Back

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, 1913-03-29, [ar] πμ ΠΜ ΒΑΣΙΛΕΥΣ Γ ΕΩΡΓΙΟΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.

πμ ΠΜ ΒΑΣΙΛΕΥΣ Γ ΕΩΡΓΙΟΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Thy πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἑλληνικῶν νόμων ἔν τε τῇ πόλει τῆς Θεσααλονίκης καὶ τῇ λοιπῃ Μακεδονίᾳ ᾿γγυᾶτο. καὶ ἐξγσφάλίζεν Ἡ ἀνελλιπῆς πορουσία. τοῦ Βασιλέως µας ἐν τῇ Μακεδονικῷ πρωτευ- chon, ᾿ἨΕγκατιατηµένος πάντοτε ἐντὸς τῆς μαχευτικῆς ἐπαύλεωςαΜοη Ρ]αἱθίγ» τοῦ ν. Χατζηλαζάρου, 6 Βασιλεύς µας, ἐδέχετο ταχτικὰ εἰς ἀκρόασιν τοὺς προ κρίτους, πολιτικοὺς a θρησκευτικοὺς ἄρχη- γοὺς ὅλων τῶν φυλῶν τοῦ τόπου, συνεν- ψοεῖτὸ μαζι των διὰ τὰ καθέκαστα τῆς διοικήσεως, τόὺς συνεθουλεύετο, τοὺς συ- νεθούλευς, ἔδιδε πρὸς αὐτοὺς. : ὑποσχέσεις ᾖ ἐλάμθανε πἀρ᾽ αὐτῶν ὄρχους καὶ ὁμος λογίας ὑποταγῆς ἡ ἐκδηλώσεως εὐγνω5 µοσύνης καὶ σεθασμοῦ. τος Καὶ εἶχε τὴν ὑπομονὴὴ νὰ τοὺς ἀκούῃ ὅλους ὁ ἀείμνηστος Βασιλεύς µας Τεώρ- γιος ἐπὶ πολλὰς ὥρας τῆς ἡμέρας, ἐκρά- τει αὐτοὺς συχνὰ εἰς γεῦμο,. ἠγρύπνει πολλάκις τὴν νύκτα μεταξύ των, ὅταν παρίἰστατο ἀνάγχην ἐχαριεντίζετο πολλά- χις ὅταν ἤθελε κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ µετριάσῃ τὴν αὐστηρὰν ἐπιθολὼν τῶν βκοιλικῶν του λόγων καὶ ἓν Ὑένει ἐθυ- αἰαζε πολὺ. «µέρος τῆς ἀναπαύσεώς του καὶ τῆς ἠσυχίας του ὑποχρεωμένος νὰ στρατωνίζεται σχεδὸν μὲ τν οἰκογένειάν του ὅλην ἐντὸς τῆς ταπεινῆς παραλιακῆς ἐπαύλεως τῆς ὁποίας Ἡ εὐρυχωρία καὶ ἡ πολυτέλεια δὲν ἔχουν καμµίαν σχέαιν΄ μὲ τὴν φανταστικὴν µεγαλοπρέπµαν τῶν ἀνακτόρών τῶν ᾿Αθηνῶν. Πόσην ὅμὼς ὑπερηφάνειαν καὶ ἀγαλλίασν «μπθάνετο ἡ µεγάλη Βασιλική ψυχή Του ὅταν, ἀγὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐξήρχετο μόνος καὶ πεζᾷ εἰς περίπατὸν φορῶν τὴν προπφιλῆ του ναυτικὴν. στολὴν καὶ ὅταν θραδυπο-, ρῶν τὴν ,παραλιακὴν ὁδὸν πρὸς ' τὸ Μι- κρὸ Καραπουρνοῦ ἐφέρνα κάτω ἀπὸ τὴν. περίφηµην ἔπαυλιν ἸΑλλατίνη καὶ ἀπ' ἐ- net Epiyve πρὸς την κάτασπρη πόλιν μὲ τοὺς ὑψηλοὺς µιναρέδες της τὰ ἀγέρωχο βλέμμα ποῦ φεύγει µόνον κάτω ἀπὸ τὰ βλέφαρα τῶν νικητῶν Ἡ ἐκεέων nod πλημμυροῦν απὀ ευτυχιαν. πα. Ποιὸς ξεύρει ἂν Ἡ ΠΒασιλικὴ ψυχή Του εἶχεν ὀνειριυθῷ πητὲ τὸ λυχὸ αὐτὸ ὄνειρο ποῦ τὰ μάτια του ἔθλεπον νὰ πραγματοποιῆται | Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ (φαντασθῇ. ὅτι θὰ : ἔθλεπι :ὰ χυµα- τίζῃ ὑπερήφανος ἡ γαλανόλευκας ἐπὶ τῆς στέγης τοῦ Κτιρίου ὅπου πρὸ ὄλίγων ἀχό- µη μηνῶν ἐρρίγει ἀπὸ τρόµον τὸ μέγα θὔμα τῶν Ἡρώων τοῦ αημιρωοῦ Τουρ- κικοῦ καθιστῶτος.