Back

Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

ΣΕΛΙΔΑ 2 Το μαρτύριοτων 13 Γλυκοχάραζε. Τα πρὠ- τα πετεινά της αυγἠς τεντώ- θηκαν στο δροσερό αγερά- κι κι αρχίσανε να σκορπούν ανάερα τους πρωϊνοὺς ρυ- θμούς τους. Ψηλά στον ου- ρανό κάποια αστἑρια τρεµό- παιζαν ακόμα στο φως της αυγἠς, δεν άντεχαν ὅμως ἆλλο, ἔσβηναν. Ο κόσμος ἐυπνούσε ολόγελος. Μια véa pépa αρχινοὺσε. Πάνω απ᾿ τοΜοναστή- ριτης Καντάρας δυό πουλιά µε μεγάλες φτερούγες κἄ- ναν ἕνα γύρο, κουκούβισαν µε τη στριγγιὰ φωνή τους κάμποσες φορὲς κι ὕστερα πἐταξαν µακρυάἁ, κατά νό- του. Ἡ αγρυπνία των µονα- χών μόλις εἶχε τελειώσει. Η μεγάλη πόρτα του ναού της Παναγίας ἆνοιξε, αφήνον- τας ἕνα υπόκωφο τρίξιμο στη σιγαλιἀ του πρωϊνοῦ. Οι μοναχοί βγήκαν στον αυλό- γυρο, κινήθηκαν σβελτάτα και σε λἰγο μαζεύτηκαν ὁλοι στην ἔξοδο της Μονής. -Στ᾽ ὀνομα του Χρι- στοῦ, ξεκινάμε, ἔκαμε ἑνας κοντόσωµος καλόγερος µε σκαμμένο το πρόσωπο και δυὀ εκφραστικά - αμυγδαλά- τα μάτια. - Ξεκινάμε, πάτερ Κό- 5ο µοναχώντης Καντάρας νωνα, αποκρίθηκαν οι άλλοι και τα μάτια τους λάµψανε. Στο δρόμο οἱ αδελφοί δεν μιλούσαν. Μονάχα οἱ πατημασιὲς τους ακούγον- ταν καιτα κτυπήματα απ Τα ραβδιἀ, που κρατούσαν στο χὲρι οι γεροντότεροι Ο ἡλιος είχε κιόλας ανέβη ἕνα κοντὰρι απάνω, θωπεύον- τας χαϊδευτικά, µετις ζεστές ακτίδες του, ὅλη την πλάση. Περνοὺσαν οι αδελφοί το να χωριό μετὰ το ἀλλο. Ο δρόμος δεν ἔλεγε να τε- λειώσει. Αλλού ανηφόριζε, αλλού γινόταν φιδωτός και στενὸς, ενώ οι σκόνες που γιόμιζαν τον αέρα, καθὀν- τουσαν στα Ιδρωμὲένα πρὸ- σωπα των μοναχών. “Eva σμάρι ανθρώποι φάνηκαν απὀ μακρυά µεσ᾽ σταχωρά- Φια, κρατώντας στα χὲρια τους τα εργαλεία της δου- λειάς, ενώ πίσω ᾿κλουθού- σαν μερικἁ ζωντανά. Ο ρυ- θμός της ζωής εἶχε ἠδη αρ: χίσει. - Κουράγιο, θα φτάσου- με, δεν γίνεται αλλιώς. Οι Φράγκοι μάς αναμένουν. ΣΤ᾽ ὀνομα του Χριστού θα οµολογήσουµε την πἰστη μας. Κανὲνας ας µη λιΥοψυ- χἠσει, πατέρες και αδελφοί µου. Τούτα τα τελευταία λό- γιατα ᾿πε δυὀ και τρεις Φο- ρὲς ο πατήρ Ιωάννης, évac ψηλός, ξερακιανός καλόγε- ρος µε ψαρὰ μαλλιά κι ολό- λευκη γενειάδα, σπἁζοντας τῃ σιωπή που βασίλευε ανά- µεσό τους. Οἱ ώρες κυλούὺσαν, η µια µετά την άλλη. Στο µυα: λό των μοναχών κλωθογύ- ριζαν θημαριὲς - θημαριὲς οι σκέψεις. Θα μαρπυρού: σαν την πίστη τους μπροστά στους φραγκοπαπάδες. Κι αν χρειαζόταν, θα Ἴδιναν και τη ζωή τους ακόµα για την αλήθεια της πίστης τους. Τούτο το τελευταίο τους ἔδινε δύναμη και υπο- µονή να αντέξουν την κοὺ- ραση του δρόμου... Ο ἡλιος ἄρχισε να βα- σιλεύει. Θριαμβευτικά ἔγει- ρε στη δύση του, πἠρε éva χρώμα πορφυρό και ἔβαψε εξαίσια το φόντο του ουρα: νοῦ, παίζοντας νωχελικά µε µια τούφα απὀ συγνεφάκια nov’ τυχε να βρεθούν μπροστά του. - Ὡς εμεγαλύνθη τα ἐρ- γασου, Κύριε, σιγοψιθύρισε κάποιος καλόγερος καὶ σταυροκοπήθηκε µε ευλά: βεια. Το πἐτιλο της νύχτας ἄρχιοε να κατεβαίνει σιγἁ - σιγἁ και να σκεπάζει τη Υη. Οι δεκατρεὶς μοναχοϊ φιλοξενήθηκαν το βράδυ σε κἀποιο μοναστήρι. Πρωϊ - πρωϊ την ἄλλη µὲρα, βγή- καν και πάλι στο δρόµο και κίνησαν. Σε Aiyo φάνηκαν απὀ μακρυά ταπεινἁ σπιτάκια. Κάποιοι τρούλλοι προβάλ- λανε αγἑρωχοικατ᾽ απ΄ τον ἡλιο. Όι μυτερὲς κόγχες ενὸς ναού, που φάνηκε στο βάθος, λες και τρυπούσανε τον καθάριο λευκωσιάτικο αξρα, ανεβαίνοντας ψηλᾶ. Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ Σίγουρα ο ναὸς τούτος θα ταν η καθολικἡ της Αγίας Σοφίας των Φράγκων. Η Λευκωσία άρχισε σιγά - σι- γά να αποκαλύπτεται. Στο πρόσωπο των μοναχών απλώθηκε µια πρεµία καὶ µια γαλήνη, που φάνταζε απὀκοσμη. Η καρδιά τους σκίρτησε. Η μαρτυρία καιτο μαρτύριο - αν χρειαζόταν - βρισκόντουσαν κοντά. Μπήκαν στην πόλη. Οι κάτοικοι τής πρωτεύουσας, που ἦταν ορθόδοξοι, εἶχανε ειδοποιηθεί γι αυτή την επίσκεψη των δεκατριών μοναχών της Καντάρας. Τους καταπίεζαν κι αυτούς, όπως κι όλους τους Κυπρί- ους, οι Φράγκοι, και τους στρίµωχναν. Τρώγανε το βιὸς τους µε βαριὲς Φορο: λογίες. Και σαν να µην ἐφτανε τούτο, γύρευαν από πάνω να τους φραγκέφουν κιόλας. Γι΄ αυτὸ σήµερα το πρωϊ βγήκανε στους ὁρό- µους γεμάτοι ενθουσιασμό, να υποδεχτούν τους δεκα: τρεὶς καλόγερους της Kav- Tapac. Ο αγέρας γιόμισε µε θριαµβευτικές φωνές. Καλά - καλά δεν μπορούσες να διακρἰνειςτι ακουγόταν. Μὲ- σα απ᾿ το πλήθος προχω- ρούσαν κι ἔρχονταν προςτο μέρος τους τρία εξαπτέρυ- γα, που κρατούσαν στα χὲ- ρια τους κάτι ξυπόλητα pr Kod παιδάκια μ᾿ ἔκφραση αθώα καιταπεινἠ. Μια µεσό- κοπη, λεπτή γυναΐκα, τυλι- γµένη στα μαύρα, πορευό- τανπίσωαπ᾿ τα παιδιᾶ. Εἶχε αναμμένα µέσα σ᾿ ἑνα πἠ- λινο θυμιατήρι κάρβουνα, ενώ στο δεξί της χέρι κρα- τούσε φύλλα ελιάς. Πλησία- σε µε περισσή ευλάβεια, ενώ απ᾿ Τα μεγάλα κουρα- σμὲνα μάτια της δυὀ χον- τρὲς στἆλες δάκρυα κυλοῦ- σαν στο σταφιδιασµένο της πρόσωπο. -- Ευλογήστε, ἁγιοὶ πατὲ- ρες, είπε, κι η Φωνή της μὀ- λις που ακουγόταν απ΄ την συγκἰνησή της καιτις φωνὲς των ἀλλων. Ο πατήρ Κόνωνας πἠ- ρε στα χέρια του την ελιά, την σταύρωσε τρεις φορές, μουρμούρισε µια ευχή καὶ στράφηκε στο πλήθος ποὺ ἴχε συναχθεί. Με το θυµια- τὸ στο Χὲρι ἕκανε το αημείο του Σταυροὺ στα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα, ενώ οι ορθόδοξοι πιστοὶ, οκύβου- τας ως κάτω µε ευλάβεια, ἐπαιρναν την ευλογία an’ το γέροντα. Όμως σε λίγο απ᾿ το βάθος του δρόμου ἔκαναν την εμφάνισή τους κἀττοῖοι Φραγκοπαπάδες. ᾿Ακου: σαν τις φωνὲς και τους ἐξαλλους ενθουσιασμοὺς του κόσμου και κατάλαβαν τ' γινόταν. Το πρὀσωπό τους, σκλήρυνε απότομα. Στα μάτια τους ζωγρα- φίστηκε µια ἑκφραση θυμού και αγανάκτησης. Προχώ: ρησαν µε σταθερὀ, αγέρω: χο βήμα και κύτταξαν περι- φρονητικά τους καλόγε: pouc. Συνεχίζεται eee