττεο--ττσορώζοσσασικα, ΞΑΒΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ᾿Εστακίοι. » Λευκωσία Καμνηναῦ. 2. Λευκωσία, ο χαλλιεόγη- | ᾿Ανδοέ-] χάστην Τρίτην 4--ὖὅ µ.μ. Διά τοὺς Ανδοας (Ε.Χ.Α.Ν.) ἕμα Ιστον. Σάθθατον 0--δ μ.μ, Διά, Γτὰς Νεάνιδας Ε.Ν.Α.Ν.) ἕγχά- καὶ παραδύ- | ἕτανει τωία ἠποτι αὐτοδιογραφία του δείχνει κα: μ, ὅτι ὁ Αὐγουστῖνος διε- ! [άν } Ι ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ Κνπρου | | Αἴτησις πρὸς Ὑ]οβθεσίαν Ἀριθμς τσ] Χιεβετοῦντες: Νικό]ας Αγγελή Ππττάκι ἓν Γλαραθοθούνου ἐτῶν. 51 ᾿Αφουδί: τή Νικος ἐκ ΑΙααθοσούγον ῥ. |. τῶν ο, Υοθετουµέν η: Μοροφ όρια Κυφιάκοιυ Ἠωντελῆ Αγ. Αμθοοσίου Κυφηνείας 4, Ωἱονδήποτε πρύσωπον Υνωρίζον ἔνστασιν δ.ὁ τὴν ὡς ἄνω Ὑίοθεσί. αν. καλεῖται νὰ ὑποθάλῃ ταύτην γγράφως ποὺς τὸν ᾿Αοχιεπίσκο- πον, ἀναγράᾳ ον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἔνστάσεώς, ἐντὺς, δεναπέντε (19). ἡμεοῶν ἀπὸ τῆς σήμερον, Ἐν τῇ Ἱ. | Αρχιεπισκοπῇ Κύπρυι τῇ 1 Νοεμθοίου 104514 έ 5 6 Ἔπ τῆς '᾿Γερᾶς ᾿Αρχιεπισκοπῆ Ι{ύπρου - πππν- -ἃ-. ΑΡΝΣΕΗΠΗΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ σις ον Αἴτη πρὸς Υϊοθεσίον ᾿Αοιθμὸς {νο Υἱοθετοῦντες: Ἰ. Ορφανίδης ὃν αμα πυὶ Ἱωάννα, Μ, Καζμιλίου. ἐτῶν παπα Ον ανίδο ἐν Σ8, τος ετουµένη: ΛΑ δουύλλα. Γαθυι η). εν Ἱαϊμακλίοι ἐτῶν 11. οσον δήποτε ποόσωπον γνωρίζον ἔνστασιν δ:ὰ τὴν ὡς ἄνω Ὑΐρθεαί- αν, ναεἴτο νὰ ὑπαδάλῃ ταύτην Γἐγγυάφως ποὸς τὸν ᾿Αοχιεπίσκο- πον, ἀναγυάφον μαὶ τοὺς λόγους τῆς ἐνστύσεωσ, ἐντὸς δεκαπέντε (12). ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σήμερον, Ἐν τῃ Τ. τῇ Νικολάον ᾿Αογιεπισκοπῇ Κύπρου, Ἀοεμθρίου 1921. Ίων τῆς 'Γερᾶς ᾿Αρθχιεπισκοπῆς ζύπρου ο--- ΑΡΝΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ ᾿Αοιθμὺς 19024 Υιοθετοῦντες: Κώπτας Χαραλάμπους ἐν Λεν- Μωσίας ἐτῶν ραλάμπους ἓν {5. Ὑϊοθετουμένη: Σασιμικὴ Ἰωάννου, ἐν εμένης ἐτῶν 28. Οἱονδήποτε πφόσωπον γνωρίτον :ἔγστασιν διὰ τὴν ὡς ἄνω Υἱοθεσί- αν. καλεῖτω νὰ, ὑποθάλῃ ταύτην ἐγγοόφως πρὸς τὸν ᾿Αοχιεπίσχο- πον, ἀναγοάφον καὶ τοὺς λάγοις τῆς ἐνστάσεως, ἐντὸς δεναπέντε Γ (15). ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σήμερον. [Ἐν τῇ Ἱ. τῇ ὅᾳ Ἑλένη Κ. Χα Λευκωσίας ἐτῶν Ῥονπη- | ᾿Αρχιεπισκοπῇ Κύπρου. Νοεμόορίου. 1404, Ἔν τῆς ἱἹερᾶς ᾿Αρχιεπισκοπῆς Κύπρου ααβρος το ΗΛΗΗ ΜΗΙΦΙΙΝΗ (Φυνέχεια ἀπὸ τὴν γ΄ σελίδα) ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας». «Δὲν Ιἐπιθυμοῦσα, Άπροσθέτει στὶς Γἐξομολογήσεις του (8,12) τί- ποτε περισσότερο, οὔτε ἦταν ιἀναγκαῖο, γιατὶ μόλις τελείω- σα τὴν ἀνάγνωση τῶν ὀλίγων αὐτῶν λέξεων καὶ ἀμέσως χύ- θηκε φῶς στὴν καρδιά μου, φῶς ποὺ τῆς χάρισε ἡ εἰρήνη' στὴ στιγμὴ διαλύθηκε τὸ σκο- τάδι μὲ τὸ ὁποῖον τὴν τύλιγαν οἱ ἀμφιθολίες µου»... «Ὁ νό- μος τοῦ πνεύματος τῆς ἐν Χρι- στῷ ζωῆς μὲ λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο». Τὸ παράδειγµα τοῦ Αὐγου: οτίνου μᾶς δείχνει ἀκόμη κα: θαρώτερα ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ ᾿Ιουστίνου τὴν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. ᾽Ανικανοποίητη μένει ἡ φυχὴ ἀπὸ τὸ θεωρητι- κὁὀ λόγο. Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸς οὔτε ἁδιάσειστο θεμέλιο γιὰ τὴν ἀλήθεια, οὔτε ἀποτελεσμα- τικὴ μέθοδο γιὰ τὴ σωτηρία. Μακρὰ ὅμως ἡ πάλη ποὺ Χρει- άζεται νὰ διεξαγάγη ἡ ψοχὴ ἱνὰ πείση τὸν ἑαυτό της γι’ αὖ- |τό. Οἱ ρίζες τοῦ θεωρητικοῦ (λόγου, τοῦ πολιτισμοῦ γενικά, τοῦ πλασμένου ἐπάνω στὰ ἀν- Ιθρώπινα µέτρα, καὶ θαθειὲς εἶναι καὶ μεγάλη γοητεία, ᾱ- σκοῦν ἁπάνω στὴν ψυχή. ταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος κατορ: θώση καὶ ἀφήση νά τὸν θρῆ ὁ Θεός, τότε τὸ νέο φῶς ποὺ θά τὸν φωτίση, ποὺ δείχνεἰ πὼς πέρα ἀπὸ τὴ θεωρία, σταθερὀ ἀποκοῦμπι, εἶναι ἡ πίστη, καὶ πῶς ἡ πράξη, ἡ φωτισμένη ᾱ- πὸ τὴν πίστη, αὐτὴ εἶναι ἡ ποτελεσματικἡ μέθοδος γιὰ τὴ σωτηρία. Ετσι ἀπὸ τὸ καθα- ρῶς θεωρητικὸ πεδίο. µέσα στὸ ὁποῖο ἐκινεῖτο ἡ Φιλοσο- φικἡ σκέψη τῶν ἀρχαίων περ: νοῦμε στὸ πραγματικὸ πεδίο, αὐτὸ εἶναι τώρα τὸ κέντρο τοῦ στοχασμοῦ. Αν προσέξωµε καλὰ τὸ ἔργο τοῦ Αὐγουστί- νου, ἰδιαίτερα τὶς ἐξομολογή: σεις του, θὰ δοῦμε ὅτι οἱ ᾱ- λήθειες αὐτὲς πηγάζουν άν μιὰ Φαθύτερη ἐνδοσκόπηση, Ιπὸ μιὰ προσεκτικἡ διερεύνηση τῆς ζωντανῆς σχέσεως ποὺ δέ: τὴ ψυχἠ μὲ τὸ Θεό. Ἡ ρευνώντας χὸν ἑαυτόν του δὲ [θλέπει µέσα του τὸν πολίτην ἢ τὸν Ῥωμαίῖο, ἀλλὰ φτάνει ιτὴν ἐσώτατη περιοχή. ὅπου Γδιαγράφεται τὸ πρόσωπο. τοῦ θρώπου, ποὺ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου αὐτὸ τὸν ὀδήγησε νά ἀνα- Γκαλύψη µέσα του τὸ ἄτομο ὼς φορέα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἆ- πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄποψη νὰ θεμελιώση καὶ νὰ ρυθµίση τή ζωή του. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα, ἣ καθαρὴ σκοπιὰ τοῦ Χριστια: νισμοῦ. Σ᾽ αὐτὸ τὸν µεταπλα: Γσμὸ ὁδηγεῖ ἡ Καινὴ Διαθήκη τὶς φιλοσοφικὰ καλλιεργημέ- νες ψυχὲς ποὺ ἀσπάζονται τὸ Χριστιανισμό. εδυνεχίζεται) αι εςθστ-ταπε ΕΤΟΣ Α’᾽. ΑΡ, 25 ᾿Ετησία« συν δρυμηῆ Σελ. 5 Ἱιμῆ Φύλλου ρ. 4. ΓΡΑΦΕΙΑ: ᾿Ισαακίου ΠΚομνηνοῦ, 2. ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΜΗ] ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΜΚΜΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ 2ΓΠΤΗΜΑΤΑ - ΕΕΔΙΔΕΤΑΙ ῤ ς ο. ο αμ ος ον. (ν ἹΗΝ [ην ΜΑΙ ΄/ --- τν ΐ . σπα Α . ο ος Ίρην ΕΚΑΣ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ Υπο Τ ΕΚΗΕΛΗΣΙΑ ΣΤΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΥΝΤΓΑΗΤΙΚ6ΕΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ἅ ων υ, 772. ααροωνπωντηρ κ: ΤΕΤΑΡΤΗ Ί ΝΕΚΕΜΕΡΙΟΥ 19./ Βαοὺμ προφήτου [Α ΚΝΤΗΧΗΤΙΚΑ, ΧΗΛΕΙΝ Δέν δύνατοιί τις νὰ ἀἁμϕισξητήση τὴν τακεῖίχν Εεξεόπλω- σιν τῶν Κατηχητικῶν σχελείων εἰς τὴν νῆσέν μας. γαὶ τὰ ευεργετικά των αποτελέσματα. ἅτινκ παρὰ τὸ ὁλιγοχρένιον της Λειτουργίας των. εἶναι Σατοφανῃ, ρπισαν ηδη νὰ δημιουργοῦνται εἰς τὴν νέαν γενεᾶν αἱ ἀπαραίτητοι ὑπεδέσεις διὰ µίαν μελλεντιχήν, κατὰ πάντα χρῃστην διοδροµίαν. Τὸ Κατηχητικὸν Σχολεῖον παρέχει εἷς μαθητος τον ὑγιεῖς ἠνινκὸτ ἀρχὰς ἐρειδομένας ἐπὶ τῆς σχείας της απολυτρώσξως καὶ τῆς ἀγάπης. Α ζ ἐξάπλωσις των ἑνατηκητικὼν Σχολείων δὲν στκ- τους ερη- λλ' ἡ ταχεῖα 1 τ θρῶν τῶν Ματηχητικὼν τῷ 6 δν ηολείων πολλοί ἐπιστήμύνες, ν περιλαµθάνονται Φέλυμεν νὰ ο. Κατηγόορόνν το ἑατηνητικὰ ἔτι δημισυργοῦν ἔρμσνις λήπτους, ὅτι αυξάνουι τὰ δρησκευτικἁ δικφέροντα εἲς 6ή- ρες τῶν ἄλλων διαφερόντων τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργοῦντα ᾿ ἀτροφίαν τοῦ ψυχικοῦ Ἠύχλου τῶν ἀξιὼν ἐξ αἰτίας τῆς ὑπε- τροφίας τῆς δρησχευτικῆς ἀξίας. Κατηγοροῦν προσέτι τὰ Κατηχητικὰ ὅτι εἰσάγουν τὲν ἀσμητισμὸν εἰς τὴν ζωὴν τῶν μοδητων ἀπογορεύεντα εἷς αὐτοὺς ναὶ τος ὀθώας ᾱ- κόμη τέρψεις. Ματηγορίαι πελλαὶ καὶ σοθαραὶ αἱ ὁποῖοι δειχνύουν τελείαν ἄγνοιαν τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων. Τὰ Κατηχητικὰ Ἀχολεῖα διδάσκδυσι θεέκίως τὴν χριστι- ανικην δρησχείαν ναὶ ἠδικὴν εἰς τοὺς τρεφίμονυς των, ὄχι ὅμως διὰ νὰ δημιδυργήσουν δρησκολήπτευς Ἡἃ πρὺ- : ο : ἡ ΗΤΙΝ ο . Ἱτο ὀυνοτὸν , νὰ μη δηµιουργήση ἐχεροὺς. Ραὶ δυστυχγῶς μετοτὺ τῶν ἕγ- ἳ καὶ | : ζ ιόν: Ἡ « πιστενωµεν ὅτι ἡ πλειό- | νότης Τόουτων δι ἄγνοιαν ἴσως ἐχδρεύεται τὰ κκχτηχητικά. : νὰ κάμουν | τοὺς µαθητάς των ἀσχητάς. ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς κάµουν πε-' φωτισμένα µέλη τῆς Ἐνν διά Κατηχητινῶν Σχολείων Ἠγνκλησίας µας. παὶ ὁ πυκνὸς ᾿Ενπνλησιασμός, δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ διὰ τοῦτο τὰ Κατηχητικὰά Ὑχολεῖα ὅτι δημιευργοῦν ἔρη- σχολήπτους: ᾽Αλλ' ὁ μὲν θεσμὸς τῆς ἐξομολογήσεως εἶναι ἀρχαιότατος καὶ ἐν αὐτῇῆ τῇ Μαινῆ Διαθήκη ἁπαντώμενος ναὶ δι ὅλης τῆς μαχρᾶς ἐνχλησιαστιχῆς παραδόσεως µπαρ- τυρούμενος ὁ δὲ ταχτιχκὸς ἐνχλησιασμὸς ἐπιξάλλετοι Ὁπὸ τῆς | ἐχχλησίας ἥτις ἐθέσπισε Κανόνας τιμωροῦντοας τοὺς μὴ ἐχ- κλησιαζομένους. ᾿Εκεϊῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἕξδάπτει τοὺς πο: λεµίους τῶν Πατηχητινῶν Ἀχολείων εἶναι ἀποχή των ἀπὸ τοῦ χακοῦ χινηματοκράφου. Οὐδέποτε ἔμως ἔδιδάχδη εἷς τὰ Κατηχητικὰ ὙΣχολεῖα ὅτι ὁ πινηματορρή εἶνοι Ξ ὁ καθ) ἑαυτὸν κπαγχός. ᾿Εκεῖνο τὸ ὀπφῖον ἐν προκειμένω πρώτ- τουσι, τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα εἶναι νὰ τονίσωσι βικοὺς χινδύνους τοὺς ἐν τοῦ χπαχνοδῦ χινηµατοφρώφκυ π ερχοµένους. Καὶ εἶναι ἀναμφισξήτητον τὸ γεγόνὸς ὁ πλειονότης τῶν προθαλλοµένων εἰς τὰς κ ηματόγραφι αἰθούσας ταινιῶν εἶναι χακίστης. ὄχι ἁπλὼς γπαγνῆς, πὀὸ τητος. Τίποτε ἄλλο, συνήθως, δὲν διδάσχσεται εἰς τὸν πιν]- µατογράφον ἀπὸ τὸ ἔγχλημα καὶ τὴν ὁδιοφξες Όταν παντοῦ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἀγούόνται διαμαρ- τυρίαι ὄχι µόνον ἓν µέρους χληρικῶν θρΏοκδλήπτων, ἄλλα καὶ ἐν μέρους δικαστιιῶν. πδινωνιολόγων γαὶ ψυχιάτρων. οἱ ὁποῖσι ὡς ἐν τῆς δέσεὼς των δούναντσι καλήύώτερεν παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν θλάδέην τὴν ὁτοίαν ὃ σουὸς γχὶ- νηματογράφος προχαλεῖ εἰς τὴν εὐαίσοθηῖεν παιδικἠν Φυ- χήν, ἀσφαλῶς τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα δὲ εὑρίσποντο ἔζω τοῦ προορισμοῦ των ἐδν προέτρεπον τοὺς μποίᾶς των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς πινηματογραφιχὰς αἰθεύσας ἁδια- πρίτως, εἴτε εἴναι ναλὰ τὰ προθαλλόµενα ἔργα. εἴτε κανά. Τὰ Κατηχητικἁ Σχολεῖα δὲν χαταδικάξουσι τὸν ἔινημα- τογράφον. ᾿Ὁμοῦ μεθ ὅλων τῶν ὑγιῶς οπεπτομένων κα- ταδιχκάκουσι τὸν χπακὸν πινηµματογράφον. Εἶναι ἔγχλημα, ἐνῷ ὀσημέραι καὶ ἓν τῇ μµικρᾷ νήσῳ µας καὶ ἀλλαχοῦ ἡ ἐγκληματικότης ἤ παϊδικἠ αὐξάνει-- καὶ τοῦτο ἀποδίδεται ὑπὸ πολλῶν δικαστῶν γαὶ Ψψυχιάτρων εἰς τὸν πακῆς ποιότητος πινηµατογράφὀν--νὰ προτρέπων- ται τὰ παιδιὰ ὑπὸ τῶν Κοτηχητῶών ὅπως πληρῶσι τὰς αἰθούσας χινηματογραφικῶν προθολῶν. ἨἈΕεθαίως ὑπάρχει καὶ χαλὸς κινηματογράφος, ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πὀλεμί- ων τῶν Κατηχητικῶν νπαὶ εἰς τοῦτον δέον νὰ µεταθαίνωσι τὰ παιδιὰ δι ἀναφυχήν, ἡ ὁπρία εἶναι τόσον ἀπαραίΐτητος δι αὑτά. ᾽Αλλὰ τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα οὐδέποτε ἀπέτρε- φαν τοὺς µαθητάς των νὰ ἴδωσι τὰς ἐλαχίστας αὐτάς Μαλὰς ταινίας ὑπὸ τὴν συνοδείαν εἴτε τῶν γόνέων., εἴτε τῶν ἐν τὸῖς Σχολείοις ναθηγητῶν των. οἱ ὁποῖοι καὶ δὰ πρίνωσι πρὸ- ηγουμένως περὶ τῆς πράγµατι παταλληλότητος ἢ μὴ τοῦ προξαλλοµένου πινηματογραφικοῦ ἔργου εἰς τὸ ὁποῖον 8ὰ ὀδηγήσωσι ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην αὐτούς. Κατηγόρησέ τις ὅμως ἁπόμη τὰ Ματηχητιχκὰ Σχολεῖα διότι µαθήτριά τις ἐπροτίμησε νὰ ξυσιάση τὴν φυχαγωγίαν της καὶ νὰ δώσῃ τὰ χρήματα. τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωσε ὁ πατήρ της διὰ νὰ µεταόθῆ εἰς πινηματογράφοὀν, εἰς πάποιον πτω- χόν. Εκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ἐξάρσεως καὶ παντὸς ἐπαίνου ἔγινε κατηγορία κατὰ τῶν Ματηχητικὼν Σχολεί- ων Αντὶ νὰ ἐξαρξῃ ἡ χειρονομία τῆς νεαρᾶς αὐτῆς πόρης, τόσον σπανία δυστυχῶς εἰς τὴν σημερινὴν Χδινωνίαν. εξε- ωρήθη δεῖγμα ἀσκητιόμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν ͵ φυχήν της ἐνέέαλε τὸ Κατηχητικὸν Σχολεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐφρίτα: Είναι καὶ τοῦτο δυστυχῶς χαρακτηριστικὸν τῆς θλιθερᾶς ἠθικῆς καταπτὠσεως τῶν χρόνων µας. Ἡ ὑπὲρ τῶν ἄλλων αὐτοβυσία, ἡ καὶ εἷς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐκφαινόμένη, θεωρεῖται µωρία! Ο {απιροτα ο πἹογςς Καὶ ἐὰν ἀκόμη παρουσιασθῶσι ἐξαιρέσεις τινές. πατη- χητῶν ἐμφορουμένων ὑπὸ ἀντιλήφεων τοιούτων, οἵος χατη- γοροῦσι τὰ Κατηχητικὰἁ Σχελεῖα ὅτι ἐμφοροῦνται οἱ εχ- δροί των. δὲν δύναταί τις νὰ προσάψῃ µομφήν κατὰ τὼν Κατηχητικῶν Σχολείων γενικῶς. Δέον αἱ ἐλάχισται, ὃν ὑπάρχωσι, τοιαῦται περιπτώσεις νὰ παταγγέλλωνται εἰς τὰς ἁρμοδίκς ἐκχλησιαστιχὰς ἀρχὰς ὑπὸ την «μεσον ἔπὶ- ἔλεψιν τῶν ὁπῥίων τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα λειτουργόῦσι. Εἶναι θλιθερὰ παραφωνία νὰ ἀχούωνται εν Κύπρῳ κατη- γορίαι χατὰ τῶν Κατηχητικῶν Ἐχολείων. ναθ ὃν χρόνον χαὶ ἐν Ελλάδι καὶ ) πεπ α1ενοὶ : µόνον ἔπαινος δι αὐτὰ ἀνφύεται ὑπὸ ἔπιφανων ἐπιστημέ- χων φοιτησάντων κατὰ τὴν παιδικὴν ἠλιχίαν των εἰς αυταᾶ. Φέλομεν ἕμως νὰ πιστεύωµεν ἔτι αἱ Ἀατα των Κατηχητι- κῶν Σχολείων προσαπτέµεναι Ἀατηγόρισι προέρχόνταϊ ἐξ ἀγνοίας καὶ ἐκ καλῆς διαθέσεως τῶν πολεμµίων των Χάὶ ὅτι ἑαθυτέρα ἐξέτασις τοῦ θεσμοῦ τῶν Κατηχητικων Σχολείων. ὃν κατὰ µίµησιν τῆς ἀρχαίας ἐχχλησίας αι η ἐκχλησία µας συνέστησε. 8ὰ πείσῃ τούτους ἔτι τὰ Ματηχητινα Σχολεία οὔτε δρησχολήπτους δημιουργεῦσι οὔτε τὸν ἀἄασνητισμόν εἰσάγουσι εἰς τὴν ζωὴν τῶν μαθητών των. Τοὐναντίον, οἱ μαξηταὶ τῶν Ματηχητιν ἀποθαίνουσι ἐργάται αθινωνιχοί. ὅραστηριο αι τη ἀναμορφωτικῆς πρὀσπαθείας τής κφινωνΊας µας. Πολὺ δ' ὁ- λιγότερον ἑρπσχόληπτοι ἀποθαίνουσιν οἳ µαζηται τῶν Κα- τηχητικών ἀφοῦ εἰς αὐτὰ διδάσκεται η 9υσιᾶ καὶ τὸ Πνεῦ- µα τῆς θρησκείας καὶ ἀπριξῶς πᾶσα προσπάθεια παταθάλ- λεται ὅπως οἱ μκθηταὶ ἀπεξάλωσι τὴν. θρησκοληφίαν τὴν ὁποίαν παρωχηµέναι γενεχὶ ἐκληρονομησαν Εις αὐτούς. Ξωηρότατα μάλιστα παταδικάνεται ὁ δρησχευτικὸς φανατισμές. διεξηγουµέενων εἰς τόευς µαβητας τῶν ὁλε- δρίων ἀποτελεσμάτων τούτον. Αλλά παὶ περὶ τῃς φυχαγω- γίας τῶν μαθητών ἰδιαίτερα Χαταξόάλλεται φροντἰς. Πὰς τις ἐπισχεπτόμενος Ματηχητικόν τι Σχολεῖον ἤθελε διαπιστώ- σει τοῦτο τρανῶς. Τὰ Κατηχητικα Σχελεῖα προσφέρουσι εἰς τοὺς µαθητάς των τραγούδια. ποιγν ίδια. βεακτρικὰς πα» βαστᾶσεις καὶ ἔχδρομᾶς ἀχέμη. εφ ὁσον τοῦτο εἶναι δυνα- τόν. Κατόπιν τούτων πιστενόµεν ὁτ ἐπιστήμων δύναται νὰ πατηγόρῃ τα Τοὐναντίον εἴμεξα πεπεισµενοι οτι αὐτῶν δὰ γίνη ἐοηθῶν τὸ κατὰ δύναμιν τοῦ ὑφηλοῦ προορισμοῦ των. ρα θιοννα ο κ πα ὁ- δεν, ὤν Σχολείων στελέχη τῆς Κατηχητικὰ Σχολεῖα. πχὶ θερμὲς συνήγορες εἷς τὴν ἐχπλήρωσιν τῶν ! χόλε . ἤρξατο ἀνσνωσγονούμενος ὁ τό- | σον παραμεληθεὶς εν Κύπρω δεσμὸς τῆς ἐξομολογήσεως. ἡτ πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισµένου πέσµου | ὅτι οὐδεὶς χαλῆς πίστεως: τω Ῥ 5 ω 8 Αἱ ἅπιαι Απὸ την Βυζαντνην Βαρθάρα, Μαρ ἐπὶ τοῦ. δυτικοῦ καὶ ἑκζώνος νην τῆς Αὑπρου ᾿Αναστασία' τοίχου τοῦ νσ:δρίου τοῦ Μοωτουλλᾶ. ΠΙΠΕΛΙΙΗΙΔΣ ΜΕΣΣΙΑΣ - Τοῦ κ. Ν. ΑΘ. ΠΕΤΥΣΑ Θεολόγου | Α΄. Διδασκαλία θεμελιώδης τῆς .. ἰὅτι τὸ σύμπαν, ὁ ὑλικὸς καὶ ᾿Πνευματικὸς κόσμος ἐδημιουρ- γήθη ἐξ ἀγάπης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ διὰ μόνου, τοῦ λόγου αὐτοῦ εἰς ἕξ ἡμέ- ἴρας καὶ ὅτι τὰ πάντα ἔδη- µιουργήθησαν «καλὰ λίαν». Τὸ τελειότερον ὅμως τῶν δη: μιουργηµάτων ὅλων εἶναι ὁ σθεὶς καὶ προικισθεὶς μ᾿ ὅλας τὰς πνευματικὰς καὶ ἠθικὰς ἱκανότητας, τὸν νοῦν τὴν συ- νείδησιν καὶ τὴν ἐλευθέραν θέ- λησιν, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγ- κην διὰ νὰ καταστῇ µακάριος, νὰ ζήσῃ ἐν ἁρμονία πρὸς τὴν περὶ αὐτὸν φύσιν καὶ νὰ τείνῃ [πάντοτε πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ ᾱ- γαθοῦ, τοῦ τελείου καὶ ἁλη- θοῦς διὰ νὰ γίνῃ ὅμοιος μὲ τὸν Θεὸν κατὰ χάριν. Παρὰ ταῦτα, ὁ πρῶτος ἄν- θρωπος ἢῆτο ἄπειρος «ἀκόμη καὶ ὠμοίαζε πρὸς παῖδα καὶ εἶχεν ἀνάγκην καθοδηγήσεως καὶ χειραγωγήσεως ἕως ὅτου ἀνδρωθῇ εἰς τὸ ἀγαθόν,διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἀπείρῳ ἆ- γάπῃ του, θέσας αὐτὸν εἰς τὸν Παράδεισον τῆς τρυφῆς τοῦ ἕἔ- δωκεν ἐντολὰς καὶ συμθουλὰς τὰς ὁποίας ὅταν ἠκολούθει θά ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὴν ᾱ- ρετὴν καὶ νὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὸ ἀγαθόν, ὥστε νὰ εὑρίσκεται πάντοτε πλησίον Του. Δυστυ- χῶς ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ἐλεύθε- ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ ἐφαρμώ- σῃ αὐτὰς ἔκαμε κακἠν χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας του καὶ ἔδωκεν ἐμπιστοσύνην ὄχι εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ᾽ εἰς τὸν διάθολον, ὁ ὁ- ποῖος ἐφάνη εἰς αὐτὸν ὑπὸ µορφὴν ὄφεως καὶ δι ὑποσχέ- σεων ἀπατηλῶν τὸν παρέδω- κεν εἰς ἀνυπακοήν. ᾿Εκώ- φευσεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς συ- νειδήσεως, ἡ ὁποία ἐπανελάμ- 6ανε εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ «ἢ δ᾽ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ (ἀπὸ τοῦ καρποῦ δηλαδὴ τῆς γνώσεως,) θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» καὶ ἀντέταξε εἰς τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ τὸ θέληµά του. ᾿Ηκολούθησεν ὅ,τι τοῦ ἐ- πέθαλεν ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ φι- ἑληδονία του καὶ διέπραξεν τὴν [ἁμαρτίαν. ᾿Απὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ ἄνθρωπος, ἡ κορώ: ἵνὶς τῶν ὁρατῶν δηµιουργημµα: ἵτων τοῦ Θεοῦ, ἐξέπεσεν της ἸΘείας Χάριτος καὶ ἤρχισε νὰ ἀπομακρύνεται τοῦ δη: Γμιουργοῦ του. Αἱ συνέπειαι τῆς πτώσεως ἰποῦ ἀνθρώπου ἐκ τῆς ἀρχικῆς Ιθἐσεώς του εἶναι ἀπερίγρα- πτοι. Διότι ὄχι µόνον διεκόπη: ἴσαν αἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ ἀγαθαὶ σχέσεις, ἔχασε τὴν παραδεισιακἠν εὐτυχίαν ἀλλά καὶ διότι, ἐτραυματίσθη θαθύτατα ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά του ἕ- σκοτίσθησαν εἰς τρόπον ὥστε, τὸ εἰς αὐτὸν φῶς νὰ γίνῃ σκό- ἠ- τος καὶ ἐνῷ πρότερον Ἱγάπα τὸ κακόν, καὶ ἅἄπε- ἱστρέφετο τὸ κακόν, τώρα κατέστη ἐπιρρεπής πρὸς τὸ κακὸὀ μᾶλλον ἢ πρὸ τὸ ἀγαθόν. Ἡ παράθασις τοῦ θείου θε- λήµατος ἀποτελεῖ τὸ λεγόµε: γον προπατορικὸν ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον παρέσυρεν ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τὴν ᾱ- µαρτίαν, ἡ ὁποία ἐπληθύ- χετο ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεαν, ἕως ὅτου ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἐ- λησµονήθη καὶ ἡλλοιώθη εἰς τὴν. ἀντίληψιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος περιέπεσεν εἰς την εἰδωλολατρείαν καὶ εἰς τὴν ριστιανικῆς Θρησκείας εἶναι, ἄνθρωπος, ὁ κατ᾽ εἰκόνα πλα- | ρος ὤν, ἀντὶ νὰ σεθασθῇ τὰς) “παντὸς εἴδους διαφθοράν καὶ φαυλότητα καὶ ἐφαντάσθη τὸν Θεὸν μοχθηρὸν καὶ κὀν, χωρὶς ἕἔλεος καὶ ὄχι πα- ἱτέρα στοργικὀν. Μὲ τὴν πάροδον τῶν αἰώνων τὸ κακὸν ἐπλεόναζεν εἰς τὸν ἱπαρήρχοντο καὶ οἱ ἄνθρωποι προέκοπτον ἐπὶ τὸ χεῖρον. Τὰ πάθη θεοποιούµενα ἐπέτρεπον ἐκτὸς τῶν ἀσέμνων πανηγύ - ρεών καὶ τὴν πλήρη ἐκπλήρω- ἴσιν τῶν ἐπιθυμιῶν. Η΄ Αφροδί- τη ὡς ἄλλη μάγισσα Κίρκη μὲ τὸ µαστίγιον τῆς ἡδονῆς ὦρ- γίαζε καὶ µετεµόρφωνε τοὺς ὀπαδοὺς της εἰς χοίρους. 'Π γυνὴ, ἡ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τοῦ ἀνδρὸς, παραγνωρισθεῖσα δὲν ῆτο ὁμόκοιτος τοῦ ἀνδρός, ἀλλὰ κοινἠ δούλη «ῶν ὀρέξεων τοῦ ὑπερτέρου φύλου. Κατὰ τὸ ρωμαϊκὸν δίκαιον ἡ γυνή, εἴ- τε ὡς κόρη εἴτε ὡς σύζυγος διετέλει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀνδρός. Χαρακτηριστικὸν τοῦ πνεύματος τῆς προχριστιανι- κῆς ἐποχῆς ἐν σχέσει μὲ τὴν γενικὴν περιφρόνησιν τῆς γυ- ναικὸς εἶναι τὸ περιεχόµενον μιᾶς ἐπιστολῆς ποὺ εὑρέθη εἰς τοὺς παπύρους τῆς ᾿Οξυρίγ- χου, τὴν ὁποίαν ἔστειλε κατὰ τὸ 1 π. Χ. εἰς τὴν ἐπίτοκον γυ- ναῖκα του ἱερίων τις. «᾿Εὰν τὸ γεννηθέν, γράφει εἰς τὴν ἐ- πιστολήν, ἡ ἄρσεν, ἄφες' ἐὰν ᾖ θῆλυ, ἔκδαλε». Μυριάδες ἀν- θρώπων εἰς διαφόρους χώρας ἐδούλευον ὡς κτήνη, οἱ δὲ κύ- τριοί των εἶχον ἀπόλυτον ἐτ᾽ αὐτῶν δικαίωµα δυνάµενοι εἴ- τε νὰ τοὺς πωλήσωσι εἴτε νὰ τοὺς φονεύσωσιν χώρὶς νὰ ὅ- ποχρεοῦνται νὰ δώσουν λόγον εἰς κανέναν, Ἡ ἀσέλγεια, ἡ σκληρότης, ὁ φόνος, ἡ κλοπή, τὸ ψεῦδος καὶ τὰ παρόμοια διὰ πολλοὺς τῶν λαῶν τῆς ἁρ: χαιότητος ἦσαν ἀρεταί. Οἱ ἄνθρωποι ἠρέσκοντο εἰς τὰ φο- νικὰ θεάµατα, τὰς µαστιγώ: σεις τῶν συνανθρώπων των μέ- χρις αἵματος. Τόση το ἡ ἐπι- κρατοῦσα τότε κοινωνικἡ δια- φθορὰ καὶ τόσον Φρικαλέα ἡ ἐπιπολάζουσα ἀνηθικότης, ὅ- στε ἁδυνατεῖ κανεὶς νὰ χαρα- κτηρίσῃ αὐτὴν διὰ καταλλή- λων λέξεων. Ὁμόπιστοι ἴστο- ρικοὶ συγγραφεῖις σύγχρονοι καὶ μεταγενέστεροι ὡς ὁ 2ε- νέκας, ὁ Τάκιτος, ὁ ᾿Ιουθενά- λιος καὶ ἄλλοι μετὰ «φρίκης καὶ. θδελυγµίας περιγράφουν τὴν ἠθικὴν κατάπτωσιν τῆς ἑ- ποχῆς ἐκείνης καὶ ἐκφράζουν τὸν. ἀποτροπιασμόν των δι αὐτήν. Ὁ φιλόσοφος Σενέκας ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ὁποῖος ἤκμασε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ᾿Αποστόλων, γράφει: «πάντα εἰσὶν ἐγκλημάτων καὶ κακιῶν µεστά.... μµἐγιστός τις γίνε- ται ἀγὼν τῆς φαυλότητος. Δὲν εἶναι πλέον λαθραῖα τὰ κακουργήματα’ πράττονται ἐν ὄψει πάντων καὶ τόσον δηµο” σία κατέστη ἡ φαυλότης, ὥστε ἡ ἀθωότης ὄχι σπανία ἀλλ᾽ οὔ- δεµία εἶναι» (5Σεν.ἀο, ἵνα 11,15) Γ Ἡ ἠθικὴ ἀθλιότης ἧτο γενι- Γκή. Καὶ εἰς αὐτὰς τὰς κλεινὰς Αθήνας, αἱ ὁποῖαι συνεκέν- ἵτρωνον ὅ,τι ὡραῖον, μέγα,ὑψη- [λὸν καὶ ἔξοχον παρ᾽ ὅλην τὴν Ιαἴγλην των καὶ τὸ χρυσοῦφαντο ἱπαραπέτασμα τοῦ πολιτισμοῦ των, ὑπῆρχε ἠθικὴ ἀναρχίά καὶ ψυχικὴ κακοδαιµονία. Εἰς Ιτὸ θάθος ἐνεφώλευε σκώληξ ᾱ- Γκοίμητος τῆς ἀθεῖας καὶ ὕλο- ἱφροσύνης. 'Ἡ θρησκεία, μὲ τὰς ἱποικίλας ἀκολασίας καὶ τὰ ἆ- ἱκατανόμαστα ὄργια τῆς ἑορ: τῆς τῆς ᾿Αφροδίτης καὶ τοῦ ΙΒάκχου, εἶχε καταντήσει ἡ (δυνέγεια εἰς τὴν ὃ” σελίδα) τυραννι- | κόσμον. Αἱ γενεαὶ ἤρχοντο καὶ | ΗΡΙ ΤΙ ΛΙ: το ΜΗ ΣΚΙ ΙΛΙΙΝ Ἀπμιοσιυγοαςφικαὶ πληροφοθίαν ἄναφέφουν ὅτι κατ εἰδήσεις λη- 4θείσας εἲς Αθήνας ἐξ ᾽Αλόανί- ας ἐξετελέσθη εἰς τὰς φυλανὰς Γὔπον ἀπὺ πολ)οῦ ἐκρατεῖτο ὁ Ου- θύδοξος Λοχιεπίσχοπος ᾿Αλθανί- ας Χωστοφόοος Κίσσης. “νο ἓί ΜΒΙΛΙΙΗ ΚΙΝ ΤΠ ΦΙΜΗΙΝΙ ΜΗ) Οἱ ἐπίσκοποι τῆς ἐν ᾽Αμεοιμῇῃ Ἠγκλησίας τῶν Μεθοδιστῶν ἀνε- χοίνωσαν σήμερον ὅτι θὰ ὑποστηρί- Έοιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου ἁμερικανικοῖν δικαστησίου διὰ τῆς ὑπυίως καταοσγεῖτα ἡ φυλετικὴ διάκοισις εἰς τὰ σγολεῖα. Οἱ ἐ- πίσκοποι ἀνήγγειλαν ὅτι ἡ ἐνκλη- σίᾳ τῶν Μεθοδιστῶν θὰ τεθῇ ἐπὶ πες α)ῆς τοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν ἐ- πιθο)λἣν τῆς ἀποφάσεως ἥτις ἄπο- εἰλεῖ ἕνα τῶν ἀκοογωνιαίων λί- θῶν τῆς χοιστιανιχῆς πίστεως, Ἡ- τις διακηούντει ὅτι ὅλοι οἱ ἄὄνθρώ- ποι εἶναι ἴσοι ἀδελῳοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοᾶ, Ῥὸ ἀνακοινωθὲν. ἐνεκοίθη ὑπὸ πεντήκοντα ἐπισκόπων οἵτινες μετέσγον τετοαηµέοοι. συνεδοίου ἐν Ῥικάγως τοῦ αυμθουλίου τῶν ἐπισκόπων. Τὸ διάγγελμα τῶν ἑ- πισκύπων ἀντιτίθεται ἐξ ἄλλον εἷς τὴν ναθολικὴν ἓν καιοῷ εἴθή- γης στοατολογίαν τοῦ ἀμεοικανι- χο λιοῦ καὶ ἐγκοίνει τὰς ποοσ- παθείας τοῦ. Γοοέδρου ᾿Αἴπενχά- ουεο ποὸς ἐξασᾳάλισιν διεθνοῦς αὐγεωγασίας καὶ χατανοήσεως. «--------- [ ΠΗΙΙΦΗΟΝ Τῇ! ΤΙ ΝΙ. ΤΡΙ ΜΙΜΗ Ὁ. Πάπας Πίος ὁ 12 ὁμιλῶν τελευτοίως ποὰς ἐργάτας ἐκ Ὀάρ- χελώνης, εἶπεν, ὅτι ἢ ᾿Ἠμκλκησία ἀπιαιτεῖ, ὕπως ἡ διανομή τῶν ᾱ- γαθῶν τῆς αὔσεως εἶναι περισσό- τερον «ιλοδικαία. 1οέπει νὰ, θᾳ- σἴζετω ἐπὶ τῆς παρυγῆς δικαίων ἡμευομισθίων, τὰ ὁποῖα νὰ εγγι- ὤντια τὴν τωὴν τῶν ἑογατῶν καὶ νὰ, ναθιστοῦν δυνατὴν τὴν ἀποτα- μίευσιν. «----- [ ΙΗΠΙΝΜΙΣ ΗΣ ΤΠ ΙΙ ΠΙλησοφοσίαι ἐν Κέννας ἄνα- φέρουν ὅτι δοῶσι ἐκεῖ μεταξὴ τῶν ἰθαγενῶν τοεῖς ἵεραποστολαί: ᾽ΑἉγγλινκονοκἩν Ρωμαιοκαθολινὶ καὶ ΗΠοεσθυτεριανή. Αἱ Κοιστια- γικαὶ ἱεραποστολαὶ σχολεῖα, νοσοκομεῖα ναὶ κοινῶνι- ἴχὰ γέντυα διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἴθα- ἰεγεῖς ὁδηγοῦνται εἲς νέους τού- ἴπους τωῆς. Αἴ Χοιστιανικαὶ ἱερα- Γποστολαὶ κυοίως ὅμως ἀσγολοῦν- ται μὲ τὸν πόλεμον χατά τῆς εἶδω- Γλολατοίως κιὰ τὸν ἐνχοιστιανισιιὼν τῶν ἰθαγενῶν. Ἡ μµεγωλυτέρα ΓΚριστιωνικὴ κοινύτης εἶναι Ἡ ΑΥ- Ἰπλιχανική, ἀμέσως δὲ κατόπινν ἓ- Γλάχιστα διαφέοουσα, ἀκολουθεῖ Γή Ῥωμαιοναθολινὴ καὶ µικροτέοα σγετικῶς εἶναι Πωεσύντεριανή. Ἐν τούτοις, τελευτάίώς φαίνεται Γὅτι οἳ Ῥωμαοκαθολικοὶ καὶ οἱ Π]οεσθυτεριανοὶ. ἔχουσι µεγάλυτέ- [ραν ἐπιτυγίαν εἲς τὸν προσηλυτι- σμὸν ναὶ τοῦτο ἴσως ἐκ τῶν ἁγώ- γων τῶν ἰθαγενῶν (ΝΙάου - λ[άου) χατὰ τῶν Αγγλων. Δυστυγῶς ὕμως ὁ Κοιστιανισμὸς εἶνω ἕνα Γζπ)οῦν ἐπικάλυμμα. καὶ μεταξὺ Γπολλῶν ἐκ τῶν πωοαη]ντισθέντων ἱνκάτω ἀπὸ τὸ ἐπικάλυμμα. τοῦτο ἐξανολουθεῖ νὰ τῇ ἡ εἰδωλολατοία ἐμὲ ὅλα τὰ ἐπακύλκουθά της, σχε- δὺν τόσον ἰσγνοῶις ὧσον καὶ πθοη- | [ , πουμε νος. ἱδούουν) ᾿ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ἸΑντίφασις. ΟΝΕΝΙΚΗΜΑΣ. µε Γαλιλαῖε», ἦτο ἡ φράσις τὴν ὁποίαν, κατά τὴν παράδοσιν, ὁ ᾿Ιουλιανὸς ὃ παραθάτης θνήσκων προέ- φερε. Εἰς τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν ἤδη ἀναγμάξεται καὶ ὃ Κοµµουνι- σμὸς ἓν Ῥωσσία σήμερον. ᾿Εχθρὸς τοῦ χριστιανισμοῦ, ἐπεδίωξε δι ὅλων τῶν µέσων τὸν ἐξαφανισμόν του. Οἳ χρόνοι τῶν μαρτύ- θων καὶ τῶν πατακομθῶν, τῶν τριῶν πρὠτων αἰώνων, ἀνέξη- σαν μαὶ κατὰ τὰς ἡμέρας µας ἓν Ῥωσσίᾳ. Χιλιάδες πολλαὶ ἱερέων μοναχῶν παὶ ἁπλῶν χριστιανῶν ἐπεσφράγισαν, ὡς καὶ ἐπὶ ερῦ Νέρωνος. τοῦ Τραϊανοῦ, τοῦ Δεκίου καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, τὴν πίστιν των μὲ τὸ αἷμά των. Χιλιάδες ἀναρίθμητοι ἐστάλησαν εἰς τὴν ἐξορίαν, ὑπεθλήθήσαν εἰς καταναγκαστικὰ ἔργα καὶ ἀπέθανον ἓκ τῶν Καπουχιῶν. Οἱ Ναοὶ καὶ οἳ Λλοιποὶ ἱεροὶ τόποι τῆς θείας λατρείας ἐβεβηλώθησαν. Ὅμως ἡ πίστις τοῦ ᾿Ορθοδόξου Ῥω- σωιοῦ λαοῦ δὲν ἐξέλιπε. Τοὐναντίον ἐχαλυθδοῦτο εἰς τὰς δυστυ- χίας καὶ τὰς συμφοράς. Τὸ σύνθημα τὸ ὁποῖον ἠκούετο ἀπὸ τὰ στόµατα τῶν πρώτων χοιστιανῶν, ὅταν ὡδηγοῦντο εἰς τὰ ἄγρια θηρία µέσα εἰς τὰ ἀμφιθέατρα τῆς Ῥώμης. «Χοιστὸς Νικᾷ», ἔγινε τὸ σύνθήμα ὅλων τῶν χριστιανῶν τῶν στεναξόντων ὑπὸ τὸ κατα- θλοιτικὸν πέλμα τοῦ ἀθρήσμου καὶ ὑλιστικοῦ κομμουνισμοῦ. Εἰς τὴν Ῥωσσίαν ἤδη ὃ πομμουνιομὸς ἀνεγνώρισε τὴν ἧτταν του. 4ὲν Εσταµάτήησε ὅμως τὸν πόλεμον. ᾿Απιλῶς ἤλλαξε τὴν µέθοδον τοῦ ἀντιθρησκευτικοῦ πολέμου. Γοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς θλιθερᾶς εἰδήσεως περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ὀρθοδόξου ο η που ᾿Αλθανίας Χριστοφόρου εἷς τὰς φυλακὰς ὅπου ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἑκρατεῖτο. Ὁ κομμουνισμὸς ἀντιφάσκει. ᾿Ενῷ διακηρύτ- τει ὅτι δὲν πολεμεῖ τὴν ᾿Εκκλησίαν πλέον εἲς Ῥωσίαν, ἐκτελεῖ συγχρόνως τοὺς θρησκευτικοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ὀρθοδόξου Λαοῦ Γἀλλαχοῦ. 4 μάχη δυστυχῶς δὲν ἐτελείωσε. Συνεχίξεται ἔντο- Γνώτερον, ὑπούλως ὅμως τώρα. Πρὸς κέντρα ὅμως Λλακτίξει ὁ Ἱπομμουνισμός. Αι’ ὅλης τῆς µακραίωνος ἱστορικῆς ζωῆς τῆς Εκκλησίας ἐπαλήθεύονται οἳ λόγοι τοῦ Κυρίου «καὶ πύλαι -Α- ὅου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆ | . σ, Π εἰρηνικὴ χρῆσις τῆς ἀτομικῖ γείας ΔΗΜΟ ΣΙΟΓΡΑΦΙΙΚ ΑΙ πληροφορίαι μᾶς ἔφερον τὴν εἲ- χάριστον εἴδησιν περὶ ἀποφάσεως τῶν ἓν τῷ ᾿Οργανισμῷ Ἠνω- μένων ᾿Εθνῶν. συνεργαζοµένων ἐθνῶν πρὸς χρῆσιν τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας δι᾽ εἰρηνικοὺς σκοποὺς καὶ τὴν σύστασιν διεθνοῦς ὁρ- γανισμοῦ διὰ τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν. ᾿Εξαιρετικῶς εὐχάριστον εἶναι τὸ ὅτι διεξάγονται ἤδη διαπραγματεύσεις διὰ τὴν συντοµω: τέραν συγκρότησιν ἓξ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν κρατῶν μελῶν τοῦ Ο.Η.Ε., τοῦ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ἀτομικῆς ἐνεργείας, ὃ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ νὰ διευκολύνῃ τὴν εἷς ὁλόκληρον τὸν κόσμον εἰρηνικὴν χρησιμοποίησιν τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας. ᾿Ἡτο πράγματι καιρὸς νὰ ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις. Τὰ παταστρεπτικὰ ὅπλα τὰ ὅποῖα ἐχρῃσιμοποιήθήσαν κατὰ τὸν δεύτερον παγκόσµιον πιόλεμον ἔθε- ωρήθησαν τροµαμτικά. Ηδη ὅμως τῶν ἀτομικῶν ὅπλων ἡ κα: ταστρεπτικὴ δύναµις εἶναι ἀπολύτως μµεγαλυτέρα. 'Ὑπάρχουν ὅ- πλα, ὣς τελευταίως ἀγνέφερεν ὁ ᾽Αμερικανὸς 'Ὑπουργὸς τῆς ᾿Αε- ροπορίας τὰ ὁποῖα ὀύνανται νὰ καταστρέψουν ὁλόκληρον ἤπειρον. Τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ εἶναι πράγματι ἰσχυρὸν καὶ ἡ ἐπίδρασίς του τρομακτικὴ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, οἳ ὁποῖοι αὐτοὶ ἑαυτοὺς ὁδη- γοῦν εἰς τὴν καταστροφήν. Οὐδὲν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὴν κα- ταστροφὴν καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν σωτηρίαν, εἰς τὴν εἰρήνην καὶ τὴν εὐτυχίαν εἰμὴ µόνον ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὴν θρησκείαν τῆς ἀγάπης, τοῦ Χριστοῦ. ΙΠολλοὺς ὀργανισμοὺς δυνατὸν νὰ συμµπή- ξουν οἳ ἄνθρωπσοι πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου. ) Αλλὰ καὶ οὗτοι θὰ ἔχουν τὴν τύχην τῶν προηγουμένων. Ἰόνον «ἐὰν τὰ ἔθνη ζη: τήσουν τὴν θοήθειαν τοῦ Θεοῦ θὰ ἐπιτύχουν εἰς τὰς προσπαθεί- ας των, ὅπως μὴ χοησιμοποιηθοῦν τὰ ὅπλα αὐτὰ τῆς μαζικῆς ματαστροφῆς» ὅπως ἑτόνισε ὅ ᾽ Αμερικανὸς 'Ὑπουργὸς τῆς ᾿4Αε- ροπορίας κ. Χάρολντ Ἰάλμποτ. Είναι εὐχάριστον ὅτι οἳ ἡγέται τῶν λαῶν στρέφονται ἤδη πρὸς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος µόνος δύναται νὰ προστατεύσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου πρὸς τὸν ὁποῖον γοργῷ τῷ θήματι φέρεται. Ἡ ἐγχληματικότης ΕΓΡΑΨΑΙΗΕΝ καὶ ἄλλοτε περὶ τῆς ἐγκληματικότητος ἰδίαᾳα τῆς μεταξὺ τῶν ἀνηλίμων παρατηρουµένης. ᾿Αφορμὴν διὰ γὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῆς ἐγκληματικότητος ἔδωσε ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ᾿ Αστυνομίας. Πολὺ θλιθερὸς πράγματι ὁ ἄπολογι- σμὸς τοῦ πρώτον δεκαµήνου τοῦ Λλήγοντος ἔτους. 'Ἡ ἐγκληματι- κότης δυστυχῶς αὐξάνει εἷς πολὺ ἀνησυχητικὸν θαθμὸν μεταξὺ ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Καὶ διερωτᾶται µανείς, ποῦ ὀφείλεται τοῦτο Καὶ ποῖα µέτρα δέον νὰ ληφθῶσιν πρὸς ἀνακοπὴν τοῦ κακοῦ, πρὸς περιορισμὸν τῶν ἐγκλημάτων. τὰ ὁποῖα, καὶ μάλιστα τὰ σο- θορώτερα, ἔχουσι σημαντικῶς αὐξηθεῖ Αὶ κεντρικαὶ φυλακαὶ ἐν Δευμωσίᾳ φιλοξενοῦσι ἀρπετὰς ἑκατοντάδας προσώσεων κα: ταδικασθέντων διὰ διάφορα παραπτώματα πάσης μορφῆς. ᾿ Αλλὰ καὶ αἳ ἐπαρχιακαὶ δυστυχῶς δὲν ὑστεροῦσι. ᾿Ενώπιον τοῦ σο: βαροῦ τούτου προβλήματος ἐγείρεται ἐπιτακτικὸν τὸ ἐρώτημα πῶς δέον νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ τόσους κινδύνους περικλεῖον τοῦ- το πρόέλημα. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ δέον σύντονος νὰ 7τρα- φῆ ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων εἰς τὴν ἠθικὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν δικαστηρίων καταδικαζόμενοι ἐξεέρχονται ἀναγεγεννημένοι ἔκ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἄμθλυνσιν τοῦ ἠθιποῦ αἰσθή- µατος. Συγχρόνως ὅμως δέον νὰ καταθληθῇ φροντὶς ἵνα οἳ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων Καταδικαζόμενοι ἐξέρχονται ἀναγεννημένοι ἐκ τῶν φυλακῶν ἀποφασισμένοι νὰ ζήσωσι ἓν τῇ κοινωνίᾳ τιµίως. 'ΗἩ ᾿Εκκλησία µας συντόνους καταθάλλει προσπαθείας πρὸς ἠθι- κοποίήσιν τῆς κοινωνίας µας. Μόνη ὅμως ἡ προσπάθεια τῆς Ἐκ- χλησίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφέρῃ καρποὺς πολλούς. Ἄρειά- ἕεται ἡ συνεργασία τῶν Σχολείων, τῶν Σωματείων καὶ ὀργανι- σμῶν καὶ γενικῶς ἡ συνεργασία ὅλων. 3 Ἱς ἕνερ- ΟΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Τοῦ κ. Κ. ΑΝΔΡΕΟΥ, θεολόγου. γραψάµενος, ἡ τῶν τοῦ Βα- πτιστοῦ ρημάτων σφραγίς ἣν μὲν γὰρ τῶν ᾿]ωάννου µα- θητῶν ὁ δοκιµώτατος.... Αν- δρέας ἡ πρώτη τῶν ᾿Αποστό- λων φυτεία' οὗτος ἀνέωξε τῆς Χριστοῦ µαθητείας τὰς πύλας.. προσήνεγκε Πέτρον, ἵν' εὕρῃ Χριστὸς τὸν τῶν μαθητῶν κο- ρυφαῖον. Ὥστε καὶ ἐν οἷς ὕ- στερον εὐδοκιμῶν Πέτρος εὖ- ρίσκεται, παρ᾽ ᾿Ανδρέου τῆς εὐδοκιμήσεως ἔχει τὰ σπέρµα- τα: (Ἐγκώμιον εἰς “Άγ. ᾿Αν- δρέαν τὸν ᾿Απόστολον). ὍὉ ᾿Ανδρέας, προωρισµένος ὑπὸ τῆς θείας Προνοίας διὰ τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, ᾖἢἎτο πλήρης θάρρους καὶ πεποιθή- σεως, ἂν καὶ πραὺς καὶ ὁλι- γόλαλος. Μετ) εὐχαριστήσεως ἤκουεν τὸν Μωσαϊκὸν νόµον καὶ νοε- ρῶς ἐντρυφοῦσε εἰς τὸν πολυ- πόθητον ἐρχομὸν τοῦ Μεσσίου, (Συνέχεια εἰς τὴν 6’ σελίδα) Ὁ ἀπόστολος ᾿Ανδρέας εἷ- ναι ὁ πρωτόκλητος µμαθητὴς τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἐκ τῶν δη- µοφελεστέρων ἁγίων τῆς Ἔκ- κλησίας καὶ ὁ προσφιλέστερος ἴσως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. ᾿Εγεννήθη εἰς τὴν Βηθσαϊδά, κώμην τῆς λίµνης τῆς Τιδεριά- δος, τὴν ὁποίαν συνεχῶς ἔπε- σκέπτετο ὁ Κύριος, Ἠτο υἷὸς τοῦ ᾿Ιωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέ- τραω. Ὁ ᾿Ανδρέας ὠνομάσθη Πρω- τόκλητος, διότι αὐτὸς πρῶτος αὐτόκλητος προσῆλθεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν. Μαθητὴς ὑπάρχων πρό: τερον ᾿Γωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ εἶχεν γνῶσιν φαίνεται τῆς ἀφί- ἔεως τοῦ Μεσσίου, καὶ πρὶν ἢ μὲ τὸ «ἴδε ὁ ἁμνός» τὸν δείξει τεῖς αὐτὸν ὁ ᾽᾿Ιωάννης. Ὁ Αν- δρέας ὁδηγεῖ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν Πέτρον. «Ὁ πρῶτος Γδιδάσκαλον τὸν δεσπότην ἐπι- «Π ΔΙΧΡΩΜΗ ΑΣ/ΠΙΔΑ» Τοῦ κ. Κ. ΑΝΔΡΕΟΥ, θεολόγου. ᾿Εσφαλμένη εἶναι ἐπίσης καὶ | ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἡ ᾿Επιστήμη : ἀντικαταστήσῃ | δυνάμεων ἡμπορεῖ νὰ Καρρέλ ὅταν λέγει: «ἡ ἄδρά- γεια τῶν ἐμφύτων ψυχικῶν µας δὲν σωµθιθάζεται τὴν θρησκείαν. Οἱ φιλοπρόοδοι! μὲ τὴν ἐπιτυχία στὴν ζωή.... καὶ μορφωμένοι, ἐλεύθεροι ᾱ- πὸ τὰς θρήσκευτικὰς προλή- ψεις τοῦ σκοτεινοῦ παρελθὀν- τος, μᾶς λέγουν ὅτι ἡ ᾿Επιστή- µη μᾶς εἶναι πλέον ἀρκετὴ καὶ ἣ θρησκεία ἀνωφελής. Ὁ σ. ὀρθῶς παρατηρεῖ ὅτι ἡ Επιστήμη δὲν εἶναι τὸ ἅπαν- τον τῆς ζωῆς. Ο ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ µόνον μὲ τὴν ξερὴ γνῶσι, καθὼς δὲν ἡμ- πορεῖ νὰ ζήσῃ µόνο μὲ τὸ ψω: μί, Μαζὶ μὲ τὸ ψωμὶ μᾶς χρει- άζονται καὶ ἄλλα στοιχεῖα τροφῆς. Ἔτσι, παρεκτὸς ἀπὸ: τὴν ἐπιστημονικὴ γνῶσι, ποὺ τρέφει τὸν νοῦν, ἔχουμε ἀνάγ- κη καὶ ἀπὸ ἄλλα στοιχεῖα θρε- πτικά, στοιχεῖα τροφῆς πνευ- ματικῆς, ἀπαραίτητα γιά τὴ διατροφὴ τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς καρδιᾶς. ᾽Αλλ’ ἔχει λύσει ὅλα τὰ προθλήµατα καὶ τὰ φαινόμενα τῆς ζωῆς ἡ ᾿Επιστήμη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ θεοποίησις αὐτῆς Παρ᾽ ὅλες τὶς μµεγά- λες, τὶς γιγάντιες καὶ ἀναντίρ- ρητες ἐπισιημονικὲς ἐπιτυχίες, ὑπάρχει ἀκόμη µεγάλη ἄ- γνοια. «Δὲν ἡμποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τίποτε ἀπὸ τὴν οὐσία τῶν ὄντων- (Βύχνερ). «Τὸ ἔδαφος τῆς ἐπιστήμης εἷ- ναι ὄχι µονάχα µπεριωρισµέ- νον, ἀλλὰ καὶ κατάσπαρτον ἀπὸ μυστήρια.» (Τυνδάλ). ἁγων Τὴν οὐσίαν τῶν ὄντων ᾱ- γνοοῦν τόσον οἱ ἐπιστήμονες ὅ- σο καὶ τῆς Πολυνησίας οἱ ἄ- γριοι (Κλώδ Μπερνάρ). «ἰαὶ οἱ περισσότερον ἐξακριθωμέ- νες πραγματικότητες κρύπτουν μυστήρια. Τὸ µυστήριον εἶναι ἡ ἀγνοουμένη ἀπὸ μᾶς ψυχὴ τῶν πραγμάτων» (Γουσταῦος Λεμπόν). Διὰ τοῦτο «ὁσονδή- ποτε μακρὰν καὶ ἂν ἐπεκτείνῃ ἡ ἐπιστήμη τὶς κατακτήσεις της, ἡ ἀκτῖνα τῆς δράσεώς τὴς θὰ μµείνῃ πάντα περιωρι- σµένη. Σ᾽ ὅλο τὸ µῆκος τῶν συνόρων της κυματίζει ἡ ση- µαία τοῦ μυστηρίου ὅσο οὲ τά σύνορά τῆς ἐκτείνονται περισ- σότερο, τόσο καὶ τοῦ µυστη- ρίου ἡ κυριαρχία ἐξαπλώνε- ται: {Α. Πουανκαρέ). Ιαὶ ὁ περίφηµος ἀστρονόμος καὶ φι- λόσοφος Ἠόρθμανν ἔγραφεν ὅτι µόνον ἡ γελοιογραφία τῆς ἐπιστήμης διϊσχυριζόταν ἄλ- λοτε ὅτι ἔλυσε τὰ αἰνίγματα τοῦ σύμπαντος. “Τὸ οὖσιῶδες Φιλοσοφικὸ πόρισμα τῶν τε- λευταίων ἀνακαλόψεων τῆς ἐ- πιστήµης εἶναι ὅτι ὁ ὑλικὸς κόσμος δὲν εἶναι ὁλιγώτερον ἀπὸ τὸν ψυχικὸ κόσμο σκοτει- νός, ὅτι ὁ αἰσθητὸς κόσμος δὲν εἶναι ὀλιγώτερο μυστηριώ- δης ἀπ᾿ τὸν κόσμο τῆς ζωῆς καὶ τὴς σκέψεως». Στὶς ὑπεύθυνες αὐτὲς ὅμο- λογίες τῶν κορυφαίων ἐπιστη- µόνων καὶ σὲ ἄπειρες ἄλλες, Βλέπουμε ὅτι ἡ ἀπαίτησις µε- ρικῶν ἀντιπροσώπων ἢ καὶ ἑ- ρασιτεχνῶν θαυμαστῶν τῆς Ἐ- πιστήµης νὰ θεωροῦν αὐτὴν σὰν τὴν, µοναδικἡ πηγἠ θεθαί- ας καὶ ἀναντιρρήτου γνώσεως, εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἑπομένως ἀδικαιολόγητος. Ὅ διῖσχυρι- σμός, λοιπόν, ὅτι ἡ ᾿Επιστήμη μόνη της μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, εἶναι παράλογος. Τὸ. ἀνθρώπινο πνεῦμα εἶναι καὶ διάνοια καὶ συναίσθησις μαξδύ.. Πρέπει νὰ ἀγαποῦμε συγχρόνως τὴν ὡραιότητα τῆς Επιστήμης καὶ τὴν ὡραιότητα τοῦ Θεοῦ. ἘΕκτὸς τῶν παρατηρήσεων και τῶν πειραματισμῶν, ὑπάρ- Χουν καὶ ἄλλαι πηγαὶ γνώσε- ως, Εἶναι ἡ διαίσθησις, ἤ ἐνό- ρασις, ἡ δηµιουργικὴ φαντα- σια, Ἡ συνείδησις. Εἶναι ἡ Θρησκεία. Ὁ ψυχικῶς ἄρτιος ἄνθρωπος, ὁ µὴ ἀκρωτηρια- σμένος πνευματικά, δὲν ἦμπο- ρει να ἀγνοήσῃ ὅλον αὐτὸν τον κόσμον, ὁ ὁποῖος καλεῖται κόσμος τῆς Πίστεως. Ἡ πίστις φερει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω ἆ- πὸ τὸν ὑλικὸ κόσµο, στὴν ἁτ- µόσφαιρα τῆς καθαρᾶς Ιδέας, πρὸς τὸ ἀπόλυτο καὶ ἄπειρο Πνεῦμα. Ἡ πίστις δίδει τὴ λύσι πολλῶν αἰνιγμάτων καὶ προ- δλημάτων, μπροστὰ στὰ ὁποῖ- α ὃ ὑπερήφανος νοῦς σταµα- τᾷ καὶ ταπεινώνεται. 'Η πίστις εἶναι ἐκείνη ποὺ διδάσκει τὸν ἄνθρωπο νὰ χρησιμοποιῇ τὴν Επιστήμη πρὸς ὄφελος καὶ ὅ- Χι πρὸς ὄλεθρον. ΗΠ µήπως Είναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἐπιστημονικὲς ἆᾱ- νακαλόψε ις δὲν χειραγωγοῦν- ται ὑπὸ τῶν θρησκευτικῶν πε- ποιθήσεων, προξενοῦν ἀἄνεπα- νόρθωτες ζημίες καὶ κατα- στροφές Δια τοῦτο δὲν πρέ- πει νὰ προτιμοῦμε τὴν διανό. ησιν περισσότερον τοῦ αἰσθή- ματος. Όταν ἀναπνεύσωμεν µόνον τὶς διανοητικὲς λειτουρ- πες τοῦ πεύµατος καὶ παρα- τλοὺμ. το ἠθικὸ καὶ κπλαι- (ᾳσθηµχ τῆς θρησκευτικόττος, γινόµεθα πνευματικῶς τυφλοί, ὑναὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀτροφία καὶ αναπηρία ποὸ δὲν μᾶς ἐπιτρέ πουν νὸ εἴμεθα καλά σωνθετι νά στο χεῖα τῆς κοινωνίας, Εἷ- Ίαι ἄνανκη ὃν αὐτὸ, παράλ- ληλα με τὴν διάνοια, νὰ να. στήσωμε µέσα µας καὶ ὅλες τὶς ρωγικὲς λειτουρν ες, ποὺ δίνουν δυνόµι στήν. προσωπι κότητά µας. Ἡ καλλιέοτεια καὶ ὄνάπτυδις τῆς ἀγνοημένης Φυχικῆς δυνάµτως, τοῦ. θρη σκευτικοῦ αἰσθήματος, θὰ προ- λάθη καὶ τὴν κατάρρεωσιν τοῦ πολιτισμοῦ µας, µοιον ἐννοεῖ καὶ ὁ Αλέξιος | ο Συνέχεια ἐκ τοῦ ρου ουμένω κα τέλος. :ξαφανίζεται ἱπροσευχῆς, γενικῶς δὲν εδρί- Γρωνος πας Ίδοσιν' ἳ ν σθητ.κὸν αἴσθημα καὶ ἰδίως τὸ Ἱτ | .. το τε ὦ Ελλη Κάτι παρό- | ΓΑἱ κοινωνίαι ἐκεῖναι, ὅπου ἐ- ἡ ἀνάγκη τῆς σκονται μακρὰν ἀπὸ τὸν ἐκ- φυλισμόν». Εἰς ἐνίσχωσιν τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, ὅτι δηλ. ἡ θρησκεία ὄχι µόνον ἆ- ναντικατάστατος εἶναι ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιοτάτη διὰ τὸν σύγχρονον κόσμον, έρχονται αἱ ἐπίσημοι δηλώσεις τοῦ ”Αμε- ρικανοῦ ὑπουργοῦ τῆς ἀερο- πορίας κ. Χάρολντ Τάλμποτ. Αἱ δηλώσεις εἶναι κατὰ τοῦτο ἀξιοσημείωτοι, καθότι δὲν προέρχονται ἀπὸ ἱεροκήρυκα ἀλλὰ ἀπὸ πολιτικὸν ἄνδρα. Ὁ- μιλῶν ὁ κ. Τάλμποτ τὴν 1Ίην Μοεµθρίου εἰς τὸ Μνημεῖον τοῦ ᾽Αγνώστου Στρατιώτου, ἐτόνισεν ὅτι ὑπάρχουν ὅπλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀχρη- στεύσουν ὁλόκληρον ἤπειρον, ὄχι µόνον ἓν ἔθνος, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον πολιτισµόν. Αἱ προσπάθειαι ὅπως τὰ ὅπλα ταῦτα μὴ χρησιμοποιηθοῦν, δύνανται νὰ τελεσφορήσουν µόνον ἐὰν τὰ ἔθνη ζητήσουν τὴν θοήθειαν τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἐννοεῖ ἀσφαλῶς τὰ ὅπλα τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν τῆς ᾿Επιστήμης. Καὶ ὁ ᾽Αμερικα- νὸς ὑπουργὸς κατέληξεν: έΔιὰά µέσου τῶν αἰώνων, οἱ ἄνθρώ- ποι, εὑρισκόμενοι πρὸ µεγά- λων κινδύνων, ἐζήτησαν ἔμ- Ίνευσιν ἀπὸ πηγὴν ὑψηλο- τέραν τῶν ἑαυτῶν των. Οὕτω καὶ τάρα περισσότερον ἢ ἄλ- λοτε. Ὅσῳ περισσότερον θλέ- πω συγχρόνους μηχανὰς κα- ταστροφῆς, τόσῳ περισσότε- ρον πιστεύω, ὅτι ἡ ἀνθρωπό- της χρειάζεται τὴν ἀρχαίαν καθοδήγησιν καὶ τὸν οἶκτον τῆς Θρησκείας». σσ - --- ᾗ ΗΡΙ ΜΝ) (Συνέχεια ἀπὸ τὴν α’ σελίδα) «ὃν. ἤλπισαν οἵ Πατριάρχαι, ἐπεθύμησαν οἱ δίκαιοι, προκα- τήγγειλαν οἱ προφῆται, ἐδή- λωσαν αἱ γραφαί, ὑπεσχέθη- σαν αἵ ἐπαγγελίαι, παρέστη- σαν αἱ ὁράσεις, προεικόνισαν τόσοι, προεσήµαναν τόσα σύμ- θολα, προέγραψαν τόσα αἰνί- γµατα» (Εὐγ. Βούλγαρις). Τὴν ἔλευωσιν τοῦ Μεσσίου μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαθῆς προαιρέσε- ως ἀναγγέλλει πρὸς τὸν ἆδελ- φόν του Σίµώνα καὶ µαθητὴς µονοήµερος ἀξιοῦται νὰ γίνη διδάσκαλος, ἀπὸ µύστης εὖ- θὺς μυσταγωγὸς καὶ ἀπόστο- λος εἰς ἄλλον ᾽᾿Απόστολον | Μετὰ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ 'Α- γίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος ΄᾿Ανδρέας ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὰ “περοσόλυμα διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου εἰς διαφόρους χώρας. ᾿Επιφάνιος ὁ μοναχὸς καὶ πρεσθύτερος, ἀναφέρει ὅ- τι «τοῦ Χριστοῦ παθόντος καὶ ἀναστάντος, λαθόντες ᾿Ανδρέ- ας καὶ Πέτρος μεθ’ ἑαυτῶν Ματθίαν καὶ Γάϊον καὶ ἑτέ- ρους μαθητὰς ἦλθον εἰς ᾿Αν- τιόχειαν τῆς Συρίας, ἐκ τοῦ Δειναρήτου ἀκρωτηρίου τῆς Κύπρου, τὸ ὁποῖον σήμερον ὀνομάζεται Άγιος ᾿Ανδρέ- ας, ὅπου καὶ ἡ περίφημος ἵε- ρὰ Μονἠ τοῦ Αγίου. 'Ἡ εἴδη- σις αὕτη εἶναι ἀθεθαία διότι, δὲν εἶναι ἱστορικῶς ἐξηκριόω- µένη. Σύμφωνα μὲ παράδοσιν τῆς ἐκκλησίας, ὁ ᾿Απόστολος ᾿Ανδρέας, ὅπως ἔγινεν πρῶ- τος εἰς τὴν κλῆσιν, τοιοὐτοτρό- πως καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλ- λων μαθητῶν τοῦ Θεανθρώπου ἐξῆλθεν εἰς τὸ κήρυγμα πέραν τῶν ὁρίων τῆς Παλαιστίνης, προσηλωθεὶς ὁλοψύχως εἰς τὴν θείαν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγ- γελίου, ᾿Επεσκέφθη τὴν Μ. ἸΑ- σίαν, Εὔξεινον Πόντον, 5 κυωθί- αν, Κίεθον, «τὸ πάνθεον τῆς σλαθωνικῆς πολωθεῖας», ὅπου, καθώς λέγεται ἰδιοχείρως ἔ- στησεν λίθινον σταυρὸν ἐπὶ λόφου καλουμένου ἕως σήµε- ρον ᾿Αντρεγέφσοκα γιὰ θόρα (λόφος τοῦ ἀποστόλου ᾿Αν- δρέου). Εἰς τὸ Βυωζάντιον, τό- τε πόλιν ὀλιγάριθμον καὶ µι- κράν, συνέστησέεν τὴν πρὠτην χριστιανικἠν κοινότητα ἐκ δύο χιλιάδων. πιστῶν, ρούπολιν (τὸ σημερινὸν Φουν- ταοκλὶ) καὶ ἐχειροτόνησεν ἐ- Ἰπίσκοπον τὸν Στάχυν, ἕνα τῶν ἑθδομήκοντα ἀποστόλων. Δια- ἱτρέέας τὴν Θράκην, τὴν Μακε- δονίαν καὶ τὴν Θεσσαλίαν κα-᾿ τέληξεν εἰς τὰς Πάτρας τῆς ᾽Αγοῖας, ὅπου ὑπέστη µαρτυ- ρικὀν θάνατον, τὴν 30ὴν Ἠο- εµθρίου, ἐπὶ Ιλαυδίου ἢ ΒΝέ- θανατωθείς, κατὰ τὴν ἐπὶ χιαστοῦ σταυ- αοΏ τοῦ οτε ροῦ στηριχθέντος ἐπὶ ἐλαιοδένδρου. Εἰς τὸν τό- ἰ σήμερον : αν ναὸς | λαθεῖν Μαριὰμ σος τοῦ. μαρτυρίου, νεται ὁ πάνσεπτος ΄Απίου, πλησίον τοῦ ἀρχαί- οὗ τας Δήμητρος. -Προ- 1ο. οἳ Γώρηστο ὑπὸ τῆς θείας Προνοί- απο ὁ οὓς Πηθσαϊδᾶς ἁλιεύς, γιγὸν φέρων ὄνομα καὶ ο ΤΕ ληνεκὴν γλῶσσαν παι- τὰ τῆς ᾿Αραμαϊ- πνο λαλόνς, ἵνα µαρτυρήση ἔ-] πὶ γης Ἑλληνικῆς... σπείρας πῶς εώλιον πνευματικὸν σῖτον πρὸ: τροφὴν τῆς φυχῆς... (Ἐ- πιφώνιος). Ασημος ἁλιεὺς τῶν ἰχθύων πρίν, διὰ τῆς χάριτος τοῦ 'Α- τίου Πνεύματος ίνεται ὁ ἔν- δοξος ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων. Μὲ τὸ ἰσχυρὸν δίκτυον τῆς ἀποστολικῆς ὁλιείας, μὲ τὰ θεῖα λόγια τῆς εὐαγγελικῆς ἀλιηθείας, ἐσαγήνεωσε τὰ πλή- 'θη τῶν χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐκήρυξεν, εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Τόση δὲ ἦτο ἡ ἀνήγειρεν, ναὸν τῆς Θεοτόκου εἰς ᾽Αργυ-: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ ο ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ Τοῦ ἱερολοΥ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δ' Ἡ Φεοτόχος ρίο: Τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας αὐθορμήτως πι- στεύει καὶ τιμᾶ τὴν [Παρθένον Μαρίαν ὡς ὑπέραγνον µητέρα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεοτόκον. Δέχε- ται καὶ ὑμνεῖ Αὐτὴν ὡς καθα- ρώτατον δοχεῖον τὸ ὁποῖον διὰ Πνεύματος ᾽Αγίου καὶ καθ᾽ ὑπερφυσικὸν τρόπον συνέλαθε, ἐγέννησε καὶ ἐγαλούχησε τὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Βασιλέα τῆς κτίσεως καὶ Σωὠ- τῆρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿[ησοῦν Χρι- στόν. ᾿Ὀρθολογισταί τινες οἷοι ὁ Νεστόριος καὶ οἱ Χιλιασταὶ θελήσαντες διὰ τοῦ πεπερα- σµένου αὐτῶν νοὸς νὰ συλλά- θωσι τὸ ἀσύλληπτον καὶ νὰ κα- θορίσωσι τὸ ἀκατανόητον καὶ ἑπομένως ἀκαθόριστον µυστή- ριον τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρω: πήσεως, ὑπέπεσαν εἰς πλάνας δεχθέντες ὅτι ὁ ἐκ τῆς Παρ- θένου Μαρίας τεχθεὶς ἤτο ψι- λὸς ἄνθρωπος καὶ ἑπομένως ἡ γεννήσασα Αὐτὸν δὲν ἦτο θΘε- οτόκος. Συμπληροῦντες δὲ τὸν ἐκ τῆς ὀρθῆς πίστεως ἐκτρο- Χιασμόν των ἠρνήθησαν τὴν μετὰ τόκον παρθενίαν τῆς ὄντως ἀειπαρθένου Μαρίας, προσθέσαντες καὶ ἄλλα τέκνα εἲς Αὐτὴν τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου. ᾽Αλλ’ οἱ φερόμενοι ὡς ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου δὲν πρέπει νὰ ἐκλη- Φθῶσιν ἐν τῇ στενῇ τῆς λέξε- ὡς ἐννοίᾳ ὡς πραγματικοὶ τοῦ Κυρίου ἀδελφοί, ἀλλ᾽ ἐν τῇ πλατυτέρα ἐννοίᾳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Κύριος ἑδήλωσε. Ὅταν εἶπον πρὸς Αὐτὸν ὅτι εᾗ µήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν» (Ματθ.ιβ,47), Οὗτος ἥπλωσε τὴν χεῖρά του καὶ ἕ- δειξε τοὺς µαθητάς του καὶ τὸ παρακαθήµενον πλῆθος καὶ εἷ- πε «Ιδοὺ ἡ µήτηρ µου καὶ οἱ ἀδελφοί µου’ ὅστις γὰρ ἂν ποι- ήσῃ τὸ θέληµα τοῦ πατρός µου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός µου ᾱ- δελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ µήτηρ ἐστίν» (Ματθ.ιθ,49-50). ᾿Αδελ- φοὶ τοῦ Κυρίου δύνανται νά εἶναι καὶ οἱ στενοὶ συγγενεῖς τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐκ τοῦ ᾿]ωσὴφ ἢ ἐκ τῆς θεοτόκου ὑφ' ἣν σηµα- σίαν ἀλλαχοῦ λαμθάνεται ἡ λέξις (Γεν. τ6,5. ΙΥ/δ.). ᾿Εκτὸς τῶν ἀνωτέρω χωρί- ὧν ἔνθα γίνεται λόγος περὶ τῶν ἁἀδελφῶν τοῦ Κυρίου, πα- ρερμηνεύουν καὶ ἕτερα χωρία ὡς τὸ «καὶ οὐκ ἐγίνώσκεν (ὁ ᾿Γωσὴφ) αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε Γπὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωὠτότο- κον- (Ματθ. α, 25). Κυρίως στηρίζονται εἰς τὰς λέξεις «ἕ- ως οὗ. διὰ τῶν ὁποίων δῆθεν δηλοῦται τὸ χρονικὸν ὅριον τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας. Ὁ θεῖος Εὐαγγελιστῆς ς ἐνδιαφέρεται µόνον διὰ τὸν μέ” χρι τῆς γεννήσεως χρόνον, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ παροµοίων χωρίων τῆς Γραφῆς. Εἰς τὴν Γένεσιν ἀναφέρεται ὅτι ὁ κὀ- ραξ «ἐξελθὼν οὐκ ἀνέστρεψεν ἕως τοῦ ξηρανθῆναι τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. η,7) καί- τοι οὐδὲ μετὰ ταῦτα ἐπέστρε- ψε, Επίσης εἰς τὸν 122ον ψαλ- μὸν ἀναγινώσκομεν «οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἕως οὗ οἶκτει- ρῆσαι ἡμᾶς». ᾿Εὰν ὑπολάθω- μεν τὸ «ἕως οὗ” ὡς δηλοῦν τὸ Χχρονικὸν ὅριον τότε πρέπει νὰ ἑρμηνεύσωμεν ὅτι πρὸς τὸν Κύριον πρέπει νὰ πιστεύωµεν µέχρις ὅτου λάθωμεν τὴν εὖ- λογίαν του, ὁπότε θὰ λησμονή- σωμεν Αὐτόν, ὅπερ ἄτοπον. Παρόμοια χωρία καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Γραφῆς συναντῶμεν ({(ψ. 1091 Β΄’ Βασιλ. 6,23 ψ. 89,2). Ἡ λέξις «πρωτότοκος- ἡ περιεχοµένη ἐν τῷ ἀνωτέρῳ χωρίῳ ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἀντιδικομαριανοὺς νὰ Θο- ρυθήσωσιν ὅτι διά νὰ ὀνομα- σθῇ ὁ ᾿Ιησοῦς πρωτότοκος θὰ ἐγεννήθησαν καὶ ἄλλα τέκνα ὑστερώτερον. Οὐδέποτε ὅμως οἱ καλῆς πίστεως ἐρευνηταὶ διενοήθησαν µίαν τοιαύτην ἑἐρ- µηνείαν, δεχόµενοι τὸν Ιύριον ὡς τὸν πρῶτον καὶ µόνον ἐκ τῆς Παρθένου γεννηθέντα. ο Ζυγαδηνὸς λέγει «Πρωτότοκον. δὲ λέγει νῶν οὐ τὸν πρῶτον ἆ-, δελφοῖς ἀλλά τὸν καὶ ποῶτον καὶ µόνον, Ἔστι γάρ τι καὶ τοιοῦτον εἶδος ἐν ταῖς σηµασί-, αις τοῦ πρωτοτόκου. Καὶ γὰρ πρῶτόν ἐστιν, ὅτε τὸν µόνον ᾿ἡ Γραφὴ καλεῖ ὡς τὸ ἐγὼ εἰ- µι Θεὸς πρῶτος καὶ µετ ἐμὲ οὐκ ἔστιν ἕτερος.. “Ἔτερα χωρία ἐπὶ τῶν ὁποί- ων οἱ χιλιασταὶ στηρίζουν τὰς κακοδοξίας τῶν περὶ ὁ2ῇθεν συζυγικῆς συμθιώσεως τῆς Παρθένου ΛΛαρίας μετὰ τοῦ ᾿Γωσὴφ εἶναι καὶ τὰ ἑξῆς: τνων Γωσὴφ μὴ φοθηθεὶς παρα- / 9! 9 ) | «τοὺς αἰῶνας τὴν γυναϊτκά σου (Ματθ. α΄ 20) καὶ :]α- κὠδ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιώσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας (Ματὸ. α, 16]. Εἰς μὲν τὸ πρῶτον χωρί- ον ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐχρηῆσιμο- ποίησε τὴν λέξιν' καρποφορία τοῦ Πρωτοκλήτου ᾿Ανδρέου εἰς τὸν εὐανγνελικὸν, ἀγρόν, ὥστε ἠἡμποροῦμεν να εἴπωμεν μὲ θάρρος καὶ χωρὶς ὑπερθολήὴν ὅτι ἐφάνη ἀνάώτε- ρος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. | Εάν ὁ Παῦλος διὰ τοὺς ἄπο- στολικοὺς ἀγῶνας καὶ κόπους, καυχᾶται. κατὰ Χριστὸν ὅτι περισσότερον πάντων ἐκοπία- σεν., διὰ τὸν ᾿Ανδρέαν τολιῶ-. μεν νὰ εἴπωμεν ὅτι περισσότε-͵ ρον πάντων ἐκαρποφόρησεν, δικαιούµενος νά ὀνομασθῇ αὖ- τὸς πρῶτος ᾽᾿Απόστολος τῆς Ἑλλάδος. Παρξένος Μα- ! καὶ | : Ἡ ἵὉ Ζιγαθηνὸς δὲ γράφει «Αν- καλουµένους | ναῖκα . ν προϊὼν ὡς μνηστῆν. Οὕτω γαρ ἐνταῦθα | ς Γτὴν ὕπαρξιν τῆς εΔανιὴλ προφητεύει ὅτι Ἐν γοναϊκά ᾿ /σου. ἀκριθῶς διὰ νὰ ἄρη τοὺς | περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Μαρίας διαλογισμοὺς τοῦ ᾽᾿Ιὠσήφ. Εὐ- θὺς δὲ ἀμέσως προσθέτει «τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύ- µατός ἐστιν ἁγίου». Ὁ Θεοφύ- λακτος ἑρμηνεύων τὸ χωρίον γράφει «Τοῦτο δὲ λέγει Σὺ μὲν ἴσως νομίζεις, ὅτι µοιχα- λίς ἐστιν. Ἐγὼ δὲ λέγω σοι ὅτι γυνή σού ἐστι. Τούὐτέστιν οὐχ ὑπό τινος διεφθάρη ἀλλὰ γονή σού ἐστι.. Εἰς τὸ δεύτερον χωρίον ἕἔ- χομεν τὴν λέξιν «ἄνδρα» ἡ ὁ- ποία κατὰ τοὺς ἐπιπολαίους ἑρμηνευτᾶς δηλοῖ τὴν νόμιµον σύζευξιν αὐτῶν. ᾿Ἐχρησιµοποι- ήθη ὅμως ἡ λέξις ἀνήρ, διότι ἦτο ἔθος τοῖς ᾿Ιουδαίοις νὰ τί- θεται τοῦ ἄρρενος τὸ ὄνομα εἰς τοὺς γενεαλογικοὺς κατα- λόγους. Περὶ τοῦ χωρίου τού- του ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γρά- φει «“να μὴ ἀκούσας ἄνδρα Μαρίας τῷ κοινῷ νοµίσῃ τετέ- χθαι τῆς φύσεως νόµῳ, σκόπει πῶς αὐτὸ διορθοῦται τῇ ἐπα- γωγῇ. Ἠκουσας, φησίν, ἄν- δρα, ἤκουσας μητέρα, ἤκου- σας ὄνομα τῷ παιδίῳ τεθέν' οὐκοῦν ἄκουε καὶ τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως. Τοῦ δὲ ᾿Μησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἣν..” δρα δὲ αὐτῆς εἶπε τὸν ᾿ΙἸωσὴφ ὡς μνηστῆρα. Καὶ γὰρ καὶ γυ: ταύτην αὐτοῦ καλεῖ ἢν ἔθος καλεῖσθαι καὶ πρὸ τῆς συναφείας». Καὶ ἄλλοι πα- τέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ἠσχολή- θησαν μὲ τοὺς ἀντιδικομαρια- νοὺς καὶ ἐξῆρον τὸ ἀειπάρθε- νον τῆς Θεοτόκου ὀνομάσαν- τες αὐτὴν «ἀείπαιδα ἢ ἀειπάρ- θενον». Παραθέτοµεν τὴν γνώ: µην τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, ο ὁποῖος θεωρεῖ ἄτοπον και ᾱ- συµθίθαστον καὶ ἀνίερον την μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ θεαν- θρώπου συµέίωσιν αὐτῆς μετὰ τοῦ ᾿Γωσήφ, λέγων. «Πῶς γὰρ ἂν Θεὸν γεννήσασα καὶ εκ της τῶν παρηκολουθηκότων πει ρας τὸ θαῦμα γνωρίσασα «ἄν: δρὸς συνάφειαν κατεδέξατο Απαγε᾽ οὐ φρονοῦντος λογί- σμοῦ τὰ τοιαῦτα νοεῖν µη Ότι καὶ πράττεϊν». Τὸ δόγµα τῆς Παρθένου Θε: οτόκου ἐθέσπισαν αἱ ἐν ᾿Εφέ- σῳ Τρίτη καὶ ἐν Χαλκηδόνι Τετάρτη Οἰκουμενικαὶ Σύνο- δοι ὡς καὶ ἡ δευτέρα τοιαὺ- τη. Καθώρισαν δὲ ὡς ἑξῆς: «Ὁμολογοῦμεν τὴν Ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον διὰ τὸ τον Θεὸν Λόγον σαρκωθῆναι καὶ ἐνανθρωπῆσαι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτῆς ληφθέντα ναόν» εΔίαπςί ν09). ς ᾿Αρνούμενοι οἱ χιλιασταϊ τὴν Παρθένον Μαρίαν καὶ τὸν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα Κύριον, τον ἱδρυτὴν τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ὁρα- τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀρνοῦνται και ᾿Εκκλησίας ὑφ᾽ ἣν ἔννοιαν δέχεται αὐτὴν ἡ ᾿Ορθοδοξία. Ἡ ἐπὶ τῆς γῆς ὑπὸ τοῦ Κυρί- ου ἱδρυθεῖσα Εκκλησία: Πολλοὶ καὶ ποικοίλοι εἶναι οἱ τρόποι κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ πατέρες τῆς ᾿ἘΕκκλησίας καὶ οἱ διάφοροι ἐκκλησιαστι- κοὶ ἄνδρες διετύπωσαν τὸν ὁ- ρισμὸν τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἐν: {ταῦθα παραθέτω τὸν ὑπὸ τοῦ µ. ᾽Ανδρούτσου διατυπωθέντα ὁρισµόν: «Εκλησία καλεῖται τὸ ἱερὸν καθίδρυµα τὸ ἵδρυ- θὲν μὲν ὑπὸ τοῦ ἐνανθρωπί- σαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐπὶ σωτηρία καὶ ἁγιασμῷ τῶν ἀν- θρώπων, καὶ φέρον τὸ θεῖον κΌρος καὶ τὴν αὐθεντίαν αὖ- τοῦ, ἀποτελούμενον δ᾽ ἐξ ἂἀν- θρώπων μίαν πίστιν ἐχόντων καὶ τῶν αὐτῶν κοινωνούντων μυστηρίων, διῃρηµένων δὲ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸν διέποντα κλῆρον, τὸν ἀνάγοντα τὴν ἀρ- χὴν αὑτοῦ δι᾽ ἀδιακόπου δια- δοχῆς εἰς τοὺς ᾿Αποστόλους καὶ δι᾽ αὐτῶν εἰς τὸν Κύριον». Οἱ χιλιασταὶ δὲν ἀναγνωρί- ζουν τὴν ᾿ἘΕκκλησίαν ὡς ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἱδρυθεῖσαν. Κατ αὐτοὺς ἡ πραγµατικὴ Ἐκκλη: σία θά ἱδρυθῇ καὶ θά ὀογα- γωθῇ κατὰ τὴν χιλιετῆ δασι- λείαν τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκτοξεύ- ουν δὲ κατὰ τῆς ᾿Εκκλησίας γενικῶς τὰς χειροτέρας ὕ- θρεις. Τὰς Οἰκουμενικάς Συ- νόδους ὠνομάζουν ἁπλᾶ συνέ- δρια, ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου. Μυριολέκτως ὅμως ὑπὸ τῆς εΓραφῆς μαρτυρεῖται καὶ ὑπὸ τῆς ἱστορίας θεθαιοῦται ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἵδρυσεν ἐπὶ ετῆς γῆς πνευµατικὴν θασιλείαν εκαὶ κατέστησεν αὐτὴν διδά- σκαλον τῆς ἀληθείας καὶ ταµι- οὔγον τῆς θείας χάριτος. Οὕτω ἐν τῇ Π.Δ. ὁ προφήτ 5 ης ταῖς ἡμέραις τῶν θασοιλέων ἐ- Γκείνων ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ θασιλείαν, ἥτις εἰς οὐ διαφθαρήσε- ται’ λεπτυνεῖ καὶ λικμήσει πά- σας τὰς ὀασιλείας, καὶ αὕτη ἀναστήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας οὐρανοῦ (Δανιὴλ 6, 44). Ὁ προφήτης : Ἔσται ἐν ταῖς ' Ἡσαϊας λέγει ἐσχάταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾽ ἄκρον τῶν ὀρέων καὶ ὑφωθήσεται ὑπεράνω τῶν θουνῶν καὶ ἥξουσιν ἐπ᾽ αὐτὸν πάντα τὰ ἔθνη... (Ἠσ.θ.2). Ἐν δὲ τῇ Κ. Δ. ὁ Ιωάννης ιό Πρόδρομος κηρύσσει ὅτι ἤγγικει ἡ θασιλεία τῶν οὐ- ρανῶν (Ματθ. 2). Αὐτὸς Ιδὲ ὁ Κύριος ἐπαγγέλλεται τὴν :ἵδρυσιν τῆς ᾿Εκλησίας λέγων εἰς τὸν Πέτρον -Καγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδοιιήσω µου τὴν ᾿Εκκλησίαν, καὶ πό- λαι ἅδου οὗ κατισχύσουσιν αὐτῆς. (Ματθ. ιστ’. 18]. Καὶ εδνέ γεια εἰς τὴν ὃ- σερ (δε) . ΑΠΟΡΙΑΙ Ε Ε. Αξιότιµε Κύριε Διευθυντὰ τοῦ ᾿Εγκκλσιαστικοῦ Βήματος Σᾶς παρα-αλῶ ἀφοῦ ὑπάρχει στήλη ᾿Αποριῶν ᾿Εφημερίων οἱ δίδονται ἀπαντήσεις εἰς ἀπορίας ἱερέων μὲ διαφωτίσετε διὰ τὰ κάτωθι. 1) Εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ ᾿ Απο: στόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) ὡς ἀποστολικὸν ἀνάγνώσμα ἆνα- γινώσκεται ἡ πεοί τοῦ ἑαπτίσμα- τος τοῦ Αἰβίοπος εὐνούχου τῆς Κανδόκης, Πράξ. δ,26---40. Καὶ ἐρωτῶ' ὃ Φίλιππος οὗτος εἶναι ὁ ἐκ τῶν ἑπτὰ διακόνων ΓΗ ἀπορία αὐτὴ μοῦ ἐγεννήθη διότι εἰς τὸν βίον τοῦ ᾿Απι Φιλίτ- που τὸν περιεχόµενον ἐν τῷ 40: ρολογίῳ δὲν ἀναφέρεται τὸ περι- στατικὸν αὐτό. 2) Ἱερεὺς Λειτουργῶν, εἰς τὴν μικρὰν εἴσοδον εἰς τὸ “2ο: φία ᾿Ορθοί:' ἐπιτρέπεται νὰ αμάλλῃ εἰσοδικὸν καὶ ἐντὸς τοῦ Ἠ ἡματος τὸ ἀπολυτίκιον τῆς Ἡ: γά θυμµιάζῃη: µέρας καὶ ὅ) εἰς Μυστήριον τοῦ Ῥα- πτισµατος ἐπιτρεσεται να ανα: λάξουν δύο ἢ τρεῖς, ᾿Ανάδοχοι, ᾿Ελπίξων νὰ δοθῇ ἀπάντήῆσις εἰς τὰς ἀπορίας µου αὐτάς. Διατελῶ µμετὰ τιμῆς ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΚΟΥΛ4Η Ἐν Δευμονοίκῷ τῇ 10) 10) 19684 ᾽Απάντησις: ὍὉ Φίλιππος ὁ ἀναφερόµε: νος εἰς τὴν σχετικὴν ΄᾿Αποστο- λικὴν περικοπἠν (Πράξ 8,26” 40) τὴν ἀναγινωσκομένην κα: τὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ᾿Απ. Φιλίπ- που, ἑνὸς τῶν δώδεκα µαθη- τῶν τοῦ Κυρίου, τὴν 14 Ἀοεμ- Θρίου. φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὁ Απ. Φίλιππος, ὁ φίλος τοῦ Ναθαναήλ, ἀλλ’ ὁ ἐκ τῶν ἑπτὰ Ιδιακόνων Φίλιππος. Τοῦτο γί- ἵνεται σήµερον γενικῶς πιστευ- τὀν, ὡς ἐπαρκῶς μαρτυρου- µενον ὑπὸ τῆς “Ἱερᾶς Παραδό- σεως ἐρειδομένης πάλιν ἐπὶ τοῦ κειµένου τοῦ ὃδου κεφα- λαίου τῶν Πράξεων. Πδη ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Εὐ- σέθιος ὁ Καισαρείας τῆς [ΠΠα- λαιστίνης, τὸν Φίλιππον τούτον θεωρεῖ ὣς τὸν διάκονον. «Αλ- λὰ καὶ Φίλιππος, εἷς τῶν ἅμα Στεφάνῳ προχειρισθέντων εἰς τὴν διακονίαν. ἓν τοῖς διασπα- [ρεῖσιν γενόμενος, κάτεισιν εἰς Σαμάρειαν, θείας τε ἔμπλεως δυνάµεως κηρύττει πρῶτος τοῖς αὐτόθι τὸν λόγον, τοσαύ- ρις ὡς καὶ Σίμωνα τὸν µάγον μετὰ πλείστων ὅσων τοῖς αὖ- τοῦ λόγοις ἑλχθῆναι... .ἀλλά γὰρ εἰς αὔξην προϊόντος τοῦ σωτηρίου κηρὀγ- µατος, οἰκονομία τις ἤγεν ᾱ- πὸ τῆς Αἰθιόπων γῆς τῆς αὖ- |τόθι θασιλίδος,κατὰ τι πάτριον ἔθος ὑπὸ γυναικὸς τοῦ ἔθνους εἰς ἔτι νῶν θασιλευομένου δυ- νάστην' ὃν πρῶτον ἐξ ἐθνῶν πρὸς τοῦ Φιλίππου δι ἐπιφα- νείας τὰ τοῦ θείου ὄργια µε- τασχόντα τῶν τε ἀνὰ τὴν οἵ- κουµένην πιστῶν ἀναρχὴν γε: νόµενον. πρῶτον κατέχει λό- γους ἐπὶ τὴν πάτριον παλινο- στήσαντα γῆν εὐαγγελίσασθαι τὴν τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ γνῶ- σιν καὶ τὴν ζωοποιὸν εἰς ἀν- θρώπους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιδημίαν, ἔργῳ πληρωθείσης δι αὐτοῦ τῆς «Αἰθιοπία προ- φθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ» περιεχούσης προφητείας (Εὐ- σεθίου, ᾿Εκκλησιαστικὴ Ιστο- ρία Β, 2.10-13). “Ο δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος ἑρμηνεύων τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τῶν Πρά- ἔεων τῶν ᾽Αποστόλων καὶ διε- ξηγῶν διατί οἱ θαπτισθέντες ἐν Σαµαρείᾳ ὑπὸ τοῦ Φιλίππου δὲν ἔλαθον Πνεῦμα Άγιον, ὥστε νὰ παραστῃ ἀνάγκη ἵνα ὑπὸ τῆς ἐν “Ἱεροσολύμοις ἘἜκ- κλησίας ἀποσταλῶσι αὐτόθι ὁ Πέτρος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης λέγει υΠῶς οὖν. φησί, Πνεῦμα οὐκ ἔ- Γλαθον οὗτοι Πνεῦμα ἔλαθον Ιπὸ τῆς ἀφέσεως, τὸ δὲ τῶν ση- µείων οὕπω ἦσαν λαθόντες. Καὶ ὅτι τοῦτό ἐστι, καὶ τὸ τῶν (σημείων Πνεῦμα οὐκ ἔλαδον, Ἴὅρα, πῶς ἰδὼν Σίμων, προσῆλ- θε τοῦτο αἰτῶν: (Μ. Ρ. ᾱ. 60, {143) «Καὶ διατὶ οὐκ σαν οὔὗ- ἔποι λαθόντες Πνεῦμα ἅγιον Γθαπτισθέντες Ἠτοι τῷ μὴ Γδοῦναι Φιλίππου τούὐτῷ τιμῶν- 'τος τάχα τοὺς ἀποστόλους) ἤτοι τῷ μὴ ἔχειν χάρισμα τοιοῦτον (τῶν ἑπτὰ γαρ ἣν) ᾿ ὅπερ καὶ μᾶλλὸν ἐστι εἰπεῖν. “Ὃθεν µοι δοκεῖ οὗτος ὁ Φίλιπ- επος τῶν ἑπτὰ εἶναι, Στε- φάνου δεύτερος. Διὸ καὶ θα- πτίζων Πνεῦμα τοῖς Θαπτιζο- :μένοις οὐκ ἐδίδου'οὐδὲ γὰρ εἷ- ἴχεν ἐξουσίαν' τοῦτο γὰρ τὸ δῶ- τρον µόνων τῶν δώδεκα ἦν. ΓΣ.κόπει δὲ Εκεῖνοι οὐκ ἐξήε- [σαν. ᾠὠκονομήθη τούτους ἐξελ- Ιθεῖν. οἳ καὶ ὑστέρουν τῆς χά- [ριτος, διὰ τὸ µήπω λαθεῖν ᾿Πνεῦμα ἅγιον. Δύναμιν μὲν ἰγὰρ ἔλαθον ποιεῖν σηµεῖα, οὐ- χὶ δὲ καὶ Πνεῦμα διδόναι ἕ- τέροις. Αρα τοῦτο ἦν τῶν ἆᾱ- ποστόλων ἐξαίρετον ὅθεν καὶ τοὺς κορυφαίους, οὐκ ἄλλους τινός, ἐστιν ἰδεῖν τοῦτο ποιοῦν- (Μ.Ρ., 60.144). Οἰκου- µένιος δὲ ὁ Τρίκκης, κατὰ τὸν 10ον αἰῶνα ἀκμάσας, ἐπὶ προ- γενεστέρων ἑρμηνευτῶν έρει- δόµενος εἰς τὸ ὑπόμνημα αὖ- πιχς ίτς στόλων τὰ αὐτὰ φρονεῖ. «Οὐχ τοῖς δώδεκα καταλεγόμενος, οὗτὸς ἐστιν, ἀλλ᾽ εἷς τῶν ἑπτά, ὁ μετὰ Στεφάνου ἐπιλεγεὶς πρὸς τὴν τῶν χηρῶν οἴκονο- μίαν. Ὄτι δὲ ἀληθέὲς ἐστιν, ἐν- τεῦθεν δῆλον. Τῶν μὲν γὰρ ἆᾱ- ποστόλων µόνων ἐν ᾿Ἱεροσολύ- μοις παραλειφθέντων, κατὰ τὸ σπάρησαν κατὰ τὰς χώρας τῆς «πλὴν τῶν ἀποστόλων. Ἐν τοῖς τη δ᾽ αὐτῷ θεία συνήργει χά- | ὁσημέραι | :σευχῇ...Σ [ἀναφέρον οὐδεμίαν ἐνέργειαν ΤΕΤΑΡΤΗ, 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1954 ΦΗΜΕΡΙΩΝ διασπαρεῖσιν ἣν καὶ οὗτος ὁ Φίλιππος, ὃς καὶ τὸν Σίμωνα (τὸν μάγον) κατήχησεν ἐν Σαµαρείᾳ καὶ κατὰ θεῖον χρησμὸν τὸν Εὐνοῦχον δαπτί- σας, ὑπὸ Πνεύματος Κυρίου εἰς Αζωτον εὑρέθη... Ἀλλως εἰ ὁ ἑαπτίσας ἐν Σαμα- [ρείᾳ εἲς τῶν ἀποστόλων ἣν, εἷ- χεν ἂν τὴν αὐθετίαν τῆς τοῦ Πνεύματος δόσεως, καὶ οὐκ ἂν Πέτρος καὶ Ιωάννης καταθάν- τες ἀπὸ “Ἱεροσολύμων αὐτοὺς τὴν τοῦ Πνεύματος πα- ρέσχοντο χάριν. Οὗτος οὖν ὁα- ἱπτίζειν µόνον, ὡς μαθητής. τε- (λειοῦσι δὲ τὴν χάριν οἱ ἀπό- αστολοι, οἷς ἡ τῆς τοιαύτης δό- ἴσεως αὐθεντεία ἐδέδοτο. (31. το μα. ... 118, 156). Τὰ αὐτὰ δὲ, Ιαὐτολεξεὶ ἐπαναλαμθάνονται [καὶ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων Θ5ο- Φφυλάκτου ᾿Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας (ἐν 31.9... 125. ϱ21--924). ᾿Επὶ τούτων στηρι- ζόμενοι οἱ μεταγενέστεροι καὶ σύγχρονοι συγγραφεῖς ὑποστη- ρίζουσι ὅτι ὁ Φίλιππος οὗτος εἶναι ὁ διάκονος Φίλιππος καὶ οὐχὶ ὁ ἐκ τῶν δώδεκα ἀποστό- λων. Οὕτω ἐν τῷ Μεγάλῳ Ω- ρολογίῳ εἰς τὸν θίον τοῦ Δια- κόνου Φιλίππου (11 Ὀκτ.) ἆ- ναφέρονται τὰς ἑξῆς «ἐκήρυ- ἔεν εἰς Σαµάρειαν τῷ 35 ἔτει' συνήντησε καθ ὁδὸν τῷ εὖ- νούχῳ Κανδάκης τῆς θασιλίσ: σης Αἰθιοπίας, ἀναγινώσκοντι τὸν προφήτην ᾿Ησαΐαν, καὶ κα- τηχήσας ἐθάπτισεν...» Καὶ ὁ Ιδιαπρεπὴς καθηγητὴς τῆς Ἔκ- Γκλησιαστικῆς “Ἱστορίας ᾿Αρ: Γχιμ. Βασίλειος Στεφανίδης, Γφρονεῖ ὅτι ὁ προσελκύσας εἰς ιτὸν Χριστιανισμὸν τοὺς Σαμα- [ρείτας καὶ τὸν εὐνοῦχον τῆς ΓΚανδάκης εἶναι ὁ ἐκ τῶν ἑ- Ἱητὰ διακόνων Φίλιππος. ''Ὑπὴ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Φιλίππου, ἕ- ἵνὸς τῶν ἑπτὰ διακόνων τῆς ᾿χριστιανικῆς κοινότητος τῆς 'Ἱερουσαλήμ.... διεδόθη ὁ Χρι- Ιστιανισμὸς εἰς τοὺς Σαμαρεί-͵ [τας... Αλλ᾽ ὁ εὐαγγελιστὴῆς Φίλιππος ἐπὶ τῆς εἰς Γάζαν ὁ- δοῦ προσείλκυσεν εἰς τὸν χοι- | (ὁ [ὁποῖος) κατεῖχε τὸ ἀνώτατονι Ιστιανισμὸν ἐθνικόν τινα... ιοἰκονομικὸν ἀξίωμα τῆς ἐν τῇ (πόλει Ναπάτα, αὐλῆς τῆς όα- σιλίσσης τῶν Αἰθιόπων..» (Ἐ.κ- κλησιαστικὴ “Ἱστορία σελὶς 129). Γ Τώρα διατί, καίτοι, ὁ ἐν τῇ εἰρημένῃ περικοπῇ ἀναφερόμε- Ίνος εἶναι ὁ ἐκ τῶν ἑπτὰ δια- | κόνων Φίλιππος καὶ οὐχὶ ὁ ἐκ τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ἆνα- γινώσκεται αὕτη κατὰ τὴν ἑ- ορτὴν τοῦ ᾽Απ. Φιλίππου δὲν ιεῖναι θέδαιον. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐν τοῖς ἐντύποις, τοὐλάχι- στον, Πραξαποστόλοις, οὓς ἔ- ἴχομεν ὑπ' ὄψιν, καθωρίσθη ἡ ιἀάνάγνωσις τῆς περικοπῆς ταύ- ἴτης κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς µνήµης τοῦ ᾿Απ. Φιλίππου, δι- [ότι Ίον) μὲν τὸ ὄνομα τοῦ ᾽Α- Ιποστόλου τούτου οὐδαμοῦ ἆλ- Γλαχοῦ ἀπαντᾷ. εἴτε εἰς τὰς [Πράξεις εἴτε εἰς τὰς ἐπιστολὰς εἰμὴ µόνον εἰς τὸ χωρίον Πράξ, 1, 13 καὶ ἐνταῦθα ὡς ἐν παρό- ἴδῳ ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν δέ- κα ἀποστόλων, οἵτινες μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς ᾿Ανάληψιν τοῦ Κυρίου ἐπέστρεψαν εἰς τὸ ἐν “Ἱερουσαλὴμ ὑπερῷον ἔνθα ἀνέμενον τὸ Άγιον Πνεῦμα «προσκαρτεροῦντες ἐν τῇ προ- ῇ καὶ συνεπῶς ὡς μὴ εἴτε ἱεραποστολικῆς. εἴτε ἔστω συγγραφικῆς, δράσεως τοῦ ᾽Α- ποστόλου, ἐθεωρήθη ὣς οὐχὶ τὸ ἁρμόζον πρὸς «ἀνάγνωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ τοῦ Αποστόλου καὶ 2ον) ἴσως, διότι, δι ᾱ- γνοιαν ὑπὸ τῶν καταρτισάν- των τὰς ἐκλογὰς τῶν Πραξα- ποστόλων µεταγενεστέρως. µε- τά τὸν 6 αἰῶνα, ἐταυτίσθη ὁ γράφεται ἡ εἰς τὸ 8ον κεφάλαιον τῶν Πρά- ξεων μνημονευόµενος Φίλιπ- πος, τοῦ ὁποίου ζωηρῶς περι- ἱεραποστολικὴ ὁρᾶσις, πρὸς τὸν ᾽Απόστολον Φίλιππον τὸν ἐκ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Ἱυρίου καὶ φί- ἵλον τοῦ ἐπίσης ἐκ τῶν δώδεκα ᾿Αποστόλων Ναθαναήλ. ἱερεῖς ψάλλουσι τὸ ᾿ὀφφικιούχους τοῦ εἰς τὰς Πράξεις τῶν ᾿Απο- | « ν Γεισοδικὸν. καὶ εἰρημένον ἤδη. πάντες δὲ διε-| 2) Κανονικῶς µόνον οἱ ᾿Αρχι- εἰσοδικὸν κατὰ τὴν μικρὰν εἴσοδον καὶ Γεἰσερχόμενοι εἰς τὸ “Ἱερὸν Βη- μα θυμιῶσι κύκλῳ τὴν ᾽Ἁγίαν Τράπεζαν ψάλλοντες τὸ ἄπο- λυτίκιον τῆς ἡμέρας. Εἰς τοὺς ἱερῖς ἀπαγορεύεται τοῦτο ᾿Σχετικῶς ἡ τυπική διάταξις ἡ ἐν τῷ “Ἱερατικῷ: (ἔκδο- σις ᾿Αποστολικῆς Διακονίας τῆς Εκκλησίας τῆς Ελλάδος) ὁρίζει τὰ περὶ τὴν μικρὰν εἴ σοδον ὡς ἑξῆς: .Πληρωθέν- τος δὲ τοῦ τελευταίου Τροπα- ρίου, ὁ Διάκονος, στὰς ἐν τῷ µέσῳ τοῦ ναοῦ ἔμπροσθεν τοῦ ἱερέως καὶ ὑψῶν τὸ ἱερὸν Εὐ- αγγέλιον, λέγει ἐκφώνως. Σ ο- φία.. ὀρθοί. Εἶτα αὐτὸς τε καὶ ὁ ᾿Ἱερεὺς μετ αὐτὸν εἰσέρχονται διὰ τῆς “Ὡραίας Πύλης εἰς τὸ “Ἱερόν' καὶ ὁ μὲν Διάκονος ἀποτίθησιν ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης τὸ ἱερὸν Εὖ- αγγέλιον οἱ δὲ χοροὶἱ φάλ λουσι τὸ, Δεῦτε προσκυ.- νησωμµεν, καὶ τὰ τρο- πάρια ἐναλλάκξδ...- Παρ) ἡμῖν, ἐξ ἄλλου, ἐν Κύπρῳ ὅ- πάρχει Συνοδικὴ ἀπόφασις ᾱ- παγορεύουσα καὶ. εἰς τοὺς ἡ κληρικοὺς νἁ ψάλλωσι τὸ εἰσοδικὸν καὶ εἶτα στόλω εἰσερχομένους εἰς τὸ “Ἱερὸν ὃ ἀπόστολος Φίλιππος. ὁ ἐν Βῆ ν ταν μα νὰ θυμιῶσι τὴν 'Αγίαν | Τράπεζαν καὶ νὰ ψάλλωσι τὸ Ιἀπολυτίκιον τῆς ἵλο τι τῶν μετὰ .δόξους Εκκλησίας οἱ ὀφοικι- ἡμέρας ἢ ἅλ- τὴν μικρὰν εἴ- σοδον ψαλλομένων Τροπαρίων, Γν τούτοις εἰς ἄλλας Ὄρθο- οῦχοι κληρικοί ψάλλουσι τὸ Γσοδη κ. τὸ τροπάριον τῆς ἤμερας πρὸ τῆς ΄Αν. Τρα- ς τὰ πέζης ἱστάμεγοι, [ουδαίας καὶ τῆς σαμαρείας | : 3) Αρχαιόθεν παρ ἡμῖν, ἐ . ϱ) ἡμῖν, ἐν τῃ Ορθοδόξῳ Ἐκκκηάία τῆς πρὸς εἷς τὰς, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑΙ Εέντρου Βοινωνικῆς Μορ- Φωσξεως τῆς Ἰλληνίδος: «Ὁ Ἰόσμος τῆς ᾽Ελληνίδος» ---ιΓεῦχος Νοεμβρίου. ἘΕκυκλοφόρησε τὸ τεῦχος ΒΜοεμθρίου τοῦ περιοδικοῦ τοῦ Κέντρου. Γοινωνικῆς Μορφώ- σεως τῆς ᾿Ελληνίδος,. τοῦ λόγου τὸ Ἑλληνικὸν ς :᾿Ὁ Κόσμος τῆς Ἕλλη- Ἠδος., τὸ ὁποῖον μὲ τὸ τεῦχος αὐτὸ εἰσέρχεται εἰς τὸ β΄ ἕ- τος τῆς ἐκδόσεώς του. Τὸ τεῦ- κος περ:λαμθάνει, μεταξὺ ἄλ- λων, ἄρθρον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ καὶ καθηγητοῦ κ. Μαρίνου Γε- ῥρουλάνου ὑπὸ τὸν τίτλον “Τὰ ἀντιδιοτικα Φάρμακα. καὶ ἄρ- ἴθρον τοῦ μουσικοῦ δἱευθωντοῦ Γποῦ Πανεπιστηµίου ᾿Αθηνῶν κ. Χαραλαμπίὸδη μὲ τὸν τίτλον ΄Η Φυσιολογία τοῦ Μουσικοῦ Ἔρνυου- Ρυθμός . Επίσης τὸ τεῦχος περιλαµ.- φάνει ἐνδιαφερούσας ἀπόψεις τἐπὶ τῶν σωγχρόνων προθληµά- των καὶ ἄρθρα καὶ συνεργα- εσίας τῶν κυρ:ῶν καὶ δεοποινί- ἴδων Μαίρης Β. Ιώὠτσοπούλου { Απὸ τὰ ψυχολογικὰἁ προ- Γὀλήματα τοῦ κοριτσιοῦ.), Μ. ΓΤοιριµονάκη («Προσκύνηµα Γστὸ ᾿Αρκάδι., Ματίνας Τζά- Ἱτζαρη (« ᾽Αγγελικὴ Παναγιώ- ἱτάτου --“β΄ µέρος). ᾽Αννούλας Φ. Ράπτη («Τὸ τελευταῖον µή- ἵνυμα), Πέπης Δωράκη («Ἡ :γυναίκα φορέας ψυχικοῦ πολι- ἱτισμοῦ»), Μαρίας Δωράκη ἕζςὉ ρόλος τῆς γυναίκας στὸν [σύγχρονο ἀνθρωπισμό:), Λέ- ἵνας Αγγελοπούλου («Μιὰ ἐ- επ'σκεψις στὸ ᾿Αρχαιολογικό 'μας Μουσεῖο»). Γιεριέχει. ἐπίσης ἐκλεκτὰς Γ[ξένας καὶ ἐντοπίας συνεργα- ἵαας γύρω ἀπὸ τὸν γάμο, τὴν οἰκογένεια, τὸ σπίτι καὶ τὴν Γἀάγωγὴ τῶν παιδιῶν, πνευµατι- κδν καὶ καλλιτεχνικὴν σελίδα, Γκίνησιν ἀπὸ τοὺς «Φάρους» τοῦ ες Ἑλληνικοῦ Φωτός» κ.ἄ. ωὰ 3. :δημ. Α. Μωτσάχκη: «Υπάρχει Γ ζωὴ εἰς τοὺς ἄλλους κό- | σµύυσ:: καὶ «Ἡ συμβολὴ τῶν Διδασκάλων τοῦ Γένους εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς -4- στρονοµίας κατὰ τοὺς χρό- ἕγψους τῆς Τουρκοκρατίας (1458 1821)-. ᾿Ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὰς ᾽Α- θήνας εἰς τευχίδιον ἐκ 31 σε: λίδων ἡ µελέτη τοῦ ὑφηγητοῦ τῆς ᾿Αστρονομίας εἰς τὸ Πανε- πιστήµιον καὶ τὸ Πολυτεχνεῖον ᾿Αθηνῶν κ. Δημ. Δ. Κωτσάκη μὲ τὸν τίτλον «Ὑπάρχει ζωὴ εἰς τοὺς ἄλλους κόσµους», ἀνατύπωσις ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ὁ Κόσμος τῆς Ἑλληνίδος», ὅπου ἐδημοσιεύθη εἰς συνεχεί- ας. Εἰς τὴν µελέτην του ταύ- την ὁ σοφὸς ἐπιστήμων ἑξετά- ζει μὲ πᾶσαν ἐπιστημονικότη- τα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο θέµα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. ᾿Ἐκυκλοφόρησεν ἐπίσης εἰς χωριστὸν τεῦχος 16 σελίδων µελέτη τοῦ ἰδίου συγγραφέως ὑπὸ τὸν τίτλον “Ἡ συμόθολὴ τῶν Διδασκάλων τοῦ Γένους εἰς τὴν προαγωγἠὴν τῆς ᾿Α- στρονοµίας κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας (1453-- 1821), ἀνατύπωσις ἐκ του εΔελτίου τῆς Γεωγραφικῆς ἩὙ- πηρεσίας τοῦ Στρατοῦ». ᾿Ανατολῆς, ἐπεκράτησε νὰ εἴ- ναι εἷς µόνον ὁ ἀνάδοχος,. Οὐ (μόνον εἰς τὰ ἐν χρήσει ἔντυπα ᾿εὐχολόγια ἀλλὰ καὶ εἰς πάν- τας τοὺς μέχρις ἡμῶν. διασω: Γθέντας κώδικας εἰς τοὺς ὁποί- ους περιέχεται ἡ ἀκολουθία Γποῦ θαπτίσµατος εἷς µαρτυρει- ἵται ἀνάδοχος. Μόνον, ἴσως, εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐκκλησίαν. ὅτε ἐ: ξαπτίζοντο οὐχὶ νήπια ἀλλ᾽ οἱ εἰς μεγάλην ἡλικίαν προσελ- Γκυσθέντες εἰς τὸν χριστίανι- σμὸν εἰδωλολάτραι οἱ ἀνάδο- χοι σαν πλείονες τοῦ ἑνός. Καὶ τοῦτο διότι ἔπρεπε πρὶν ἢ ᾿ἡ Ἐκκλησία δεχθῆ εἰς τοὺς ἱκόλπους της διά τοῦ. θαπτί- 'σματος τοὺς τέως εἰδωλολά: Ίπτρας, ἔχει ἐπαρκεῖς µαρτυρί ας διὰ τὴν πίστιν ἀλλά καὶ τὸ ἦθος αὐτῶν, τῶν ἀναδόχων ὄν- των τότε, κυρίως, μαρτύρὼν τῆς ἔναντι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς | Ἐκκλησίας Του ἁγνῶν προθέ- ἴσεων τῶν ὑπ αὐτῶν συνιστώ: μένων καὶ ἐπιθυμούντων ὅπως Γθαπτισθῶσι. Όταν ὅμως ἤρ- χισε νὰ ἐπικρατῇ ὁ νηπιοδα- πτισμὸς ὁ ἀνάδοχος ᾖτο συ: Ἰνήθως εἷς µόνον. Περὶ τούτου ἔχομεν ἐπαρκεῖς μαρτυρίας τεῖς τε τοὺς Πατέρας καὶ κ- κλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, οἳ- τινες ἀναφέροντες περὶ ἀναθῦ' χου ὁμιλοῦσι ὡς περὶ ἑνὸς μὸ: νον «Αὐτὸς γὰρ αὐτοῦ ἐγγυ- ητὴς εἰς Χριστόν, ὥστε τηρειν τὰ τῆς πίστεως καὶ χριστιανι” κῶς ζῆν. (Συμεὼν Θεσσαλ. 1: Γ.α. 55, 213). Περισσότερα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύ- ναταί τις νὰ εὕρῃ εἰς τὰ ἑξῆς θιόλία τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πα: νεπιστηµίου κ. Π. Τρεμπέλα: ἵ« Ἡ. τελεσιουργία τοῦ ἁγίου θαπτίσματος πάλαι τε καὶ νῶν καὶ -Μικρὸν Εὐχολόγιον» τόμ. ΙΑ΄ σελ. 264 ἐξ.) ᾽Αλλὰ καὶ ὁ ἀείμνήστος καθηγητὴς Ἁῥ' ᾿Ανδροῦτσος, καίτοι μὴ ἀνα Γφέρων ρητῶς τοῦτο, δι ὅσων ἐν τῇ «Δογματικῇ τῆς Ὄρθο: δόξου ᾽Ανατολικῆς ᾿Εκκλησί- ας: λέγει φαίνεται ἀποδεχόμε: νος µόνον ἕνα ἀνάδοχον (πρθλ. σελ. 335, κ. ἀ.) Ὁ διά- Ἴσημος μάλιστα κανονολόγος :Δρ. Μικόδηµος Μίλας, ᾿Ορθό: /δοξος ἐπίσκοπος Ζάρας της ᾿Δαλματικῆς, εἰς τὸ -«.κκλη: Ισιαστικὸν Δίκαιον τῆς ᾿Ορθο: [δόξου ᾽Ανατολικῆς ᾿Εκκλησί- ας. ὑποστηρίζει ὅτι κατὰ τὸ ιθάπτισµα δέον νὰ παρίσταταἰ εἷς µόνον ἀνάδοχος (Ἔκκλη: σιαστικὸν Δίκαιον, µετάφρασις ὑπὸ Δρος Μελετίου ᾿Αποστο- [λοπούλου, σελ. 794. ὑποσημ. 22). Πέραν ὅμως τούτων ἀφοῦ ἱ εδυνέχεια εἰς τὴν γ΄ σελίδα] 1. ν ΤΕΤΑΡΤΗ, 1 ΔΒΙΚΕΜΒΡ ΙΟΥ ΛΟΥΔ ΒΤΑΓΚΛΑΣ 19ρά Ο Χιτων 25ον Κοίταξε γύρω του, καὶ εἶδε πὼς οἱ κουθέντες στὰ διπλανὰ τραπέζια εἶχαν σταματήσει. -Θὰ περίµενε, κανεὶς πὠὼς ὁ Πρίγκηψ Γάϊος θὰ μποροῦσε νὰ θρεῖ ἑλκοστικότερη θέση γιὰ τὸ γιὸ τοῦ συγκλητικοῦ Γαλλίώνος, ἐξακολούθησε ῥὁ- ψώνοντας τὴ φωνή του γιὰ ν᾿ ἀκουστεῖ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀξι- ὠματικούς. Μὰ τὸν Δία! φὼ- ναξε εὔθυμα, χτυπώντας τὸν ὤμο τοῦ Σέξτου. 'Ὁ γιὸς τοῦ Μάρκου Λουκανίου Γαλλίωνος, ᾖταν, φαίνεται, ἄταχτο παιδί! (Καὶ γυρίζοντας πάλι στὸν Μάρκελλο:) Στοιχηµατίζω πὼς εἶναι ἡ πρὠτη φορὰ ποὺ ἀναλαμθάνετε διοίκηση. χιλί- αρχε. -Ναί, ἀπάντῆσε ὁ Μάρκελ. λος, Μιὰ θανάσιμη σιωπὴ εἶχε ἆ- πλωθεῖ τώρα στὸ δωμάτιο. -Δὲν ἔχετε δώσει ποτὲ πρό- σταγµα στὴ ζωή σας, ἔ χα- χάνισε ὁ Παῦλος. ὍὉ Μάρκελλος τίναξε τὴν πίσω καρέκλα του καὶ σηκώ- θηκε, ξέροντας πὼς καμιά ἕ- ξηνταριὰ περίεργα μάτια κοι- τοῦσαν τὸ αὐστηρὸ πρόσωπό του. -“Θὰ σᾶς διατάξω ὅμως τώ- ρα! φώναξε μὲ σταθερὴ φω- νή. Ἑκατόνταχε Παῦλε, σηκω- θεῖτε καὶ ζητήστε συγγνώμη γιὰ τὴ συμπεριφορά σας, ποὺ εἶναι ἀνάρμοστη σὲ ἀξιωματι- κό] Ὁ Παῦλος κρέµασε τὄνα χέ- ρι του στὴν καρέκλα, καὶ χα- µογέλασε. --Αγόρι µου, εἶπε, ἔκαμες λάθος στὴ διαταγή. κό ἔπειτ, θλέποντας τὸν Μάρκελλο νὰ θγάζει ἀποφασι- στικὰ τὸ σπαθί του ἀπ᾿ τὴ θή- κη, ὁ Παῦλος ἀναποδογύρισε τὴν καρέκλα του καὶ πετάχτη- κε ὄρθιος. -“Σὲ συμθουλεύω νὰ τ᾽ ἀφή- σεις ἐκεῖ ποὺ εἶναι, νεαρέ| φώναξε θγάζοντας κι’ αὐτὸς τὸ σπαθί του. -'Αδειάστε τὴν αἴθουσαι| πρόσταξε ὁ Μάρκελλος. Κανεὶς δὲν εἶχε πιὰ ἀμφιθο:- λία γιά τὶς προθέσεις τοῦ νεα- ροῦ Χιλιάρχου. Κι’ ἐκεῖνος κι ὁ Παῦλος εἶχαν προχωρήσει πολὺ ὥστε νὰ ὑποχωρήσουν τώρα. Τὰ τραπέζια τραθήχτη- καν γρήγορα κοντὰ στοὺς τοί- χους. Οἱ καρέκλες ὀγῆκαν ἀπ᾿ τὴ µέση. Μι ὁ ἀγώνας ἄρχισε. Στὴν ἀρχὴ τῆς μονομαχίας, ὅλοι εἶχαν τὴν ἐντύπωση πὼς ὁ Παῦλος εἶχε σκοπὸ νὰ τε- λειώσει γρήγορα αὐτὴ τὴν ὃ- θεση. ΓΙ διοίκησή του στὸ φρούριο δὲν ἦταν σταθερή, γι- ατὶ ἔκανε ὅλο σφάλματα κι εἶχε συνηθίσει στὴν ἀσωτεία. ΣΠταν φανερὸ πὼς ἤθελε νὰ νικήσει γρήγορα, γιὰ νὰ δώσει ἕνα µάθηµα ὑπακοῆς στοὺς ἆ- ξιωμµατικούς του. Όσο γιὰ τὶς συνέπειες ὁ Παῦλος δὲν εἶχε πολλὰ νὰ χάσει. Ἡ ἐπικοινω- γία μὲ τὴ Ρώμη ἧταν ἁραιή. Ἡ θέση ἑνὸς διοικητοῦ ἀξιωματι- κοῦ ἦταν ἀθέθαιη κι’ ἡ διάρ- κειά της σύντομη. Κανεὶς δὲν πολυενδιαφερόταν στὴ Ρώμη γιὰ ὅσα γίνονταν στὸ φρούριο τῆς Μινώας. Ηταν θέδαια ἔπι- κίνδυνο νἁ σκοτώσει κανεὶς τὸ γιὸ ἑνὸς συγκλητικοῦ, μὰ οἱ ἀξιωματικοὶ ἦταν μάρτυρες πὼς ὁ Χιλίαρχος εἶχε τραθή- ξει τὸ σπαθί του πρῶτος. ὍὉ Παῦλος ἄρχισε τὸν ἆᾱ- γώνα μὲ δυνατά χτυπήματα, ποὺ τὸ καθένα τους θὰ µπο- ροῦσε νἁἀ κομματιάσει στὰ δυὸ τὸ νεαρό του ἀντίπαλο, ἂν δὲ συναντοῦσε τὸ σπαθὶ τοῦ Μαρ- Κέλλου. ὍὉ Μάρκελλος ήταν ἀποφασισμένος νὰ τηρήσει ἆ- μυντικὴ στάση γιὰ λίγην ὥρα, κι’ ὀπισθοχωροῦῶσε ὥσπου ἔ- φτασαν σχεδὸν στὴν ἄκρη τῆς μεγάλης τραπεζαρίας. Τὰ πρό- σωπα τῶν κατωτέρων ἀξιωμα- τικῶν ποὺ εἶχαν παραταχθεῖ γύρω-γύρω, παρακολουθοῦ- σαν μὲ προσοχή. Ὁ Δημήτριος στεκόταν μὲ σφιγµένες Ύρο- θιὲς καὶ μὲ τὰ µάτια γεμάτα ἀγωνία, ὅσο ἔθλεπε τὸν κύριό του νὰ ὑποχωρεῖ πρὸς τὴ γὠ- γιά. Βῆμα πρὸς θῆμα ὁ Παῦλος ἔκανε τὸν ἀντίπαλό του νὰ ὅ- ποχωρεῖ, χτυπώντας ἀδιάκο- πα μὲ τὸ σπαθί του, ὥσπου τέλος, παίρνοντας θάρρος ἀπ τὴν ἐπιτυχία του, τὸν στρίµωξε σὲ μιὰ ἐντελῶς ἀπελπιστικὴ θέση. Βέθαιος πιὰ γιὰ τὴ νί- κη του, ἐλάττωσε τὸ ρυθμὸ τῶν χτυπηµάτων του, καὶ γέ- λασε µπεριφρονητικά. Μὰ ὁ Μάρκελλος πρόσεξε ὅτι τὸ πνιγµένο αὐτὸ γέλιο εἶχε µέ- σα του ἕνα τόνο ἀγωνίας. Πρόσεξε ἀκόμα πὼς ἡ πτώση τῆς µανίας τοῦ ἀντιπάλου του δὲν ὀφειλόταν στὴ σιγουριά του. μἁ σ᾿ ἕναν ἄλλο σοθαρό- τερο λόγο. 'Ο Παῦλος ἄρχισε νὰ κουράζεται. Καθὼς σήκω- νε τὸ σπαθί του, τὸ πρὀσωπόὀ του ἔδειχνε ὅτι ἔδαζε πολλὴ προσπάθεια. ίσως τὸ χέρι του εἶχε ἀρχίσει νὰ πονάει. Ὁ Παῦλος δὲν ἦταν προπονημέ- νος. 'Ἡ ζωὴ τῆς Μινώας τὸν εἶχε κάµει θαρύ. «Στὴ Γάζα τἄᾶχουμε ὅλα ἁπλοποιήσει. Καθὼς πλησίαζαν στὴν κρί- σιµη γωνιά, ὁ Παῦλος σήκω- σε τὸ χέρι του γιὰ νὰ δώσει ἕνα δυνατὸ χτύπημα. Τούτη τὴ φορά, ὁ Μάρκελλος δὲν τὸν ἄφησε νἁ τὸ κατεθάσει. ᾿Ἔδω- σε μιὰ μὲ τὸ σπαθί του, τόσο κοντὰ στὸ λαιμὸ τοῦ Παύλου. ποὺ ἐκεῖνος, ἀπὸ ἔνοτικτο, ἔ- ριξε τὸ κεφάλι του πίσω κι’ ᾱ- πόφυγε τὸ χτύπημα. ᾿Εκείνη τὴ στιγµή, ὁ Μάρκελλος πήδησε γρήγορα ἀπὸ τὴν ἄλλη µεριά. Τώρα ὁ Παῦλος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ θρισκόταν στριμωγμένος. | ο Μάρκέλλος δὲ ὄ(αστηκε νὰ ἐκμεταλλεοτεῖ αὐτὸ τὸ πλεο. αεμτήµα του. Κουραομένος ἀπ' το αισθοκατέθασμα τοῦ σπα- θιοῦ, πο τὂὄχε τόσοι ο ο ζ σ καιρὸ ξεσυνηθίσει, ὁ Παῦλος ἀνά- πνεε θαριά, κι ἡ γκριµάτσα ποὺ παραµόρφωνε τὸ στόμα του ἔδειχνε ὁλοένα µεγαλύτε- ϱἨ ἀνησυχία. Εἶχε πάψει πιὰ δυνατὰ χτυπήματα, κι ἀλλά- ζοντας ταχτική. φάνηκε ἔαφνι- κἁά πως ξαναθυμόταν τὴν πα- λιά του ἐξάσκηση. Κι’ ὁ Μάρ- κελλος ἀνακάλυψε πὼς δὲν ῆ- ταν διόλου κακὸς ξιφοµάχος. ΣΏήουρα. θὰ ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ ὁ Παῦλος θὰ αποροῦσε νὰ κάµει περίφημη ἐπίδειξη στὸ στίόο. Ὁ Μάρκελλος ξανακοίταξε τὸν Δημήτριο, καὶ πρόσεξε πὼς ἡ ἀνησυχία εἶχε χαθεῖ ἀπ᾿ τὸ πρόσωπο τοῦ δούλου του. Τώρα εἵμαστε σὲ γνώριμο ἔδα- φος.- ὁ ἀγώνας θά κριθεῖ ἀπ τὴν τέχνη κι’ ὄχι ἀπ᾿ τὴν κτη- νώδη δύναμη. Τόσο τὸ καλύτε- ρο. Ποτὲ ὥς τότε ὁ Μάρκελλος δὲν εἶχε µονομµαχήσει μ' ἕναν ἀντίπαλο ποὺ µεταχειριζόταν τὸ σπαθἰ, σὰν τσεκούρι. Τώ- ρα τουλάχιστον ὁ Παῦλος ἆ- γωνιζόταν σὰ ρωμαῖος ἑκατόν- ταρχος. Οχι σὰ χασέ της ποὺ πάει νὰ σφάξει ἕνα 6όδι. Τὰ σπαθιά τους διασταυρώ- νονταν σὲ ἑερά, σύντομα. θυ- μωμένα χτυπήματα, κι’ ὁ Μάρ- κελλος σιγὰ-σιγὰ προχωροῦ- σε. Μιὰ στιγµή, ὁ Παῦλος σή-' κὠωσε τὰ µάτια γιὰ νὰ ἰδεῖ πό- σο µέρος τοῦ εἶχε μείνει. Κι’ ὁ Μάρκελλος ὑποχώρησε, ἀπὸ εὐγένεια μερικὰἀ θήματα. ”Η- ταν ὁλοφάνερο.- εἶγε δώσει τοῦ Παύλου, μὲ τὴ θέλησή του. μιὰ εὐκαιρία γιὰ καλύτερη ἄ- μυνα. Ἔνας ψίθυρος ἀκούστη- κε στὴν αἴθουσα. Αὐτὴ ἡ γει- ῥρονοµία του νέου διοικητῆ ἵ- | σως νᾶταν λίνο ἀὀσυνήθιστη στὴ διεφθαοµένη ἀτμόσφα'ρα τῆς Μινώας. μὰ θύ11σε σ᾿ ὅ- λους τὸν τρόπο ποὺ ἆγωνίζον- ται οἱ γενν τοι ἄντοες στὴ Ρώμη. Τὰ ιιάτ'ια τοῦ Απηπιιητροί- οὐ ἔλαμψα: ἀπὸ πεοηφήάνεια. Ὁ κὀριός του ἤταν πραγµατι- κὀὁς εὐγενής | Μὰ ὁ Πα΄”λος δὲν :Ίγε καιιιὰ διάθεση νὰ ὃς τεῖ νόρες, “Ὅη- µησε γρήνωσα µπλοπστά, λὲς κι’ εἶγε κερδίσει πόνος του αὐ- τὴν τὴ σιγ υσότεον θέση. καὶ ποοσπάθησ: νὰ ὀπουρεώσει τὸ Μάρκελλο σὲ μαινούργια ὑπο- χώρηση. Μὰ ὁ ἀγώνας ἐντο- πίστηκε ὁρ' πτικἁὰ σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ὁ Παῦλος δοκίμασε ὅλα ὅσα μπόνρτε νὰ θυμηθεῖ. ὅλα τὰ τε νάσµατα καὶ τά κόλπα.-μὰ τὸ ιιόνο ἀποτέλε- σµα ἦταν τὰ κουράζεται ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Τώσα. ἡ ἄνωυνά του εἶχε γίνει πιὸ χαλαρὴ καὶ πιὸ στρωτή. Οἱ θεατὲς σηµείω- σαν δύο εὐκαιρίες ποὺ θἄταν εὐκολώτατο γιὰ τὸ χιλίαρχο νᾶχε τελειώσει γρήγορα, ἂν ἤθελε. Τέλος, μὲ μιά ἐπιδέξια κίνη- ση. ὁ Μάρκελλος ἔδωσε στὴ μονομοχία συγκλονιστική ἔκ- 6αση. Ὑπολογίζοντας σωστὰ τὴν εὐκαιρία, ἔχωσε τὴν ἄκρη τοῦ σπαθιοῦ του στὶ λαθὴ τοῦ ὅπλου τοῦ ἐξαντλημένου Παύ- λου, καὶ τοῦ τὸ πέταξε ἀπ᾿ τὰ χέρια. Τὸ ὅπλο ἔπεσε μὲ θόρυ- 6ο στὸ λιθόστρώτο. ᾽Απόλυτη σιγἡὴ ἁπλώθηκε στὴν αἴθουσα. ὍὉ Παῦλος ἔμεινε στὴ θέση του καὶ περίµενε. Ὅλοι συλ- λογίστηκαν πὼς ἡ στάση του τὸν τιμοῦσε. Γιατὶ παρ᾽ ὅλο ποὺ τὸ πρὀσωπό του ἔδειχνε κατάπλήξη, δὲν παρουσίαζε ὅ- µως κανένα ἴχνος δειλίας. Ὁ Παῦλος ἦταν ὁριστικὰ νικη- μένος, μὰ φαίνεται πὠὼς εἶχε µέσα του περισσότερη ψυχὴ ἀπ᾿ ὅσο εἶγαν νομίσει. (συνεχίζεται) ΜΙΡΙΙ ΙΦΙΝΠΝ (δυνέχεια ἐκ τῆς β΄ σελίδος) ἡ µακραίων ᾿ἘΕκκλησιαστικὴ παράδοσις : τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καθώρισε ἕνα µό- νον ἀνάδοχον δὲν δυνάµεθα ἡμεῖς σήμερον αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ νὰ ἆ- νατρέπωµεν πολιὰς παραδό- σεις τοῖς ἀνθρώποις ἀρέσκον- τες, Δὲν πρέπει οὐδ' ἐπὶ στι- Υμὴν νὰ λησμονῇ τις ὅτι οἱ ἵε- ροὶ κανόνες εἶναι αὐστηροὶ τιμηταὶ τῶν καινοτοµμούντων, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγράψαμεν ἐν τῇ στήλῃ ταύτῃ. ᾿Ορθὸν εἶναι εἷς µόνον ἀνάδοχος νὰ παρί- σταται κατὰ τὸ θάπτισμα καὶ τοῦτο δέον αὐστηρῶς νὰ τη: ρῆται. ᾿Εκεῖνο τὸ ὁποῖον µό- νον χρειάζεται εἶναι νὰ ὑπομι- µνήσκωσι πρὸ τῆς τελετῆς τοῦ θαπτίσµατος οἱ ἱερεῖς εἰς τὸν ἀνάδοχον τὰ καθήκοντα τὰ ὁ- ποῖα οὗτος ἀναλαμθάνει ὅ- ταν ἐκ τῆς κολυµόήθρας ἆνα: δέχεται τὸ θαπτισθὲν νήπιον. Καὶ τοῦτο διότι παρατηρεῖται καὶ εἰς εὐρυτάτην κλίµακα, δυστυχῶς, ὅτι οἱ ἀνάδοχοι οὐ- δόλως ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς κατὰ Χριστόν ἀλλά καὶ τῆς ἐν γένει προόδου τῶν ἀναδε- κτῶν των. ΣΗΜ. Εὐχαριστοῦμεν τοὺς σων- εργάτας µας ἐφημερίους. τόσον διά τας ἀἁπορίας τὰς ὁποίας ὑποδάλλουν, διότι διά τῶν εἰς ταύτας ἀπαντήσεων προκαλεῖται, ὡς πιστεύοµεν. εὑρυτέ- ρα ὠφέλεια, εἰς ὅλους τοὺς ἀναγνώ- στας µας ἐφημερίους. ὅσον καὶ δια τὴν. συνεργασίαν τὴν ὁποίαν ἑλάχι- στοι. δωστυχῶς, μᾶς ἀπέστειλαν. Εὐ- χαρίστως θα δηµοσιεύσωμεν ἄρθρα ἐφημερίων ἐφ᾽ ὅσον ταῦτα θίγουσι προθλήµατα ου ενικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ κρίνονται δηµοσιεύσιμα. Δηλοῦ- μεν ἐπίσης εἰς ὅ-ους ὅσοως μᾶς στέλ- λουν ἁπορίας ὅτι θά λάδωσι διὰ τῆς στύλης αὐτῆς ἁπαντήσεις. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣ ὦ Ἡόριε, μεῖνε Σὺ κοντά προοτάτη τῶν ἀπροστατεύτ Σὲ κάθε μιὰ στιγμὴ τῆς τὴ δόναµη τοῦ πειρασμοῦ. Ποιὸς ἄλλος ἀπὸ σὲ νὰ κι Στ΄ Αὐτὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Παύλου ἀποτελεῖ, ὅπως εἶναι γνωστό, τὸν πυρῆνα τοῦ φιλο- σοφικοῦ ἔργου τοῦ Αὐγουστί- νου, αὐτὴ τοῦ ἔδωσε τὴ δύνα- μη νὰ νικήσῃ τοὺς δισταγμούς, τὶς ἀντιρρήσεις τοῦ λόγου καὶ νὰ δεχθῃ τὸ χριστιανισμό. .ς«Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, λέγει Ιὁ Αὐγουστῖνος, δὲ θρίσκει τὴ γαλήνη ὡς τὴ στιγµὴ ποὺ θὰ κατορθώση νὰ ἀναπαυθῆ σὲ σένα Θεέ µου». ᾿Απὸ μικρὸ τὸν ἔόαλε ἡ μητέρα του ΜΑονί- κη, ἡ ἐνάρετη ἐκείνη καὶ εὖ- σεθἠς Χριστιανἡ στοὺς κατη- χουµένους. Καμιά ἐπίδραση ὅ- µως δὲν εἶχε στὴν πρώτη πε- ρίσδο τῆς ζωῆς του ἡ Γραφή. Εὕρισκε ἀποκρουστικὰ καὶ τὴ γλωσσικἡ µορφή της καὶ τὸ πνεῦμα τῆς αὐθεντίας ποὺ τὴ διέπνεε. «Δὲν ἤμουν, λέγει στὰς ἐξομολογήσεις του, ᾱ- ἔιος οὔτε νὰ ἐμθαθύνω, οὔτε νὰ ἁπολαύσω τὴν ἁπλότητα, ἐκείνη τῶν λόγων, ποὺ ἥταν τόσο νἐα γιὰ µένα ἡ µόνη ἐν- τύὐπωση ποὺ μοῦ ἔμεινε ἧταν ὅτι τίποτε τῆς Γραφῆς δὲν µπο- ροῦσε νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν µε- Ιγαλοπρεπῆ εὐγλωττία τοῦ Λα- τίνου ρήτορα, (πρόκειται γιὰ τὸν Κικέρωνα, ποὺ τὸν γοήτευ- σε στὰ Φοιτητικά του χρόνια μὲ τὰ µάγια τῆς μορφῆς του) ᾿ ἡ ματαιοδοξία µου περιφρο- νοῦσε τὴ Φφαινομενικἡ ταπεινό- τητα τῶν Γραφῶν καὶ τὰ µά- τια µου ἦταν πολὺ ἀδύνατα γιὰ νὰ ξεχωρίσουν τί κρυθό- ταν µέσα σ᾿ αὐτές». Τὴν ἴδια ἐποχή, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κικέρω- να, τράθηξε τὴν προσοχή του ἡ αἴρεση τῶν Μανιχαίων. Οἱ Μανιχαῖοι, ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα αὐθεντίας τῆς Γραφῆς, ἰσχυρίζονταν ὅτι ἐξηγοῦσαν τά πάντα μὲ τὸ λίγο., χωρὶς νὰ προσέχουν στὴν πίστη. Ζων- τανὲς οἱ ρίζες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ µέσα στὴν ψυχἠ τοῦ Αὐγουστίνου δὲν τὸν ἀφή- νουν νὰ προσέλθη στὸ χριστι- ανισµό. Τὸ πνεῦμα του ὅμως ὁ ἔσω ἄνθρωπος μένει ἀνικα- νοποίητος. ᾽Αλλὰ θὰ εἶναι µα- κρὰ ἀκόμη ἡ πορεία του µέσα στὴν πλάνη, θὰ θαστάξη πο- λὺ ἡ πάλη, ποὺ θὰ τὸν κάµη ἱκανὸ νὰ συμφιλιωθῆ μὲ τὴν αὐθεντία τῆς Γραφῆς, νὰ τὴν κατανοήση καὶ νὰ τὴν ἆπο- δεχτῆ. Γρήγορα κατάλαθε πό- σο παιδαριώδη ἦταν τὰ δῆθεν λογικὰ ἐπιχειρήματα τῶν Μα- νιχαίων καὶ ἄρχισε νὰ ἄπομα- κρύνεται ἀπ ᾿ αὐτοὺς. Γύρισε πάλι στὸν Κικέρωνα, ὄχι γιὰ νὰ χαρῇ τὴν εὐγλωττία του ἀλλὰ γιὰ νὰ παραδοθῆ στὸν σκεπτικισμό του. Σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐπικίνδυνη καμπὴ τῆς ζωῆς του, διάθασε ἀπὸ λατινικἡ µε- [τάφραση τὰ ἔργα τοῦ Γλωτί- Ίνου. Ὡς τότε, παρά τὶς ἆνησυ- χίες του, πολὺ δεύτερα Φιλο- σοφικὰ κείµενα εἶχε µελετή- σει, τοὺς Μανιχαίους, τὸν Κικε- Γρωνα. ὍὉ Πλωτῖνος στάθηκε ὁ μεγάλος µκχειραγωγὸς του στὴν πραγματικὴν φιλοσοφία. Ἐσημείωσεν ἀποφασιστικὴ ἕἑ- πίδραση στὴν τελικἡὴ διαµόρ- Φώση τῆς φιλοσοφίας του. Σὲ τὲτοιο σημεῖο μάλιστα ποὺ ἀρ- κετοὶ μελετητὲς του ὑποστηρί- ζουν σήµερα, ὅτι ὁ Αὐγουστὶ- νος ἀσπάσθηκε μᾶλλον τὸ νεο- πλατωνισμὸ παρὰ τὸ Ἀριστια-- νισμµό. Οἱ ἱστορικοὶ τῆς Φιλοσο- φίας συχνὰ πέφτουν μὲ τὰ κεί- µενα τῶν Χριστιανῶν φιλοσό- φων σὲ πλάνες ποὺ δείχνουν ὅτι δὲν ἀκολουθοῦν σωστὴ µέ- θοδο. Σέ ὅλους τοὺς Χριστια- [νοὺς φιλοσόφους θρίσκοµε θέ- ἴσεις, μπορεῖ καὶ πολλὲς, ἄντλη- ᾿μὲνες ἀπὸ Ελληνες φιλοσό- Ίφους. Σπεύδουν τότε νὰἁ ποῦν ὅτι πλατωνίζουν, λόγου χάρη, Β ἀριστοτελίζουν. αὐτὴ ἆ μη- χανικἡ διάλυση τοῦ κειµένου τῶν Χριστιανῶν συγγρα- φέων εἶναι ποὺ ὁδη- γεῖ στὴν ἅἄδικη κρίση, ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ φιλοσόφους καὶ γιὰ φιλοσοφίες, ἀλλά γιὰ ρά- κη ἀριστοτελικὰ ἢ πλατωνικά, |ἀδέξια ραμμένα. Οποιος θέ- λει σωστὰ νὰ κρίνῃ τὴ φιλοσο- φικὴ σκέψη τῶν Χριστιανῶν συγγραφέων δὲ θὰ τὴν κρίνῃ ἀπὸ αὐτὴ τὴ διάλυση τοῦ κει-! ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΑΧ ΝΑ ΚΑΦΚΑ ΚΚΑΚΑΑΝΑ ΚΚ ΧΑΑ ΑΜΑΝ ᾖ Μλεἴνε µαζυ µας, Κύριέ µου, πηχτὸ σκοτάδι ὁλόγυρά µου᾽ µοιάχο κι’ ἔρμο ὅλοι μ᾿ ἀφήνουν, δίχως καμμιά παρη- Ἡ λίη τῆς ζωῆς µας µέρα γρήγορα χάνεται καὶ τῆς γῆς ἡ δόξα κι ἡ χαρά φεύγει καὶ χάνεται καὶ κε Παντοῦ τὸ θάνατο ἀντικρύζω. τὴν ἀλλαγὴ καὶ τὴ ὅπου κι ἂν στρέφω ὁλόγυρά µου. Μα ᾿Εσὺ ποῦ πάντα ὁ ἴδιος μένεις, Εσύ, Χριστέ, γιατὶ µονάχα ἡ δύναμή Σου συντρίόθει καὶ νικᾶ καὶ γ. Ὅταν ἡ μαύρη καταχνιὰ τὴ δόλια µου ψυχἠ σκεπά- ὅταν τὸ φῶς τὴν πλημμυρίζη, μεῖνε, Χριστέ µου ᾿Απὸ κκ κκ κκ κκ κ κκκκνκκκκνκκκνκκκκκκκκκκκ κκ λΡΙΣΠΛΗΚΗ ΜΕΤΑΦΙΣΙΚΗ ΚΟΝ τοσο ΣΤΙ ΓΙ ἡ νόχτι απλώνεται ωμγά, [γοριά΄᾿ μου, ὧν καὶ ὄοι]θς τῶν ἵατο ων, Ισθύνει ἴνη, [φθορὰ [μεῖνε κοντα µου, μέρας ᾿Εσὲ ν᾿ ἀποζητᾶ ἡ [καρδιά µου, [στιάζεϊ γίνη μπορεῖ ὁδηνὸς καὶ [στήριγμά µου (ζει, |. Ἔσύ, κοντά µου. τὸ ΕΠΥΜΒ ΒΟΟΚ: Τοῦ κ. Β. ΤΑΤΑΚΗ Ιµένου, ποὺ δείχνει τὰ δανεικὰ [ὐλικὰ ποὺ περιέχει. Σὲ ὅποιον φιλόσοφο ἢ συγγραφέα ἐφαρ- µοσθῆ ἡ μέθοδος αὐτὴ σὲ ἀνά- λογα, ᾿ἀποτελέσματα θὰ ὁδη- γήσῃ. Έχει φυσικὰ τὸ ἐνδιαφέ- ρον της ἡ ἐργασία αὐτή, ἀλ- λὰ δὲν εἶναι ἀρκετή νὰ ἐξηγή- σῃ ἕνα φιλόσοφο. ᾿Εκεῖνο ποὺ Χρειάζεται κυρίως εἶναι νὰ δοῦμεν ἂν ἔχουν τὸ ἴδιο νόημα, αν κρατοῦν τὴν ἴδια θέση οἱ δανεικὲς θεωρίες µέσα στὴ σκέψη τοῦ Χριστιανοῦ φιλοσό- φου, ἢ ἂν παρουσιάζωνται μὲ νεα οφή, νέο πνεῦμα, ἂν ὕπηρε- τουν τοὺς ἴδιους ἢ ἄλλους ἕ- σχατους λόγους. Τέτοια ἐργα- σία ἀποτελεῖ σωστὴ καὶ ἀντι κειµενικἡ ἐξέταση καὶ ὁδηγεῖ σὲ ὀρθὴ κατανόηση. Όταν καὶ στὴ µελέτη τῆς τέχνης ἆκολου- θοῦσαν τρόπο ἀνάλογο µέ τὸ τρόπο τῶν ἱστορικῶν τῆς φιλο- σοφίας, παίρνοντας γιὰ μέτρο κρίσεως τὴν Ἑλληνικὴ καὶ τὴν Ελληνορωμαϊκὴ τέχνη, ἡ Βυ- ζαντινὴ τέχνη, ἰδιαίτερα ἡ ζω- γραφική, δὲν εὕρισκε καμμιὰ δικαίωση. Αν σήμερα ἀνακα- λύπτουµε ὅλο καὶ περισσὸτε- ρο, τὴ µεγάλη της ἀξία, τὴ δι- κη της ὑπόσταση καὶ ὑφή, εἷ- ναι γιατὶ ἀναζητήσαμε µέσα στὴ δική της οὐσία τὰ κριτή- ρια γιὰ νὰ τὴν κατανοήσωµε καὶ νὰ τὴν κρίνωµεν. Ας ἕἔρ- θωμε τώρα στὸν Αὐγουστῖνο. Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ διανοη- τικὴ του ἐξέλιξη ὁλοκληρώθη- κε μὲ τὴν προσχώρηση του στὸ νεοπλατωνισμὀ. Ἡ νεοπλατω- νικὴ ὑφὴ τῆς Φιλοσοφίας του εἶναι φανερή. Τὴν ἴδια ὥρα ὅ- µως τὸ ἴδιο φανερὰ μᾶς λέγει ποιὸ εἶναι τὸ ριζικὸ λάθος, τὸ κενὸ τοῦ νεοπλατωνισμοῦ. Εἶ- ναι ὅτι μᾶς κρατεῖ σὲ ἄγνοια καὶ γιὰ τὴ θεωρία τῆς χάριτος ποὺ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὴν ἆ- µαρτία, Κάνει πολὺ καλἁ ὁ Πλωτῖνος δὲ θὰ μᾶς τὴ δώσῃ. λεύει νὰ ἁποσπασθοῦμε ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, νὰ κυριαρχοῦ- µε τὰ πάθη, νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸ Ἐν (τὸ Θεὸ). Τὴ δύ- ναµη ὅμως νὰ τὸ κάµωµε ὁ Πλωτῖνος δὲ θὰ μᾶς τὴ δώσῇ Καὶ τὶ ὠφελεῖ νὰ ξέρῃς χωρὶς νὰ μπορῆς Τί γιατρὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συμθουλεύει τὴν ὑγεία χωρὶς νὰ ξέρη οὔτε τὴ φύση τῆς ἀρρώστειας οὔτε τὴ φύση τοῦ γιατρικοῦ Εἶναι φα- νερὸ ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητᾶ ὁ Αὐγουστῖνος εἶναι ἡ ἀποτελε- σματικἡ μέθοδος γιά τὴ σωτη- ρία. Δὲν τὴν θρίσκει στὴν Ἑλ- ληνικὴ Φιλοσοφία, καὶ γι’ αὖ- τὸ μένει ἀνικανοποίητος' τοῦ τὴν ἔδωσεν ὁ Χριστιανισμὸς. ᾿Απὸ κεῖ καὶ πέρα ἡ σκέψη του, κι ἂς ἔχει τὴν προέλευσή της στὸν Πλωτῖνο, τὸν Πλάτω- να ἢ τοὺς Στωϊκοὺς παίρνει ἄλλη ὀφὴ καὶ ὑπηρετεῖ τοῦτο τὸν ὑπέρτατο σκοπὀ, τὴ σωτη- ρία τοῦ ἀνθρώπου. Όταν ἐ- γνώρισε τὸν Πλωτῖνο θρισκό- ταν ὁ Αὐγουστῖνος στὸ Μεδιό- λανον, τὸ σημερινὸ Μιλᾶνο. Τὸν ἴδιο καιρὸ μελετοῦσε, φαί- [νεται, καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ΙΠαύλου' παρακολουθοῦσε καὶ τὰ κηρύγματα τοῦ περιφήµου ᾿ἐπισκόπου ᾽Αμθροσίου. Κάτω ἀπὸ τὶς ἐπιδράσεις αὐτὲς διέ- κοψε κάθε σχέση μὲ τοὺς Μα- νιχαίους. ᾿Εξακολουθοῦσε ὅ- µως µέσα του ἔντονη ἡ πάλη ἀνάμεσα στὸ νόμο τῆς σάρ- κας καὶ τὸ νόµο τοῦ πνεύµα- τος. Ὥσπου μιὰ µέρα (τὸν ᾿Τούλιο τοῦ 386), σὲ ἡλικία 32 χρονῶν, τὴν ὥρα ποὺ θρισκό- ἵτανε στὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ του καὶ ἀναλογιζόταν τὰ προθλή- µατα ποὺ τὸν θασάνιζαν ἄκου- σε μιὰ παιδικἠ φωνή νὰ λέγη καὶ νὰ ξαναλέγη «Το]ιο οὲ Ίθᾳε» πάρε καὶ διάόασε. Μὲ ζωηρὴ ταραχὴ ἔτρεξε στὸ µέ- ρος τοῦ κήπου ὅπου πρὶν λίγο εἶχε ἀφήσει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου. Πῆρε τὸ θιόλίο στὸ χέρι του τὸ ἄνοιξε καὶ τὰ µά- τια του καρφώθηκαν στὸ ἆᾱ- κόλουθο χωρίο τῆς πρὸς Ρω- µαίους ἐπιστολῆς: «ὡς ἐν ἡ- µέρα εὐσχημόνως περιπατήσω- /µεν, μὴ κώµαις καὶ µέθαις, μὴ Γκοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἕ- Γριδι καὶ ζήλῳ' ἆλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ (Συνέχεια εἰς τὴν ὃδ’ σελίδα) ΒΗΜΑ Ἕσαπαςσπρπδο α΄ ὌἜμφυτον ᾿Εθνικὸν συναί- σθηµα ὁδηγεῖ τὸν Ἕλληνα καὶ τὴν Ελληνίδα εἰς τὰς κλεινάς᾽ Αθήνας, Αἱ µαθητικαίἰ µας ἀναινήσεις ἐκ τῆς ἐνδό- ἔου πόλεως, οἱ Περσικοὶ πόλε- μοι, τὸ μεγαλεῖον τῶν ᾿Αθηνῶν μὲ τὰ ἀθάνατα μνηµεῖα τῆς τέχνης, κατ᾽ ἑξοχὴν τὸν Γαρ- (θενῶνα ἐπὶ τῆς ᾿Ακροπόλεως, τὸ ἀριστούργημα τοῦτο τῆς ἱτέχνης ὅλων τῶν αἰώνων, ὅδη- ἰγοῦσι πρὸς τὸ ἔνδοξον Αστυ, Ιτὸ ὁποίον σήμερον εἶναι τὸ Προσκύνηµα ὄχι µόνον τῶν φιλελλήνων ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν πεπολιτισµένων λαῶν. Εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς ἀἁλυτρά- τους Ἓλληνας καὶ τὰς Ἕλλη- νίδας αἱ ᾿Αθῆναι εἶναι ὁ τη- λαυγῆς φάρος πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποθλέπομεν μετ ἐλπίδος διὰ τὸ ᾿Εθνικὸν µας µέλλον. Ἡ καταπληκτικὴ πρόοδος τῶν ᾿Αθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν πὀ- λεων εἰς διάστηµα 130 περίπου ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἁἀποκαταστά- Ίσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς ᾿Ελεύ- θερον Κράτος, ἡ Ἑλληνικὴ Σηµαία κυμµατίζουσα ὑπερή- Φανος ἐπὶ τῶν Δημοσίων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν Κτιρίων, ὁ Ἓλ- ληνικὸς στρατὸς μὲ τὴν ἔνδο- ξον ἱστορίαν του, ἡ ᾿Ανακτο- ρικὴ Φρουρά, οἱ δηµοφιλέστα- τοι Ἕλληνες Βασιλεῖς ἀφίνου- σι τὰς καλυτέρας ἐντυπώσεις καὶ τὰς µεγαλυτέρας ἐλπίδας διὰ τὴν περαιτέρω πρόοδον τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Εὐτυχεῖς ὅσοι ἐπισκέπτονται τὴν Ἑλλά- δα, ἵνα θαυμµμάσωσι τόσον τὴν ᾿Αρχαίαν ὅσον καὶ τὴν Ψεω- τέραν καὶ θαπτισθῶσιν εἰς τὰ νάµατα τῆς ᾿Εθνικῆς Κολυμόή- θρας. ᾽Αλλά διὰ τὸν Κύπριον καὶ τὴν Κυπρίαν ἕν ἄλλο καθῆκον Ἑλληνοχριστιανικὸν εἶναι ἐ- πιθεθλημένον. 'Π ἐπίσκεψις εἰς τὴν ᾽Αγίαν Πόλιν “Ἱερουσα- λήμ. ᾿Εκεῖ ὁ Βαὸς τῆς ἸΑνα- στάσεως μὲ τὸν περίπυστον Γολγοθᾶν καὶ τὸν Άγιον Τά- φον τοῦ Σωὠτῆρος. ᾿Εκεῖ ἔχο- μεν νὰ θαυμάσωμεν πάλιν τὸ γεγογὸς ὅτι µία δράκα Ελλή- νων Μοναχῶν, ἡ ᾽Αγιοταφικὴ ᾿Αδελφότης, ἐτάχθη ἀπὸ αἰώ- νων ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας νὰ διατηρῇ καὶ φυλάττῃ τὰ - ερὰἀ Προσκυνήµατα τῆς Χρι- στιανωσύνης, τὰ “ἱστορικώτε- ρα καὶ ἐπισημότερα, τά ὁποῖα ἐπισκέπτονται οἱ Χριστιανοὶ ὅλων τῶν Χωρῶν τῆς Γῆς καὶ ὅλων τῶν δογμάτων. Ἡ ἐπί- σκεψις εἰς τὸ “Ἱερὸν Σύμόο- λον τῆς Χριστιανωσύνης, τὴν ᾽Αγίαν ᾿ἱερουσαλὴμ, συµπλη- ροῦται μὲ τὴν ἐπίσκεψιν ἄλλων Προσκυνηµάτων καθ’ ὅλην τὴν 'Παλαιστίνην, τὴν ἄλλως λεγο- µένην ᾽Αγίαν Γην, κατ’ ἐξοχὴν δὲ πρὸς τὸν ἱερὸν ᾿Ιορδάνην, ὅπου ἐθαπτίσθη καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν. ᾿Εκτὸς τῶν δύο τούτων ἛἙλ- ληνοχριστιανικῶν Προσκυνη- µάτων, εἰς ᾿Αθήνας καὶ Ἱερου- σαλήμ, ἕν ἄλλο Προσκύνηµα εἶναι ἐπιθεθλημένον εἰς τὸν ἝἛλληνα καὶ τὴν Ἑλληνίδα. Τὸ προσκύνημα εἰς τὴν Γων- σταντινούὐπολιν, τὴν περίδοξον Πόλιν, ἡἥτις ἐπὶ χίλια ἔτη ὅ- πηρξεν ἡ προστάτις τῆς Χρι- στιανικῆς Θρησκείας, ἡ Πόλις μὲ τὰ διατηρούµενα ἀκόμη ᾽Α- νάκτορα τῶν Βυζαντινῶν Αὖ- τοκρατόρων. μὲ τὸ Οἰκουμενι- κὸν Πατριαρχεῖον, μὲ τὸν Μα- ὁν τῆς Αγίας τοῦ Θεοῦ 2ο- φίας καὶ τῶν ἄλλων ἀναμνή- σεων. ᾽Αλλά περὶ τῆς “{στορι- κῆς ταύτης πόλεως θὰ ὁμιλή- σωμεν, Θεοῦ θοηθοῦντος, εἰς ἄλλην µας διάλεξιν. Ὡς πρῶτον σκοπὸν τῆς ἀνὰ [τὴν Ἑλλάδα ἐκδρομῆς µας ἐ- τάξαµεν τὴν Βόρειον Ἑλλάδα µέχρι Θεσσαλονίκης. ᾿Ανεχω- ρήσαμεν ἐξ ᾿Αθηνῶν τὴν Ί2ην Μαΐου 1954 περὶ τὰς Ἰ π. µ. ἀπὸ τὸν Σταθμὸν Λαρίσσης μὲ αὐτοκινητάμαξαν. Αὕτη κάµνει τὴν διαδρομὴν µέχρι Θεσσαλονίκης εἰς διάστηµα Οἵα περίπου ὡρῶν, ταχύτερον ἀπὸ τὴν Σιδηροδρομικὴν ὁλ- κήν, κινουµένη ἐπὶ γραμμῶν διὰ θενζίνης Εἴδαμε τὰ προάστεια τῶν ᾿Αθηνῶν μὲ τοὺς θαυμασίως καλλιεργημένους κήπους των, µέρος τῆς λίµνης τοῦ Μαραθῶᾶ- νος, ἀπὸ τὸ νερὸν τῆς ὁποίας ἀφοῦ ἀπολυμανθῇ, ὑδρεύεται ἡ µεγάλη πόλις τῶν ᾿Αθηνῶν, ἐπεσκέφθημεν ἰδιαιτέρως καὶ ἐθαυμάσαμεν τὸ µέγα ἔργον τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας καὶ τέχνης. Εἴδομεν τὰς Θήδας ὅ- που ἁριστερὰ φαίνεται ὁ Ἰι- θαιρὼν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνθυμί- ζει τὴν τραγωώδίαν τοῦ Οἰδίπο- δος καὶ ὁ Παρνασσὸς ὕψους 2459 µέτρων ὅπου ἡ φαντασία τῶν ᾿Αρχαίων Ἑλλήνων ἐτο- ποθὲτει τὰς Μούσας. Καὶ τὰ δύο ὄρη σαν χιονοσκεπῆ. Εἴδαμε τὴ Λεθαδειἁ καὶ ἐνεθυμήθημεν τὸ λαϊκὸν τρα- γοῦδι «Σαράντα παλληκάρια ἀπὸ τὴν Λειθαδειἁν, καλὰ κι’ ἁρματωμένα πᾶνε γιὰ νὰ πα- τήσουνε τὴν Τριπολιτσιά...» Εἴδομεν τὴν Λαμίαν ὅπου ὁ Σπερχειὸς ποταμὸς καὶ ἐνεθυ- µήθηµεν τὴν γέφυραν τῆς ᾽Αλαμάνας, τὴν Ἱρωϊκὴν µα- χην καὶ τὸν μαρτυρικὸν καὶ ἔν- δοξον θάνατον τοῦ Διάκου. Εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαμίας καίει ἀκοίμητος κανδήλα πρὸ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Πρωος. Ο- χι μακράν εἶναι αἱ Θερμοπύ- λαι μὲ τὴν ἀνάμνησιν τοῦ Λεω- νίδου καὶ τῶν τριακοσίων του. Εἴδομεν τὸν Δομοκόν, τὰ Φάρσαλα καὶ ἀντελήφθημεν, ἀλλοίμονον, τὰς µεγάλας κα- ταστροφᾶς ἐκ τῶν σεισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν κατὰ τὰς ἡμέ- Τοῦ Ἰατροῦ ». κ. Ι), ΙΑΚΩΙΡΙΛΟΩΥ ρας ἐκείνας. Παρήγορον ὑπῆρ- (ξε τὸ θέαµα ἐκ τῆς ἀποξηράν- σεως τῆς λίμνηςιτῆς Κωπαῖ- δος, τὴν ὁποίαν κατεῖχε πρὸ ὁ- λίγου καιροῦ καὶ ἔξεμεταλ- λεύετο ᾽Αγγλικὴ 'Εταιρία. Τὴν μεγάλην περιοχὴν ἐξηγόρασε ἡ Ἑλληνικὴ Κυθέρνησις ἀπὸ τὴν ᾿᾽Αγγλικὴν Ἑταιρίαν ἀπε- ξήρανε τὰ ἕλη καὶ τὰς 200 χιλ. τῶν ἐκεῖ στρεμμάτων διεµοί- ρασεν εἰς τοὺς χωρικοὺς. Οἱ ἀγρόται 40 χωρίων γύρω τῆς πάλαι ποτὲ λίµνης τῆς Κωπαῖ- δος συμποσούµενοι εἰς 11 χι- λιάδας ἑώρτασαν μὲ πολὺν ἐν- θουσιασμὸν τὴν πρώτην ἐσο- δείαν των μετὰ τὴν ἀποξήραν- σιν. Ἡ καλλιέργεια ἰδίως τοῦ σίτου ὑπῆρξε πολὺ ἱκανοποιη- τική. Τώρα καλλιεργεῖται ἐπίσης ἐκεῖ ὄρυζα. Καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἡ τροφὴ αὐτὴ ἑσπάνιζεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τώρα γίνεται τοσαύ- τη ἀπόδοσις ὥστε ἱκανοποιεῖ- ται ὄχι µόνον ὁ πληθυσμὸς ὁ- λοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἆλ- λὰ γίνεται καὶ µεγάλη ἐξαγω- γἡ τοῦ προϊόντος εἰς τὸ ἐξω- τερικόὀν. Καὶ οὕτω μαζὶ μὲ τὸν πλουτολογικὸν αὐτὸν παρά- γοντα κατεπολεµήθη καὶ ἡ ἑλονοσία ἀπὸ τὰ ἄλλοτε ῥὅ- πάρχοντα ἐκεῖ ἕλη. Ἐφθάσαμεν ἔπειτα εἰς τὴν Λάρισσαν, τὴν Πρωτεύουσαν τῆς Θεσσαλίας. Ἡ Θεσσαλία κατὰ τοὺς μυθικοὺς χρόνους ἐθεωρεῖτο ἡ χώρα τῶν περισ- σοτέρων Θεῶν καὶ Ἡρώων. Ἠτο ἡ Πατρὶς τοῦ Πηλέως καὶ τοῦ Ἠρωος ᾿Αχιλλέως. Οἱ πρῶτοι θασιλεῖς ὅπου έθα- σίλευσαν ἧσαν ὁ Δευκαλίων καὶ ἡ σύζυγός του Πύρρα οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν Μυ- θολογίαν ἐσώθησαν μετὰ τὸν κατακλυσμὸν, Υἱός των ἦτο ὁ ἝἛλλην, ἐκ τοῦ ὀνόματος δὲ τούτου οἱ κάτοικοι τῆς Φυλῆς µας ὠνομάσθησαν ἛἜλληνες. Ἡ Θεσσαλία κατὰ τὴν ᾿Αρ- Χαιότητα διετήρει ἄριστον π- πικὀν, ἐκ τούτου ἡ φαντασία τῶν ᾿Αρχαίών Ἑλλήνων ἐδη- µιούργησε τοὺς Κενταύρους κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ ἄνω μὲ σῶμα ἀνθρώπινον καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ κάτω μὲ σῶμα ἵπ- που. Κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ὑπῆρξεν ἡ Πατρὶς τοῦ Ρήγα Φεραίου, τοῦ Βλαχάθα, τοῦ Ἠικοτσάρα καὶ ἄλλων Ἡρώων, Κατὰ τὰς πρώτας ἢ- µέρας τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τοῦ 1940 οἱ ᾿Ιταλοὶ ἐθομθάρδισαν τὸν ἅμαχον πλη- θυσμὸν τῆς πόλεως, καθ᾽ ὃν χρόνον οἱ κάτοικοι ὑπέφερον ἀπὸ πρόσφατον σεισµόν. Ἐμεί- ναμεν ἐκεῖ περὶ τὸ νι τῆς ὥρας καὶ ἔπεια ἐπροχωρήσαμεν πρὸς τὰ θόρεια σύνορα τῆς Ἑλλάδος τὰ πρὸ τοῦ Ἔτους 1912’ Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θαυμα- σίαν κοιλάδα τῶν Τεμπῶν, ὅ- που δεξιὰἁ ὑψοῦται ὁ ο- λυμπος, ἡ Κατοικία τῶν Θεῶν κατὰ τὴν φαντασίαν τῶν ᾿Αρ- χαίων Ἑλλήνων καὶ ἀριστερά ὁ Κίσσαθος. ᾿Εκεῖ ἐνεθυμήθη- μεν τὸ Δημῶδες ποίηµα. «Ὁ Όλυμπος κι’ ὁ Κίσσαόος, τὰ δυὸ Θουνὰ μαλλῶναν, τὸ᾽ να πενιέται γιὰ σπαθὶ καὶ τ’ ἅλ- λο γιὰ τουφέκι..Σ Οἱ ἀθάνα- τοι χρόνοι τῶν ᾽Αρματωλῶν καὶ Κλεφτῶν ὅτε διὰ τῶν Η- ρωϊκῶν των ἀγώνων, κατὰ τῆς τότε ἰσχυρᾶς ᾿Οθωμανικῆς Αὐ- τοκρατορίας προπαρασκεύα- σαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ Ἔθνους καὶ συνετέλεσαν µεγάλως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἙΕλλά- δος εἰς ἐλεύθερον Κράτος. Εἴδομεν τὴν µεγαλοπρέπειαν τοῦ ᾿Ολύμπου, ὕψους 2985 µέ- τρων καὶ τὴν ὑψηλοτάτην κο- ρυφὴν του χιονισµένην καὶ ἐδι- καιολογήσαμεν τὴν φαντασίαν τῶν ᾿Αρχαίων Ἑλλήνων, ἥτις ἐτοποθέτησεν ἐκεῖ τοὺς Θεοὺς των μὲ ἀνθρωπίνην μορφὴν καὶ ἀνθρώπινα αἰσθήματα ἀλλὰ ὦ- ραιοτέρους καὶ τελειοτέρους. Μετὰ τὴν διάθασιν τῶν πρὸ τοῦ 1912 Ελληνοτουρκικῶν Συνόρων ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν τὴν χώραν τοῦ Φιλίππου, τοῦ Μεγάλου ΊΑλε- ξάνδρου καὶ τοῦ ᾿Αριστοτέ- λους, καθὼς ἐπίσης τοῦ ᾿Ορ- φεως, τοῦ Λίνου, τοῦ Μουσαί- ου, τοῦ Εὐμόλπου κλπ. Εἰς τὴν Μακεδονίαν ἀπεθι- θάσθη τὸ πρῶτον ὁ ᾽Απόστο- λος Παῦλος ἵνα κηρύξη εἰς τὰς πόλεις αὐτῆς καὶ τὴν Θεσ- σαλονίκην τὴν Πρωτεύουσαν, τὴν Χριστιανικὴν Θρησκείαν. Ὡς γνωστὸν ὁ ᾽Απόστολος ἔ- γραψε ἀπὸ τὴν Κόρινθον καὶ δύο ἐπιστολὰς πρὸς Θεσσαλο- νικεῖς. Ἐκ τῆς Μακεδονίας ἐ- ξέδραµεν ὁ ᾽Απόστολος πρὸς τὴν Κυρίως Ἑλλάδα, ὅπου ἆᾱ- πὸ τοῦ θήµατος τοῦ ᾿Αρείου Πάγου ἐκήρυξε τὸν ἀληθῆ Θεόν, «Ὁς οὐκ ἐν χειροποιή- τοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύε- [ται, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωήν, ἱπνοήν, τὰ πάντα...» Ἐκ τῶν ᾿Αθηνῶν µετέδθη εἰς τὴν Κόριν- θον, τὴν πόλιν τοῦ πλούτου καὶ τῆς χλιδῆς ἀλλὰ καὶ τὴ πόλιν τῆς ἁμαρτίας... Πρὸς τοὺς Κορινθίους ἔγραψεν ἐκ τῆς Ρώ- ἵμης δύο ἐπιστολὰς, τὴν πρὠ- την καὶ τὴν δευτέραν. Ἡ Μακεδονία εἶναι διὰ τήν ὅλην Ἑλλάδα «Ἡ γῆ τῆς Ἐ- παγγελίας, ἐξ ἃς ρέει μέλι καὶ γάλα. Εἶναι ὁ σιτοθολὼν τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς Γῆς, πλουσιώτερος καὶ ἀπὸ τὴν πλουσίαν πεδιάδα τῆς Θεσσα- λίας οἱ εὔφοροι ἀγροί της ποτί- ζονται ἀπὸ τὰ ἄφθονα νερὰ τοῦ Σπερχειοῦ καὶ τοῦ Πη- νειοῦ, εἰς τὴν Μακεδονίαν ρέει ὁ ᾽Αλιάκμων καὶ ὁ ᾿Αξιὸς, καὶ εἰς τὴν Θράκην ὁ Βέστος καὶ ὁ Ἓθρος. (συνεχίζεται) { 8 φ ΗθΕΣΛΛΟΝΙΜΗ ΚΛΙ 0 ΠΠ ΑΣ ΛΗΜΗΙΗΡΣ | ΕΗΝΗ) [ ΙΙ ΙΠΙΠΙΙ 26ον Ηράγµατι, ὅπως εἰς τὴν ἰκ- φαφχίαν τῆς ἀνθρωπίγης κοινωνί- ας, Ἡ ἀνωτέρα ἐξουσία ἐγχαθι- δωύεται ὑπερόνωῳ τῶν κατωτέρων ἐξουσιῶν, οὕτω γαὶ ὁ Θεὺς εὖ- ἴσχεται ὑπεράνω χάθε ἀθχῆς, ὣς εξυυσία ὑπεοτάτη καὶ ἀπόλυτος. «ΕΗ παρατήφησις περὶ τῶν ἂνυ- ογύσι ἐξ ἴσοιν καὶ ὅσον ἀφουᾶ τὰ ιάτων ἐναντίον τῆς ᾳύσεως ἵ- Ἰήματι ἐχεῖνα, ποὺ συγεπιφέ- ψει ἡ ἐπιθυμία νὰ, ὄλάττωμεν τοὺς συνανθρώπους µας χακώσεις ἢ μὲ δυσφήμησιν, 0 πύθος τῆς ἐκ- δικήσεως παροομᾷ τὸν ἐχθοὸν κα τὰ, τοῦ ἐγθροῦ του ὁ ἔρως τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν τὸν Κηστὴν κατὰ τοῦ. ὁδοιπόρυι ὁ φόθος τοῦ γα- κοῦ τὸν θωασύδειλον χατ’ ἐγείνου ποὺ «οθεῖται καὶ ὑποαπτεύετω. “Ὁ φθόνος παφωθεῖ τὸν ὁυστυχῆ κα: τὰ τοῦ εὐτυχισμένου, τὸν δὲ εὖτι- χισμένον πόλιν ἐναντίον ἐπείνοι, τὸν ὁποῖον φοθεῖται, μήπως ἑξι- σωθῇ μὲ αὐτὸν ἢ ὅτι ἔγινεν ἤδη ἴσυς του. Τέλος Ἡ χαιρεκαχία δι- αφ λέγει τὰ στήθη πολλῶν, καθώς δειχνύει ἡ ἀπόλανσις εἲς ἀγῶνας µογομµάχων ἢ Ἡ εὐχαρίστησις ἔ- Ἠείνων, ποὺ χλευάζουν ἢ ἕξαπα- τοῦν τὸν πλησίον των. Αὐταὶ εἶναι αἱ πριώτεραι πη- γω τῶν γακῶν. Τὰ χαχὰ ταῦτα ἔχουν τὰς σφριγώδεις ρίξας των εἷς τὺὸν ἀκόλαστον πόθον νὰ κι- ριαρχοῦμεν, νὰ θλέπωμεν καὶ νὰ συναισθανόµεθα, ἄλλοτε μὲν τὴν µίαν τῶν φλογερῶν ὀρέξεων τού- τῶν, ἄλλοτε δὲ τὴν ἄλλην ἢ καὶ τὰς τρεῖς µαζί, Ἡ ζωὴ ἀνάμεσα εἲς αὐτὰς τὰς πλάνας εἶναι ἆ- µάρτηµα κατὰ τῶν τριῶν καὶ ἕ- πτὰ ἐντολῶν-- τοῦ δεκαχύρδου ψαλτηρίου Σου-- τοῦ. Δεχαλόγου Σου, ὢ Θεὲ ὕψιστε καὶ πανάγα- θε! Αλλά ποιὲς ἀνομίες ἡμπυ- ροῦν νὰ θίξουν Ἐσέ, ποὺ τίποτε δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ Σὲ ὁλά. ης Τοῖα ἐγγλήματα δύνανται γά θλάφουν ἘἨσέ, τὸν ἁλώθητον ! ΗΠοράγµατι τιμωρεῖς τ' ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθοωποι διαπράττυυν ἐναντίον. αὐτῶν τῶν ἰδίων, διότι, ἐᾳ᾽ ὕσον ἐγκληματοῦν καὶ ἐναντί- ον 5ου, ἐγεργοῦν, χωοὶς σεθα-- σµόν, ἐναντίον τῶν ἰδίων φυχῶν των, ἡ δὲ κακία των ἑξαπατᾷ τὸν ἑαυτόν της, ἐᾳ) ὅσον νωτα- χρώμενοι ἐχείνου, τὸ ὁποῖον ἐπι- τρέπεται, δηλαδὴῆ προθαίνγοντες εἰς πράξεις ἀντιστρατευομένας ποὺς τοὺς νόμους τῆς φύσεως, Ἱ πο- θοῦντες τὸν ἀπηγορευμένον καορ- πόὀν, διαφθείρουν καὶ διαστοέφουν τὴν φὖσιν των, τὴν ὁποίων Σδὶ ἔπλασες καὶ ἐρρύθμισες. Εξ ἄλ- λου ἁμαρτάνουν ἐπαναστατοῦντες ἐναντίον Σου εἶτε διὰ τῆς σκέ- ψεως, εἴτε διὰ τοῦ λύγου, ἤ, ὅταν ἡ αὐθάδειά των, θοαύουσα τοὺς δεσμοὺς τῆς ἀνθρωπίνης γοινωνί- ας, εὑρίσκῃ ἀπόλαυσιν εἰς τὴν συγχρότησιν μεμονωμένων κοινω- γικῶν συνδέσμων καὶ φᾳατριῶν, ᾱ- ναλόγως τῶν συμπαθειῶν ἢ ἀν- τιπαθειῶν τῆς στιγμῆς, Ὑφίστανται τῶν καιῶν τού- τῶν τὰς συνεπείας, ὁσάχις ἔγκα- ταλείπουν Σέ, πηγὴν τῆς ζωῆς, μόνον χυρίαρχον χυθερνήτην τοῦ Στμπατος᾽ ὑσάχις, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὑπεροψίας των, ποὺ δὲν ᾱ- χούει παρὰ µόνον τὸν ἑαυτόν της, ἀγαποῦν µέρος τοῦ συνόλου, ὡς σύνολον τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι ευ- δὲς καὶ ἀπατηλόν. Λοιπὸν δὲν ἐπιστρέφουν εἰς Ἓ- σὲ παρὰ ὠθούμενοι ἀπὸ ταπεινύ- Φρονα εὐσέδειαν. Σὺ μᾶς θερα- πεύεις ἀπὸ τὴν συνήθειαν τοῦ κά- κοῦ, Ἐπιεικῆς πρὸς τὰ ἀνομῆμα- τα ἐκείνων, οἳ ὁποῖοι τὰ ὁμολο- γοῦν, εἰσακούεις τοὺς ἁναστενα- γμοὺς τῶν αἰχμαλώτων, ποὺ φέ- ρουν τὰς θαρείας ἁλύσεις των. Μᾶς ἁπαλλάσσεις ἀπὸ τοὺς χαλυ- ὀδίνοιις. δεσμούς, ποὺ. σφυρηλα- τοῦμεν δι ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἀθ- γεῖ νὰ μὴ ὀρθώνωμεν πλέον ἐναν- τίον Σου τὰ «κέρατα ψευδοῦς ἐλευθερίας», παρωθούµενοι ἀπὸ τὸν πύθον ν᾿ ἀποντήσωμεν περισ- σύτεφα, μὲ κίνδυνον νὰ χάσωµεν τὰ πάντα ναὶ ἀγαπῶντες τὺ ἐγω- ἴδιόν µας περισσότερο ἀπὸ Σένα, ὦ ὑπέρτατον ἀγαθόν. . Αα. ᾽Αλλά, ἐχτὸς τῶν ἐγχλημάτων, τῶν παρεκτοοπῶν γαὶ τόσων ἄλ- λων ἀνομημάτων, ὑπάρχουν καὶ ἆ- µαρτίαι πο διαποάττονται ἀπὸ τοὺς εὐρισκομένους εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου. Διὰ νὰ τοὺς κοίνουν δικσίως, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν τοὺς κατη- γοροῦν ἐν ὀνόματι τοῦ νόµου τῆς τελειότητος, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ τοὺς ἐπαινοῦν. ἐφ᾽ ὤσον ὑπόσχυντα καοποὶς διὰ τὸ µέλλον, καθὼς αἳ ποασιαὶ ὑπόσχονται συγχοµι- δήν. (1) Υπάρχουν ἐνέογειαι, ποὺ κάµνουν ἐντύπωσιν ἀνομημάτων ἢ κακουργημάτων, διότι δὲν πφο- σθάλλουν οὕτε Σέ, ὦ Θεέ µον, οὔτε τὴν κοινωγίαν. “ο ἄνθρωπος παραδείγματος χάριν, ποὺ ἐπιδι- ώκει μερικὰ ἀγαθὰ διὰ τὴν ζωήν του, χωρὶς νὰ ὠθῆται ἀπὸ τὸ πά- θος τῆς φιλαργυρίας διὰ τὴν ᾱ- πὐχτησίν των, δὲν ἁμαρτάνει. Ἑ- πίσης δὲν ἁμαρτάνει μιὰ ἐξουσία, συγκεχροτηµένη καλῶς, ὁσάχις τιμωφρεῖ ἕνα ἐγκληματοῦντα, ἐᾳ᾽ ὗσον ἡ ἐπιθολὴ τῆς ποινῆς δὲν ἡμπορεῖ ν᾿ ἀπυοδοθῇ εἰς τὴν ἐπι- θυµίων νὰ χάνωμε κακὺν εἷς τὸν πλησίον µας. Ὑπάρχουν λοιπὸν πολλα ποά- Ἑεις, ἐπιλήψιμοι εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὰς ὁποίας ἐπιδοχιμάτεις Ἐσύ. Απ ἐναντί- ας ὑπάρχουν ἄλλαι, ποὺ ἐπιδοχι- µάζονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλ)ὰ, χαταδικάζονταν ὑπὸ Σοῦ, Τοῦτο δὲ γίνετα, διότι µία καὶ ἡ αὐτὴ απρᾶξις ἔχει διαπόρους ὅ- δεις. αἳ δὲ ἐνδόμουγοι διαθέσεις (Συνέχεια εἰς τὴν δ΄ σελίδα) Ὦ. Τὸ χωρίον τοῦτο εἶναι σκοτει- νὸν. Ίσως ὁ Αὐγουστῖνος θέλει νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ ἁμαρτίαι τῶν πορευοµέ- γων τῆς ἠθικῆς τελειότητος, κατηγο- ροῦνται, σταθµιζόµεναι ὅμως μὲ τὸ µέτρον τῆς ἐλπίδος τῆς θελτιώσεως, κρίνονται, μὲ μεγαλυτέραν ἐπιείκειαν.